Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου, Αρ. Υπόθεσης: 9625/14, 14/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9625/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κατηγορουμένης ----------------------- Ημερομηνία: 14/10/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρύσω Περγαντή. Για την Κατηγορούμενη: κα. Ευαγγελία Πουλλά. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τις κατηγορίες της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (βλ. κατηγορίες αρ. 1, 7, 13, 15, 17 και 19), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ( βλ. κατηγορίες αρ. 2, 3, 4, 8, 9, 10, 14, 16, 18, 20, 21, 22 και 23) και τις κατηγορίες της Aπόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 366, 367 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες αρ. 5, 6, 11 και 12). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη την 4ην Μαϊου του 2009 στη Πάφο, κατάρτισε το πωλητήριο έγγραφο με αριθμό 539/2009 που αφορούσε την πώληση 5 καταστημάτων στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο, επί του τεμαχίου XXXXX και αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχέδιο 51/020612, για το ποσό των €208.344 με πωλητές τις εταιρείες CYBOSTON LIMITED και PAFIATERRA LIMITED, στο οποίο παρουσιάζετο ως αγοραστής η πιο πάνω κατηγορούμενη, γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο ήταν πλαστό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ. 2, 3 και 4, η κατηγορούμενη έθεσε σε κυκλοφορία το πιο πάνω πλαστό έγγραφο στις 21/05/2009 και 06/08/2009 παρουσιάζοντας το στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων Πάφου και στις 26/05/2009 παρουσιάζοντας το στο Κτηματολόγιο Πάφου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τι λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη παρουσίασε το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο στο Τμήμα εσωτερικών προσόδων στις 06/08/2009 και αποπειράθηκε να αποσπάσει χρηματικό ποσό που αφορούσε επιστροφή φόρου για φερόμενη εικονική πώληση του ακινήτου που αναφέρεται στην 1ην κατηγορία. Στη δε 6ην κατηγορία, κατηγορείται ότι στις 26/05/2009 παρουσίασε το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο στο Τμήμα Κτηματολογίου Πάφου και αποπειράθηκε να αποσπάσει την περιουσία που αναφέρεται σε αυτό, δηλαδή τα 5 καταστήματα. Οι κατηγορίες αρ. 7-12 αφορούν τις ίδιες λεπτομέρειες και ημερομηνίες με τις πιο πάνω κατηγορίες αλλά για διαφορετικό πωλητήριο έγγραφο το οποίο η κατηγορούμενη φέρεται να πλαστογράφησε. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 7, η κατηγορούμενη στις 04/05/2009 κατάρτισε το πωλητήριο έγγραφο με αριθμό 540/2009 που αφορούσε την πώληση του ακινήτου που βρίσκεται στην τοποθεσία Θεοσκέπαστη στην Γεροσκήπου, επί του τεμαχίου XXXXX και αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχέδιο 51/19W2 εκτάσεως 125.199 τ.μ. για το ποσό των €685.000 με πωλητές τις εταιρείες CYBOSTON LIMITED και PAFIATERRA LIMITED, στο οποίο παρουσιάζετο ως αγοραστής η κατηγορούμενη, γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο ήταν πλαστό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 13, η κατηγορούμενη την 3ην Σεπτεμβρίου του 2009 στη Πάφο, κατάρτισε έγγραφο συγκατάθεση για ακύρωση των μεταβιβάσεων στο επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με αριθμό Π1052/08 και Π1225/08 και την επιστροφή και μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων εξ' ολοκλήρου πίσω στην αρχική τους ιδιοκτήτρια, στην οποία παρουσιάζονταν να υπογράφουν οι XXXXX Νεοφυτίδης, XXXXX Κούπανου και XXXXX Κούπανου, γνωρίζοντας ότι η πιο πάνω επιστολή ήταν πλαστή. Την εν λόγω επιστολή επίσης, κατηγορείται ότι την έθεσε σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας την στις 06/08/2009 στο Κτηματολόγιο Πάφου (βλ. κατηγορία αρ. 14). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 15 και 16, η κατηγορούμενη στις 04/11/2009 κατάρτισε την βεβαίωση εξόφλησης εξόδων εκ μέρους της που αφορούσε τις μεταβιβάσεις του Κτηματολογίου Πάφου με αριθμό Π 1052/08 και Π1225/08, στην οποία παρουσιάζονταν να υπογράφουν οι XXXXX Νεοφυτίδης, XXXXX Κούπανου και XXXXX Κούπανου γνωρίζοντας ότι η πιο πάνω βεβαίωση ήταν πλαστή και την οποία έθεσε σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας την στις 06/08/2009 στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων Πάφου ως γνήσια. Οι κατηγορίες αρ. 17 και 18 αφορούν την πλαστογραφία της έγγραφου συγκατάθεσης για ακύρωση των μεταβιβάσεων στο Κτηματολόγιο με αρ. Π 1052/08 και 1225/08 και την επιστροφή και μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων εξ ολοκλήρου πίσω στην αρχική τους ιδιοκτήτρια που φέρεται να έγινε στις 10/10/2009 και την κυκλοφορία του εν λόγω εγγράφου παρουσιάζοντας την στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ως γνήσια στις 09/06/
- Οι κατηγορίες αρ. 19 και 20 αφορούν την πλαστογραφία που φέρεται να έγινε στις 03/09/2009 επιστολής προς την δικηγόρο Ευφροσύνη Γεωργιάδου για ακύρωση των μεταβιβάσεων στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με αριθμό 1706/13 και 1335/13 και την επιστροφή και μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων εξ' ολοκλήρου πίσω στην αρχική τους ιδιοκτήτρια και την κυκλοφορία της εν λόγω επιστολής στις 09/06/2010 παρουσιάζοντας την στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Όσον αφορά τις κατηγορίες 21 και 22, αυτές αφορούν την κυκλοφορία των πωλητηρίων εγγράφων που αναφέρονται στις κατηγορίες αρ. 1 και 7 παρουσιάζοντας τα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 09/06/2010 ενώ η κατηγορία αρ. 23 αφορά την κυκλοφορία της Βεβαίωσης που αναφέρεται στην κατηγορία αρ. 15 με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δώδεκα
(12)συνολικά μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον XXXXX XXXXX XXXXX Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), τον κ. XXXXX Νεοφυτίδη (Μ.Κ.2), τον κ. XXXXX Χριστοδούλου (M.K.3), την κα XXXXX Κούπανου (Μ.Κ.4), την κα XXXXX Κούπανου (Μ.Κ.5), τον κ. XXXXX Πενταρά (Μ.Κ.6), τον κ. XXXXX Πολυδώρου (Μ.Κ.7), τον κ. XXXXX Σωμαράκη (Μ.Κ.8), τον κ. XXXXX Γιαλλουρίδη (Μ.Κ.9), την κα XXXXX Κούρρη Στυλιανού (Μ.Κ.10), την κα XXXXX Λαζάρου (Μ.Κ.11) και την κα. XXXXX Πάπας (Μ.Κ.12). Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε επίσης πέντε
(5)συνολικά μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Μαρκίδη (Μ.Υ.1), την κα XXXXX Τσιμούρη (Μ.Υ.2), την κα. XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3), την κα XXXXX Αυγουστή (Μ.Υ.4) και τον κ. XXXXX Πυργά (Μ.Υ.5). Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο 71 συνολικά τεκμήρια, μεταξύ αυτών και τα κάτωθι: 1) Αντίγραφο Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 04/05/2009 μεταξύ της εταιρείας CYBOSTON LIMITED και PAFIATERRA LIMITED ως Πωλητές και της XXXXX Νικολαϊδου ως Αγοράστριας (βλ. τεκμήριο 3) και το πρωτότυπο έγγραφο ημερομηνίας 04/05/2009 (βλ. τεκμήριο 14). 2) Αντίγραφο Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 04/05/2009 μεταξύ της εταιρείας IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED και PAFIATERRA LIMITED ως Πωλητές και της XXXXX Νικολαϊδου ως Αγοράστριας (βλ. τεκμήρια 4 και 15). 3) Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 03/09/2009 προς την δικηγόρο Εφροσύνη Χρ. Γεωργιάδου (βλ. τεκμήριο 5) και το πρωτότυπο της εν λόγω επιστολής (βλ. τεκμήριο 16). 4) Αντίγραφο Έγγραφου Συγκατάθεσης ημερομηνίας 10/10/2009 (βλ. τεκμήριο 6) και το πρωτότυπο αυτής (βλ. τεκμήριο 17). 5) Αντίγραφο Βεβαίωσης ημερομηνίας 04/11/2009 (βλ. τεκμήριο 7) και το πρωτότυπο αυτής (βλ. τεκμήριο 18). Ολόκληρη η μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτή για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Έχω διεξέλθει αυτής και έλαβα υπόψη μου όλα τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου. Θα αναφερθώ κατωτέρω όμως περιληπτικά στη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή και την υπεράσπιση για να διαφανούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και οι εκδοχές των διαδίκων. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ότι οι εταιρείες CYBOSTON LTD και IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την ανάπτυξη γης. Ιδιοκτήτες των εν λόγω εταιρειών ήταν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Η εταιρεία PAFIATERRA LTD είχε ως ιδιοκτήτες κατά τον ουσιώδη χρόνο την Μ.Κ.4 και κάποιο Μιχάλη Κούπανο, γονείς της Μ.Κ.5, η οποία είχε πληρεξούσιο έγγραφο και διαχειριζόταν τις εργασίες της εν λόγω εταιρείας. Η Μ.Κ.5 και ο Μ.Κ.2 γνωρίζονταν από προηγουμένως. Μετά από πρόταση κάποιας Αντωνίας Ελευθερίου, που εργαζόταν σε μεσιτικό γραφείο, προς τον Μ.Κ.2 και μετά από πρόταση του Μ.Κ.2 προς την Μ.Κ.5, αποφάσισαν περί τα τέλη του 2007 (21/12/2007) την από κοινού αγορά - οι εταιρείες τους IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD και PAFIATERRA LTD - ενός ακινήτου της κατηγορούμενης που βρίσκεται στο Μούτταλο έναντι του ποσού των £250,
- Συγκεκριμένα αγόρασαν τα ¾ μερίδια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, ΦΥΛ.ΣΧ. 51/02, Τμήμα 0, αρ. τεμαχίου XXXXX εκτάσεως 5,686 τ.μ. στην τοποθεσία Καλιάδες στην ενορία Μούτταλος του Δήμου Πάφου. Πλήρωσαν το ποσό των £225,400 αλλά λόγο του ότι δεν είχε δημόσιο δρόμο και δεν τακτοποιείτο το ζήτημα αλλά και λόγο του ότι η κατηγορούμενη το ήθελε πίσω, ακύρωσαν την εν λόγω συμφωνία και αγόρασαν τα 14000/125119 μερίδια άλλου ακινήτου της κατηγορούμενης με αρ. εγγραφής 3/8, τεμάχιο αρ. XXXXX, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/19W2, τμήμα 3, εκτάσεως 125,119 τ.μ. στην τοποθεσία Θεοσκέπαστη, στην Γεροσκήπου για το ποσό των €690,
- Στη συνέχεια και κατά το έτος 2008, σταδιακά αγόρασαν και 5 καταστήματα από την κατηγορούμενη που βρίσκονται στην ενορία Αγίου Θεοδώρου, στην Πάφο στην τιμή των €208,
- Σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, τα πιο πάνω ακίνητα εξοφλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στις εταιρείες των παραπονούμενων. Περί τα τέλη του 2008 ο σύζυγος της κατηγορούμενης έπαιρνε περιστασιακά τηλέφωνο την Μ.Κ.5 και της ζητούσε όπως υπογράψει ακυρωτικό έγγραφο για τα ακίνητα που αγόρασαν από την σύζυγο του, και να της τα επιστρέψει. Πριν την πάρει τηλέφωνο, κάθε φορά επικοινωνούσε μαζί της η κατηγορούμενη και την ενημέρωσε ότι θα την έπαιρνε τηλέφωνο και θα της ζητούσε αυτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω και της έλεγε να του πει ψέματα ότι θα τα υπέγραφε για να μην έχει προβλήματα στο σπίτι της, κάτι που δεν έπραττε. Επίσης, τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι σε συνάντηση που είχε ο Μ.Κ.2 σε καφετέρια με την κατηγορούμενη, η ίδια πήρε τηλέφωνο τον σύζυγο της και πίεζε τον Μ.Κ.2 να του μιλήσει και να του πει ότι θα ακύρωναν τα πωλητήρια έγγραφα. Δεν το έπραξε όμως και του είπε ότι επειδή συζητούσαν με την κατηγορούμενη για να να αγοράσει πίσω τα τεμάχια της, έπρεπε να βρεθεί μια λύση και τον κάλεσε επανειλημμένα να συναντηθούν χωρίς όμως ανταπόκριση. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.5 ανάφερε ότι στις 9/06/2010 της επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα στην Αγ. Αρ. XXXXX/10 Ε.Δ. Πάφου με την οποία η κατηγορούμενη ζητούσε εναντίον τους και άλλων προσώπων την ακύρωση των πωλητηρίων εγγράφων και οποιεσδήποτε πράξεις έγιναν με αυτά και να επανέλθουν στην κατοχή της κατηγορούμενης και πρώην ιδιοκτήτριας. Η ίδια αγωγή επιδόθηκε και στον Μ.Κ.2 και επίσης τους επιδόθηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος που συνοδευόταν με ένορκη δήλωση και τεκμήρια. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονταν τα τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και
- Ήταν η θέση των εν M.K.2 και 5 ότι αυτά είναι πλαστογραφημένα καθότι ουδέποτε οι ίδιοι τα υπέγραψαν και τοποθέτησαν τις σφραγίδες των εταιρειών τους αλλά ούτε και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτά έπραξαν κάτι τέτοιο. Οι μάρτυρες αυτοί στην κατάθεση τους στην Αστυνομία αναφέρουν ότι δεν γνωρίζουν που βρίσκονται τα πρωτότυπα έγγραφα ενώ η Μ.Κ.5 αναφέρει ότι αυτά φαίνεται να αποστάληκαν με φαξ από τον XXXXX Ευσταθίου, το σύζυγο της κατηγορουμένης. Ο Μ.Κ.2 επίσης ανέφερε στη μαρτυρία του ότι πριν λάβει γνώση για τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα και πριν την λήψη της αγωγής, είχε πληροφορηθεί από την τράπεζα του, η οποία θα έβαζε υποθήκη στα καταστήματα που είχαν αγοράσει από την κατηγορούμενη, ότι υπήρχε κατατεθειμένο σε αυτά ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ζήτησε διευκρινήσεις και τον ενημέρωσαν περί τίνος πρόκειται και τότε τηλεφώνησε της κατηγορουμένης ζητώντας της εξηγήσεις. Του ανάφερε ότι δεν ήταν αυτή που κατάθεσε αυτό το έγγραφο αλλά ο σύζυγος της και ότι θα μετέβαινε στο Κτηματολόγιο για να το αποσύρει, κάτι το οποίο έπραξε εντός της ίδιας ημέρας και η τράπεζα προχώρησε με την υποθήκη. Τότε ήταν που έλαβε γνώση για ένα πλαστογραφημένο έγγραφο αλλά δεν προέβηκαν σε καταγγελία και το άφησαν να περάσει. Για τα υπόλοιπα έγγραφα έλαβε γνώση μετά την αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε και ο γραφολόγος - Μ.Κ.1 εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος εξέτασε τα επίδικα τεκμήρια και κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση που ετοίμασε (βλ. τεκμήριο 2). O μάρτυρας αυτός ουσιαστικά ανάφερε ότι τα τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και 7 είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων, τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18 αντίστοιχα και επεξήγησε τις διαφορές που έχουν μεταξύ τους. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, η υπογραφή στη θέση της εταιρείας CYBOSTON LTD στα τεκμήρια 14 και 15 δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του XXXXX Νεοφυτίδη (Μ.