← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΝΑΙΜΙ, Αρ. Υπόθεσης: 540/16, 6/6/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΝΑΙΜΙ, Αρ. Υπόθεσης: 540/16, 6/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 540/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ ΝΑΙΜΙ Ημερομηνία: 6.6.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κα Α. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες αξιόποινης παράνοµης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1), κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 (κατηγορία 2), αντίστασης κατά της νοµίµου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154 (κατηγορία 3), μέθης, κατά παράβαση του άρθρου 94 του Κεφ.154 (κατηγορία 4), ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (κατηγορία 5) και δηµόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (κατηγορία 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 25.8.15, στην Πάφο: · Παράνομα εισήλθε στην αυλή της κατοικίας του ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου µε σκοπό τον εκφοβισµό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της εν λόγω περιουσίας (κατηγορία 1). · Παράνοµα επιτέθηκε εναντίον του Αστ.ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (κατηγορία 2. · Αντιστάθηκε στη νόµιµη σύλληψη του (κατηγορία 3). · Σε δηµόσιο χώρο, ενώ τελούσε σε κατάσταση µέθης συµπεριφερόταν οχλαγωγικά και άτακτα (κατηγορία 4). · Σε δηµόσιο χώρο, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόµενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης (κατηγορία 5). · Σε δηµόσιο χώρο, εξύβρισε τον Αστ.ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου µε την λέξη «Μαλάκα», κατά τρόπο ενδεχόµενο να προκαλέσει παριστάµενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση (κατηγορία 6). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο κατοικούσε με την τότε αρραβωνιαστικιά του στον πρώτο όροφο οικοδομής, η οποία βρίσκεται στην Λεωφόρο ΧΧΧΧ στο Αναβαργός. Στο ισόγειο της ίδιας οικοδομής κατοικούσε ο ΧΧΧΧ Χ'Λαμπρής, 72 ετών, παππού της αρραβωνιαστικιά του. Οι δύο οικείες μοιράζονταν την ίδια αυλή. Ο μάρτυρας γνώριζε τον συριακής καταγωγής κατηγορούμενο, γιατί διέμενε κάπου εκεί κοντά και είχε κάποιες διαφορές με την οικιακή βοηθό του Χ'Λαμπρή, γι' αυτό ενοχλούσε συνέχεια τον τελευταίο. Ο κατηγορούμενος έλεγε ότι η οικιακή βοηθός του χρωστά κάποια λεφτά και τα ζητούσε επίμονα από τον Χ'Λαμπρή. Ο κατηγορούμενος πήγαινε εκεί χωρίς την συγκατάθεση του μάρτυρα ή του Χ'Λαμπρή. Η δε οικιακή βοηθός έκανε συνέχεια παράπονο ότι ο κατηγορούμενος την ενοχλεί. Από τον Απρίλιο του 2015 που ο μάρτυρας κατοίκησε στην συγκεκριμένη οικία, έκανε πολλές φορές παρατήρηση στον κατηγορούμενο να μην εισέρχεται εκεί, εάν έχει πρόβλημα με την οικιακή βοηθό να την καταγγείλει στην Αστυνομία ή να βρει μια λύση μαζί της και να σταματήσει να ενοχλεί τον Χ'Λαμπρή, ο οποίος είχε μόλις κάνει εγχείρηση καρδίας. Στις 25.8.15 και περί ώρα 19:30 ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην προαναφερόμενη αυλή μαζί με τον Χ'Λαμπρή, άκουσε το κινητό τηλέφωνο του τελευταίου να χτυπά συνέχεια και να μην το απαντά. Τον ρώτησε γιατί δεν το απαντά και εκείνος του είπε «Αφού εν ο αράπης πάλε και σήμερα έπιασε με πάνω που 30 φορές». Τότε ο μάρτυρας πήρε το εν λόγω τηλέφωνο, είδε ποιος αριθμός το καλούσε και το απάντησε. Ήταν ο κατηγορούμενος και πριν αυτός του αναφέρει οτιδήποτε, ο μάρτυρας του ζήτησε να μην ξαναενοχλήσει το τηλέφωνο αυτό γιατί ο Χ'Λαμπρής δεν του έκανε οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει στον μάρτυρα και να του λέει ότι ξέρει ποιος είναι και ότι δεν τον ενδιαφέρει τι λέει. Τότε ο μάρτυρας του είπε σε έντονο ύφος να μην ξαναενοχλήσει και έκλεισε το τηλέφωνο. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος καλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο του Χ'Λαμπρή, ο μάρτυρας το απαντούσε, του έλεγε σε έντονο ύφος να μην ξαναπάρει και ακολούθως του το έκλεινε. Πέρασαν περίπου 10 λεπτά χωρίς να ξανακαλέσει και στην συνέχεια ο μάρτυρας είδε τον κατηγορούμενο εντός της αυλής τους να κρατά ένα σπασμένο τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον μάρτυρα ότι ο τελευταίος του είχε σπάσει το τηλέφωνο γιατί τον είχε νευριάσει και το κτύπησε κάτω και ότι την επόμενη μέρα θα τον κατάγγελλε στο ΤΑΕ. Όταν του ανέφερε τα πιο πάνω η αναπνοή του κατηγορούμενου μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και παραπατούσε. Ακολούθως ο μάρτυρας του ζήτησε και έφυγε εκτός της αυλής. Ο κατηγορούμενος περνούσε πάνω κάτω εκτός της αυλής στο πεζοδρόμιο κρατώντας στο χέρι ένα ξύλο. Περί ώρα 20:30 της ίδια ημέρας ο κατηγορούμενος μπήκε εκ νέου στην αυλή και άρχισε να φωνάζει. Αμέσως ο μάρτυρας μετέβηκε εκεί που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και του είπε να βγει από την αυλή γιατί δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να λέει στον μάρτυρα «Εννά δεις τι έννα σου κάμω» και «Εν ξέρεις ποιος είμαι». Ακολούθως ο μάρτυρας του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του είπε ξανά να φύγει από την αυλή. Εκείνος του είπε «Ξέρω ποιος είσαι τζαι εν σε φοούμε και αύριο εννά δεις τι εννά πάθεις». Ο μάρτυρας προχώρησε προς το μέρος του για να τον βγάλει έξω από την αυλή και του φώναξε σε έντονο ύφος να φύγει. Τότε ο κατηγορούμενος φώναξε δυνατά κάτι το οποίο δεν κατάλαβε. Το μόνο που κατάλαβε ήταν την λέξη «μαλάκας» και ακολούθως ο κατηγορούμενος τον χτύπησε με το δεξί του χέρι στο στήθος. Αμέσως ο μάρτυρας του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και εκείνος προσπάθησε να τον ξαναχτυπήσει αλλά λόγω του ότι ήταν μεθυσμένος, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Ακολούθως ο μάρτυρας τον έπιασε από το χέρι αλλά εκείνος προσπαθούσε να ξεφύγει. Με την βοήθεια περιοίκων ο κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Ο μάρτυρας ενημέρωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, της μέθης, της ανησυχίας, της κοινής επίθεσης, της εξύβρισης και της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Εν τω μεταξύ ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και μετά από 10 λεπτά περίπου έφθασε περιπολικό στο μέρος και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Καθόλον τον πιο πάνω χρόνο δηλ. από τις 19:30 και μέχρι την παραλαβή του κατηγορούμενου από το περιπολικό, η οικιακή βοηθός του Χ'Λαμπρή δεν βρισκόταν στον χώρο της οικίας του τελευταίου. Ο μάρτυρας άκουσε τον κατηγορούμενο αρκετές φορές να μιλά σπαστά ελληνικά, όπως έκανε και κατά τον πιο πάνω χρόνο. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Αυτός ενοικιάζει σπίτι κοντά στο σπίτι του Χ'Λαμπρή. Την οικιακή βοηθό του τελευταίου την γνωρίζει από παλιά που πήγαινε στο σπίτι του και του καθάριζε. Σε κάποιο χρόνο πήγε στο σπίτι του ένας φίλος του και διέμενε μαζί του. Αυτός ο φίλος του έδωσε κάποια χρήματα στην πιο πάνω οικιακή βοηθό. Μετά ο φίλος του και συγκάτοικος του έφυγε και είπε στον κατηγορούμενο «Αφήνω τα σε εσένα να τα πάρεις πίσω τα λεφτά». Η κοπέλα προσπάθησε να πει ψέματα, δεν ήθελε να δώσει τα λεφτά πίσω. Κατά την επίδικη ημέρα ενώ ο κατηγορούμενος ήταν σπίτι του, πήγε εκεί η κοπέλα και έκλαιγε πολύ γιατί πρέπει να την χτύπησε ο αστυνομικός και του είπε «Έλα τα λεφτά και έλα μαζί μου για να ζητήσεις συγγνώμη στον μάστρο μου και πέστε του ότι είμαι καλή κοπέλα». Η κοπέλα πήγαινε μπροστά και ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε. Όταν έφθασαν εκεί είδε τον αστυνομικό να κάθεται με την γυναίκα του και τον Χ'Λαμπρή. Εισήλθαν στην αυλή και τότε ο αστυνομικός τρελάθηκε, άρπαξε και χτύπησε την οικιακή βοηθό, λέγοντας της «Επήες τζιαί έφερες τον φίλο σου» και στην συνέχεια φώναζε στον κατηγορούμενο να φύγει. Η γυναίκα τού έλεγε «Σάββα σιγά, Σάββα, Σάββα, κάμε σιγά». Ο κατηγορούμενος βγήκε από την αυλή και ο αστυνομικός πήγε από πίσω του, τον έσπρωξε και τον τράβηξε και του έσπασε το κινητό και πήρε τηλέφωνο στην Αστυνομία. Μετά του είπε «Δεν θα κουνηθείς από εδώ μέχρι να έρθει η Αστυνομία» όπως και έπραξε. Μετά πήγε η Αστυνομία και τον πήρε στον Σταθμό. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Εξιστόρησε με αμεσότητα και λεπτομέρεια το επίδικο περιστατικό, όπως το βίωσε, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και πειστικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ως προς τα επίδικα γεγονότα παρουσιάζει ασυνέπειες και αντιφάσεις, ουσιώδη δε μέρος της εκδοχής του προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του και γενικά στερούνται πειστικότητας και λογικής. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχάς αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του στον Μ.Κ.1 ως Σάββα ενώ το όνομα του είναι ΧΧΧΧ. Όταν ρωτήθηκε από την συνήγορο του ποιος είναι ο Σάββας, είπε ότι είναι ένας άλλος αστυνομικός, ο οποίος όταν πήγε με άλλους δύο αστυνομικούς εκεί με το περιπολικό του έδωσε σαν αστείο ένα χαστούκι στο πρόσωπο. Αργότερα όμως συνέχισε να αναφέρεται και πάλι στον Μ.Κ.1 ως Σάββα. Ήταν δε η θέση του ότι η οικιακή βοηθός πήγε σπίτι του κλαίγοντας γιατί πρέπει να την χτύπησε ο αστυνομικός αλλά και ότι όταν αυτός την ακολουθήσε και τους είδε ο αστυνομικός τράβηξε και χτύπησε πρώτα την κοπέλα και μετά επιτέθηκε στον ίδιο. Οι πιο πάνω θέσεις όμως για επίθεση εναντίον της οικιακής βοηθού δεν τέθηκαν καν στον Μ.Κ.1 ώστε να της σχολιάσει. Περαιτέρω όταν στην αντεξέταση του ρωτήθηκε εάν είδε τον Μ.Κ.1 να χτυπά την κοπέλα είπε ότι τον έδιωξε και έφυγε και τότε άκουσε την γυναίκα του Μ.Κ.1 να του λέει «Άφησε την, άφησε την», κάτι που δείχνει ότι δεν είδε κάτι τέτοιο. Στην συνέχεια όμως υποστήριξε ότι το είδε και πρόσθεσε μάλιστα ότι η γυναίκα του Μ.Κ.1 ήταν αυτή που τον χώρισε από την οικιακή βοηθό και τον πήρε σε μια πλευρά και τον καθησύχασε. Ούτε αυτό όμως τέθηκε στον Μ.Κ.
