← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. JUHANSON, Αρ. Υπόθεσης: 5298/19, 31/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. JUHANSON, Αρ. Υπόθεσης: 5298/19, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 5298/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ JUHANSON Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 31.01.2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο : προσωπικά Κατηγορούμενος : παρών --------------------------- Στενογραφημένα πρακτικά λαμβάνονται από τη XXXXX Γεωργίου --------------------------- Για σκοπούς μετάφρασης από τα Ελληνικά στα Ρώσσικα και αντίστροφα ορκίζεται η XXXXX Κούρου --------------------------- ΠΟΙΝΗ (ΕΧ- TEMPORE) Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 20.09.2018 στο χώρο ελέγχου επιβατών του αερολιμένα Πάφου, έκλεψε ένα ρολόι μάρκας RADO αξίας €1.800, περιουσία του μάρτυρα 1 στο κατηγορητήριο. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και με αυτά συμφωνεί ο κατηγορούμενος. Είναι καταγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν καθ' ότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε πραγματικό σκοπό. Ωστόσο λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς επιβολής ποινής. Στο ίδιο πρακτικό του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένα και όλα όσα ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος μέσα από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Για τον ίδιο λόγο ούτε αυτά χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν. Ωστόσο λαμβάνονται και αυτά υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Παραπέμπω στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 632. Ειδικότερα το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 262 του Κεφαλαίου 154, με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη. Από τον καθορισμό του ύψους της πιο πάνω ποινής μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ανεξάρτητα όμως, η κλοπή είναι σοβαρό αδίκημα επειδή φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Είναι αδίκημα που προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Τέτοιου είδους αδίκημα προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και συνάμα διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Παράλληλα η αυξητική τάση που διαχρονικά παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με ορισμένες φορές να διακόπτουν τη ροή του βαρυφορτωμένου προγράμματος του προκειμένου να τις επιληφθεί εκτάκτως, είναι δεδομένο που ενισχύει το στοιχείο της σοβαρότητας που τα διακρίνει. Κρούσματα αδικημάτων που άπτονται της περιουσίας πολιτών δυστυχώς σημειώνουν μέχρι σήμερα κατακόρυφη άνοδο. Οι πολίτες της επαρχίας Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων επιχειρήσεων τους και κλοπών περιουσίας τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: «Στη Γ. Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, «μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία ..», η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σε. 105-106). Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη». Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν τo αδίκημα στο οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, ανάμεσα σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Η σοβαρότητα που το διακρίνει καλεί την επιβολή αυστηρής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ., Ilie κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587, Xiaojin και άλλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278. Η νομολογία ακόμη υποδεικνύει ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου δεν έχουν αυξημένη βαρύτητα και ούτε τους αποδίδεται μείζονα σημασία έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Με βάση τη νομολογία τέτοια προβλήματα δεν δικαιολογούν παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Mixaylov και άλλοι ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175 και Μακρή ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42. Την ίδια στιγμή δεν μου διαφεύγει το σκεπτικό ότι ο περιορισμένος ρόλος των προσωπικών περιστάσεων του δράστη σε σοβαρές υποθέσεις όπου επιβάλλονται ποινές αποτρεπτικής φύσεως, δεν είναι πάντοτε άκαμπτο (Ναζίπ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.2014 και Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: « Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εκγλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους» Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδίκημα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και είναι σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτού του αδικήματος, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Ένα άλλο στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορούμενου είναι η μεγάλη αξία της κλαπείσας περιουσίας. Το αντικείμενο που έχει κλαπεί από τον κατηγορούμενο είναι ρολόι συγκεκριμένης μάρκας αξίας €1.800. Αυτό καταδεικνύει ότι όταν ο κατηγορούμενος το έκλεψε επωφελήθηκε προσωπικά ενώ την ίδια στιγμή προκάλεσε αντίστοιχη ζημιά στο νόμιμο ιδιοκτήτη του αντικειμένου έστω προσωρινά αφού είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι μετά εντοπίστηκε και παραδόθηκε στο μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου που ήταν ο νόμιμος κάτοχος του. Ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου είναι ο επιμελής τρόπος δράσης του κατηγορούμενου στη βάση οργανωμένου σχεδίου που ο ίδιος φαίνεται να εκπόνησε. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ίδιος αναχωρούσε με προορισμό διαφορετικό από ότι το θύμα, με έντεχνο τρόπο που όμως αποκαλύφθηκε μέσα από προσεκτική μελέτη του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, πήρε το συγκεκριμένο αντικείμενο και εξαφανίστηκε χωρίς να κινήσει οποιεσδήποτε υποψίες. Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ο ίδιος φαίνεται να εντόπισε το θύμα του, επίσης να εντόπισε την επίμαχη περιουσία και όταν έκρινε ότι ήταν η κατάλληλη για τον ίδιο στιγμή προέβηκε στη διάπραξη της κλοπής φροντίζοντας να εξαφανιστεί χωρίς να γίνει αντιληπτός. Χρειάστηκε να γίνουν διαβήματα από την Αστυνομία μέσω της Interpol αφού πρώτα μελετήθηκε το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης προκειμένου να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος στη χώρα καταγωγής του που είναι η Εσθονία και να υποχρεωθεί να επιστρέψει το αντικείμενο στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Αν δεν υπήρχε το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης και αν δεν γίνονταν τα κατάλληλα διαβήματα από την Κυπριακή Αστυνομία μέσω της Interpol το κλεμμένο αντικείμενο δεν θα επιστρεφόταν στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Είναι ο σύνδεσμος αυτών των δύο στοιχείων που υποχρέωσαν τον κατηγορούμενο να επιστρέψει την περιουσία που είχε κλέψει. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος έδρασε στοχευμένα και στη βάση οργανωμένου σχεδίου, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή με επιμέλεια. Σαφώς ο εντοπισμός τέτοιου πανάκριβου ρολογιού και ο τρόπος που φρόντισε να το κλέψει χωρίς να γίνει αντιληπτός φανερώνει οργάνωση σχεδίου. Ο προσχεδιασμός και η οργανωμένη εκτέλεση αποτελούν σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Επιπροσθέτως δεν παραγνωρίζεται η ψυχολογική αναστάτωση και η ταλαιπωρία που προκλήθηκε στο νόμιμο ιδιοκτήτη της κλαπείσας περιουσίας και εκπρόσωπο αυτής όταν διαπίστωσε την κλοπή της επίμαχης περιουσίας. Σίγουρα αυτό που αισθάνθηκε μπροστά στην θέα της κλοπής είναι η ανασφάλεια και ανησυχία. Η αναστάτωση και η ταλαιπωρία που του προκλήθηκαν δεν περιγράφεται αφού μέσα από τα γεγονότα αναγκάστηκε να προβεί σε όλες αυτές τις ενέργειες και με τη βοήθεια της κυπριακής Αστυνομίας προτού η επίμαχη κλαπείσα περιουσία του επιστραφεί. Με τις παράνομες ενέργειες του ο κατηγορούμενος παραβίασε τα συνταγματικά δικαιώματα κατοχής και χρήσης περιουσίας του ιδιοκτήτη της κλοπιμαίας περιουσίας. Αυτό είναι δεδομένο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Σαφώς η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου μόνο παράνομη και καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) το λευκό ποινικό μητρώο του (β) την άμεση παραδοχή του (γ) την απολογία του στο Δικαστήριο (δ) την επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας, αν και αυτό δεν θα μπορεί να έχει μεγάλη βαρύτητα ως μετριαστικός παράγοντας εν όψει του ότι είχαν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες από μέρους της κυπριακής Αστυνομίας μέσω της Interpol, σε συνεργασία με τις αρχές της Εσθονίας που είναι η χώρα καταγωγής του κατηγορούμενου. (ε) τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ίδιο και ότι είναι σήμερα εξ όσων μπορεί να προκύψει μέσα από το κατηγορητήριο ηλικίας 48 ετών, έχει σχέση με μία κοπέλα εδώ και 10 χρόνια με την οποία απέκτησαν ένα γιο ηλικίας 7 ετών, εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου στην Εσθονία με μηνιαίο μισθό €550.- €600, η δε σύντροφος του που εργάζεται λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €700. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο για να νυμφευθεί. Αυτός είναι βεβαίως ο λόγος που κατέληξε στην Κύπρο. Ωστόσο οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δεν οδηγούν στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει το αδίκημα και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλεται με αποτέλεσμα στα πλαίσια αυτά να μην τους αποδίδεται αυξητική βαρύτητα και τούτο όπως έχω πει συν της άλλης με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Δεν μπορεί κάποιος να καταφεύγει στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και ακολούθως να του αποδίδεται επιείκεια στη βάση των προσωπικών περιστάσεων του που επικαλείται. Η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις όπου οι προσωπικές συνθήκες λαμβάνονται υπόψη χωρίς να εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα και τις ποινές μέσα από την εξατομίκευση της. Δεν θα μπορούσε βεβαίως και να μην σχολιαστεί η θέση του κατηγορούμενου όπως αυτή έχει δηλωθεί μέσα από τα γεγονότα που παράθεσε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσα Αρχής, ότι με την επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας θεώρησε ότι το θέμα είχε λήξει. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Το αδίκημα έχει διαπραχθεί και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης, πράγμα που έγινε. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος, το οποίο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και διαχρονικά καταδεικνύουν ανησυχητική έξαρση στην κυπριακή κοινωνία που χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης, όπως αυτή η σοβαρότητα πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεση αυτής και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, είναι δεδομένα που καθιστούν αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών
(3)μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποίαν το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.2016 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το Δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: «τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449).» Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρή και τούτο καταδεικνύεται από το ενεχόμενο αδίκημα και των περιστατικών που την περιβάλλουν. Έχει διαπραχτεί σοβαρό αδίκημα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από ένα οργανωμένο σχέδιο που εκτελέστηκε χωρίς δισταγμό με απόκτηση προσωπικού οφέλους, η διάπραξη του οποίου βρίσκεται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία και που χρήζει αποτρεπτικής αντιμετώπισης. Την ίδια στιγμή έχω εκτιμήσει με πολλή προσοχή το λευκό ποινικό μητρώου του κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η κλαπείσα περιουσία έχει επιστραφεί στο νόμιμο ιδιοκτήτη της. Έχω επίσης εκτιμήσει και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές τις έχω αναφέρει. Ωστόσο όλα τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά όπου καθιστούν τη συγκεκριμένη υπόθεση σοβαρή και απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής προκειμένου να διαφυλαχτεί το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των πολιτών και γενικότερα να προστατευτεί η κυπριακή κοινωνία από τη μάστιγα των κλοπών, επιτάσσουν την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, περιλαμβανομένου του λευκού ποινικού μητρώου του, της άμεσης παραδοχής του, την απολογία του και το γεγονός της επιστροφής της κλαπείσας περιουσίας και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 και Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.2016). Έξοδα μετάφρασης €30 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ψηφιακός δίσκος που βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας να κατασχεθεί και καταστραφεί. (Υπ.) ........... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.