Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΡΟΥΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 11290/14, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11290/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΡΟΥΣΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.08.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κορακίδου-Μακρίδου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε 71 κατηγορίες κλοπής από διευθυντή κατά παράβαση προνοιών των άρθρων 255 και 269 του Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.07.19, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς επιβολής ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €360 σχετικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, με παραπομπή σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων.
(3)Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος αμέσως έδωσε στο λογιστή της επίμαχης εταιρείας (ΜΚ3) στοιχεία αναφορικά με τα ποσά που οικειοποιήθηκε (Τεκμήρια 3 και 5) καθώς επίσης ότι μόλις ο ΜΚ3 ανάφερε για το έλλειμμα πλήρωσε ο κατηγορούμενος διάφορα ποσά από τις 09.08.13 μέχρι το Μάιο 2014 προς όφελος της εν λόγω εταιρείας.
(4)Τη διευκόλυνση της ακροαματικής διαδικασίας από μέρους του κατηγορουμένου κατά την κατάθεση των εγγράφων ως τεκμηρίων και γενικότερα καθ' όλη της διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης.
(5)Την πληρωμή του ποσού των €18.407,83 που είναι το σύνολο των χρημάτων που ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε, στο λογαριασμό της εταιρείας.
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα τα προβλήματα υγείας του.
(7)Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων.
(8)Η θετική πορεία της ζωής του κατηγορουμένου δημιουργώντας το μέλλον του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων.
(9)Τις δυσμενείς συνέπειες που θα υποστούν μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του. Τέλος η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας στον πελάτη της να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως η ίδια είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ότι διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής ενός οργανισμού από διευθυντή αυτού επισύρει, με βάση το άρθρο 269 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης μέχρι δεκατέσσερα έτη. Από τον καθορισμό του ύψους της πιο πάνω ποινής μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ανεξάρτητα όμως, το αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε εντάσσεται στη μεγάλη κατηγορία της κλοπής και είναι από τις σοβαρότερες μορφές της. Η σοβαρότητα του υπό κρίση αδικήματος έγκειται στο ότι ενέχει στοιχεία κατάχρησης θέσης και παραβίασης ανθρώπινης εμπιστοσύνης, όπως κατ' αναλογία συμβαίνει στη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ένας διοικητικός σύμβουλος με εκτελεστικές εξουσίες υπηρετεί το συμφέρον του οργανισμού στον οποίον εργάζεται ως έμμισθος. Ο οργανισμός επιδεικνύει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του παραβάτη διορίζοντας τον σε διευθυντική θέση, ανάμεσα σ' άλλα, για να διαχειρίζεται ορθά την οικονομική κατάσταση του και να διασφαλίζει τη χρηστή λειτουργία του, πλην όμως ο παραβάτης αξιωματούχος προδίδει αυτή την εμπιστοσύνη όταν στο βωμό του προσωπικού οφέλους πράττει ακριβώς το αντίθετο με την οικειοποίηση περιουσίας που ανήκει στην εταιρεία εκμεταλλευόμενος την υπεύθυνη θέση που η εταιρεία του εμπιστεύθηκε. Το επίμαχο αδίκημα έχει γνωρίσματα δόλου και απάτης. Είναι αδίκημα που προκαλεί ρήγμα στην έννομη τάξη ενώ παράλληλα φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Δυστυχώς πρόσφατα παρατηρείται αύξηση κρουσμάτων κλοπής περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε οργανισμούς από διευθυντές τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον μου. Δυστυχώς σήμερα έχουν πληθύνει κατακόρυφα οι περιπτώσεις όπου υπάλληλοι μιας εταιρείας ή διευθυντές που έχουν ρόλο εργοδοτουμένου σε εταιρεία ή ακόμη αξιωματούχοι ενός οργανισμού χωρίς εκτελεστικά καθήκοντα, εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα πρόσβασης τους που τους εξασφαλίζει η θέση τους σε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οργανισμό που υπηρετούν, τα οποία παράνομα οικειοποιούνται. Η οικονομική κρίση, η ανεξέλεγκτη καταναλωτική ζωή με ακριβά γούστα και τα παράνομα πάθη ή εξαρτήσεις είναι μερικοί λόγοι που ευθύνονται για την κατακόρυφη άνοδο διάπραξης εγκλημάτων εις βάρος οργανισμών και εταιρειών. Η ανοδική πορεία διάπραξης τέτοιων αδικημάτων που παρατηρείται σήμερα είναι ένα δεδομένο που ενισχύει το στοιχείο της σοβαρότητας που τα διακρίνει. Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση κλοπών γενικότερα στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Η διασφάλιση της εμπιστευτικής σχέσης οργανισμού-διευθυντή σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας της περιουσίας εταιρειών αλλά και του στοιχείου της σοβαρότητας που ενέχεται σε τέτοιο αδίκημα στη βάση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών, του οποίου η διάπραξη παρουσιάζει αυξητική τάση, καλούν αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Σχετική είναι η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία και παραπέμπω. Στην υπόθεση αυτή, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής." Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται στον παραβάτη. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19, Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, Καλλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, ημερ. 10.09.14 και Kiriukkuvalage v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 20/2017 ημερ. 29.05.17, οι οποίες παρόλο ότι αναφέρονται σε περιπτώσεις υπαλλήλων εντούτοις το σκεπτικό τους βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση αφού ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της επίμαχης εταιρείας με εκτελεστικά καθήκοντα, ως αποτέλεσμα της εργασίας του να λαμβάνει από τον εν λόγω οργανισμό μισθό κάθε μήνα. Στην πρώτη υπόθεση επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου όπου κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά, ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη δεύτερη υπόθεση επιβλήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος κλοπής από υπάλληλο ποσού ύψους Λ.Κ.£36.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη ηλικίας 31 ετών, μετά από παραδοχή, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Στην τρίτη υπόθεση ο εφεσείοντας που ήταν ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου προέβηκε υπό την ιδιότητα του αυτή σε δύο περιπτώσεις το έτος 2008 σε κλοπή ποσών €24.000,00 και €10.038,28 αντίστοιχα. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εφεσείοντας δήλωσε παραδοχή και αφού λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, οι πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από άλλο πρόσωπο να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχτηκαν, η καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τις ενέργειες του καθώς και το ότι ήταν άνεργος και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 μηνών. Στην τέταρτη υπόθεση οικιακή βοηθός που είχε κλέψει από το πορτοφόλι του εργοδότη της το συνολικό ποσό των €450 σε τέσσερις περιπτώσεις έναντι του οποίου επέστρεψε ποσό €150, μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 14 ετών και με το σύζυγο της να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, λευκού ποινικού μητρώου, η οποία μόλις ανακρίνεται παραδέχεται την κλοπή μέρους του πιο πάνω συνολικού ποσού και από μόνη της αποκαλύπτει την κλοπή του υπόλοιπου ποσού, αναγνώρισε το λάθος και δήλωσε παραδοχή στο Δικαστήριο, καταδικάστηκε σε 12 μήνες φυλακή, η οποία κατ' έφεση μειώθηκε σε 6 μήνες. Η νομολογία ακόμη υποδεικνύει ότι στις περιπτώσεις, όπως την παρούσα όπου διαπράττεται σοβαρό αδίκημα για το οποίο πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου δεν έχουν αυξημένη βαρύτητα και ούτε τους αποδίδεται μείζονα σημασία έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Με βάση τη νομολογία τέτοια προβλήματα δεν δικαιολογούν παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42). Την ίδια στιγμή δεν