Κ.2) αλλά προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή του. Για την υπογραφή στο τεκμήριο 15, λόγω του ότι αυτό είναι αντίγραφο, υπάρχει ισχυρή πεποίθηση για τα πιο πάνω. Οι δύο υπογραφές και η μονογραφή στο όνομα XXXXX Κούπανου στο τεκμήριο 14 καθώς και η υπογραφή στο ίδιο όνομα στο τεκμήριο 16 και τεκμήριο 17, λόγω του ότι δε περιέχουν οποιοδήποτε γράμμα του αλφαβήτου δεν μπορεί να καθοριστεί ποιος τις έκανε αλλά υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι οι εν λόγω υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές της αλλά πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της. Για δε την υπογραφή και μονογραφή στο ίδιο πιο πάνω όνομα που φαίνεται στο τεκμήριο 15, ισχύουν όλα τα πιο πάνω αλλά επειδή πρόκειται για φωτοαντίγραφο, υπάρχει υποψία ότι αυτές δεν ανήκουν στην XXXXX Κούπανου. Η υπογραφή στο όνομα XXXXX Σωμαράκης που φαίνεται στο τεκμήριο 14 δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του προσώπου αυτού ενώ αυτή που φαίνεται στο τεκμήριο 15, λόγω του ότι είναι φωτοαντίγραφο υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι δεν είναι γνήσια υπογραφή του. Σε σχέση με τις υπογραφές στο όνομα XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14, 16 και 17, οι οποίες είναι γραμμένες ολογράφως αυτές δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές του εν λόγω προσώπου. Οι μονογραφές στην πρώτη σελίδα των τεκμηρίων 14 και 15 και οι τρεις μονογραφές στο τεκμήριο 17 στο όνομα XXXXX Πενταράς δημιουργούν υποψία ότι δυνατό αυτές να μην είναι γνήσιες μονογραφές του αλλά προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Όσον αφορά τις υπογραφές που σχετίζονται με την κατηγορούμενη, ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι σε σχέση με την υπογραφή στη θέση αγοραστή στο τεκμήριο 14 και στη θέση μάρτυρα στο τεκμήριο 18, αυτές αποτελούν γνήσιες υπογραφές της ενώ η υπογραφή στη θέση του αγοραστή στο τεκμήριο 15, λόγω του ότι είναι φωτοαντίγραφο, υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι είναι γνήσια υπογραφή δική της. Οι δε μονογραφές στα τεκμήρια 14 και 15 που φαίνονται στην πρώτη σελίδα τους, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να είναι γνήσιες μονογραφές της κατηγορουμένης. Επίσης, ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι οι υπογραφές στα τεκμήρια 14, 16 και 17 που αποδίδονται στην XXXXX Κούπανου, δημιουργούν ισχυρή πεποίθηση ότι αυτές έγιναν από την κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ.3 κατάθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ αυτών ήταν και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη και η πρόσαψη σε αυτήν γραπτών κατηγοριών (βλ. τεκμήρια 22 και 23). Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 30/04/2013 τηλεφώνησε του κ. XXXXX Παυλή, μεσίτη, ο οποίος του ανάφερε ότι η κατηγορούμενη του ζήτησε να την βοηθήσει να πωλήσει ένα ακίνητο της αλλά δεν του ανάφερε για εικονικές πωλήσεις. Επίσης, την ίδια μέρα συνάντησε την κα XXXXX Γεωργιάδου και τη ρώτησε κατά πόσο η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι πώλησε τα πιο πάνω τεμάχια της εικονικά και αργότερα ήθελε να μεταβιβαστούν στο όνομα της και του απάντησε ότι δεν γνώριζε. Δεν πήρε κατάθεση από τα άτομα αυτά. Η Μ.Κ.4 ανάφερε ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η διευθύντρια της εταιρείας PAFIATERRA LTD και στις 2/01/2007 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στην κόρη της Μ.Κ.5, η οποία διαχειριζόταν τις υποθέσεις της εταιρείας. Μετά τις μεταβιβάσεις των ακινήτων που αγοράστηκαν από την κατηγορούμενη, δεν υπογράφηκαν τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 04/05/
- Η ίδια ανάφερε ότι δεν υπέγραψε στο κάτω μέρος της επιστολής ημερομηνίας 03/09/2009 τεκμήριο 5 και 16 ούτε στην Έγγραφο Συγκατάθεση τεκμήριο 6 και
- Δεν γνωρίζει ποιος υπέγραψε στη θέση της αλλά πιστεύει ότι είναι η κατηγορούμενη διότι έχει συμφέρον. Ο Μ.Κ.6 ανάφερε ότι είναι συνιδιοκτήτης και μέτοχος των εταιρειών IPN PAFIDELEA CON. AND DEV. LTD και CYBOSTON LTD οι οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την ανάπτυξη γης. Τις εργασίες των εν λόγω εταιρειών ουσιαστικά της διαχειριζόταν ο Μ.Κ.2 από τον οποίο λάμβανε ενημέρωση. Ο ίδιος βασικά ήταν στο εργοτάξιο. Σε σχέση με το τεκμήριο 3, είπε ότι κάτω χαμηλά στην 1ην σελίδα υπάρχει μια μονογραφή που ομοιάζει με τη δική του αλλά δεν είναι αυτή και ο ίδιος δεν την έκανε ούτε κλήθηκε ποτέ να υπογράψει αυτό το έγγραφο. Τα πιο πάνω που ανάφερε ισχύουν και για το τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.7 κατάθεσε ότι είναι δικηγόρος και κατά τους πρώτους μήνες του 2009, τον επισκέφθηκε η κατηγορούμενη και τις ετοίμασε τα πωλητήρια έγγραφα, τεκμήρια 3 και 4, για να αγοράσει όπως του είπε τα ακίνητα που πώλησε στους νέους ιδιοκτήτες. Του παράδωσε επίσης τα δύο παλαιότερα έγγραφα με τα οποία πώλησε τα εν λόγω ακίνητα και όλα τα σχετικά στοιχεία τα πήρε από εκεί. Αφού τις τα ετοίμασε, τα πήρε και έφυγε και έκτοτε δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτά υπογραφήκαν ή όχι. Ο Μ.Κ.8 ανάφερε ότι είναι ο σύζυγος της Μ.Κ.5 και ότι η υπογραφή στη θέση μάρτυρα στα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 04/05/2009 δεν είναι δική του και υποψιάζεται ότι αυτή την έκανε η κατηγορούμενη διότι είχε οικονομικό συμφέρον από τις ισχυριζόμενες πράξεις. Ο Μ.Κ.9 κατάθεσε ότι είναι ο προϊστάμενος του κλάδου φορολογίας ακίνητης ιδιοκτησίας και κεφαλαιουχικών κερδών της επαρχίας Πάφου. Στις 06/08/2009 παρουσιάστηκαν από την κατηγορούμενη στο γραφείο του τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 04/05/2009 (τεκμήρια 3 και 4) και στις 14/10/2009 φωτοαντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 03/09/2009 (τεκμήριο 5) και Έγγραφος Συγκατάθεση (τεκμήριο 6). Τα έγγραφα αυτά είπε παρουσιάστηκαν στην προσπάθεια της κατηγορουμένης να αποδείξει εικονικότητα των πωλήσεων που διενέργησε και αιτήματος της για επιστροφή ανάλογων φόρων που πλήρωσε. Επίσης, ανάφερε ότι τα τεκμήρια 3 και 4 παρουσιάστηκαν στο γραφείο του χαρτοσημασμένα και πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων. Η χαρτοσήμανση πρωτότυπων και αντιγράφων εγγράφων γίνεται στα γραφεία εισπράξεως φόρων. Περαιτέρω, ανάφερε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε επιστροφή φόρου και το αίτημα της εξετάζεται καθώς επίσης και ότι από ότι γνωρίζει επιστροφές φόρων μπορούν να γίνουν σε περίπτωση ακύρωσης πωλητηρίων εγγράφων για τα οποία δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε μεταβίβαση κτηματολογίου. Η Μ.Κ.10 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων Πάφου, στο γραφείο εισπράξεως Πάφου. Τα πωλητήρια έγγραφα είπε ημερομηνίας 04/05/2009 παρουσιάστηκαν στο γραφείο της, τα πρωτότυπα αυτών μαζί με αντίγραφα και χαρτοσημάνθηκαν από την ίδια κατάλληλα στις 21/05/2009 και εκδόθηκε απόδειξη είσπραξης από την συνάδελφο της XXXXX Αγαθοκλέους με αριθμούς 6-6001-2009-006689 και 6688 αντίστοιχα. Δεν θυμόταν όμως να πει ποιος έφερε τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα. Οι αποδείξεις όμως εκδόθηκαν στο όνομα της Ευσταθίου XXXXX. Για να εκδοθούν οι εν λόγω αποδείξεις, είπε περαιτέρω, στο πιο πάνω όνομα, σημαίνει ότι είτε θα πήγε η ίδια και τα παρουσίασε είτε θα την πλήρωσε με μετρητά μέσω κάποιου αντιπροσώπου της ή μέσω επιταγής για λογαριασμό της. Η Μ.Κ.11 κατάθεσε ότι είναι η υπεύθυνη του Πρωτοκολλητείου Αστικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και η Αγωγή Αρ. XXXXX/10 Ε.Δ. Πάφου αφορά αγωγή μεταξύ της XXXXX Νικολαϊδου και των 1) Cyboston Ltd, 2) Pafiaterra Ltd, 3) Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, 4) XXXXX Νεοφυτίδη, 5) XXXXX Κούπανου, 6) XXXXX Κούπανου και 7) IPN PAFIDELEA CON. AND DEV. LTD. Σε αίτηση ημερομηνίας 09/06/2010, η οποία καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους της XXXXX Νικολαϊδου, κατατέθηκαν ως τεκμήρια, τα τεκμήρια 3 -
- Η υπόθεση αυτή είπε εκδικάζεται από την Πρόεδρο του Ε.Δ. Πάφου και είναι συνεχιζόμενη ακρόαση. Η Μ.Κ.12 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Κτηματολόγιο Πάφου ως γραφέας και στις 26/05/2009 προσήλθε η XXXXX Νικολαϊδου και προσκόμισε για κατάθεση για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα στα οποία δόθηκαν οι αύξοντες αριθμοί 539/09 και 540/09 αντίστοιχα και εκδόθηκαν δύο αποδείξεις με αύξων αριθμό 306709 και
- Στην κατάθεση της αναφέρεται στο περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων και στο Δικαστήριο κατά την κυρίως της εξέτασης αναγνώρισε ότι τα έγγραφα αυτά ήταν τα τεκμήρια 3 και
- Επίσης, ανάφερε ότι στις 04/08/2009 η XXXXX Νικολαϊδου μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και απέσυρε τα πιο πάνω πωλητήρια έγγραφα. Αντεξεταζόμενη της υποβλήθηκε ότι είναι τα τεκμήρια 14 και 15 που της παρουσιάστηκαν για κατάθεση και όχι τα τεκμήρια 3 και 4 που της υποδείχθηκαν από την κατηγορούσα αρχή με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν θυμάται. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη κατάθεσε ενόρκως και παράθεσε τη δική της εκδοχή υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως της εξέτασης γραπτή δήλωση που κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 34). Κατάθεσε επίσης σωρεία εγγράφων, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και όπου κρίνεται απαραίτητο. Στην γραπτή της δήλωση η κατηγορούμενη αναφέρεται στο ιστορικό της ζωής της από την γέννηση της και μετά. Αναφέρεται στα προβλήματα που είχε με τον σύζυγο της τα οποία επιδεινώθηκαν μετά την απώλεια του γιου της το 2006 από λευχαιμία. Την απειλούσε, αναφέρει ότι δεν θα επιστρέψει στο σπίτι αν δεν του υπέγραφε γενικό πληρεξούσιο για να διαχειρίζεται την περιουσία της και μετά την εγκατέλειψε οριστικά. Ήταν σε βαθύτατη κατάθλιψη με τάσεις αυτοκτονίας και δεν ενεργούσε με τη λογική. Από το 2005 μέχρι το 2011 ήταν σε έξαλλη κατάσταση και αποπειράθηκε τρεις φορές να θέσει τέρμα στη ζωή της. Λόγω του ότι ο σύζυγος της την εγκατέλειψε και ήταν ενυπόθηκος οφειλέτης και εγγυήτρια του σε δάνεια, σκέφτηκε να πουλήσει ακόμη ένα ακίνητο και να εξοφλήσει. Επισκέφθηκε το κτηματομεσιτικό γραφείο SUPERIOR το οποίο την έφεραν σε επαφή με τον XXXXX Νεοφυτίδη - Μ.Κ.2 με τον οποίο συναντήθηκε στα γραφεία της εταιρείας CYBOSTON LTD. Όταν αποφάσισε ότι θα προχωρούσαν με το συμβόλαιο συναντήθηκαν για να συμφωνήσουν και παρουσιάστηκε και η XXXXX Κούπανου - Μ.Κ.5 και της ανάφεραν ότι ήταν συνέταιροι και θα αγόραζαν από μισό μερίδιο. Η Μ.Κ.5 ήταν γενική πληρεξούσια της μητέρας της XXXXX Κούπανου - Μ.Κ.4 η οποία ήταν διευθύντρια της εταιρείας PAFIATERRA LTD. Υπέγραψε συμβόλαιο αναφέρει με την εν λόγω εταιρεία και την IPN PAFIDELEA DEVELOPING & COSNTRUCTION LTD και της έδωσαν προκαταβολή £30,
- Κατάθεσε στο Δικαστήριο το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21/12/2007 (βλ. τεκμήριο 36). Πλήρωσε τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας και τους μεταβίβασε 2/20 μερίδια για να βοηθήσουν, όπως της ανάφεραν, στην εξασφάλιση δημόσιου δρόμου. Στην πορεία όμως δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί ο δρόμος και οι ίδιοι της είπαν να ακυρώσουν την συμφωνία, ως ήταν και η συμφωνία τους και να τους επιστρέψει τα χρήματα. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι δημιουργήθηκε μεταξύ τους μια φιλική σχέση, σχέση εμπιστοσύνης και ζήτησε από τον Μ.Κ.2 και τη Μ.Κ.5 να την βοηθήσουν να αποξενώσει περιουσία την οποία θεωρούσε ευχή και κατάρα και αιτία της δυστυχίας της και όταν μετά τους το ζητήσει, να της την επιστρέψουν. Αυτοί της είπαν ότι θα το σκεφθούν και θα της απαντήσουν και τελικά συμφώνησαν. Έτσι, αναφέρει, έδωσε £430,000 μετρητά στον XXXXX Νεοφυτίδη για τους φόρους και τα μεταβιβαστικά, ποσό το οποίο της έδωσε η μητέρα της. Τους εμπιστεύθηκε και αποδείχθηκε ότι την ξεγέλασαν και αντί των ακυρωτικών εγγράφων ευρέθηκαν συνιδιοκτήτες με την ανταλλαγή 2/20 μεριδίων του τεμαχίου του Μουττάλου με 670/125114 μερίδια του κτήματος που είχε στη Γεροσκήπου. Διεφάνη, αναφέρει, εκ των υστέρων ότι υπέγραψε για ανταλλαγή του μεριδίου όπου τους μεταβίβαζε με 670/125114 μερίδια του χωριού Γεροσκήπου. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο
- Πιο κάτω αναφέρει ότι με αυτές τις συνθήκες πούλησε τα 5 καταστήματα που είχε στην Πάφο και όλα τα μερίδια του ακινήτου στην Γεροσκήπου, έναντι εξευτελιστικών τιμών. Κατάθεσε στο Δικαστήριο τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 07/03/2008, 05/06/2008 και 19/08/2008 που αφορούν στην πώληση των 5 καταστημάτων (βλ. τεκμήρια 37, 38 και 40). Η πληρωμή των δανείων στις Τράπεζες με τα οποία βαρύνονταν τα ακίνητα και οι φόροι γίνονταν με τα χρήματα που έδωσε στον XXXXX Νεοφυτίδη. Για το υπόλοιπο ποσό που αναγραφόταν στα πωλητήρια έγγραφα, οι εταιρείες της έδιναν διάφορες επιταγές οι οποίες δεν αντιστοιχούσαν στα ποσά των πληρωμών που έπρεπε να γίνουν. Τις επιταγές που της εξέδιδε η εταιρεία PAFIATERRA τις οπισθογραφούσε και τις παρέδιδε στην XXXXX Κούπανου, η οποία πήγαινε στο ταμείο και λάμβανε σε μετρητά τα ποσά των επιταγών και άλλες από αυτές τις οπισθογραφούσε και όπως φάνηκε πιστώνονταν σε προσωπικούς λογαριασμούς, είτε της ίδιας είτε σε κοινό λογαριασμό με τον σύζυγο της XXXXX Σωμαρακή, είτε σε λογαριασμό της θυγατέρας της XXXXX Σωμαράκη. Τις επιταγές των εταιρειών CYBOSTON & IPAN PAFIDELEA μετά που οπισθογραφούντο από την ίδια και λαμβάνονταν σε μετρητά, τα παρέδιδε στον XXXXX Νεοφυτίδη και άλλες μετά που τις οπισθογράφησε, τις παρέδιδε σε αυτόν και εξαργυρώνονταν από αυτόν και την XXXXX, η οποία ήταν υπάλληλος των εταιρειών του και η οποία αρχικά εργαζόταν στην εταιρεία SUPERIOR ή σε άλλα πρόσωπα. Κατάθεσε στο Δικαστήριο δέσμη αντιγράφων επιταγών της εταιρείας CYBOSTON LIMITED, PAFIATERRA LTD και IPN PAFIDELEA DEVELOPERS LTD (βλ. τεκμήρια 58Α, 58Β, 58Γ και 59). Η κατηγορούμενη επίσης, ισχυρίζεται ότι εκτός του ποσού των £30,000 για την πώληση του ακινήτου στο Μούτταλο, δεν έλαβε κανένα άλλο ποσό, το ποσό δε αυτό τους το επέστρεψε πίσω όταν έγινε ακύρωση του συμφωνητικού εγγράφου. Πιο κάτω στην γραπτή της δήλωση, αναφέρει ότι μετά από τους πολλούς καυγάδες που είχε με το σύζυγο της, του αποκάλυψε ότι αποξένωσε την περιουσία της που είχε μεγάλη αξία. Όταν το έμαθε, δημιουργήθηκαν ακόμα περισσότερα προβλήματα μεταξύ τους. Τηλεφώνησε στον XXXXX Νεοφυτίδη και στην XXXXX Κούπανου οι οποίοι αρχικά συμφώνησαν να επιστρέψουν σε αυτήν την περιουσία της, όπως ήταν και η συμφωνία τους. Της είπαν να ετοιμάσει τα έγγραφα για να επαναμεταβιβαστεί στο όνομα της η περιουσία που τους μεταβίβασε. Τότε πήγε στον κ. Ανδρέα Πολυδώρου, τον δικηγόρο και του ζήτησε να της ετοιμάσει τα έγγραφα. Μόλις τα ετοίμασε τα πήρε στο γραφείο του XXXXX Νεοφυτίδη, ο οποίος της ανάφερε ότι μόλις μαζευτούν και οι άλλοι για να τα υπογράψουν, θα την ειδοποιήσει να πάει να τα πάρει. Μετά από πάροδο 2 - 3 ημερών την ειδοποίησε ο XXXXX Νεοφυτίδης και πήγε στο γραφείο του και τα πήρε. Μάλιστα, αναφέρει, την περίμενε έξω από το γραφείο του και όχι μέσα και της έδωσε το φάκελο. Η ίδια καλή τη πίστη τα πήρε, τα υπέγραψε και αυτή, τα χαρτοσήμανε και τα κατάθεσε στο Κτηματολόγιο. Δεν ήταν παρούσα αναφέρει όταν υπεγράφησαν από αυτούς και τους μάρτυρες τα εν λόγω έγγραφα τα οποία φέρουν ημερομηνία 04/05/2019 και είναι τα έγγραφα για τα οποία κατηγορείται ότι πλαστογράφησε. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι ο XXXXX Νεοφυτίδης και η XXXXX Κούπανου δεν είχαν πρόθεση να της μεταβιβάσουν πίσω την περιουσία της, όπως αρχικά είχαν υποσχεθεί και ως ήταν η συμφωνία τους. Αποτάθηκε στην δικηγόρο Ευφροσύνη Γεωργιάδου η οποία την παράπεμψε στον ψυχίατρο Γαλατόπουλο και απέστειλε επιστολή προς το Γραφείο του Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας ότι θα αποταθεί για ακύρωση των μεταβιβάσεων και κατάθεσε την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 14/09/2009 (βλ. τεκμήριο 61). Αρχικά ο XXXXX Νεοφυτίδης και η XXXXX Κούπανου συμφώνησαν με την ακύρωση των μεταβιβάσεων σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε XXXXX XXXXX Νεοφυτίδης με τον κ. XXXXX Κληρίδη και εξ' όσων γνωρίζει υπέγραψαν την Βεβαίωση και την Έγγραφο Συγκατάθεση. Όμως οι Νεοφυτίδης και Κούπανου κωλυσιεργούσαν και δεν προέβαιναν σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Μάλιστα σε μια συνάντηση που είχε σε αυτή την περίοδο ο σύζυγος της με την XXXXX Κούπανου στα καταστήματα που βρίσκονται στην οδό XXXXX, του ανάφερε ότι «η γυναίκα του είναι πελλή και να μην με ξαναενοχλήσεις, φύγε που δαμέ». Πιο κάτω, αναφέρει ότι αποτάθηκε στον κ. XXXXX Κλήριδη και με οδηγίες του καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την Αγ. Αρ. XXXXX/10 και ταυτόχρονα έγινε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Μόλις, οι εναγόμενοι σε εκείνη την υπόθεση, τους οποίους αναφέρει, έλαβαν γνώση για την ποινική υπόθεση του κακουργιοδικείου - είχε άλλη ποινική υπόθεση η κατηγορούμενη πάλι για πλαστογραφίες (βλ. τεκμήριο 63) - την απειλούσαν ότι αν δεν αποσύρει την αγωγή εναντίον τους, θα την κατηγορούσαν ότι τους πλαστογράφησε και αυτούς όπως και έγινε. Είναι η θέση της ότι δεν διέπραξε τα αδικήματα που την κατηγορούν. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι μετά από όσα την κατηγορούν, βρέθηκε στα χέρια τους υπογραμμένο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10/09/2009 για τα υπόλοιπα 18000/125114 μερίδια ενός ακινήτου της Γεροσκήπου, μετά την ισχυριζόμενη πλαστογραφία των εγγράφων ημερομηνίας 04/05/