  1. Ενώ δε στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε ότι πριν πάει η οικιακή βοηθός στο σπίτι του αυτός είχε πάει στον χώρο όπου εκείνη διέμενε, στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι έτσι έγινε και ότι τότε τον είδε ο Σάββας και του είπε να φύγει, έφυγε και ότι μετά πήγε στο σπίτι του η οικιακή βοηθός και ακολούθησαν τα υπόλοιπα. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.1 πήγε από πίσω του, τον έσπρωξε, τον τράβηξε και του έσπασε το κινητό ενώ στην αντεξέταση του για πρώτη φορά είπε ότι τον χτύπησε κιόλας. Όταν δε ρωτήθηκε εάν είπε στους αστυνομικούς που έφθασαν αργότερα ότι ο Μ.Κ.1 τον χτύπησε, απάντησε καταφατικά. Ερωτώμενος δε εάν έκανε καταγγελία για αυτό είπε ότι δεν έκανε και για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε ότι τον χτύπησαν και οι άλλοι αστυνομικοί και του είπαν «Να τσιλήσουμε το κεφάλι σου και θα σε στείλουμε εκτός Κύπρου και όποτε θέλουμε να σε απελάσουμε και όποτε θέλουμε να σε αφήσουμε και εμείς είμαστε η Αστυνομία». Ισχυρίσθηκε μάλιστα ότι κατέχει η δικηγόρος του ιατρικό πιστοποιητικό που λέει τι χτυπήματα είχε στο Νοσοκομείο, αλλά τέτοιο δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι είχε χτυπήματα στο μάτι και ότι έμεινε μια εβδομάδα για περίθαλψη για να πει όμως στην συνέχεια ότι πηγαινοερχόταν στους γιατρούς και ότι επρόκειτο για μικρογδαρσίματα. Όταν δε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του αντί να περιγράφει έκανε χειρονομίες για να δείξει κάτι και του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να περιγράψει έδειξε να αντιλαμβάνεται πλήρως την παρατήρηση και είπε «Συγγνώμη» στα ελληνικά, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του Μ.Κ.1 ότι αντιλαμβάνεται ελληνικά και μιλά σπαστά. Όσον δε αφορά τα λεφτά που έδωσε ο φίλος του στην οικιακή βοηθό είπε ότι επειδή εκείνη είχε κάποιο πρόβλημα στην χώρα της και χρειάστηκε €250, ο φίλος του της τα έδωσε. Μετά η κοπέλα είχε κάποια οικονομικά προβλήματα, δεν μπορούσε να δώσει πίσω τα λεφτά και ο κατηγορούμενος επειδή γνώριζε τον Χ'Λαμπρή άρχισε να τον παίρνει τηλέφωνο δηλ. δέχθηκε ότι πράγματι τηλεφωνούσε στον εργοδότη της κοπέλας για τον συγκεκριμένο λόγο, καθώς και ότι πηγαινοερχόταν στο σπίτι αυτού, ως υποστήριξε ο Μ.Κ.
  2. Για να πείσει δε για τον λόγο που ο ίδιος ζήτησε τα λεφτά ενώ δεν ήταν αυτός που τα έδωσε, ισχυρίσθηκε μη πειστικά ότι ο φίλος του έφυγε για τη Συρία και επειδή είναι και ξάδερφος του και θείος του, τα λεφτά ήταν σαν τα δικά του ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι θεωρούσε το εαυτό του εγγυητή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και έτσι η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο Μ.Κ.1 είναι ο Αστ. ΧΧΧΧ και κατά τον επίδικο χρόνο κατοικούσε με την τότε αρραβωνιαστικιά του στον πρώτο όροφο οικοδομής, η οποία βρίσκεται στην Λεωφόρο ΧΧΧΧ στο Αναβαργός, στην Πάφο. Στο ισόγειο της ίδιας οικοδομής κατοικούσε ο ΧΧΧΧ Χ'Λαμπρής, 72 ετών, παππούς της αρραβωνιαστικιά του. Οι δύο οικείες μοιράζονταν την ίδια αυλή. Ο Μ.Κ.1 γνώριζε τον συριακής καταγωγής κατηγορούμενο, γιατί διέμενε κάπου εκεί κοντά και είχε κάποιες διαφορές με την οικιακή βοηθό του Χ'Λαμπρή, γι' αυτό ενοχλούσε συνέχεια τον τελευταίο. Ο κατηγορούμενος μιλά σπαστά ελληνικά και έλεγε ότι η εν λόγω οικιακή βοηθός του χρωστά κάποια λεφτά και τα ζητούσε επίμονα από τον Χ'Λαμπρή. Ο κατηγορούμενος πήγαινε εκεί χωρίς τη συγκατάθεση του Μ.Κ.1 ή του Χ'Λαμπρή. Η δε οικιακή βοηθός έκανε συνέχεια παράπονο ότι ο κατηγορούμενος την ενοχλεί. Από τον Απρίλιο του 2015 που ο Μ.