μου διαφεύγει το σκεπτικό ότι ο περιορισμένος ρόλος των προσωπικών περιστάσεων του δράστη σε σοβαρές υποθέσεις όπου επιβάλλονται ποινές αποτρεπτικής φύσεως, δεν είναι πάντοτε άκαμπτο (Ναζίπ v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 και Χρίστου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και παρουσιάζουν κρούσματα αυξητικής τάσης στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα και ευκολία με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας την θέση του διευθυντή της εταιρείας που κατείχε με καθήκοντα υπευθύνου σε κατάστημα πώλησης οπτικών ειδών που η εν λόγω εταιρεία διαχειριζόταν και εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα πρόσβασης που είχε καθημερινά σε χρήματα τοις μετρητοίς που προέκυπταν από τις ημερήσιες εισπράξεις σε μετρητά κατόπιν πωλήσεων οπτικών ειδών του επίμαχου καταστήματος, το οποίο ανήκε στην επίμαχη εταιρεία που ήταν ο εργοδότης του, λόγω της φύσης της εργασίας του και της διευθυντικής θέσης που κατείχε, παράνομα οικειοποιήθηκε σημαντικό ποσό. Ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του επέδειξε η επίμαχη εταιρεία καθιστώντας τον διευθυντικό στέλεχος της καθώς και ο σεβασμός που του είχε ο άλλος διευθυντής της εν λόγω εταιρείας να διαχειρίζεται χρήματα που ανήκουν στην εταιρεία αυτή και δίχως ίχνος ντροπής, ενδοιασμό ή αναστολή προχώρησε στην υλοποίηση του παράνομου σκοπού του που ήταν ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους εις βάρος του οργανισμού που τον εργοδοτούσε οικειοποιούμενος χρήματα του. Ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε κανένα σεβασμό τόσο προς τον οργανισμό που τον εργοδοτούσε αλλά και στον άλλο διευθυντή του οργανισμού όσο και προς την περιουσία της εν λόγω εταιρείας. Όλα αυτά είναι δεδομένα που προσμετρούν εις βάρος του κατηγορουμένου. Ένα άλλο στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι ο συστηματικός τρόπος δράσης του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι τον Ιούνιο 2013, ήτοι για συνεχόμενη περίοδο 10 μηνών, ο κατηγορούμενος έδρασε 71 φορές όπου σε αντίστοιχες διαφορετικές περιπτώσεις οικειοποιήθηκε διάφορα ποσά συνολικού ύψους €18.407,83 χωρίς στο μεσοδιάστημα να γίνει αντιληπτός από οποιονδήποτε. Αυτό καταδεικνύει την έκταση της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος επέδειξε αξιόποινη συμπεριφορά συνεχιζόμενης και επαναλαμβανόμενης μορφής, μέσα από την οποίαν χρησιμοποίησε συστηματικά τη διευθυντική του θέση και τη δυνατότητα πρόσβασης του σε χρήματα της εταιρείας προκειμένου να υλοποιεί κάθε φορά τον παράνομο σκοπό του. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο είναι το ύψος του μεγάλου ποσού που αυτός παράνομα οικειοποιήθηκε. Την ίδια στιγμή καταδεικνύει την έκταση του οικονομικού οφέλους που προσωπικά απέκτησε ο κατηγορούμενος μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του. Σαφώς το ποσό των €18.407,83 που ο κατηγορούμενος έκλεψε από την επίμαχη εταιρεία, είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη. Ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου είναι ο επιμελής τρόπος δράσης του κατηγορουμένου στη βάση οργανωμένου σχεδίου που εκπόνησε. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τη θέση του υπευθύνου που είχε στο κατάστημα με καθήκοντα να καταθέτει εισπράξεις από πωλήσεις στον τραπεζικό λογαριασμό της επίμαχης εταιρείας και εκμεταλλευόμενος την πρακτική που ακολουθείτο στον εν λόγω οργανισμό για ετεροχρονισμένη κατάθεση των εισπράξεων, φρόντισε κάθε φορά να κλέβει χρήματα από τις ημερήσιες εισπράξεις σε μετρητά κατόπιν πωλήσεων οπτικών ειδών του επίμαχου καταστήματος που προορίζονταν για κατάθεση στο λογαριασμό της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος δρούσε στοχευμένα συστηματικά και κατ' εξακολούθηση επιδιώκοντας ποσά από τις ημερήσιες εισπράξεις σε μετρητά, τα οποία έπαιρνε και αντί να τα καταθέτει στο λογαριασμό της εταιρείας στην οποίαν ανήκαν, στα κρυφά και χωρίς κανένα δικαίωμα τις τοποθετούσε στην τσέπη του. Με αυτόν τον τρόπο απέφευγε την παροχή εξηγήσεων που μπορεί να του ζητείτο από οποιονδήποτε σχετιζόταν με την