- Είναι η θέση της ότι ό,τι έγγραφα της έδιναν αυτή τα υπέγραφε. Το εν λόγω έγγραφο δεν το υπέγραψε την ημερομηνία που φαίνεται αλλά πιθανόν σε προγενέστερη ημερομηνία, μέσα στα έγγραφα που της έδιναν και υπέγραφε. Πώς ήταν δυνατό αναφέρει μετά την πλαστογραφία των εγγράφων να είχε υπογράψει δια την πώληση και των υπόλοιπων 18000/125114 μεριδίων της του ακινήτου με αρ. 3/8 της Γεροσκήπου; Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι αυτή είναι το θύμα των παραπονούμενων και ότι σε καμία περίπτωση πληρώθηκε τα χρήματα που αναφέρονται στα πωλητήρια έγγραφα. Ο Φόρος της έκανε ποινική υπόθεση με αρ. 31/12 Ε.Δ. Πάφου για να εισπράξει φόρο από τις ισχυριζόμενες πωλήσεις η οποία αποσύρθηκε μετά τα αποδεικτικά που προσκόμισε ότι δεν εισέπραξε οιονδήποτε ποσό και κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο
- Διαφωνεί επίσης με την θέση του κ. Γιαλλουρίδη ότι στις 14/10/09 αποτάθηκε στο Γραφείο του Φόρου για να εισπράξει επιστροφή φόρου στην προσπάθεια της να αποδείξει εικονικότητα πωλήσεων. Η επιστροφή φόρου αναφέρει, αφορούσε φορολογίες ως εμφαίνονται στην επιστολή του δικηγόρου της κ. Κληρίδη ημερ. 18/09/09 και αφορούσε επιστροφή φόρου του 2007 (βλ. τεκμήριο 62). Είχε να λαμβάνει και επιστροφή φόρου του 2009 από την ακύρωση της πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX στον Μούτταλο που είχε ακυρωθεί. Στο τέλος της γραπτής της δήλωσης αναφέρει ότι στη σελίδα 8 στις πρώτες 9 γραμμές της κατάθεσης της στην Αστυνομία που αναφέρει ότι οι εν λόγω εταιρείες μετέβησαν στο Κτηματολόγιο και απέσυραν τα έγγραφα, αυτό είναι εσφαλμένο, έγινε κάποια σύγχυση και είναι η ίδια που απέσυρε τα εν λόγω έγγραφα. Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/11/2008 που αφορά την πώληση των 14000 τ.μ. μεριδίων του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/19W2, Τμήμα 3, αρ. τεμαχίου XXXXX (βλ. τεκμήρια 41 και 42). Επίσης, κατατέθηκε αντίγραφο του ακυρωτικού εγγράφου που αφορά το ακίνητο στο Μούτταλο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/02, τεμάχιο αρ. XXXXX (βλ. τεκμήριο 43). Περαιτέρω, η κατηγορούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο τις δηλώσεις μεταβιβάσεων με τις οποίες έγιναν οι μεταβιβάσεις των ακινήτων της Γεροσκήπου, των καταστημάτων και της ανταλλαγής με το ακίνητο στο Μούτταλο (βλ. τεκμήρια 45 - 52). Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο ιατρικά πιστοποιητικά ημερομηνίας 24/11/2008, 19/10/2009 και 18/10/2011 (βλ. τεκμήρια 64Α, 64Β και 64Γ). Σε περαιτέρω εξέταση της κατηγορούμενης, της υποδείχθηκαν τα επίδικα έγγραφα, τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18 και ανάφερε ότι ουδέποτε πλαστογράφησε τις μονογραφές και υπογραφές των παραπονούμενων σε αυτά. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη και σε σχέση με την πώληση ακινήτου που έκανε το 2006 στην Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέας Γεωργίου Λτδ και ισχυρίστηκε ότι έλαβε το ποσό του ενός εκατομμυρίου και 56 χιλιάδων ευρών, είπε ότι τα χρήματα αυτά τα μοιράστηκε με την μητέρα της και ότι για την εν λόγω πώληση δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα. Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια είχε εγείρει την Αγ. Αρ. XXXXX/11 εναντίον της πιο πάνω εταιρείας, συμφώνησε και είπε ότι αυτό είχε να κάνει με την αντιπαροχή που είχε δοθεί και συμφωνηθεί, η οποία θα έπρεπε να ήταν μεγαλύτερη. Συμφώνησε ότι η ίδια υπέγραψε τα αγοραπωλητήρια έγγραφα που αφορούν τα ακίνητα της στον Μούτταλο αρχικά (βλ. τεκμήριο 36) και αυτά στη Γεροσκήπου και στον Άγιο Θεοδώρο Πάφου. Σε σχέση με το ακίνητο στη Γεροσκήπου και το αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 37 είπε ότι το υπέγραψε αλλά δεν κράτησε αντίγραφο ούτε την ενδιέφερε η πώληση αυτή αφού δεν ήταν κανονική και έγινε κάτω από τις συνθήκες που ανάφερε στην κυρίως της εξέτασης. Επέδειξε εμπιστοσύνη είπε στις εν λόγω εταιρείες λόγω της φιλίας της που είχε αναπτυχθεί με τους διευθυντές της και τους πληρεξουσίους αντιπροσώπους της. Ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε κανένα ποσό για τα συμβόλαια αυτά. Το μόνο ποσό που έλαβε ήταν αυτό των £30,000 από την αρχική πώληση στο Μούτταλο, το οποίο επέστρεψε πίσω μετά την ακύρωση της. Όταν της υποδείχθηκαν οι επιταγές που κατάθεσε στο Δικαστήριο, τεκμήρια 58Α, 58Β και 58Γ, όπου προκύπτει αυτές να εκδίδονταν από τις εταιρείες, είτε επ' ονόματι του Φόρου Εισοδήματος είτε επ' ονόματι της ίδιας, είπε αυτό γινόταν διότι η ίδια είχε δώσει στον κ. Νεοφυτίδη το ποσό των €430,000 και αυτός εξέδιδε τις επιταγές προς το Φόρο Εισοδήματος. Για τις επιταγές στο όνομα της είπε ότι η ίδια ουδέποτε πήρε τα χρήματα που αναφέρονται σε αυτές, αφού τις οπισθογραφούσε και αλλάζονταν από τους ίδιους. Ο λόγος που γινόταν αυτό, είπε, ήταν διότι δεν ήθελε η ίδια να πωλήσει στην πραγματικότητα τα ακίνητα της, αλλά να προβεί σε εικονικές πωλήσεις για τους λόγους που αφορούσαν το σύζυγο της. Όταν της υποβλήθηκε ότι όλα αυτά που αναφέρει καταρρίπτονται από τα τεκμήρια που κατάθεσε αλλά ούτε στέκουν στην λογική, συμφώνησε ότι δεν στέκουν στην λογική διότι η ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν λογική. Συμφώνησε επίσης ότι προχώρησε στις μεταβιβάσεις των εν λόγω ακινήτων προς τις εταιρείες αλλά είπε ότι αυτό έγινε στη βάση της συμφωνίας που είχαν, δηλαδή ότι οι πωλήσεις και οι μεταβιβάσεις αυτές θα ήταν εικονικές. Αναφορικά με τα τεκμήρια 3 και 4, η κατηγορούμενη αναγνώρισε τις μονογραφές και υπογραφές της στη θέση του Αγοραστή. Είπε ότι είναι αυτή που ζήτησε να ετοιμαστούν από τον κ. Πολυδώρου αλλά δεν του υπέδειξε τα προηγούμενα πωλητήρια έγγραφα. Του είπε τους αριθμούς εγγραφής των ακινήτων και τα ποσά που ήταν πάνω στις αρχικές συμφωνίες και τις τα ετοίμασε. Η ίδια δεν είχε στην κατοχή της τα προηγούμενα αγοραπωλητήρια έγγραφα και αυτά περιήλθαν στην κατοχή της όταν έκανε την αγωγή. Αρνήθηκε επίσης ότι η ίδια πλαστογράφησε τα εν λόγω έγγραφα και ανάφερε ότι δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει. Είπε περαιτέρω ότι δεν αποτάθηκε στο Φόρο για να ζητήσει την επιστροφή του για τις πωλήσεις αυτές και ότι απλά ενημέρωσε το Φόρο ότι προτίθεται να ακυρώσει τις εν λόγω πωλήσεις. Σε σχέση με την επιστολή τεκμήριο 5, είπε ότι η ίδια την πήρε μετά από το δικηγόρο της κ. Χρίστο Κληρίδη και όχι από την κα Ευφροσύνη Γεωργιάδου. Η ίδια δεν έχει καμία σχέση με την εν λόγω επιστολή και ούτε την πλαστογράφησε. Η έγγραφη συγκατάθεση, τεκμήριο 6, ήταν και αυτή στον δικηγόρο της είπε από τον οποίο την πήρε η Αστυνομία. Η ίδια δεν την πλαστογράφησε και πιστεύει ότι όλα αυτά τα έγγραφα που οι εταιρείες και οι παραπονούμενοι έστειλαν στους δικηγόρους της ήταν για να την ξεγελάσουν και να πειστεί ότι θα προχωρούσαν με τις μεταβιβάσεις. Όσον αφορά το τεκμήριο 7, την Βεβαίωση, είπε ότι δεν θυμάται πότε την είδε για πρώτη φορά και αρνήθηκε ότι είναι αυτή που την πλαστογράφησε και την κατάρτισε. Ο Μ.Υ. 1 κατάθεσε ως γραφολόγος ο οποίος εξέτασε τα επίδικα τεκμήρια εκ μέρους της κατηγορουμένης και ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 68 και 69). Ο μάρτυρας αυτός προβαίνει σε μια σύγκριση των τεκμηρίων 3 ,4, 5, 6, 7 και 14, 15, 16, 17 και
- Όσον αφορά το τεκμήριο 3, αναφέρει ότι η πρώτη του σελίδα έχει ως αρχική πηγή προέλευσης την πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 14 που είναι πρωτότυπο. Η δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3, έχει ως αρχική πηγή προέλευσης τη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 15 που είναι επίσης αντίγραφο και έχουν την ίδια αρχική πρωτότυπη προέλευση. Η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 4 που είναι αντίγραφο και η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 15 που επίσης είναι αντίγραφο ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους και προέρχονται από την ίδια αρχική προέλευση. Η δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 4 που είναι αντίγραφο και η δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 14 που είναι πρωτότυπο, ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους. Η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 4 και η δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3, δεν υπάρχουν σε πρωτότυπη μορφή. Τα τεκμήρια 5, 6 και 7 που είναι αντίγραφα, έχουν ως αρχική πηγή προέλευσης τους τα τεκμήρια 16, 17 και 18 που είναι πρωτότυπα. Αφού ο μάρτυρας αναφέρεται στους κανόνες που διέπουν την αξιολόγηση φωτοαντιγράφων, αναφέρει ότι στην παρούσα περίπτωση τα γραφολογικά δεδομένα δεν επιτρέπουν την γραφολογική σύγκριση των αμφισβητούμενων υπογραφών και μονογραφών στα τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7 και 15 με τα αντίστοιχα δείγματα υπογραφής και μονογραφής των προσώπων στα οποία αποδίδονται για να καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Προχώρησε όμως και εξέτασε τα τεκμήρια που είναι σε πρωτότυπη μορφή χρησιμοποιώντας την συγκριτική αναλυτική μέθοδο. Όσον αφορά τις τρεις μονογραφές του τεκμηρίου 14, που βρίσκονται μια στην πρώτη σελίδα και δύο στη δεύτερη και αποδίδονται στην XXXXX Κούπανου, ο μάρτυρας δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι εν λόγω μονογραφές να μην είναι γνήσιες μονογραφές της XXXXX Κούπανου. Σε σχέση με την μονογραφή στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 14 που αποδίδεται στον XXXXX Πενταρά, εκτός του ότι αποτελεί μια γραφική παράσταση με περιορισμένα χαρακτηριστικά, αναφέρει ότι δεν υπάρχουν και αντίστοιχα δείγματα μονογραφής του και δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε γραφολογική σύγκριση. Η υπογραφή στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 14 που αποδίδεται στον XXXXX Νεοφυτίδη, δεν είναι γνήσια υπογραφή του αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Είναι αδύνατο όμως να καθοριστεί το πρόσωπο που την υπέγραψε. Στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 14, η υπογραφή που αποδίδεται στον XXXXX Σωμαράκη στη θέση «ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ», δεν είναι γνήσια υπογραφή του αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Και εδώ είναι αδύνατο όμως να καθοριστεί το πρόσωπο που την υπέγραψε. Ούτε η υπογραφή στο όνομα XXXXX Κούπανου που φαίνεται στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 14 είναι γνήσια υπογραφή του εν λόγω προσώπου. Κανένας επίσης από τους XXXXX Νεοφυτίδη, XXXXX Κούπανου, XXXXX Νικολαϊδου, XXXXX Σωμαράκης και XXXXX Πενταράς μπορεί να συνδεθεί με αυτές. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται στην έκθεση του μάρτυρα, ότι οι υπογραφές στο όνομα XXXXX Νεοφυτίδης στα τεκμήρια 16 και 17, δεν είναι γνήσιες υπογραφές του αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Τα γραφολογικά δεδομένα όμως καθιστούν αδύνατο τον καθορισμό του προσώπου που τις υπέγραψε. Οι δε μονογραφές που υπάρχουν στα πιο πάνω τεκμήρια και που αποδίδονται στη XXXXX Κούπανου, ο μάρτυρας δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μην είναι γνήσιες υπογραφές του προσώπου αυτού. Επίσης, οι υπογραφές που υπάρχουν στα τεκμήρια 16 και 17 και αποδίδονται στην XXXXX Κούπανου, κατά τη γνώμη του μάρτυρα δεν είναι γνήσιες υπογραφές του. Δεν μπορούν επίσης, αναφέρει, να συνδεθούν με κανένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και ιδιαίτερα με την κατηγορούμενη. Περαιτέρω, όσο αφορά την υπογραφή στο τεκμήριο 18 που αποδίδεται στο XXXXX Νεοφυτίδη, αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή του αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του. Τα γραφολογικά δεδομένα όμως καθιστούν αδύνατο τον καθορισμό του προσώπου που την υπέγραψε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρεται στα ευρήματα του γραφολόγου της Αστυνομίας, Λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου με τα οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές στο όνομα XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14, 16 και 17 έγιναν από την κατηγορούμενη. Για τους λόγους που εξηγεί ο μάρτυρας αυτός, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ομοιότητες που παρατηρούνται μεταξύ των τριών αμφισβητούμενων υπογραφών στο όνομα XXXXX Κούπανου που φαίνονται στα πιο πάνω τεκμήρια και των αντίστοιχων δειγμάτων γραφής της κατηγορούμενης αλλά και των δειγμάτων υπογραφής της XXXXX Κούπανου, είναι συμπτωματικές. Δεδομένου μάλιστα ότι οι διαφορές που υπάρχουν είναι βασικές και επαναλαμβανόμενες, μειώνεται ακόμη περισσότερο η βαρύτητα των ελάχιστων ομοιοτήτων που υπάρχουν, ο συνδυασμός των οποίων είναι ανεπαρκής να προσδώσει ατομικότητα και να καθορίσει τον συγγραφέα. Κατά την αντεξέταση του, αμφισβητήθηκε η θέση του ότι δεν μπορεί κάποιος να εκφέρει γνώμη για φωτοαντίγραφα και του υποβλήθηκε ότι αυτό που δεν μπορεί να εκφέρει για τέτοια έγγραφα είναι θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα και όχι οποιοδήποτε άλλο διαβαθμισμένο αποτέλεσμα με το μάρτυρα να διαφωνεί και να αναφέρεται και στην κακή ποιότητα των φωτοαντιγράφων στην παρούσα περίπτωση. Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της δεδομένα είπε και στην παρούσα οι συγκεκριμένες υπογραφές δεν πληρούσαν τα γραφολογικά δεδομένα για να μπορούν να εξεταστούν. Επίσης, ρωτήθηκε για τη διαφορά του αποτελέσματος του ιδίου και του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις μονογραφές της XXXXX Κούπανου και XXXXX Πενταρά στα τεκμήρια 14, 16 και 17 και
- Ο μάρτυρας αυτός αναφέρεται σε υποψία ότι δεν έγιναν οι μονογραφές από την Κούπανου στα εν λόγω τεκμήρια ενώ ο Μ.Κ.1 σε ισχυρή πεποίθηση. Για δε τον Πενταρά δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε κάποιο αποτέλεσμα. Διαφώνησε με τη θέση ότι υποβάθμισε το αποτέλεσμα αυτό για να αυξήσει την αμφιβολία και παράπεμψε στην έκθεση του για τον τρόπο που κατέληξε. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι οι υπογραφές της XXXXX Κούπανου δεν συνδέονται με την κατηγορούμενη. Του υποβλήθηκε η θέση ότι οι ομοιότητες που εντοπίστηκαν με την υπογραφή της κατηγορούμενης είναι ουσιώδεις και όχι συμπτωματικές για να πει ότι οι ομοιότητες που εντόπισε είναι οι ίδιες με αυτές που εντόπισε ο Μ.Κ.