Κ.1 κατοίκησε στην συγκεκριμένη οικία, έκανε πολλές φορές παρατήρηση στον κατηγορούμενο να μην εισέρχεται εκεί, εάν έχει πρόβλημα με την οικιακή βοηθό να την καταγγείλει στην Αστυνομία ή να βρει μια λύση μαζί της και να σταματήσει να ενοχλεί τον Χ'Λαμπρή, ο οποίος είχε μόλις κάνει εγχείρηση καρδίας. Στις 25.8.15 και περί ώρα 19:30 ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στην προαναφερόμενη αυλή μαζί με τον Χ'Λαμπρή, άκουσε το κινητό τηλέφωνο του τελευταίου να χτυπά συνέχεια και να μην το απαντά. Τον ρώτησε γιατί δεν το απαντά και εκείνος του είπε «Αφού εν ο αράπης πάλε και σήμερα έπιασε με πάνω που 30 φορές». Τότε ο Μ.Κ.1 πήρε το εν λόγω τηλέφωνο, είδε ποιος αριθμός το καλούσε και το απάντησε. Ήταν ο κατηγορούμενος και πριν αυτός του αναφέρει οτιδήποτε, ο Μ.Κ.1 του ζήτησε να μην ξαναενοχλήσει το τηλέφωνο αυτό γιατί ο Χ'Λαμπρής δεν του έκανε οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και να του λέει ότι ξέρει ποιος είναι και ότι δεν τον ενδιαφέρει τι λέει. Τότε ο Μ.Κ.1 του είπε σε έντονο ύφος να μην ξαναενοχλήσει και έκλεισε το τηλέφωνο. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος καλούσε συνεχώς στο ίδιο τηλέφωνο, ο Μ.Κ.1 το απαντούσε, του έλεγε σε έντονο ύφος να μην ξαναπάρει και ακολούθως του το έκλεινε. Πέρασαν περίπου 10 λεπτά χωρίς να ξανακαλέσει και στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 είδε τον κατηγορούμενο εντός της εν λόγω αυλής τους να κρατά ένα σπασμένο τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι ο τελευταίος του είχε σπάσει το τηλέφωνο γιατί τον είχε νευριάσει και το κτύπησε κάτω και ότι την επόμενη μέρα θα τον κατάγγελλε στο ΤΑΕ. Όταν του ανέφερε τα πιο πάνω η αναπνοή του κατηγορούμενου μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και παραπατούσε. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 του ζήτησε και έφυγε εκτός της αυλής. Ο κατηγορούμενος περνούσε πάνω κάτω εκτός της αυλής στο πεζοδρόμιο κρατώντας στο χέρι ένα ξύλο. Περί ώρα 20:30 της ίδια ημέρας ο κατηγορούμενος μπήκε εκ νέου εντός της αυλής και άρχισε να φωνάζει. Αμέσως ο Μ.Κ.1 μετέβηκε εκεί που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και του είπε να βγει από την αυλή γιατί δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να του λέει «Εννά δεις τι έννα σου κάμω» και «Εν ξέρεις ποιος είμαι». Ακολούθως ο Μ.Κ.1 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του είπε ξανά να φύγει από την αυλή. Εκείνος του είπε «Ξέρω ποιος είσαι τζαι εν σε φοούμε και αύριο εννά δεις τι εννά πάθεις». Ο Μ.Κ.1 προχώρησε προς το μέρος του για να τον βγάλει έξω από την αυλή και του φώναξε σε έντονο ύφος να φύγει. Τότε ο κατηγορούμενος του φώναξε δυνατά κάτι το οποίο ο Μ.Κ.1 δεν κατάλαβε. Το μόνο που κατάλαβε ήταν την λέξη «μαλάκας» και ακολούθως ο κατηγορούμενος χτύπησε τον Μ.Κ.1 με το δεξί του χέρι στο στήθος. Αμέσως ο Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και εκείνος προσπάθησε να τον ξανά χτυπήσει αλλά λόγω του ότι ήταν μεθυσμένος, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Ακολούθως ο μάρτυρας τον έπιασε από το χέρι αλλά εκείνος προσπαθούσε να ξεφύγει. Με την βοήθεια περιοίκων ο κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, της μέθης, της ανησυχίας, της κοινής επίθεσης, της εξύβρισης και της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Εν τω μεταξύ ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και μετά από 10 λεπτά περίπου έφθασε περιπολικό στο μέρος και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Καθόλον τον πιο πάνω χρόνο δηλ. από τις 19:30 και μέχρι την παραλαβή του κατηγορούμενου από το περιπολικό η οικιακή βοηθός του Χ'Λαμπρή δεν βρισκόταν στον χώρο της οικίας του τελευταίου. Νομική πτυχή Το αδίκημα της παράνομης εισόδου βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό αυτού σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθούν είναι:
  3. Η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία.
  4. Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου
  5. Η είσοδος να έγινε με σκοπό εκφοβισµό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας. Ως έχει νομολογηθεί η συγκεκριμένη ποινική διάταξη δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 354). Δεν αποτελεί λοιπόν συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία της περιουσίας δηλ. το σε ποιο ανήκει. Αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί είναι να βρίσκεται στην κατοχή άλλου δηλ. προσώπου εκτός του κατηγορούμενου. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 λέχθηκε ότι το άρθρο 280 δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Το αδίκημα διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στην συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο. Όσον αφορά την πρόθεση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων αλλά και κάθε αδικήματος που δεν απαιτεί ειδική πρόθεση στην Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133)». Εκ των άνω συνάγεται ότι ο σκοπός εκφοβισµού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην Ανθία ανωτέρω με βάση πάντα τα γεγονότα που περιέβαλλαν την διάπραξη του αδικήματος κρίθηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της εισόδου. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης εδράζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου, 2. Αυτό να έγινε παράνομα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Το αδίκημα της αντίστασης στη νόμιμη σύλληψη εδράζεται στο άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 3 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  2. Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Το αδίκημα αυτό είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act
  3. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
  4. Το αδίκημα της ανησυχίας προβλέπεται από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (βλ. Pitsillos v. The Police
(1966)2CLR 50):
  1. Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,
  2. Σε δημόσιο χώρο,
  3. Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,
  4. Η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ.
  5. Περαιτέρω ο όρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1). Για το αδίκημα της ανησυχίας γενικά βλ. επίσης Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1. Το αδίκημα της μέθης αυτό προβλέπεται από το άρθρο 94
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 4, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να βρίσκεται σε δημόσιο χώρο,
  2. Να είναι σε κατάσταση μέθης και να
  3. Συμπεριφέρεται οχλαγωγικά ή χωρίς τάξη. Τέλος το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  5. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  6. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η πρωτόδικη απόφαση ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Στην ίδια απόφαση έγινε αναφορά στην Brutus ανωτέρω και επισημάνθηκε ότι από το λεκτικό του Lord Reid ήτοι "... an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one" και πιο συγκεκριμένα από την φράση "sees one" εισάγεται παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και η εξύβριση με χειρονομίες. Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο ο Μ.Κ.1 διέμενε με την αρραβωνιαστικιά του στον πρώτο όροφο οικοδομής ενώ στο ισόγειο διέμενε ο παππούς της τελευταίας (ο Χ'Λαμπρής). Οι δύο οικίες μοιράζονταν την ίδια αυλή. Τα πιο πάνω πρόσωπα είχαν λοιπόν κοινή κατοχή της εν λόγω αυλής. Από τα ευρήματα προκύπτει επίσης ότι στις 25.8.15 ο κατηγορούμενος εισήλθε στη εν λόγω αυλή, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως επίμονα ενοχλούσε τηλεφωνικά τον Χ'Λαμπρή και ο Μ.Κ.1 επανειλημμένα του είπε στο τηλέφωνο, στην παρουσία του Χ'Λαμπρή, να σταματήσει να ενοχλεί. Περαιτέρω όταν αργότερα του ζήτησε ο Μ.Κ.1 να βγει από την αυλή εξήλθε αυτής, όμως δεν απομακρύνθηκε αλλά περπατούσε πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κρατώντας στο χέρι ένα ξύλο και λίγο αργότερα εισήλθε και πάλι στην ίδια αυλή και φώναζε. Από τα πιο πάνω συνάγεται κατά την κρίση μου, τόσο ότι η είσοδος του κατηγορούμενου στην συγκεκριμένη αυλή ήταν παράνομη αλλά και ότι η πρόθεση του ήταν να ενοχλήσει τους κατόχους αυτής. Η εν λόγω πρόθεση, με βάση πάντα τα πιο πάνω γεγονότα, ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της εισόδου. Η ενέργεια δε του κατηγορούμενου να χτυπήσει τον Μ.