επίμαχη εταιρεία, κάτι που θα είχε αν ακολουθούσε τη οδό της ανάληψης χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό, ενώ την ίδια στιγμή με τον τρόπο που επινόησε και εφάρμοσε είχε τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε μετρητά χρήματα καθημερινά, τα οποία ευθύς οικειοποιείτο οποτεδήποτε το επιθυμούσε έχοντας κάλυψη από την προαναφερόμενη πρακτική του οργανισμού για ετεροχρονισμένη κατάθεση των εισπράξεων. Ο κατηγορούμενος εξαπάτησε την επίμαχη εταιρεία αλλά και τον άλλο διευθυντή της με σκοπό το οικονομικό όφελος. Μόλις διαπιστώθηκε ταμειακό έλλειμμα στην επίμαχη εταιρεία τότε ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ενημέρωση του άλλου διευθυντή του οργανισμού καθώς και του λογιστή και αφού κατάφερε να οικειοποιηθεί το ποσό των €18.407,83. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος έδρασε στοχευμένα και στη βάση οργανωμένου σχεδίου, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή με επιμέλεια. Ο προσχεδιασμός και η οργανωμένη εκτέλεση αποτελούν σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η κατ' εξακολούθηση αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο κατόπιν διαπίστωσης ταμειακού ελλείμματος μέσα από ενδελεχή λογιστικό και συνάμα ταμειακό έλεγχο που προέβηκε ο λογιστής της επίμαχης εταιρείας. Σε τελευταία ανάλυση θα πρέπει να λεχθεί ότι το ταμειακό έλλειμμα δημιουργήθηκε εξαιτίας των συστηματικών παράνομων ενεργειών του κατηγορουμένου να οικειοποιηθεί το επίμαχο μεγάλο ποσό που δεν του ανήκε. Περαιτέρω με τις παράνομες ενέργειες του ο κατηγορούμενος παραβίασε τα συνταγματικά δικαιώματα κατοχής και χρήσης περιουσίας της επίμαχης εταιρείας ως ιδιοκτήτριας της κλοπιμαίας περιουσίας. Αυτό είναι ένα άλλο δεδομένο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Σαφώς η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου μόνο παράνομη, δόλια και καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Πρόκειται για ένα παράγοντα που εκτιμώ πολύ σοβαρά ως ελαφρυντικό. (β) Την απολογία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο για το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς του. (γ) Την ηλικία που ο κατηγορούμενος ήταν όταν διέπραξε τα αδικήματα, την οποίαν θεωρώ ότι είναι σε ώριμο στάδιο μετά το γάμο του, την απόκτηση δύο παιδιών από αυτόν και την πορεία της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, χωρίς έτσι να ήταν η περίπτωση άπειρου και αμόρφωτου νεαρού ατόμου πρωτοεμφανιζόμενου στον αγώνα της ζωής που βρίσκεται σε ηλικία η οποία να χαρακτηρίζεται από επιπολαιότητα, ανωριμότητα και παρορμητισμό. (δ) Την αποζημίωση της επίμαχης εταιρείας από τον κατηγορούμενο που πραγματοποιήθηκε με την κατάθεση στον τραπεζικό της λογαριασμό σε δύο δόσεις (€1.407,83 και €17.000-σχετικές αποδείξεις καταθέσεων έχουν προσκομιστεί) του συνολικού ποσού ίσου με αυτού που οικειοποιήθηκε, παρόλο ότι πρόκειται για ένα δεδομένο που δεν μπορεί να έχει μεγάλη βαρύτητα, εν' όψει ότι οι πιο πάνω καταθέσεις έγιναν την 01.08.19 και συγκεκριμένα μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του κατηγορουμένου. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε αλλά και μέσα από συμπληρωματικές αναφορές της συνηγόρου υπεράσπισης. Ειδικότερα το ότι: · Είναι σήμερα ηλικίας 43 ετών, νυμφευμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 11 και 13 ετών αντίστοιχα. · Από τις 31.07.19 βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. · Προηγουμένως εργαζόταν ως οπτικός με μηνιαίο εισόδημα ύψους €1.
- · Η σύζυγος του κατηγορουμένου εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος. · Διαθέτει ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του που αποτελείται από διαμερίσματα και χωράφια. · Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου αξίας €40.
- · Σε ότι αφορά έξοδα και χρέη, καταβάλλεται μηνιαία δόση €631,62 για το δάνειο της οικογενειακής οικίας του, μηνιαία δόση ασφαλειών €250,03 ενώ τα τρέχοντα έξοδα για τις βασικές ανάγκες του ιδίου και των μελών της οικογένειας του καθώς επίσης για τα φροντιστήρια των παιδιών του ανέρχονται μηνιαίως συνολικά στο ποσό των €2.