- Η Μ.Υ.2 ανάφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου ως Σύμβουλος Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων στο Τμήμα Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων στην Πάφο και η εταιρεία PAFIATERRA LTD εξυπηρετείτο από αυτήν στο παρελθόν. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στο τεκμήριο 58Β, το οποίο είναι δέσμη από επιταγές και της ζητήθηκε να εξηγήσει εκάστη επιταγή, επ' ονόματι ποιού εκδόθηκε και πού κατέληξε. Οι επιταγές αυτές είπε υπογράφονταν από τη XXXXX Κούπανου, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου στο υποκατάστημα της οδού XXXXX. Ο σκοπός σύμφωνα με την υπεράσπιση της μαρτυρίας αυτής ήταν για να καταδειχθεί ότι η κατηγορούμενη δεν εισέπραξε οποιαδήποτε χρήματα από τους παραπονούμενους και ότι οι επιταγές αυτές οπισθογραφούνταν και κατάληγαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πίσω στην XXXXX Κούπανου. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας δεν γνώριζε για τις δοσοληψίες μεταξύ της Κούπανου και της κατηγορούμενης, ούτε αν εν τέλει η κατηγορούμενη πληρωνόταν τα χρήματα αυτά από την εταιρεία που διαχειριζόταν η Κούπανου. Είπε ότι γνωρίζει η εταιρεία Pafiaterra Ltd να αγόρασε κάποια ακίνητη περιουσία από την κατηγορούμενη και ότι οι πλείστες επιταγές του τεκμηρίου 58Β εισπράχθηκαν από την κατηγορούμενη. Οι άλλες που υπεγράφησαν από την κατηγορούμενη με τελικό προορισμό τους λογαριασμούς της Κούπανου και των συγγενικών της προσώπων, δεν γνώριζε να πει για τα πάρε - δώσε που είχαν μεταξύ τους. Η Μ.Υ.3 κατάθεσε ως Κτηματολογικός Λειτουργός και αναφέρθηκε στις ανταλλαγές και πωλήσεις που έγιναν από την κατηγορούμενη προς τις παραπονούμενες εταιρείες, όπως προκύπτουν από τους φακέλους του Κτηματολογίου. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι τα πρωτότυπα των τεκμηρίων 45 - 57 (αντίγραφα) που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από την κατηγορούμενη, βρίσκονται κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο. Είπε ουσιαστικά ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν από την κατηγορούμενη μέσω πληρεξουσίων αντιπροσώπων, στους οποίους αναφέρθηκε για κάθε πράξη ξεχωριστά. Αναφέρθηκε περαιτέρω και στις δηλωθείσες αξίες στα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα και στις αξίες που εκτιμήθηκαν από το Κτηματολόγιο. Συγκεκριμένα, είπε ότι σε σχέση με το τεκμήριο 48, το οποίο αφορά στην μεταβίβαση του ενός καταστήματος στον Άγιο Θεόδωρο στην Πάφο, η δηλωθείσα αξία στο πωλητήριο ήταν €50,000 ενώ η αγοραία του αξία σύμφωνα με την εκτίμηση του Κτηματολογίου ανήλθε στα €154,285.71, η οποία έγινε αποδεκτή από τους αγοραστές. Σε σχέση με το τεκμήριο 49 το οποίο αφορά στην πώληση των 14000/125119 μεριδίων του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/8 στη Γεροσκήπου η δηλωθείσα αξία στο πωλητήριο ήταν €690,000 ενώ η αγοραία του αξία σύμφωνα με την εκτίμηση του Κτηματολογίου ανήλθε σε €3,000,000, η οποία έγινε αποδεκτή από τους αγοραστές. Το τεκμήριο 50 αφορά την πώληση άλλου καταστήματος στον Άγιο Θεόδωρο με δηλωθείσα τιμή πώλησης τα €40,000 ενώ η αγοραία αξία του όπως εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο ανήλθε στις €103,
- Το τεκμήριο 52 αφορά στην πώληση τριών καταστημάτων στον Άγιο Θεόδωρο με δηλωθείσα τιμή πώλησης τις €118,344 ενώ η αγοραία αξία τους σύμφωνα με την εκτίμηση του Κτηματολογίου ανήλθε στις €600,
- Όσον αφορά τα τεκμήρια 53 - 57, τα οποία αφορούν στις υποθήκες επί των ακινήτων, είπε ότι αυτές έγιναν ταυτόχρονα με τις μεταβιβάσεις. Αντεξεταζόμενη, είπε ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν νομότυπα από το Κτηματολόγιο αφού ικανοποιήθηκε ότι υπήρχαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και εξουσιοδοτήσεις. Από τους φακέλους επίσης δεν προκύπτει να υπήρχε οποιοδήποτε παράπονο γι αυτές τις πράξεις από οποιονδήποτε. Είπε επίσης ότι συμβαίνει να δηλώνεται χαμηλότερη τιμή στα πωλητήρια έγγραφα και αν υπάρχει δόλος σε αυτές τις πράξεις δεν είναι κάτι που αφορά το Κτηματολόγιο. Ούτε γνωρίζει ή άκουσε να υπήρχε δόλος ή οτιδήποτε το μεμπτό για τις επίδικες πράξεις. Η Μ.Υ.4 κατάθεσε ως η υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία είχε υπό την φύλαξη της τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. XXXXX/11 του Κακουργιοδικείου Πάφου. Στην εν λόγω υπόθεση ήταν επίσης κατηγορούμενη, η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση. Η μάρτυρας αυτή προσήλθε ουσιαστικά στο Δικαστήριο και αναγνώρισε το τεκμήριο προς αναγνώριση Γ, ως αυτό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου ως τεκμήριο Θ και το κατάθεσε ως κανονικό τεκμήριο. Το εν λόγω τεκμήριο αφορά μια Ψυχολογική Αναφορά του Κλινικού Ψυχολόγου XXXXX Πυργά, η οποία αφορά την κατηγορούμενη και ετοιμάστηκε για σκοπούς της υπόθεσης εκείνης (βλ. τεκμήριο 70). Ο Μ.Υ. 5 κατάθεσε ως Κλινικός Ψυχολόγος και ανάφερε ότι εξέτασε και αξιολόγησε την κατηγορούμενη το έτος 2011, μετά από παραπομπή της από τον Δρ. Γαλατόπουλο, ψυχίατρο. Ετοίμασε σχετική έκθεση, η οποία είναι το τεκμήριο 70 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Εξηγώντας την έκθεση του αυτή, είπε ότι πρόκειται για μια κλινική και ψυχομετρική αξιολόγηση. Διενέργησε επίσης ψυχομετρικές αξιολογήσεις τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 71). Τα συμπεράσματα του, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 16 και 17 του τεκμηρίου 70, είναι, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: - Σύμφωνα με την αξιολόγηση γνωστικών λειτουργιών WAIS - IV, η κατηγορούμενη λειτουργεί στο οριακό επίπεδο σε σχέση με τους συνομήλικους της (Γενικός Δείκτης Νοημοσύνης 78, εκατοστημόριο 7). - Σύμφωνα με την αξιολόγηση προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας ΜΜPI-2, η κατηγορούμενη παρουσιάζει χαρακτηριολογικά στοιχεία και ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες. Συγκεκριμένα, παρουσιάζει συναισθηματική απόσυρση και μελαγχολία, σαδομαζοχιστική συμπεριφορά, συναισθηματική αποξένωση και συναισθηματικό κενό, καχυποψία για τα κίνητρα των ανθρώπων γύρω της. Επιπλέον παρουσιάζει την τάση για αυτοκτονικές σκέψεις και πράξεις, αναβράζων θυμό με εκρηκτικές τάσεις και τάσεις αυτοκαταστροφής. - Κουβαλά επίσης ένα βεβαρυμένο ιστορικών απωλειών. Η απόρριψη και η εγκατάλειψη από τη βιολογική της μητέρα και υιοθεσία της που ακολούθησε. Η εγκυμοσύνη της με εντεκάδυμα, η θανάτωση 9 εμβρύων και ο θάνατος των δύο εναπομείναντα εμβρύων. Η ασθένεια του γιου της και ο τραγικός θάνατος του καθώς επίσης και η απώλεια του πατέρα της. - Λόγω των εμπειριών που κουβαλούσε, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα και την ψυχοπαθολογία της, την οδήγησαν σε κατάθλιψη και σε αυτοκαταστροφικές τάσεις. Συνεπεία τούτου, έκανε τρεις απόπειρες αυτοκτονίας. Επιπλέον, η τάση της για αυτοκαταστροφή την οδήγησε να μεταβιβάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας της σε εξευτελιστικές τιμές καθώς και να διαπράξει αδίκημα πλαστογραφίας. Λόγω περαιτέρω της κατάστασης της μπορεί να προέβη σε πράξεις που δεν θα προέβαινε υπό φυσιολογικές συνθήκες. - Με βάση τα ψυχομετρικά ευρήματα και τη συμπεριφορά της κατά την περίοδο που διέπραξε τα αδικήματα, φαίνεται λογικό να συμπεράνει κανείς ότι την εν λόγω περίοδο υπόφερε από μείζονα ψυχολογική αναταραχή (κατάθλιψη, οργή, ενοχές, αυτοκαταστροφικότητα). Η συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου φαίνεται να είναι αντίδραση των ψυχολογικών προβλημάτων που βίωνε. Η μείζονα ψυχολογική αναταραχή (κατάθλιψη, οργή, ενοχές, αυτοκαταστροφικότητα) σε συνδυασμό με το χαμηλό νοητικό της επίπεδο, δημιούργησαν προβλήματα στην ικανότητα της να κρίνει και να ελέγχει τις πράξεις της. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η έκθεση του αυτή ετοιμάστηκε για σκοπούς της υπόθεσης του Κακουργιοδικείου και αφορά την περίοδο του 2011, όταν την εξέτασε καθώς επίσης και για τα έτη 2005 -
- Το 2011 είπε ήταν λιγότερο καταθλιπτική παρά τα έτη 2005 -
- Είπε ότι τις πληροφορίες του για να ετοιμάσει την έκθεση την έλαβε από τα πιστοποιητικά των ιατρών της που του παρουσιάστηκαν, από την ίδια την κατηγορούμενη και το οικογενειακό της περιβάλλον. Συμφώνησε ότι με βάση το ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Πίττα - τεκμήριο 64γ) κατά την ψυχιατρική εξέταση της κατηγορουμένης στις 28/07/2010 δεν διαπιστώθηκε καμία ψυχοπαθολογία που να συνηγορούσε υπέρ της νοσηλείας της σε οποιοδήποτε ψυχιατρικό ίδρυμα. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το 2011 όταν συναντήθηκε μαζί της για να ετοιμάσει την έκθεση του για να χρησιμοποιηθεί στο Κακουργιοδικείου, η κατηγορούμενη ήταν σε κατάσταση που μπορούσε να αντιληφθεί, δεν ήταν συγχιτική και αντιλαμβανόταν ότι κινδύνευε με φυλάκιση σε εκείνη την υπόθεση. Πριν το 2011 δεν την είχε δει αλλά ούτε και μετά από το 2011 την είδε ξανά. Δεν την παρακολουθεί θεραπευτικά και την αξιολόγησε καθαρά για σκοπούς του Δικαστηρίου εκείνου. Ο ρόλος του ήταν αξιολογητικός και όχι θεραπευτικός. Ερωτούμενος να πει κατά πόσο την περίοδο 2005 - 2008 η κατηγορούμενη ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις πράξεις της, είπε ότι αυτή ήταν πάρα πολύ ευάλωτη την περίοδο εκείνη και μπορούσε εύκολα να παρασυρθεί ή να συγχυστεί ή να μπλεχτεί. Δεν είναι σίγουρος όμως αν όλη την περίοδο 2005 - 2008 ήταν η ίδια η κατάσταση της ή λόγω κάποιων στρεσογόνων καταστάσεων γινόταν πιο συγχιτική ή λιγότερο συγχιτική. Πέραν των πιο πάνω, ανάφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει πώς ήταν η κατάσταση της το 2009 και το 2010 και παράπεμψε στο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Γαλατόπουλου. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που προσκομίστηκε από αμφότερες τις πλευρές, εκείνα τα οποία προβάλλουν να αποτελούν τα κύρια επίδικα θέματα πραγματικών γεγονότων, είναι κατά πόσο τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα αλλά και τα υπόλοιπα επίδικα έγγραφα δόθηκαν στην κατηγορούμενη από τους παραπονούμενους υπογραμμένα και στη συνέχεια αυτή έθεσε την υπογραφή της στη θέση του αγοραστή στα πωλητήρια έγγραφα. Τούτο συνδέεται και με το κατά πόσο οι αρχικές πωλήσεις των επίδικων ακινήτων έγιναν εικονικά ή καλύτερα με την συμφωνία ότι όταν η κατηγορούμενη τα ζητούσε πίσω, οι παραπονούμενοι να της τα μεταβιβάσουν ή ότι καμία τέτοια συμφωνία υπήρχε και ότι οι πράξεις έγιναν κανονικά και καταβλήθηκε το τίμημα τους από τους παραπονούμενους. Επίσης, προβάλλει να αποτελεί κύριο επίδικο ζήτημα πραγματικού γεγονότος το κατά πόσο στα τεκμήρια 14, 16 και 17, η υπογραφή της XXXXX Κούπανου συνδέεται με την κατηγορούμενη ή δεν μπορεί να καθοριστεί ο συγγραφέας της. Διευκρινίζω ότι τα βασικά επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι οι οποιεσδήποτε οικονομικές διαφορές των διαδίκων ενδεχομένως να υπάρχουν σε σχέση με τις αρχικές πωλήσεις ούτε κατά πόσο αυτές δεν ήταν συμφέρουσες για την κατηγορούμενη. Βασικό θέμα είναι κατά πόσο τα επίδικα έγγραφα δεν είναι γνήσια, δεν φέρουν τις υπογραφές των παραπονούμενων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν. Αφού ξεκαθαρίσουν τα ζητήματα αυτά, που είναι ζητήματα πραγματικών γεγονότων, θα αποφασιστεί εν τέλει κατά πόσο η κατηγορούμενη συνδέεται με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επιβάλλεται λοιπόν να προχωρήσω με την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, για να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Τονίζω ότι έχω διεξέλθει όλης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης, την οποία έχω υπόψη μου κατά το στάδιο της αξιολόγησης των εκατέρωθεν εκδοχών. Ειδικότερα για την έγγραφη μαρτυρία, θα αναφερθώ στα κυριότερα μέρη αυτής κατά την αξιολόγηση, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο και απαραίτητο. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013 και Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017, 131/2017, Ημερ. 26/04/2018). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο γραφολόγος της κατηγορούσας αρχής και κρίνω ορθό να αφήσω την αξιολόγηση του τελευταία, αφού πρώτα προβώ στην αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Η αξιολόγηση του μάρτυρα αυτού θα γίνει σε αντιπαραβολή με αυτή του Μ.Υ.1 που ήταν ο γραφολόγος της υπεράσπισης. Ξεκινώντας λοιπόν από το Μ.Κ.2, αυτός ήταν ένας από τους βασικούς μάρτυρες κατηγορίας, μαζί με την Μ.Κ.
- Ήταν το πρόσωπο με το οποίο η κατηγορούμενη προέβαινε στις επίδικες πράξεις και πωλήσεις ακινήτων της και ο άμεσα εμπλεκόμενος και η μαρτυρία του ιδιαίτερα σημαντική. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την έχω αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης και όλα τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει επίσης το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και αυθορμητισμό καθώς επίσης και με νηφαλιότητα. Ήταν σταθερός στην εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο και αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την κατηγορούμενη, που ήταν στα πλαίσια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων καθώς επίσης και στα γεγονότα που αφορούν στις επίδικες αγοραπωλησίες ακινήτων της κατηγορούμενης. Οι θέσεις και αναφορές του, τουλάχιστον πλείστες, συνάδουν με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου. Ιδιαίτερα σημαντικό από τη μαρτυρία του, είναι ότι κατ' ουδένα λόγο δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι αρχικές αγοραπωλησίες ήταν γνήσιες και έγιναν στα πλαίσια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και ότι δεν τίθεται ζήτημα συμφωνίας με την κατηγορούμενη αυτές να ήταν εικονικές για τους λόγους που αφορούσαν την κατηγορούμενη, όπως η ίδια προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κανένα στάδιο επίσης της μαρτυρίας του έχει διαφανεί ότι τα επίδικα, τουλάχιστον, πωλητήρια έγγραφα έγιναν κατόπιν οδηγιών του, αυτά παραδόθηκαν από την κατηγορούμενη στον ίδιο και της τα επέστρεψε υπογραμμένα. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο που αυτός ανακάλυψε εν τέλει την ύπαρξη όλων των επίδικων εγγράφων, για την οποία ύπαρξη τους δεν γνώριζε αλλά ούτε και ο ίδιος είχε θέσει την υπογραφή και σφραγίδα των εταιρειών του σε αυτά. Γενικά κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης μου, θα αναφερθώ κατωτέρω σε μέρη της μαρτυρίας του. Κατ' αρχή ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα πωλητήρια έγγραφα τεκμήρια 3 και 4, αντίγραφα των οποίων έλαβε όταν του επιδόθηκε η Αγ. Αρ. XXXXX/10 Ε.Δ. Πάφου. Εξήγησε ότι στην 1ην σελίδα του τεκμηρίου 4, δεν υπάρχει η μονογραφή του ενώ στη 2ην σελίδα κάτω από τη θέση «ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ» αναγράφεται η εταιρεία CYOSTON, υπάρχει σφραγίδα της εταιρείας IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION DEVELOPING LTD και από πάνω μια υπογραφή η οποία είπε ομοιάζει με τη δική του αλλά δεν είναι. Σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 3, ο μάρτυρας είπε ότι στην 1ην σελίδα στο κάτω μέρος δεν υπάρχει η μονογραφή του, ενώ στη 2η σελίδα κάτω από τη θέση «ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ» αναγράφεται η εταιρεία CYBOSTON, υπάρχει σφραγίδα της εταιρείας IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION DEVELOPING LTD που δεν είναι συμβαλλόμενο πρόσωπο και πάνω από αυτή μια υπογραφή, η οποία είπε φαίνεται να είναι δική του αλλά ο ίδιος δεν υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο. Οι θέσεις αυτές του μάρτυρα, όχι μόνο δεν συγκρούονται από άλλη προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά αντιθέτως φαίνεται να υποστηρίζονται. Σε σχέση με το τεκμήριο 5, ανάφερε επίσης ότι δεν το υπέγραψε αυτός στη θέση που αναγράφεται το όνομα του ούτε έθεσε τη σφραγίδα της εταιρείας του CYBOSTON LTD. Και αυτή του η θέση υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε από αμφότερες τις πλευρές, ειδικότερα για την υπογραφή του. Πέραν τούτου, προκύπτει και το εξής παράδοξο, εξ' όσων το αντιλαμβάνομαι. Το τεκμήριο 5 φέρει ημερομηνία 03/09/2009 και προκύπτει ο μάρτυρας αυτός να δίνει τη συγκατάθεση του για ακύρωση, προφανώς των μεταβιβάσεων των επίδικων ακίνητων επ' ονόματι της εταιρείας CYBOSTON και επανεγγραφή τους στο όνομα της κατηγορούμενης χωρίς αντάλλαγμα. Διερωτώμαι γιατί να γίνει η επιστολή αυτή προς τη συγκεκριμένη δικηγόρο, τη στιγμή που θεωρητικά είχαν προηγηθεί τα πωλητήρια έγγραφα; Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι δεν υπέγραψε ούτε στα τεκμήρια 6 και 7, θέση επίσης που επιβεβαιώνεται από όλη την υπόλοιπη μαρτυρία κατά κάποιο τρόπο. Η γενική θέση που υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι υπέγραψε όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, εκτός του ότι απορρίφθηκε από τον μάρτυρα αυτό, δεν υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούμενη και συγκεκριμένα το γραφολόγο της, τουλάχιστον για τα πλείστα των εγγράφων. Αντιθέτως, τείνει να καταρρίπτεται η θέση αυτή. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ουδέποτε έδωσε αυτά τα έγγραφα στον δικηγόρο κ. Χρίστο Κλήριδη, ούτε συναντήθηκε μαζί του, πέραν από μια φορά, μετά την καταχώρηση της αγωγής, στην οποία συνάντηση εν τέλει δεν παρευρέθηκαν η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο το έτος 2009 όταν ενεπλάκηκε ο δικηγόρος κ. Χρίστος Κληρίδης, αποδέχτηκε και συμφώνησε να ακυρωθούν οι εν λόγω πωλήσεις με το μάρτυρα να απαντά ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την ανάμειξη του πιο πάνω δικηγόρου πριν την έγερση της αγωγής το
- Ουδέποτε τέθηκε η θέση ότι ο μάρτυρας αυτός υπέγραψε τα τεκμήρια 5 , 6 και 7 ή ότι τα έδωσε στον εν λόγω δικηγόρο. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης που να υποστηρίζει μια τέτοια εκδοχή. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του μάρτυρα και από την οποία προκύπτει ότι δεν θα ήταν δυνατό ο μάρτυρας αυτός να έδωσε τα πιο πάνω έγγραφα στον εν λόγω δικηγόρο, τα οποία φέρουν ημερομηνία 10/10/2009 και 04/11/2009, μεταγενέστερα των πωλητηρίων εγγράφων που ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη ότι τα παρέλαβε από τον μάρτυρα αυτό. Η θέση του επίσης ότι τα χρήματα για την αγορά των πιο πάνω ακινήτων προέκυπταν και από την υποθήκευση των επίδικων ακινήτων και δανειοδοτήσεις, φαίνεται να υποστηρίζεται από τα έγγραφα υποθηκών που κατάθεσε η κατηγορούμενη και τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 που ανάφερε ότι οι εν λόγω υποθήκες έγιναν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση των ακινήτων. Περαιτέρω, η αναφορά του ότι ενημερώθηκε από τη Τράπεζα για την ύπαρξη ενός πωλητηρίου κατατεθειμένου στο Κτηματολόγιο στα καταστήματα που είχε αγοράσει η εταιρεία του στην προσπάθεια του να τα υποθηκεύσει και ότι εν τέλει η κατηγορούμενη μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και το απέσυρε περί τον Αύγουστο του 2009, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Υ.3, αλλά και από την μαρτυρία της κατηγορούμενης ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία διαφοροποίησε τη θέση που αρχικά είχε αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση, όπως θα διαφανή κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, η αναφορά του ότι έχουν καταβάλει το ποσό των £225,00 για την αρχική αγορά του ακινήτου στο Μούτταλο, με το μάρτυρα να διαφωνεί και να εξηγά ότι παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει πέραν του αρχικού ποσού της προκαταβολής που αναφερόταν στο συμβόλαιο, εντούτοις η κατηγορούμενη του ζητούσε συχνά χρήματα προβάλλοντας ως λόγο ότι τα είχε άμεσα ανάγκη για λόγους υγείας και ότι ήταν θέμα ζωής και θανάτου. Ανάφερε επίσης ότι πολλές φορές τα ήθελε σε μετρητά γι αυτό οπισθογραφούσε τις επιταγές που εκδίδονταν και της έδιναν μετρητά. Δεν τέθηκαν ενώπιον μου συγκεκριμένα στοιχεία για το ζήτημα των πληρωμών αυτών, αλλά ούτε είναι και βασικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Εκείνο που αναφύεται όμως είναι ότι η αγοραπωλησία στο Μούτταλο ακυρώθηκε και ακολούθησε ανταλλαγή με άλλο ακίνητο, για την οποία η κατηγορούμενη συμφώνησε. Επίσης, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ και την εξήγηση που ο μάρτυρας αυτός έδωσε σε σχέση με τα δύο ποσά που του τέθηκαν ότι οπισθογραφήθηκαν οι επιταγές από την κατηγορούμενη, στα πλαίσια της ευρύτερης αξιοπιστίας του. Περαιτέρω, αυτό συνάδει με τα διάφορα προβλήματα που η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε, όπως η ίδια τα έθεσε. Ειλικρινής επίσης ήταν ο μάρτυρας σε σχέση με τη θέση του ότι δεν υπέβαλε οποιαδήποτε ένσταση στο Κτηματολόγιο για τις εκτιμημένες αξίες των ακινήτων που αγόρασαν από την κατηγορούμενη, κάτι που συνάδει με τη μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η κατηγορούμενη. Το ότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης ήταν χαμηλότερη από αυτή του Κτηματολογίου, ο μάρτυρας έδωσε τις εξηγήσεις του και ότι ουσιαστικά αυτό το ποσό μπορούσαν να προσφέρουν στην κατηγορούμενη και αυτή το αποδέχτηκε. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι άμεσα σχετικό με την παρούσα υπόθεση που εξετάζεται. Αν η κατηγορούμενη εκ των υστέρων θεώρησε ότι ξεγελάστηκε ή δεν ήταν συμφέρουσα η τιμή πώλησης, είχε δικαίωμα να προβεί στις δέουσες διαδικασίες με βάση το Νόμο για την ακύρωση των αρχικών αγοραπωλησιών. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει προκύψει από τις απαντήσεις του μάρτυρα ότι αυτός ή οι εταιρείες του, είχαν αντιληφθεί την κατηγορούμενη να είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ενώ το γνώριζαν επιχείρησαν να την ξεγελάσουν. Ιδιαίτερα κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του μάρτυρα αυτού ότι ουδέποτε συμφώνησαν να προβούν στις εν λόγω πράξεις εικονικά και στη συνέχεια να της την μεταβίβαζαν πίσω. Ο ίδιος είπε ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και έδωσε συγκεκριμένες εξηγήσεις που συνάδουν με τη λογική. Δεν είναι δυνατό στο τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που γνώριζαν την κατηγορούμενη να έμπαιναν σε αυτή τη διαδικασία συνάπτοντας μάλιστα υψηλά δάνεια, για την οικονομική δυνατότητα των εταιρειών του. Ούτε ήταν είπε διατεθειμένος να βοηθήσει κανένα. Επίσης, αρνήθηκε ότι για να γίνουν όλα αυτά έλαβε μάλιστα και το ποσό των €430,000 από την κατηγορούμενη για να καταβληθούν οι φόροι και τα μεταβιβαστικά, θέση που αποδέχομαι. Δεν συνάδει με τη λογική οποιοδήποτε πρόσωπο να αποξενώνει περιουσία και να καταβάλει και το ίδιο, ως πωλητής χρήματα στον αγοραστή. Να αναφερθεί ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύει την πληρωμή αυτού του ποσού, πότε και με ποιό τρόπο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι ο ίδιος απέστειλε μήνυμα στο σύζυγο της κατηγορούμενης με το οποίο του ανάφερε ότι θα προέβαινε σε ακυρώσεις των μεταβιβάσεων με το μάρτυρα να το αρνείται και να εξηγεί το περιστατικό που έγινε όταν η κατηγορούμενη σε μια καφετέρια τον πίεζε να του πει κάτι τέτοιο αλλά δεν το έπραξε. Αποδέχομαι και αυτή τη θέση του μάρτυρα και επιπρόσθετα να αναφερθεί ότι η πιο πάνω θέση της κατηγορούμενης δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Έχει επίσης υποβληθεί η θέση στο μάρτυρα ότι η καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον της κατηγορούμενης έγινε με σκοπό να την εκβιάσουν να αποσύρει την αγωγή και το προσωρινό διάταγμα και όχι διότι η ίδια είχε προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων. Και επί αυτού του σημείου ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός και εξήγησε το λόγο που προέβηκαν στην καταγγελία μετά από την έγερση της αγωγής και όταν έλαβαν γνώση για τα επίδικα έγγραφα που δεν υπέγραψαν. Δεν διακρίνω ούτε στο σημείο αυτό οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεκτώ τη θέση του δεδομένων όλων των πιο πάνω, της υπόλοιπης μαρτυρίας και της θέσης του ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Να τονιστεί επίσης ότι οι βασικές θέσεις που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα αυτόν ότι οι υπογραφές του στα επίδικα έγγραφα είναι γνήσιες και ότι ακόμα είναι ο ίδιος που τα ετοίμασε με τέτοιο τρόπο και με διαφορές στις σφραγίδες των εταιρειών, εκτός του ότι απορρίφθηκαν από τον μάρτυρα, συγκρούονται και με την υπόλοιπη μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης ακόμα και της μαρτυρίας που προσκόμισε η κατηγορούμενη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης o oποίος αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Αρχικά είπε έλαβε παράπονο - καταγγελία από τον Μ.Κ.2 ότι τα τεκμήρια 3 - 7 δεν τα υπέγραψε και τα οποία του παράδωσε. Αναγνώρισε τα εν λόγω τεκμήρια στο Δικαστήριο. Ακολούθως είπε ότι έλαβε καταθέσεις και από τους Μ.Κ.5, 8, 4, 6 και ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη και κατάθεσε στο Δικαστήριο την γραπτή της κατηγορία ως τεκμήριο
- Επίσης, είπε ότι έλαβε 50 δείγματα γραφής και υπογραφής από τους Μ.Κ. 2, 4, 5, 6, 8 και την κατηγορούμενη. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 8Α - Ε, 9Α - Ε, 10Α - Ε, 11Α - Ε, 12Α - Ε και 13Α - Ε, ως τα δείγματα γραφής και υπογραφής που έλαβε από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.5, κατηγορούμενη, Μ.Κ.8, Μ.Κ. 6 και Μ.Κ.4 αντίστοιχα. Περαιτέρω, ανάφερε ότι τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης παραδόθηκαν στην ΥΠ.ΕΓ.Ε Αρχηγείου και στον Λοχία XXXXX Γ. Χρυσάνθου. Παρεμβάλω εδώ για να αναφέρω ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός εκ μέρους της κατηγορουμένης και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο η νομότυπη λήψη και διακίνηση των εν λόγω τεκμηρίων μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του μάρτυρα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε το μεμπτό σε αυτές και κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ το μέρος αυτό της μαρτυρίας του και το αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 30/04/2013 τηλεφώνησε του κ. XXXXX Παυλή, κτηματομεσίτη, ο οποίος του ανάφερε ότι του ζήτησε η κατηγορούμενη να την βοηθήσει για να πωλήσει ένα τεμάχιο, όμως δεν του ανάφερε ούτε οτιδήποτε για εικονικές πωλήσεις και ούτε τους λόγους που ήθελε να πωλήσει το ακίνητο της. Ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν να πει αν πήρε κατάθεση από το μάρτυρα αυτό, ούτε ποιες ενέργειες είχε κάνει και είπε ότι μπορεί να τον πήρε τηλέφωνο για να έρθει για κατάθεση και να μην ερχόταν. Σε κάθε περίπτωση, οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα αυτού, αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός μίλησε με το συγκεκριμένο πρόσωπο και του ανάφερε τα πιο πάνω που παράθεσε στο Δικαστήριο. Δεν προκύπτει να αμφισβητείται από την κατηγορούμενη ότι επισκέφθηκε το κτηματομεσιτικό γραφείο SUPERIOR για να την βοηθήσουν να πωλήσει το ακίνητο στον Μούτταλο, όπως αναφύεται από τη μαρτυρία της, ούτε ισχυρίζεται ότι ανάφερε στο εν λόγω γραφείο ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτού ότι η πώληση ήθελε να είναι εικονική, εντούτοις έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του Νόμου 32
(1)/2004, κρίνω ορθό όπως μη δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα. Δεν έχει δοθεί κατ' αρχή ξεκάθαρη και ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν λήφθηκε κατάθεση από το πρόσωπο αυτό και γιατί δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα πιο πάνω που ανάφερε ο μάρτυρας για μπορεί να εξεταστεί η ορθότητα τους. Επίσης, προκύπτει να είναι μια γενική αναφορά και δεδομένων όλων των πιο πάνω, κρίνω επικίνδυνο να δώσω βαρύτητα. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι η εν λόγω μαρτυρία έχει οποιαδήποτε σημασία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Ούτε η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι προέβηκε σε αντίθετες αναφορές στο εν λόγω πρόσωπο. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε και στην κα XXXXX Γεωργιάδου την οποία είπε ότι συνάντησε στις 13/04/2013 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου και σε ερώτηση του κατά πόσο η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι πώλησε τα εν λόγω τεμάχια της εικονικά και ότι αργότερα ήθελε να μεταβιβαστούν στο όνομα της, του απάντησε ότι δεν γνώριζε. Επίσης, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος αναγνώρισε μια επιστολή η οποία βρισκόταν στο φάκελο του που φέρεται να είναι υπογεγραμμένη από την κα Γεωργιάδου και την κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Η επιστολή αυτή φέρεται να απευθύνεται στο Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και να τον πληροφορεί ότι έχει οδηγίες από την κατηγορούμενη να καταχωρήσει αγωγή για την ακύρωση των μεταβιβάσεων Π1052/08 και 1225/
- Στη συνέχεια, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι όφειλε να λάβει κατάθεση από το πρόσωπο αυτό και ο μάρτυρας ανάφερε ότι πιστεύει ότι αρνήθηκε το πιο πάνω πρόσωπο να του δώσει κατάθεση και δεν θυμάται αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, δηλαδή δεν θυμόταν τί του ανάφερε. Έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στην αναφορά της εν λόγω δικηγόρου προς τον μάρτυρα, η οποία αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν της λήφθηκε κατάθεση, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει και να εξεταστεί η ορθότητα των όσων μετέφερε στο μάρτυρα σε συσχετισμό με το τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω όμως, το τί η κατηγορούμενη ανάφερε στην πιο πάνω μάρτυρα δεν θα μπορούσε να είχε και οποιαδήποτε βαρύνουσα σημασία. Η εν λόγω δικηγόρος είναι προφανές ότι δεν είχε ιδία γνώση για τα γεγονότα και η θέση και εκδοχή της κατηγορούμενης θα κριθεί κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας. Είναι γεγονός όμως και προκύπτει ότι η επιστολή ημερομηνίας 03/09/2009 και η έγγραφος συγκατάθεση ημερομηνίας 10/10/2009 απευθύνονται προς τους δικηγόρους Ευφροσύνη Γεωργιάδου και Χρίστο Κληρίδη αντίστοιχα και τους εξουσιοδοτούν να προβούν σε ακύρωση των αρχικών μεταβιβάσεων. Ο μάρτυρας αυτός όφειλε να λάβει κατάθεση από τα εν λόγω πρόσωπα και να διευκρινίσει κατά πόσο γνωρίζουν για την ύπαρξη των εν λόγω επιστολών, αν περιήλθαν στην κατοχή τους, πότε και από ποιόν. Παρά ταύτα, οι πιο πάνω παραλείψεις δεν κρίνω ότι αφήνουν οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ούτε επηρεάζουν το δικαίωμα της κατηγορούμενης για δίκαιη δίκη ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Κατ' αρχή δεν έχει διαπιστωθεί ότι η κατηγορούσα αρχή ενέργησε κακόπιστα ή με οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Κατά δεύτερο, η θέση και εκδοχή που η κατηγορούμενη προέβαλε στην ανακριτική της κατάθεση, τεκμήριο 22, είναι ότι τα εν λόγω έγγραφα τα παράδιδε η ίδια στον Μ.Κ.2 και την επομένη μέρα της τηλεφωνούσε και μετέβαινε στο γραφείο του και τα έπαιρνε υπογραμμένα. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και των άλλων παραπονούμενων. οι οποίοι αναφέρθηκαν και σε αυτό το ζήτημα. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοδήποτε κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, με την μη λήψη κατάθεσης και παρουσίασης μαρτυρίας από τους πιο πάνω δικηγόρους έτσι ώστε να εγείρεται ζήτημα μη δίκαιης δίκης ή δυσκολίας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών της κατηγορουμένης για το θέμα αυτό (βλ. Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.143, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σάββα
(1999)2 Α.Α.Δ. 224, Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490 και Νικολαϊδης v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2001)2 Α.Α.Δ.29). Άλλωστε δεν υπήρξε και οποιαδήποτε σαφής εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης για ένα τέτοιο ζήτημα, ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα. Όσον αφορά στο ζήτημα της μη λήψης των σφραγίδων των παραπονούμενων εταιρειών, η σημασία τους είναι ζήτημα που θα κριθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής των εμπειρογνωμόνων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Η Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα γεγονότα τα οποία η ίδια γνώριζε. Η ίδια, είναι προφανές ότι παρά το ότι ήταν η διευθύντρια της εταιρείας PAFIATERRA, εντούτοις δεν είχε άμεση σχέση με τις επίδικες αγοραπωλησίες αφού επρόκειτο για ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο στην κόρη της Μ.Κ.5, να διαχειρίζεται τις εργασίες της εταιρείας. Το γεγονός αυτό το τελευταίο δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και προκύπτει επίσης να αποτελεί και κοινό έδαφος των διαδίκων αφού και η κατηγορούμενη το αναφέρει. Παρά το ότι στην κατάθεση της, τεκμήριο 25, την οποία υιοθέτησε αναφέρει ότι μετέβηκε στο Κτηματολόγιο μαζί με την κατηγορούμενη όταν τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν και επ' ονόματι της εταιρείας της, εντούτοις αυτή ευθύς εξ' αρχής κατά το στάδιο της κυρίως της εξέτασης, διευκρίνισε ότι αυτό δεν ισχύει και ότι η ίδια ουδέποτε συνάντησε την κατηγορούμενη ή είχε οποιεσδήποτε δοσοληψίες μαζί της. Η θέση της αυτή κρίνεται ορθή αφού προκύπτει και από τις Δηλώσεις μεταβίβασης που η κατηγορούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο. Επίσης, ορθή είναι και η θέση της ότι η ανταλλαγή του ακινήτου του Μουττάλου έγινε με το ακίνητο στη Γεροσκήπου και όχι με τα καταστήματα στην ενορία Αγίου Θεοδώρου. Απέδωσε σε λάθος τις εν λόγω αναφορές της στην κατάθεση της. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία της, στο βασικό και ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της. Το σημαντικό λοιπόν από τη μαρτυρία της, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, είναι οι αναφορές της ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε στα τεκμήρια 5 και 6 που της υποδείχθηκαν και φέρεται να έχουν την υπογραφή της. Η θέση της αυτής δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ούτε της υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη θέση σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι. Η Μ.Κ.5 ήταν επίσης μια από της βασικότερες μάρτυρες κατηγορίας και η άμεσα εμπλεκόμενη στις δοσοληψίες της εταιρείας PAFIATERRA με την κατηγορούμενη για την αγορά των επίδικων ακινήτων. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτή απαντούσε τις ερωτήσεις από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αντιπαραβάλλοντας το με όλα τα σχετικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και την εκδοχή της κατηγορούμενης. Η μάρτυρας αυτή γενικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι επί των βασικών επίδικων θεμάτων είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της έχει προκύψει αυτή αλλά και ο Μ.Κ.2 μέσω των εταιρειών τους να συμφώνησαν να προβούν σε εικονικές αγορές των επίδικων ακινήτων και όταν η κατηγορούμενη τα ζητούσε πίσω να της τα έδιναν. Η μάρτυρας αυτή είπε ότι ήταν ο Μ.Κ.2 που αρχικά συμφώνησε με την κατηγορούμενη και ότι η ίδια δεν γνωρίζει ούτε άκουσε οτιδήποτε περί εικονικότητας. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για κανονικές αγοραπωλησίες. Η θέση της αυτή φαίνεται να υποστηρίζεται από όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον μου και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής του Μ.Κ.
- Πέραν τούτου, δεν έχει προκύψει να κλονίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής αναφορικά με το γεγονός ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε επί των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων και των υπολοίπων επίδικων εγγράφων. Η θέση της αυτή επίσης δεν συγκρούεται με άλλη προσκομισθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα από τη μαρτυρία των γραφολόγων που αμφότερες οι πλευρές προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρινίζω ότι ακόμη και ο Μ.Υ.1 ουδέποτε ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι υπογραφές επί των επίδικων εγγράφων ανήκουν στην μάρτυρα αυτή. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος της υποβλήθηκε η θέση ότι τα έγγραφα αυτά παραδόθηκαν στον Μ.Κ.2 και ότι αυτά υπογράφηκαν από κάποια άτομα, τα οποία δεν γνωρίζει η υπεράσπιση και επιστράφηκαν στην κατηγορούμενη. Δηλαδή, της υποβλήθηκε η θέση ότι αυτά υπογράφηκαν από κάποια άτομα στο γραφείο του Μ.Κ.2 ή άλλου. Η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική ότι σε κάθε περίπτωση η ίδια δεν τα υπέγραψε. Πιο κάτω κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκε και άλλη θέση, ότι δηλαδή είναι η ίδια που τα υπέγραψε και ότι ουσιαστικά είναι γνήσιες δικές της οι εν λόγω υπογραφές, με την μάρτυρα επίσης να το αρνείται κατηγορηματικά. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της μάρτυρος ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα και ότι δεν είναι οι γνήσιες υπογραφές της επί αυτών. Εκτός του ότι η θέση της αυτή δεν συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη προσκομισθείσα μαρτυρία, οι θέσεις που της υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση για το ζήτημα αυτό είναι και αντιφατικές ή τουλάχιστον η κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση με σαφή τρόπο να ισχυριστεί ή να υπστηρίξει ότι η μάρτυρας αυτή υπέγραψε επί των συγκεκριμένων εγγράφων. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της μάρτυρος ότι μετά τον 7ον - 8ον /2009 άρχισε να την παίρνει τηλέφωνο ο σύζυγος της κατηγορούμενης και να της ζητά να ακυρώσουν τις μεταβιβάσεις των ακινήτων και να τα επιστρέψουν στην κατηγορούμενη. Δεν έχει προκύψει να αμφισβητείται ότι υπήρχαν αυτές οι επικοινωνίες. Η υπεράσπιση επιχείρησε κατά την αντεξέταση της να επεκταθεί σε ζητήματα που αφορούσαν την πληρωμή του τιμήματος των ακινήτων που η εταιρεία της αγόρασε από την κατηγορούμενη με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής και να υποστηρίξει την εκδοχή που η κατηγορούμενη προέβαλε ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Παρά το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή κατά την μαρτυρία της υποστήριξε ότι εξοφλήθηκε πλήρως το συμφωνηθέν τίμημα, εντούτοις δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση της αυτή. Η μάρτυρας ανάφερε ότι το τίμημα εξοφλήθηκε με 30 επιταγές τις οποίες όμως δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο και αρνήθηκε ότι τα χρήματα των επιταγών αυτών επιστρέφονταν σε αυτή. Το ζήτημα της καταβολής ή μη όλου του τιμήματος που αφορούσαν οι αρχικές πωλήσεις δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Ούτε ο τρόπος με τον οποίο είχαν τις δοσοληψίες τους οι διάδικοι. Σε ότι αφορά στο ζήτημα αυτό όμως εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι κατά την μεταβίβαση των ακινήτων, συνάφθηκαν ταυτόχρονες υποθήκες από την εταιρεία της μάρτυρος αυτής, η οποία έλαβε δάνειο με σκοπό την αγορά των εν λόγω ακινήτων, όπως είπε, θέση που δεν προκύπτει να καταρρίπτεται. Επίσης, προκύπτει να αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι, αυτοί κατέβαλαν στην κατηγορούμενη το αρχικό ποσό των £30,000 που αποτελούσε την προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου του Μουττάλου και επίσης πλήρωσαν και τις υποθήκες με τις οποίες βαρύνονταν τα ακίνητα της κατηγορούμενης και οφείλεται το υπόλοιπο ποσό. Η θέση αυτή όμως δεν φαίνεται να συνάδει με την εκδοχή της κατηγορούμενης η οποία υποστήριξε ότι δεν έλαβε κανένα ποσό από τους παραπονούμενους. Σε κάθε περίπτωση και σε ότι αφορά και σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι έγιναν πληρωμές για το τίμημα των αγορών, με την εξόφληση των υποθηκών που υπήρχαν στα ακίνητα της κατηγορουμένης, όπως ήταν η θέση που υποβλήθηκε στη μάρτυρα αλλά και με επιταγές της εταιρείας Pafiaterra. Δεν παραγνωρίζω ότι όπως προκύπτει από το τεκμήριο 58Β και τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 κάποιες επιταγές εκδόθηκαν επ' ονόματι της κατηγορουμένης, υπογράφηκαν από αυτή και κατατέθηκαν σε λογαριασμό της μάρτυρος αυτής και συγγενικών της προσώπων, αλλά ουδέποτε υποδείχθηκαν στη μάρτυρα αυτή οι εν λόγω επιταγές για να δώσει την εκδοχή της και να εξηγήσει τον τρόπο που είχαν τις δοσοληψίες μεταξύ τους και τους λόγους που έγινε αυτό. Εν πάση περιπτώσει όμως, ακόμη και να θεωρηθεί ότι αριθμός επιταγών υπογράφονταν από την κατηγορούμενη και επιστρέφονταν τα χρήματα πίσω στη μάρτυρα αυτή ή για λογαριασμό της, σε αντίθεση με τα όσα η ίδια είπε, αυτό δεν μπορεί να καταρρίψει την εκδοχή της περί γνήσιων και κανονικών πωλήσεων. Ούτε μπορεί, ιδιαίτερα, να καταρρίψει τη θέση της ότι ουδέποτε η ίδια συμφώνησε να επιστρέψει πίσω στην κατηγορούμενη τα ακίνητα τα οποία αγόρασε η εταιρεία που αντιπροσώπευε άνευ ανταλλάγματος και ότι τα επίδικα τεκμήρια 3 - 6, που της υποδείχθηκαν δεν υπογράφηκαν από αυτή. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι στην ολότητα της με την πιο πάνω διευκρίνιση σε σχέση με το ύψος του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά των επίδικων ακινήτων. Ο Μ.Κ.6 ήταν συνιδιοκτήτης και μέτοχος των εταιρειών CYBOSTON LTD και IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION & DEVELOPING LTD. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του και εκείνο το οποίο προκύπτει από αυτή, είναι ότι ο ίδιος δεν είχε άμεση σχέση με τις επίδικες αγοραπωλησίες. Αυτός όπως ανάφερε είχε καθήκοντα εργοταξίου και ότι όλα αυτά γίνονταν από τον Μ.Κ.2, ο οποίος τον ενημέρωνε. Ανάφερε όμως ότι όταν ετοιμάζονταν τα συμβόλαια τα υπόγραφαν σε δικηγόρο, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και μπορώ να την αποδεχθώ. Παρευρέθηκε σε κάποιες συναντήσεις στα γραφεία τους με την κατηγορούμενη μόνο από ότι έχει προκύψει και ο ίδιος δεν είχε άμεση σχέση με αυτή ούτε με τις δοσοληψίες των εταιρειών του, τις οποίες χειριζόταν ο Μ.Κ.
- Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε στην κατάθεση του στις αγοραπωλησίες των επίδικων ακινήτων και είπε ότι αυτά εξοφλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στο όνομα των εταιρειών τους. Το ότι αυτά μεταβιβάστηκαν στις εταιρείες τους προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός. Πέραν τούτου, αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του ότι εξοφλήθηκε ολόκληρο το τίμημα για τις εν λόγω αγορές με το μάρτυρα να αναφέρει ότι από ότι γνωρίζει αυτό εξοφλήθηκε. Δεν είναι βασικό επίδικο ζήτημα το κατά πόσο εξοφλήθηκε το τίμημα για την αγορά των ακινήτων στην παρούσα υπόθεση. Εντούτοις όμως, δεν μπορώ να εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ένεκα της γενικότητας των αναφορών του αλλά και κυρίως διότι υπεύθυνος για τις εν λόγω δοσοληψίες ήταν ο Μ.Κ.2 και τα όσα ανάφερε προέρχονταν κυρίως από ενημέρωση που είχε. Όσον αφορά τις αναφορές του για τα τεκμήρια 3 και 4, τα οποία του υποδείχθηκαν και ότι η μονογραφή και υπογραφή του σε αυτά, δεν έγιναν από τον ίδιο, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ την πιο πάνω θέση του. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και κατηγορηματικός για το ζήτημα αυτό, αλλά ούτε προκύπτει να αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή ή να του υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. Σε σχέση με τις αναφορές του ότι και τα υπόλοιπα έγγραφα είναι πλαστογραφημένα διότι κανένας από αυτούς που αναφέρονται σε αυτά τα υπέγραψε, ο μάρτυρας είπε ότι όταν τα είδαν όλοι είπαν ότι δεν τα υπέγραψαν. Ήταν κατηγορηματικός όμως για τον εαυτό του, ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε τα τεκμήρια 3 και
- Όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα και κατά πόσο υπογράφηκαν από τα άλλα αναφερόμενα πρόσωπα, αυτό θα προκύψει από την μαρτυρία των ιδίων. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Κ.7 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας και παράθεσε τη δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 4 ως τα φωτοαντίγραφα των πωλητηρίων εγγράφων που ετοίμασε, κατόπιν οδηγιών της κατηγορούμενης. Είπε ότι όλα τα στοιχεία και λεπτομέρειες που αναφέρονται σε αυτά, τα πήρε από τα προηγούμενα πωλητήρια έγγραφα με τα οποία η κατηγορούμενη πώλησε τα ακίνητα της και τα οποία του είχε παραδώσει. Αναφέρει στην κατάθεση του ότι η κατηγορούμενη του είπε ότι ήθελε να τα αγοράσει πίσω αλλά δεν του ανάφερε το λόγο. Δεν έχω διακρίνει κάτι το μεμπτό από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης η μαρτυρία του. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.8 ήταν ο σύζυγος της Μ.Κ.5 και ανάφερε ότι οι παραπονούμενες εταιρείες κατά το έτος 2008 τον κάλεσαν και υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων σε κάποια αγοραπωλητήρια έγγραφα που αφορούσαν αγορές τεμαχίων και καταστημάτων από την κατηγορούμενη. Πέραν τούτου, η ουσία και το βασικό με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε, ήταν κατά πόσο ο ίδιος υπέγραψε στη θέση «ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ» στα τεκμήρια 3 και 4 καθώς επίσης και στα τεκμήρια 14 και 15 που του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε στα εν λόγω τεκμήρια. Δεν έχω διακρίνει κάτι το μεμπτό στις αναφορές του αυτές. Επίσης, οι θέσεις του αυτές δεν φάνηκε να έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ούτε του υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη θέση. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει φανεί ότι τα όσα πιο πάνω ανάφερε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ούτε έχει προκύψει ότι αυτός υπέγραψε στα εν λόγω τεκμήρια, ούτε ότι οι υπογραφές που φαίνονται πάνω από το όνομα του, έγιναν από τον ίδιο. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για τα πιο πάνω και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη και γνώμη ότι τις εν λόγω υπογραφές και πλαστογραφία, κατά τη θέση του, τις έκανε η κατηγορούμενη η οποία είχε οικονομικό συμφέρον. Ο μάρτυρας αυτός όμως είναι προφανές ότι δεν είχε ιδίαν γνώση για ένα τέτοιο γεγονός, ότι δηλαδή είναι η κατηγορούμενη που υπέγραψε στη θέση του και η δήλωση ήταν η προσωπική του άποψη. Κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή του τη θέση και εν πάση περιπτώσει αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο στη βάση των τελικών του ευρημάτων. Όσον αφορά τη θέση που του υποβλήθηκε ότι αυτός απείλησε την κατηγορούμενη ότι αν δεν αποσύρει την αγωγή και τα έγγραφα που κατάθεσε στο Κτηματολόγιο θα της κάνουν ποινική υπόθεση, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε έγινε ένα τέτοιο πράγμα, θέση που επίσης μπορώ να αποδεχθώ. Ο μάρτυρας αυτός λοιπόν, κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την δική του θέση αναφορικά με τις υπογραφές που αποδίδονται σε αυτόν στα τεκμήρια 3, 4 και 14 και 15 και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, και ως εκ τούτου την αποδέχομαι με την πιο πάνω διευκρίνιση σε σχέση με τη θέση που εξέφρασε ότι είναι η κατηγορούμενη που πλαστογράφησε την υπογραφή του. Ο Μ.Κ.9 αναφέρθηκε στα επίδικα πωλητήρια έγγραφα ημερ. 04/05/2009 καθώς επίσης και στην επιστολή ημερομηνίας 03/09/2009 και Έγγραφο Συγκατάθεση ημερομηνίας 10/10/2009, ως εκ της θέσεως και ιδιότητας του. Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο προϊστάμενος του κλάδου φορολογίας ακίνητης ιδιοκτησίας και κεφαλαιουχικών κερδών του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Πάφου. Έχω λάβει υπόψη μου την μαρτυρία του και κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός, ήταν μάρτυρας αλήθειας. Προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την δική του εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση ως εκ της ιδιότητας του. Δεν έχει προκύψει να είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση ούτε ότι ήθελε να μεροληπτήσει υπέρ κάποιου από τους διαδίκους. Αναγνώρισε τα αντίγραφα των πωλητηρίων εγγράφων, τεκμήρια 3 και 4 ότι αφορούν τις συγκεκριμένες πωλήσεις για τις οποίες η κατηγορούμενη αποτάθηκε κοντά του και στο Τμήμα του για να διεκδικήσει την επιστροφή των φόρων. Δεν παραγνωρίζω ότι ο μάρτυρας στην κατάθεση του ανάφερε ότι τα εν λόγω πωλητήρια που του παρουσιάστηκαν ήταν αντίγραφα αλλά δεόντως χαρτοσημασμένα, αλλά προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία του ότι επρόκειτο για τις ίδιες πωλήσεις και αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 4 ως αυτά που του παρουσιάστηκαν στο γραφείο του. Αναγνώρισε επίσης και τα τεκμήρια 5 και 6, ότι και αυτά του παρουσιάστηκαν από την κατηγορούμενη. Ιδιαίτερα σημαντικό από τη μαρτυρία του, είναι ότι ο μάρτυρας αυτός είπε ότι η κατηγορούμενη αποτάθηκε κοντά του και ζήτησε επιστροφή των φόρων για τις συγκεκριμένες πράξεις. Δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του ότι ενδεχομένως το αίτημα της κατηγορούμενης να αφορούσε άλλες πράξεις και πωλήσεις που η ίδια έκανε. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός φάνηκε να ήταν πολύ καλός γνώστης της όλης υπόθεσης και να είχε στην κατοχή και φύλαξη του το φάκελο, τον οποίο τηρούσε το Τμήμα Φορολογίας για την παρούσα υπόθεση και αφορούσε στα συγκεκριμένα ακίνητα της κατηγορούμενης. Είναι ξεκάθαρο επίσης από τη μαρτυρία του, ότι μια επιστολή από το δικηγόρο Χρίστο Κλήριδη ημερομηνίας 18/09/2009 που του υποδείχθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αφορούσε την ακύρωση της πράξης του ακινήτου της κατηγορούμενης στο Μούτταλο και ότι αν θυμάται καλά εκεί έγινε η επιστροφή των φόρων. Εξήγησε επίσης το λόγο που το αίτημα της κατηγορούμενης δεν ικανοποιήθηκε και συγκεκριμένα είπε ότι δεν θα μπορούσε να γίνει επιστροφή των φόρων τη στιγμή που είχαν προηγηθεί οι μεταβιβάσεις. Αντεξετάστηκε κατά πόσο υπήρχε στο φάκελο της υπόθεσης σχετική επιστολή της δικηγόρου κας Γεωργιάδου με την οποία να ενημερωνόταν το Γραφείο του ότι θα προχωρούσε η κατηγορούμενη με αγωγή για ακύρωση των εν λόγω μεταβιβάσεων, με το μάρτυρα να απαντά ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε προς το Τμήμα του αν και θυμάται να του ανάφερε η κατηγορούμενη ότι ετοίμαζε μια τέτοια επιστολή η δικηγόρος της και της είπε να την παρουσιάσει στην αγωγή της στο Δικαστήριο. Ανεξάρτητα της ύπαρξης ή μη όμως της εν λόγω επιστολής στο φάκελο, η θέση του μάρτυρα ήταν ότι δεν θα άλλαζε κάτι στην απόφαση του για το ζήτημα της επιστροφής των φόρων. Πέραν των πιο πάνω και αναφορικά με το χρόνο που τα έγγραφα στα οποία ο Μ.Κ.9 έκανε αναφορά ότι του παρουσιάστηκαν στο γραφείο του, ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του, ότι τα πωλητήρια έγγραφα του παρουσιάστηκαν στις 06/08/2009 ενώ η επιστολή ημερομηνίας 03/09/2009 και 10/10/2009 στις 14/10/
- Διευκρίνισε στην αντεξέταση του ότι σε σχέση με την έγγραφο συγκατάθεση, στην κατάθεση του αναφέρει ότι αυτή φέρει ημερομηνία 10/10/2009 και του παρουσιάστηκε στις 14/10/
- Περαιτέρω, προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση για τις δοσοληψίες της κατηγορούμενης με τις παραπονούμενες εταιρείες αλλά από ότι γνωρίζει, ο σύζυγος της, ο οποίος είναι συνάδελφος του είχε έντονες αντιδράσεις στο να αποξενώνει την περιουσία της με οποιοδήποτε τρόπο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.10 αναφέρθηκε στα δύο πωλητήρια έγγραφα, τεκμήρια 3 και 4 και είπε ουσιαστικά ότι αυτά χαρτοσημάνθηκαν από το Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος, στο οποίο εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε στο κατά πόσο τα δύο έγγραφα που της υποδείχθηκαν είναι αυτά τα οποία χαρτοσημάνθηκαν και της υποβλήθηκε ότι δεν είναι αυτά. Είπε όμως ότι αυτά είναι φωτοαντίγραφα αυτών που χαρτοσημάνθηκαν και τα αναγνωρίζει από το περιεχόμενο τους. Χαρτοσημάνθηκαν είπε τα πρωτότυπα και πιστά αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων από το Γραφείο της βασιζόμενη στα στοιχεία που εξέτασε και τις αποδείξεις τις οποίες αναφέρεται στην κατάθεση της. Είναι γεγονός ότι δεν κατατέθηκαν οι εν λόγω αποδείξεις αλλά η ουσία είναι ότι δεν προκύπτει από την αντεξέταση να αμφισβητήθηκε ότι τα συγκεκριμένα πωλητήρια παρουσιάστηκαν στο Γραφείο του Φόρου για χαρτοσήμανση αλλά ότι δεν είναι τα τεκμήρια 3 και 4 που παρουσιάστηκαν. Η μάρτυρας είπε ότι πολλές φορές στο Δικαστήριο κατατίθενται αντίγραφα των εγγράφων που δεν είναι χαρτοσημασμένα. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αντίστοιχα με τα τεκμήρια 3 και 4 πωλητήρια έγγραφα παρουσιάστηκαν στις 21/05/2009 στο Γραφείο του Φόρου για χαρτοσήμανση. Το ότι τα συγκεκριμένα πωλητήρια έγγραφα χαρτοσημάνθηκαν από το Γραφείο του Φόρου, προκύπτει και από την μαρτυρία του Μ.Κ.9 ανωτέρω, στον οποίο παρουσιάστηκαν τα συγκεκριμένα πωλητήρια χαρτοσημασμένα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι αυτά χαρτοσημάνθηκαν φαίνεται να προκύπτει και από την μαρτυρία της κατηγορουμένης, η αξιολόγηση της οποίας θα γίνει κατωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει ποιος παρουσίασε στο Γραφείο της τα εν λόγω έγγραφα για χαρτοσήμανση αλλά είπε ότι οι αποδείξεις εκδόθηκαν στο όνομα Ζωούλα Ευσταθίου, θέση που δεν προκύπτει να έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Διευκρίνισε επίσης ότι για να εκδοθούν οι αποδείξεις στο πιο πάνω όνομα, σημαίνει ότι είτε η ίδια τα παρουσίασε ή θα πλήρωσε με μετρητά μέσω κάποιου αντιπροσώπου της ή με επιταγή λογαριασμού πελάτης (client a/c). Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ όλα τα πιο πάνω που η μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει ότι δεν έλεγε την αλήθεια ή ότι είχε οποιοδήποτε άλλο λόγο για να προβεί στις εν λόγω αναφορές. Η μαρτυρία της προκύπτει από τα όσα η ίδια διαπίστωσε από το αρχείο του Γραφείου της και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως εκ της ιδιότητας της. Επομένως, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.11 αναφέρθηκε στα τεκμήρια 3 - 7 για να πει ότι είναι αυτά που βρίσκονται κατατεθειμένα στην αίτηση ημερομηνίας 09/06/2010 στην Αγ. Αρ. XXXXX/10 Ε.Δ. Πάφου, τα οποία αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν έτυχε αμφισβήτησης, πέραν από κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με την πορεία της πιο πάνω αγωγής. Δεν έχω διακρίνει κάτι το μεμπτό από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχθώ και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.12 αναφέρθηκε στα επίδικα πωλητήρια έγγραφα και είπε ότι αυτά στις 26/05/2009 τα παρουσίασε η κατηγορούμενη για κατάθεση και αφού κατατέθηκαν έλαβα αρ. ΠΩΕ 539/09 και 540/
- Επίσης, είπε ότι η κατηγορούμενη στις 04/08/2009 μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και τα απέσυρε. Η μάρτυρας αυτή υιοθέτησε την κατάθεση της, Έγγραφο 33 και σε περαιτέρω εξέταση της αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 4 ως αυτά που κατάθεσε η κατηγορούμενη στο Κτηματολόγιο και τα οποία μετέπειτα απέσυρε. Η μάρτυρας αυτή όπως προέκυψε ήταν πρώην κτηματολογικός γραφέας και δεν ήταν σε θέση να θυμάται και δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τα όσα ανάφερε στην κατάθεση της. Παρόλα αυτά εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι κατά την αντεξέταση της, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση ότι όντως κατά τις ημερομηνίες που αναφέρθηκε, η κατηγορούμενη παρουσίασε στο Κτηματολόγιο πωλητήρια έγγραφα, όπως τα περιγράφει στην κατάθεση της. Ούτε ότι έλαβαν συγκεκριμένο αριθμό και ότι η ίδια στις 04/08/2009 τα απέσυρε. Άλλωστε και η ίδια η κατηγορούμενη στη μαρτυρία της παραδέχεται τα πιο πάνω γεγονότα. Η αντεξέταση της επικεντρώθηκε στο ζήτημα ότι δεν είναι τα τεκμήρια 3 και 4 που παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο για κατάθεση αλλά τα τεκμήρια 14 και 15 που της υποδείχθηκαν. Η μάρτυρας ούτε σε αυτό ήταν σε θέση να απαντήσει, πέραν του ότι διέκρινε ότι τα τεκμήρια 14 και 15 είναι χαρτοσημασμένα ενώ τα τεκμήρια 3 και 4 όχι. Επίσης, στο τεκμήριο 14 δίπλα από τη θέση της PAFIATERRA LTD αναγράφεται και το όνομα XXXXX Κούπανου και εξήγησε ότι όταν πρόκειται για εταιρείες ζητείται η διευκρίνιση του ονόματος που υπέγραψε εκ μέρους των εταιρειών στο πωλητήριο έγγραφο. Έχω λάβει υπόψη μου τα πιο πάνω και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα η μάρτυρας αυτή ανάφερε. Είτε κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο τα τεκμήρια 3 και 4 είτε τα τεκμήρια 14 και 15, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης, η ουσία είναι ότι τα πωλητήρια έγγραφα που κατατέθηκαν αφορούσαν την πώληση και αγορά των επίδικων ακινήτων από την κατηγορούμενη και δεν μπορεί να είναι οποιαδήποτε άλλα έγγραφα πέραν των πιο πάνω, που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Επίσης, η διαφορά των τεκμηρίων 3 και 4 με τα τεκμήρια 14 και 15 επεξηγούνται από τους γραφολόγους, η αξιολόγηση της μαρτυρία των οποίων ακολουθεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της με τις πιο πάνω επισημάνσεις. Θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία των δύο γραφολόγων που έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Μ.Κ.1 και Μ.Υ.
- Οι μάρτυρες αυτοί θεωρούνται εμπειρογνώμονες και είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται και αξιολογείται η μαρτυρία τους. Κατ΄ αρχή το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας έχει τα απαραίτητα και αναγκαία προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομοληγηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι έχω ικανοποιηθεί ότι αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί έχουν τα απαραίτητα προσόντα και πείρα να αναφερθούν στα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο τα προσόντα και πείρα του, τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεχθώ (βλ. τεκμήριο 1 α)). Προκύπτει από το περιεχόμενο του ότι ο μάρτυρας αυτός από τις 18/06/2012 είναι υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε Αρχηγείου της Αστυνομίας. Επίσης, έτυχε εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης σε θέματα Δικαστικής Γραφολογίας σε διάφορες χώρες. Περαιτέρω, είναι κάτοχος πιστοποιητικού διαπίστευσης ISO 17025 που αφορά την δικανική γραφή και υπογραφή (βλ. τεκμήριο 1β)). Ο δε Μ.Υ.1 αναφέρει τα προσόντα του στην έκθεση που ετοίμασε, τεκμήριο 68, στις σελ. 1 -
- Και αυτός ο μάρτυρας προκύπτει να έτυχε εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης σε ζητήματα Δικαστικής Γραφολογίας και έχει την αναγκαία πείρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός από το 2006 - 2012 ήταν Υπεύθυνος του Εργαστηρίου Δικαστικής Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Δεδομένων των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της μαρτυρίας τους. Έχω ανατρέξει και διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας και των δύο αυτών μαρτύρων και δεδομένης και όλης της υπόλοιπης μαρτυρίας, η κύρια και βασική διαφορά στα συμπεράσματα τους εντοπίζεται στην υπογραφή που φέρεται να ανήκει στην XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14, 16 και
- Ενώ και οι δύο συμφωνούν ότι η εν λόγω υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της εν λόγω XXXXX Κούπανου, διαφωνούν στο κατά πόσο μπορεί να συνδεθεί αυτή η υπογραφή με την κατηγορούμενη. Αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 ότι υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι αυτή έγινε από την κατηγορούμενη ενώ ο Μ.Υ.1 αναφέρει ότι αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με την κατηγορούμενη. Ο μεν Μ.Κ.1 εστιάζει στις ομοιότυπες που υπάρχουν σε συγκεκριμένα γράμματα, ο δε Μ.Υ.1 στις διαφορές άλλων γραμμάτων. Πέραν των πιο πάνω, αναφύεται ότι οι δύο μάρτυρες συμφωνούν στη σύγκριση των τεκμηρίων 3, 4, 5, 6 και 7 με τα τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και
- Συμφωνούν επίσης στο ότι η υπογραφή στη θέση «ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ» στην 2η σελίδα του τεκμηρίου 14 πάνω από την αναγραφή «CYBOSTON» δεν ανήκει στον XXXXX Νεοφυτίδη αλλά ότι πρόκειται για προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή του. Συμφωνούν επίσης ότι η υπογραφή που φέρεται να αποδίδεται στον XXXXX Σωμαράκη στο τεκμήριο 14, κάτω από τη θέση «ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ» δεν είναι γνήσια δική του υπογραφή αλλά προσπάθεια αντιγραφής και απομίμησης. Εκτός από τα πιο πάνω, φαίνεται να διαφωνούν και στα συμπεράσματα τους αναφορικά με το βαθμό βεβαιότητας κατά πόσο οι υπογραφές των υπολοίπων εμπλεκομένων τους ανήκουν. Ο Μ.Κ.1 προέβηκε σε κάποια συμπεράσματα σε σχέση με τις υπογραφές του XXXXX Νεοφυτίδη και XXXXX Σωμαράκη που φαίνονται στη 2η σελίδα του τεκμηρίου 15 και το οποίο αποτελεί φωτοαντίγραφο. Συγκεκριμένα, είπε ότι υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι οι υπογραφές αυτές δεν τους ανήκουν και αποτελούν προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης ενώ ο Μ.Υ.1 είπε ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη διότι είναι φωτοαντίγραφα. Όσον αφορά τις υπογραφές που φέρεται να αποδίδονται στην XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14 και 16, ο Μ.Κ.1 είπε ότι υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι δεν είναι δικές της ενώ ο Μ.Υ.1 ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μην είναι δικές της. Για την υπογραφή που φέρεται να αποδίδεται στο πιο πάνω πρόσωπο στο τεκμήριο 15, ο Μ.Κ.1 εκφράζει υποψία ότι δεν είναι δική της αλλά προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης της ενώ ο Μ.Υ.1 δεν μπορεί να εκφέρει άποψη λόγω του ότι είναι φωτοαντίγραφο. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 αναφέρει ότι οι μονογραφές στα τεκμήρια 14, 15 και 17 που φέρεται να αποδίδονται στον XXXXX Πενταρά υπάρχει υποψία να μην είναι γνήσιες δικές τους αλλά προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης τους. Λαμβάνοντας υπόψη μου τις πιο πάνω διαφορές στη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών, ολόκληρη τη μαρτυρία εκάστου από αυτούς και την υπόλοιπη μαρτυρία, θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους επί της ουσίας. Κατ' αρχή θα πρέπει να αναφέρω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες προκύπτει να είναι άρτια καταρτισμένοι και να έχουν αρκετή πείρα σε γραφολογικές εξετάσεις. Παρά ταύτα όμως, κρίνω, για τους λόγους που θα αναφερθώ κατωτέρω, ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και να εξάξω τα δικά μου συμπεράσματα παρά σε αυτή του Μ.Υ.
- Ως γενική αποτίμηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, κρίνω ότι αυτός ήταν ειλικρινής μάρτυρας και προσπάθησε να βοηθήσει το Δικαστήριο κατά το μέγιστο, στο βαθμό πάντοτε, που του επιτρεπόταν ακολουθώντας επιστημονικές κατευθύνσεις και θεωρίες. Έχουν επεξηγηθεί πλήρως τα συμπεράσματα του κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει ότι τα συμπεράσματα του καθοδηγούνταν από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή ήταν επηρεασμένος από τις έρευνες που διεξάγονταν εναντίον της κατηγορούμενης. Από την άλλη ο Μ.Υ.1, έχω διαπιστώσει να επιχείρησε να παρουσιάσει την ευνοϊκότερη εκδοχή που μπορούσε για την κατηγορουμένη και να βοηθήσει την υπόθεση της, επιχειρώντας να υποβαθμίσει κάποια των συμπερασμάτων του αλλά και αποσυνδέοντας την υπογραφή της XXXXX Κούπανου από την κατηγορούμενη, διαφοροποιούμενος από τον Μ.Κ.1, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.1 επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που ακολούθησε και διενέργησε τις απαιτούμενες εξετάσεις (συγκριτική αναλυτική μέθοδος) και τεκμηρίωσε το κάθε συμπέρασμα του, καταθέτοντας στο Δικαστήριο και συγκριτικούς πίνακες (βλ. τεκμήρια 19 και 19 α)). Σε σχέση με την φερόμενη υπογραφή της XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14, 16 και 17 κατ' αρχή είπε ότι υπάρχουν διαφορές κατ' ουσία και δεν μπορούν να συνδεθούν με την γνήσια υπογραφή του εν λόγω προσώπου. Αναφορικά με το ζήτημα της σύνδεσης τους με την κατηγορούμενη, εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια το συμπέρασμα του, αναφερόμενος και στο συγκριτικό πίνακα αρ. 6, τεκμήριο 19 α). Αναφερόμενος στις αμφισβητούμενες υπογραφές είπε ότι η γραφή η οποία περιέχεται στα γράμματα δεν είναι φυσιολογικά με αυτοματισμό. Υπάρχει μια μικρή αστάθεια και ίσως είπε να είναι στην προσπάθεια του συγγραφέα της υπογραφής να ξεφύγει από τον φυσιολογικό τρόπο γραφής του ή να σχηματίσει γραφή η οποία μοιάζει στο πρόσωπο με το οποίο αποδίδεται η υπογραφή. Για αυτό το λόγο, συνέχισε, είναι αδύνατο να εντοπιστούν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα πλήρους βεβαιότητας, εξηγώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη θέση του περί ισχυρής πεποίθησης. Πέραν τούτου όμως, ο μάρτυρας επεξήγησε τις ομοιότητες που εντόπισε και τον οδήγησαν στο συμπέρασμα αυτό. Είπε ότι ο τρόπος σχηματισμού του γράμματος «α», είναι κάπως ιδιόμορφος, δηλαδή σχηματίζεται ο κύκλος και στο πάνω μέρος του κύκλου υπάρχει μια κάθετη γραμμή και στη συνέχεια σχηματίζεται το αγκίστριο ή μπαστουνάκι στη δεξιά πλευρά. Αυτά είπε υπάρχουν και στα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, τεκμήρια 10Α - 10Ε. Αναφέρθηκε επίσης στο γράμμα «Κ» και στον τρόπο σχηματισμού του, ότι δηλαδή γίνεται με μια κάθετη γραμμή και στη συνέχεια ένα φιογκάκι, όπου στο πάνω μέρος στην άκρια, υπάρχει μια μικρή επαναφορά της πένας, ένα μικρό αγκίστριο, κάτι που φαίνεται και στα δείγματα που αποδίδονται στην κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε στην ένωση των γραμμάτων «α,ν» όπου φαίνεται να υπάρχει στα δείγματα της κατηγορούμενης καθώς επίσης και ο τρόπος σχηματισμού του γράμματος «ω». Επίσης, ο τρόπος σχηματισμού του «ου» υπάρχει και στα δείγματα γραφής της κατηγορούμενης. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του εξήγησε γιατί στην περίπτωση της υπογραφής της XXXXX Κούπανου, ήταν σε θέση να καθορίσει τον συγγραφέα της ενώ στις άλλες υπογραφές δεν μπορούσε. Είπε ότι πρόκειται για υπογραφή ολογράφως με γράμματα του αλφαβήτου, παρά μια γραφική παράσταση και παρόλο που φαίνεται μια αργή γραφή, ίσως στην προσπάθεια αλλαγής του φυσιολογικού τρόπου γραφής του συγγραφέα, εντούτοις ο συγγραφέας αφήνει στοιχεία της γνήσιας υπογραφής του. Γι αυτό είπε στην παρούσα περίπτωση μπόρεσε και προχώρησε σε σύγκριση. Δεν έχει προκύψει επίσης ο μάρτυρας να ακολούθησε λανθασμένη μέθοδο κατά τη σύγκριση. Άλλωστε και ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβήτησε τις ομοιότητες που ο μάρτυρας αυτός εντόπισε πλην αυτών που θα αναφερθούν κατωτέρω. Υποβλήθηκε στο Μ.Κ.1, η θέση ότι υπάρχουν εμφανείς διαφορές στον τρόπο γραφής των γραμμάτων «Μ», «α», «Κ» και «ν» οι οποίες φαίνονται με γυμνό μάτι. Ο μάρτυρας έδωσε πλήρης εξήγηση και για το ζήτημα αυτό. Είπε συγκεκριμένα ότι γενικά δεν υπάρχει γραφή η οποία να είναι πανομοιότυπη με άλλη. Ακόμη και ο ίδιος συγγραφέας δεν γράφει πανομοιότυπα δύο φορές. Και όταν κάποιος προσπαθεί να ξεφύγει από τον φυσιολογικό τρόπο γραφής του, αυτός ο άξονας παραλλαγής μεγαλώνει. Ως εκ τούτου, θα υπάρχουν εμφανείς διαφορές. Συνοψίζοντας, είπε ότι έλαβε υπόψη του τις ομοιότητες και τις διαφορές και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα της ισχυρής πεποίθησης και όχι της βεβαιότητας που είναι το πρώτο σκαλοπάτι. Και τούτο, αφού εξήγησε τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά στα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω και ανάφερε και στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, εξήγησε γιατί είναι αδύνατο ένα πρόσωπο κατά τη λήψη από αυτό δειγμάτων γραφής και υπογραφής να ξεφύγει από το φυσιολογικό τρόπο γραφής του, θέση που αποδέχομαι αφού δεν υπάρχει και αντίθετη άποψη σε σχέση με τα δείγματα γραφής που λήφθηκαν από την κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε επίσης και σε όλα τα δείγματα γραφής και υπογραφής για να πει ότι τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονταν έδιναν γνησιότητα. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν εξέτασε ούτε γνώριζε τη σχέση των εμπλεκόμενων σε αυτή την υπόθεση. Ούτε αυτό θα τον βοηθούσε είπε στην εξέταση των εγγράφων. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαφορετική θέση και αυτό καταδεικνύει και την αντικειμενικότητα του μάρτυρα αυτού, ο οποίος ουσιαστικά βασίστηκε στα επιστημονικά κριτήρια και μόνο στο να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Εν όψει όλων των πιο πάνω, των εξηγήσεων που ο μάρτυρας έδωσε για κάθε συμπέρασμα του και της ειλικρίνειας του, που απώτερο σκοπό και στόχο είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα του. Από την άλλη ο Μ.Υ.1, ανάφερε ότι δεν μπορεί να εκφέρει οποιαδήποτε γνώμη για τις υπογραφές των τεκμηρίων 3, 4, 5, 6, 7 και 15 διότι αυτά είναι φωτοαντίγραφα. Παράπεμψε στο σύγγραμμα του Κωνσταντίνου Βέννη, Τόμος 1 και ήταν της άποψης ότι δεν μπορεί κάποιος να εξετάσει τέτοιου είδους έγγραφα. Φυσικά, αναφέρθηκε και στις περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να εκφέρει τέτοια άποψη για αντίγραφο, αλλά δεν ήταν η παρούσα περίπτωση είπε. Κατ΄ αρχή το θέμα αυτό δεν έχει τεθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 για να δώσει τις απόψεις του και να εξηγήσει κατά πόσο ήταν δυνατό στην παρούσα περίπτωση να προβεί σε αποτέλεσμα όσον αφορά τις υπογραφές στα αντίγραφα. Ούτε έτυχαν αμφισβήτησης τα ευρήματα και αποτελέσματα του Μ.Κ.1 σε σχέση με την εξέταση των φωτοαντιγράφων. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεράσπιση οφείλει να θέσει την εκδοχή και θέσεις της προς τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για να έχουν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν. Σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να μπορεί να αξιολογήσει τις θέσεις που προβάλλονται μονομερώς από την υπεράσπιση και έχει διακριτική ευχέρεια να τις αγνοήσει (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 και Βάσος Τάκη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Στην παρούσα περίπτωση, η θέση αυτή του Μ.Υ.1 ότι δεν ήταν δυνατό να εξεταστούν τα φωτοαντίγραφα, δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 για να επεξηγήσει λεπτομερώς τη θέση του και καθίσταται δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως θα προχωρήσω να αξιολογήσω τις θέσεις αυτές του μάρτυρα, λαμβανομένου υπόψη και της αντεξέτασης που έτυχε στο ζήτημα αυτό και των θέσεων που του υποβλήθηκαν. Κατ' αρχή η βασική και αρχική θέση που εκφράστηκε από το Μ.Υ.1 ότι επειδή είναι αντίγραφα δεν μπορεί να εκφέρει οποιαδήποτε άποψη ή να τα εξετάσει δεν συνάδει με το σύγγραμμα στο οποίο παράπεμψε το οποίο και αναφέρει ότι μπορεί να γίνει μια τέτοια εξέταση στην περίπτωση που δεν υπάρχει το πρωτότυπο έγγραφο και υπό κάποιες προϋποθέσεις και επιφυλάξεις σε σχέση με την γνώμη που θα εκφραστεί. Για να είμαι δίκαιος, ο μάρτυρας αυτός στην έκθεση του αναφέρει ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τα εν λόγω έγγραφα διότι δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια οι αμφισβητούμενες υπογραφές σε αυτά και ότι αυτές δεν είναι σαφώς διαφορετικές από τις υπογραφές των προσώπων στα οποία αποδίδονται. Εδώ είναι γεγονός ότι δεν υπήρχε πρωτότυπο των εγγράφων αυτών και ειδικότερα του τεκμηρίου 15 και το ερώτημα είναι κατά πόσο κάποιος αντικειμενικός γραφολόγος θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να προβεί σε εξέταση και να καταλήξει σε κάποιο αποτέλεσμα; Υποδείχθηκε στο μάρτυρα η σελίδα 84 του Βιβλίου του κ. Κωνσταντίνου Βέννη και του υποβλήθηκε ότι σε αυτό αναφέρεται ότι τα αντίγραφα μπορεί να έχουν τέτοια ποιότητα, ώστε ο ειδικός να είναι σε θέση να διαπιστώσει μια σημαντική διαφορά σε ένα ή περισσότερα βασικά στοιχεία σύγκρισης, ήτοι διαφορές στις αναλογίες ή ακόμη στην προχειρότητα της σχεδιαστικής απομίμησης ή ίχνη προσχεδιασμού. Παρόλο που υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη συγκριτική αντιπαραβολή, είναι δυνατό να προσδιοριστούν σημαντικές διαφορές και ρυθμού και γραφής. Ο μάρτυρας συμφώνησε με αυτή τη θέση που εκφράζεται στο εν λόγω σύγγραμμα και ερωτούμενος κατά πόσο έπρεπε να προχωρήσει με την εξέταση των αντιγράφων, επικεντρώθηκε πλέον στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης για να πει ότι κατά τη γνώμη του τα εν λόγω δεδομένα δεν πληρούνταν. Εξέφρασε απορία και κατά πόσο τα αντίγραφα αυτά είναι αποτέλεσμα πολλαπλής φωτοτύπησης. Είπε επίσης ότι οι υπογραφές δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια και ότι κατά πόσο ένα έγγραφο είναι καλής ή κακής ποιότητας είναι υποκειμενικό. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω, δεν μου παρέχουν την ευχέρεια να αποδεχθώ τη θέση του που αφορά τα επίδικα αντίγραφα. Οι εξηγήσεις του σε σχέση με την ποιότητα των αντιγράφων στην παρούσα περίπτωση ήταν γενικές. Επίσης, κατέληξε στη θέση ότι το όλο ζήτημα είναι υποκειμενικό και ότι το πού θα καταλήξει ένας γραφολόγος κατά την εξέταση αντιγράφων θα το κρίνει ο ίδιος. Ο ίδιος έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τα εν λόγω έγγραφα. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δίνονται ικανοποιητικές απαντήσεις στο κατά πόσο έστω μπορούσε να τα εξετάσει και να εκφέρει κάποια άποψη, με τις επιφυλάξεις που απαιτούνται, όπως το έπραξε ο Μ.Κ.
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση των υπογραφών που φέρεται να ανήκουν στην κατηγορούμενη στο τεκμήριο 14, στη θέση της αγοράστριας, διότι όπως ανάφερε δεν είχε τέτοια εντολή. Όσον αφορά την υπογραφή της XXXXX Κούπανου στα τεκμήρια 14, 16 και 17, ο μάρτυρας συμφώνησε με τις ομοιότητες που έχουν σε αυτές τα γράμματα «ω», «ο» και «υ» και η ένωση αυτών «ου» αλλά διαφώνησε με τις ομοιότητες που αναφέρθηκε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τα γράμματα «α» και «Κ», με αυτά των υπογραφών της κατηγορούμενης. Είπε επίσης ότι οι ομοιότητες των πιο πάνω γραμμάτων είναι συμπτωματικές καθότι παρουσιάζονται και στις υπογραφές που αποδίδονται στην XXXXX Κούπανου. Παρόλα αυτά δεν έχει εξηγήσει πώς γίνεται οι ομοιότητες αυτές να είναι συμπτωματικές, αφού εξετάζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας αποσυνέδεσε την αμφισβητούμενη υπογραφή της XXXXX Κούπανου με την υπογραφή του εν λόγω προσώπου και είπε ότι δεν είναι γνήσια δική της. Επίσης, κατά την αντεξέταση του είπε ότι οι ομοιότητες αυτές στην υπογραφή της XXXXX Κούπανου, εμφανίζονται σε αρκετές περιπτώσεις και άρα όχι σε όλα τα δείγματα. Επομένως, το ότι φαινομενικά ίσως να καταδεικνύονται ομοιότητες στα εν λόγω γράμματα, θεωρώ ότι δεν έχει καμία σημασία. Σημασία, η οποία έπρεπε να εξηγηθεί, είναι το γεγονός ότι τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα των γραμμάτων «ω», «ο» και «υ» και η ένωση του «ου» ταυτίζεται με αυτά των υπογραφών της κατηγορούμενης. Καθώς επίσης και πώς γίνεται αυτές οι ομοιότητες να είναι συμπτωματικές όπως ανάφερε. Πέραν τούτου και σε σχέση με τον τρόπο σχηματισμού του γράμματος «Κ» επί των αμφισβητούμενων υπογραφών, αναφέρει στην έκθεση του, τεκμήριο 68, σελ. 43, παράγραφος 2 ότι αυτό έχει διαφορετική μορφή και τεχνική σχηματισμού από το δείγμα με αρίθμηση 8.25 του Μ.Κ.
- Συνεχίζει επίσης και τονίζει ότι σε όλα τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, το γράμμα «Κ» έχει την ίδια μορφή και τεχνική σχηματισμού από την κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποιεί δύο τύπους «Κ» και κανένας από αυτούς υπάρχει στις αμφισβητούμενες υπογραφές. Προκύπτει δηλαδή από τα πιο πάνω, όπως το αντιλαμβάνομαι να υπάρχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με την αρχική του τοποθέτηση. Σε σχέση με το γράμμα «α» είπε ότι αυτό γίνεται με δύο κινήσεις στις αμφισβητούμενες υπογραφές ενώ από την κατηγορούμενη με μια κίνηση. Φάνηκε να δέχθηκε ότι υπάρχει ένα μελάνωμα που δημιουργείται στο γράμμα αυτό και το απέδωσε στο σταμάτημα της πρώτης γραφικής κίνησης του «ο». Δεν έχει επεξηγηθεί όμως πως το σταμάτημα - κατάληξη όπως είπε - της κίνησης αυτής μπορεί να δημιουργήσει ένα τέτοιο μελάνωμα όπως φαίνεται στις αμφισβητούμενες υπογραφές, παρά αυτό να είναι δυνατό να δημιουργείται από την ταυτόχρονη αλλαγή της κίνησης για να συμπληρωθεί το γράμμα «α». Πώς μπορεί ένα σταμάτημα σε μια γραφική κίνηση να δημιουργεί ένα τέτοιο μελάνωμα; Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε κατά την κυρίως του εξέταση στο ζήτημα των σφραγίδων για να πει ότι θα έπρεπε να ζητηθεί από τον Μ.Κ.1 να ελέγξει και τις εν λόγω σφραγίδες και η παράλειψη αυτή καθιστά ατελή την εξέταση. Ενώ άφησε να νοηθεί κατά την εξέταση του ότι ενδεχομένως να υπάρχει ζήτημα με την παράλειψη αυτή, εντούτοις κατά την αντεξέταση του, προσπάθησε να ανασκευάσει λέγοντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιο βαθμό θα βοηθούσαν οι σφραγίδες, στην κατοχή ποιού βρέθηκαν, αν βρέθηκαν και πότε και δεν στάληκαν για εξέταση αφήνοντας αιχμές στο ανακριτικό έργο και αποφεύγοντας να απαντήσει πώς αυτό θα επηρέαζε τις εξετάσεις γύρω από τις επίδικες υπογραφές. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω και αυτά που είχα αναφέρει αρχικά ανωτέρω, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, για αυτό θα προτιμήσω τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για να εξάξω τα δικά μου συμπεράσματα. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη κατάθεσε ενόρκως και παράθεσε τη δικής της εκδοχή, καταθέτοντας σωρεία τεκμηρίων για να την υποστηρίξει και καλώντας και τους Μ.Υ.1 -
- Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της κατηγορουμένης, έχω εξετάσει τα τεκμήρια τα οποία έχει καταθέσει για να υποστηρίξει την εκδοχή της και έλαβα υπόψη μου τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης που κάλεσε και όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, έχω λάβει υπόψη μου την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατάθετε ζωντανά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι αυτή δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ούτε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μεταξύ της και των παραπονούμενων στην παρούσα υπόθεση. Επιχείρησε να υποστηρίξει στο Δικαστήριο μια εξωπραγματική, υπό τις περιστάσεις, εκδοχή που και η ίδια παραδέχτηκε ότι δεν συνάδει με την λογική προβάλλοντας τη θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ίδια δεν ενεργούσε με τη λογική. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε όμως για το ζήτημα αυτό και συγκεκριμένα η μαρτυρία του Μ.Υ.5, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί δεν υποστηρίζει με κανένα τρόπο ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε επίγνωση των πράξεων της αλλά ούτε και προωθήθηκε τέτοια εκδοχή στο Δικαστήριο από αυτήν. Πέραν τούτου, ενώ τα βασικά επίδικα θέματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι η πλαστότητα των επίδικων εγγράφων, η σύνδεση της ιδίας με αυτά και η κυκλοφορία τους, προκύπτει να επεκτείνεται στη μαρτυρία της και σε διάφορα άλλα ζητήματα που αφορούσαν τις αρχικές αγοραπωλησίες, το νομότυπων των οποίων δεν αμφισβητεί, σε μια προσπάθεια της, κρίνω, να συσκοτίσει τα επίδικα θέματα. Σημαντικά μέρη της μαρτυρίας και εκδοχής της, όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από τα τεκμήρια που η ίδια κατάθεσε στο Δικαστήριο αλλά ούτε και από τη μαρτυρία που προσκόμισε αλλά αντιθέτως καταρρίπτεται. Η ίδια έχω διαπιστώσει να μην είχε καμία αναστολή να πει ψέματα στο Δικαστήριο και οτιδήποτε μπορούσε να εξυπηρετήσει την εκδοχή της, που παρά τον τρόπο που τα μετέφερε στο Δικαστήριο, δεν συνάδουν με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, δεν δίσταζε να αλλάζει τις αρχικά εκφρασθείσες θέσεις της ανάλογα με τα γεγονότα και τεκμήρια που της τίθονταν και να δίνει διαφορετικές εξηγήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα. Θα προχωρήσω κατωτέρω να αναφερθώ στα ουσιαστικότερα μέρη της εκδοχής της, τις αντιφάσεις που έχω διακρίνει σε αυτά και να εξηγήσω τους λόγους που όλα