Κ.1 με το χέρι στο στήθος όταν ο τελευταίος προσπάθησε να τον απομακρύνει από την αυλή, αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Η όλη δε συμπεριφορά του τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της εν λόγω πράξης, οδηγεί κατά την κρίση μου περαιτέρω, αναμφίβολα στο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την προαναφερόμενη επίθεση εναντίον του Μ.Κ.1, ο οποίος δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτήν. Όσον δε αφορά την κατηγορία της εξύβρισης θα πρέπει να λεχθεί ότι η λέξη «μαλάκας» που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος είναι σίγουρα υβριστική. Ανέφερε δε αυτή την λέξη φωνάζοντας ενώ βρισκόταν εντός της πιο πάνω αυλής. Ο χώρος αυτός δεν είναι δημόσιος αλλά ήταν ενδεχόμενο, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος είπε την λέξη αυτή φωνάζοντας, να ακουστεί σε δημόσιο χώρο, εφόσον η αυλή γειτνίαζε σε δημόσιο χώρο και δη στην Λεωφόρο ΧΧΧΧ στο Αναβαργός. Το μόνο ερώτημα που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεύθυνε την πιο πάνω λέξη αναφερόμενος στον Μ.Κ.1 ώστε να διαπιστωθεί εάν εξύβρισε αυτόν. Η απάντηση σε αυτό είναι κατά την κρίση μου αρνητική εφόσον ο Μ.Κ.1 είπε ότι το μόνο που κατάλαβε από τις φωνές του κατηγορούμενου ήταν η υπό εξέταση λέξη και δεν ισχυρίσθηκε ότι αντιλήφθηκε να απευθύνεται στον ίδιο ή σε κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο. Από τα ευρήματα προκύπτει επίσης ότι αμέσως μετά την επίθεση που ο Μ.Κ.1 δέχθηκε, είπε στον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και πριν τον αγγίξει εκείνος προσπάθησε να τον ξαναχτυπήσει αλλά λόγω του ότι ήταν μεθυσμένος, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος ενώ στην συνέχεια όταν ο Μ.Κ.1 τον έπιασε από το χέρι εκείνος προσπαθούσε να ξεφύγει και ακινητοποιήθηκε τελικά με την βοήθεια περιοίκων. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου συνιστούν επίθεση, η οποία κρίνεται ότι έγινε με σκοπό την αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη του για αδίκημα που διέπραξε και δη για την επίθεση εναντίον του Μ.Κ.1. Περαιτέρω όταν ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην προαναφερόμενη αυλή η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και παραπατούσε. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τελούσε σε κατάσταση μέθης. Η δε συμπεριφορά του, όταν ο Μ.Κ.1 του ζήτησε και εξήλθε της αυλής, να περνά πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο επί της Λεωφόρου ΧΧΧΧ στο Αναβαργός δηλ. σε δημόσιο χώρο, κρατώντας στο χέρι ένα ξύλο, ήταν αναμφίβολα οχλαγωγική και χωρίς τάξη. Τέλος όσον αφορά το αδίκημα της ανησυχίας, από τα ευρήματα προκύπτει ότι όταν η ώρα 20:30 ο κατηγορούμενος εισήλθε για δεύτερη φορά στην ίδια αυλή, άρχισε να φωνάζει. Όταν αμέσως ο Μ.Κ.1 μετέβηκε εκεί που βρίσκονταν και του είπε να βγει από την αυλή άρχισε και πάλι να φωνάζει. Στην συνέχεια όταν ο Μ.Κ.1 του φώναξε σε έντονο ύφος να φύγει τότε ο κατηγορούμενος φώναξε δυνατά και από τα όσα είπε έγινε αντιληπτή από τον Μ.Κ.1 μόνο η λέξη «μαλάκας». Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου κρίνεται εκ των πραγμάτων δηλ. εκ του ότι φώναζε, ότι προκάλεσε θόρυβο. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν μεν εντός της αυλής αλλά εκ του ότι η εν λόγω αυλή ήταν παρακείμενη στην πιο πάνω Λεωφόρο δηλ. σε δημόσιο χώρο, κρίνεται με βάση την κοινή λογική ότι ο θόρυβος προκλήθηκε και στον δημόσιο χώρο. Επρόκειτο δε για κατοικημένη περιοχή και λίγο αργότερα μετέβηκαν στο σημείο και περίοικοι. Ενόψει αυτών κρίνεται ότι η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, η οποία έγινε χωρίς εύλογη αιτία, έγινε κατά τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τω κατηγοριών 1-5 όχι όμως και της κατηγορίας 6. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 6. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη είσοδος - Κοινή επίθεση - Αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη - Μέθη - Ανησυχία - Δημόσια εξύβριση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.