- Σχετικά έγγραφα έχουν προσκομιστεί. · Οι γονείς του είναι συνταξιούχοι και οι σχέσεις του κατηγορουμένου μαζί τους περιγράφονται πολύ καλές. · Κατά τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο, παρουσίασε καρκίνο και υπεβλήθηκε σε χημειοθεραπείες. Σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 01.06.16 της κλινικής ογκολόγου Δρ. XXXXX Ιωάννου, Διευθύντριας Τμήματος Κλινικής Ογκολογίας Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, έχει παρουσιαστεί. Με βάση το εν λόγω πιστοποιητικό, το έτος 1994 ο κατηγορούμενος διαγνώστηκε με τεράτωμα όρχεως με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία και να παρακολουθείται από το Ογκολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας σε τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι τον Ιούνιο 2004, ασθένεια από την οποίαν έχει αποθεραπευτεί. Επίσης έχουν παρουσιαστεί διάφορα άλλα ιατρικά έγγραφα ως δέσμη σχετικά με το θέμα αυτό. · Παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 01.06.19 του ιδιώτη ειδικού παθολόγου-διαβητολόγου Δρ. XXXXX Σ. Παπαέτη που επιβεβαιώνει την εν λόγω αναφορά, έχει παρουσιαστεί. Το πρόβλημα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε στην ευαίσθητη ηλικία των 18 ετών από το οποίο ευτυχώς αποθεραπεύτηκε καθώς επίσης το πρόβλημα σακχαρώδη διαβήτη που σήμερα έχει και ευτυχώς αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή είναι δοκιμασίες που δεν αφήνουν απαθή το Δικαστήριο, αλλά αντίθετα τυγχάνουν κατανόησης και λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής στο βαθμό που τους αναλογεί, χωρίς όμως να εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής μέσα από την εξατομίκευση της. Ένας άλλος ελαφρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή. Θεωρώντας ότι το σύνολο της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου διαπράχτηκε στις 07.06.13, το χρονικό διάστημα των έξι ετών και δύο μηνών περίπου που έκτοτε παρήλθε προσμετρά υπέρ του κατηγορουμένου, χωρίς παράλληλα να διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο διάστημα αυτό που παρήλθε δεν διαπιστώνονται μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Η αποχώρηση από την επίμαχη εταιρεία, η εργοδότηση του σε άλλο ιδιωτικό οργανισμό, ο σακχαρώδης διαβήτης που ήδη αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή και οι σημερινές ηλικίες των παιδιών του κατηγορουμένου δεν αποτελούν μεταβολές στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου που διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο σε σχέση με το χρόνο που διέρρευσε, πέραν από τη σημασία που τους αποδόθηκαν ως αυτοτελής ελαφρυντικός παράγοντας. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά τον παράγοντα αυτό ως ελαφρυντικό. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει ως ελαφρυντικό παράγοντα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος αμέσως έδωσε στο λογιστή της επίμαχης εταιρείας (ΜΚ3) στοιχεία αναφορικά με τα ποσά που οικειοποιήθηκε καθώς επίσης ότι μόλις ο ΜΚ3 ανάφερε για το έλλειμμα, πλήρωσε διάφορα ποσά από τις 09.08.13 μέχρι το Μάιο 2014 προς όφελος της εν λόγω εταιρείας. Με κάθε σεβασμό στη συνήγορο υπεράσπισης η θέση της αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκ των υστέρων έδωσε στο λογιστή της επίμαχης εταιρείας στοιχεία με τα ποσά που οικειοποιήθηκε και μετά που ο τελευταίος μέσα από ενδελεχή λογιστικό έλεγχο διαπίστωσε ταμειακό έλλειμμα στον εν λόγω οργανισμό, δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ετοίμασε και χρησιμοποίησε τα στοιχεία αυτά για να ενισχύσει την γραμμή υπεράσπισης του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ως ήταν δικαίωμα του. Επίσης ουδεμία βαρύτητα μπορεί να έχει το γεγονός πληρωμής από τον κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του μετόχου κάποιων ποσών προς ενίσχυση της ρευστότητας της εταιρείας, τα οποία δεν συνδέονται με τα χρήματα που αυτός οικειοποιήθηκε αλλά και με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την εγκληματική δραστηριότητα του καθώς και με το χρόνο που αυτή εκδηλώθηκε. Περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει ως ελαφρυντικό παράγοντα το ότι ο κατηγορούμενος διευκόλυνε τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα με την κατάθεση των εγγράφων ως τεκμηρίων. Με κάθε σεβασμό στη συνήγορο υπεράσπισης δεν συμμερίζομαι τη θέση της αυτή. Η στάση που ο κατηγορούμενος τήρησε κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης δεν θεωρείται είτε ελαφρυντικός είτε επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Επίσης η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις δυσμενείς συνέπειες που θα υποστούν μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του. Χωρίς να καταλήγω ακόμη στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, θα πρέπει να λεχθεί ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλες οι επιπτώσεις που προκύπτουν από την καταδίκη του κατηγορουμένου τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε οικογενειακό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο. Πέραν αυτού όμως, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να μέμφεται τον εαυτό του για τις επιπτώσεις που θα αντιμετωπίσει ως αποτέλεσμα της καταδίκης του αφού ο ίδιος είναι που ευθύνεται για την δημιουργία της κατάστασης στην οποίαν περιήλθε. Ένα άλλο σημείο που χρήζει σχολιασμού είναι οι αναφορές της συνηγόρου υπεράσπισης που καταγράφονται στις σελίδες 3 και 4 της γραπτής αγόρευσης της και αφορούν ισχυριζόμενα γεγονότα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης αυτής. Θα πρέπει να λεχθεί ότι τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά που καταγράφονται ως ευρήματα και συμπεράσματα δικαστηρίου στο κείμενο της σχετικής απόφασης ημερομηνίας 31.07.19 και όχι αυτά που υποκειμενικά αναφέρονται στο περιεχόμενο της εν λόγω γραπτής αγόρευσης, τα οποία ασφαλώς δεν λαμβάνονται υπόψη. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων, τα οποία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και διαχρονικά καταδεικνύουν ανησυχητική έξαρση στην κυπριακή κοινωνία που χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης, όπως αυτή η σοβαρότητα πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, είναι δεδομένα που καθιστούν αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1-52 και 54-72. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποίαν το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρή και τούτο καταδεικνύεται από τα ενεχόμενα αδικήματα και των περιστατικών που την περιβάλλουν. Έχουν διαπραχτεί συστηματικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα αδικήματα που ενέχουν στοιχεία δόλου, απάτης και κατάχρησης εμπιστοσύνης. Κατ' εξακολούθηση και κατόπιν επίδειξης επαναλαμβανόμενης μορφής αξιόποινης συμπεριφοράς, έχουν διαπραχτεί αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας στη βάση οργανωμένου σχεδίου που εκτελέστηκε χωρίς δισταγμό με απόκτηση προσωπικού οφέλους μέσα από την οικειοποίηση μεγάλου χρηματικού ποσού, η διάπραξη των οποίων αδικημάτων βρίσκεται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία και χρήζει αποτρεπτικής αντιμετώπισης. Κατ' εξακολούθηση υπήρξε κατάχρηση της υπεύθυνης θέσης που ο κατηγορούμενος κατείχε και κατ' εξακολούθηση υπήρξε προδοσία της εμπιστοσύνης που επιδείχτηκε από τον κατηγορούμενο. Την ίδια στιγμή έχω εκτιμήσει με πολλή προσοχή το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την απολογία του, την καταβολή αποζημίωσης στην εταιρεία, τις προσωπικές συνθήκες του και το χρόνο που παρήλθε, πλην όμως αυτές δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της αναστολής των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά όπου καθιστούν τη συγκεκριμένη υπόθεση σοβαρή και απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής προκειμένου να διαφυλαχτεί το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των επιχειρήσεων και την ίδια στιγμή να προστατευτεί η ιερή σχέση εμπιστοσύνης που διέπει οργανισμό-διευθυντή και συνάμα μεταξύ εργοδότη-εργοδοτουμένου αλλά και γενικότερα να προστατευτεί η κυπριακή κοινωνία από τη μάστιγα των κλοπών, επιτάσσουν την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, περιλαμβανομένου κυρίως του λευκού ποινικού μητρώου, της απολογίας και του χρόνου που παρήλθε καθώς και της αποζημίωσης προς την εταιρεία αλλά και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 και Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16). Νοείται ότι στην έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο εν λόγω κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 31.07.19. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Έξοδα €360 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/ Κλοπή εταιρείας υπό διευθυντή/Άρθρα 255 και 269 Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο