Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. SINGH, Αρ. Υπόθεσης: 2471/19, 3/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2471/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Και ...... SINGH Κατηγορούμενος -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3.10.2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δημοσθένους (για ν' ακούσει απόφαση η κα Πίτσιλλου) Για Κατηγορούμενο: κ. Μίσιης Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος σε 11 κατηγορίες. Εις όλες δηλ. τις κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο, πλην της 2ης που έχει διακοπεί. Αυτές αφορούν: Πέντε κατηγορίες για Διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η, 4η, 5η, 7η και 9η). Μία κατηγορία για Κλοπή εκ κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η). Τρείς κατηγορίες για Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η, 8η και 10η). Δύο κατηγορίες για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1), 6
(2), 30, 31 και 38 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του Ν.29/77 όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα, πέραν των όσων αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Στο σημείο αυτό θα αρκεστώ στην παράθεση των χρόνων και των τόπων διάπραξης των αδικημάτων με χρονολογική σειρά και με αναφορά στην κλαπείσα περιουσία και την προκληθείσα ζημιά. - Κατηγορία 7 Στις 19/08/18 στην Αγία Νάπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας, διέρρηξε και εισήλθε στο διαμέρισμα 378 στο συγκρότημα διαμερισμάτων Anthea Apts και έκλεψε το συνολικό ποσό των 1.750 ευρώ. - Κατηγορία 8 Στις 27/08/18 στην Αγία Νάπα διέρρηξε και εισήλθε στο διαμέρισμα με αριθμό 348 του ξενοδοχείου Anthea και έκλεψε διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας 510 ευρώ. - Κατηγορία 6 Στις 28/08/18 στην Αγία Νάπα διέρρηξε και εισήλθε στο διαμέρισμα με αριθμό 349 στο συγκρότημα διαμερισμάτων Anthea Apts και έκλεψε το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο, όλα συνολικής αξίας 300 ευρώ. - Κατηγορία 3 Μεταξύ 14 και 15 Ιουνίου 2019 στην Αγία Νάπα, έκλεψε από το διαμέρισμα 302 του συγκροτήματος διαμερισμάτων SUMMERS χρηματικά ποσά και αντικείμενα συνολικής αξίας 2.970 ευρώ. - Κατηγορία 9 Στις 25/06/19 στην Αγία Νάπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας, διέρρηξε και εισήλθε στο δωμάτιο 237 του ξενοδοχείου Anthea και έκλεψε το ποσό των 1.390 ευρώ. - Κατηγορία 5 Μεταξύ 11 και 12 Ιουλίου 2019 στην Αγία Νάπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας, διέρρηξε και εισήλθε στο δωμάτιο 324 του ξενοδοχείου Anthea και έκλεψε το συνολικό ποσό των 1.920 ευρώ. - Κατηγορία 10 Στις 15/07/19 στην Αγία Νάπα διέρρηξε και εισήλθε στο διαμέρισμα με αρ. 341 στο ξενοδοχείο Anthea και έκλεψε το χρηματικό ποσό των 700 στερλινών. - Κατηγορία 4 Στις 16/07/19 στην Αγία Νάπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας, διέρρηξε και εισήλθε στο δωμάτιο με αρ. 145 του ξενοδοχείου Anthea στην Αγία Νάπα και έκλεψε χρηματικό ποσό και αντικείμενα συνολικής αξίας 1.280 ευρώ. - Κατηγορία 1 Στις 19/7/19 στην Αγία Νάπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας, διέρρηξε και εισήλθε στο δωμάτιο αρ. 138 του ξενοδοχείου Anthea και έκλεψε το συνολικό ποσό των 500 ευρώ. - Κατηγορίες 11 και 12 Την 21/07/19 στην Αγία Νάπα είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 1 γραμμάριο φυτικής ύλης κάνναβης και 0,3 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ζήτησε να ληφθούν υπόψη αναφορικά με τον κατηγορούμενο τα εξής: Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου η έκθεση του γραφείου ευημερίας. Επίσης ανέφερε ότι βίωσε από νεαρή ηλικία τον χωρισμό των γονιών του και έμενε με τη μητέρα του ενώ καμία σχέση δεν υπήρχε με τον πατέρα του. Το λευκό του ποινικό μητρώο. Το νεαρό της ηλικίας του. Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του δικαστηρίου και η συνεργασία του με τις αρχές. Το γεγονός ότι εδώ και τρεις μήνες είναι υπόδικος. Το γεγονός ότι έδειξε μεταμέλεια και εξέφρασε την πρόθεση του να αποζημιώσει τους παραπονούμενους. Παρεμβάλλω ότι ερωτώμενος ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου από το δικαστήριο για να διευκρινίσει το σημείο αυτό είπε ότι έδειξε τη μεταμέλεια του στις φυλακές υπό την έννοια ότι είναι υπόδειγμα στις φυλακές, ενώ για το θέμα αποζημίωση διευκρίνισε ότι δεν εισηγείται την έκδοση κάποιου διατάγματος και στην ουσία ότι θα το κάμει όταν εκτίσει την ποινή του και μπορεί. Όσον αφορά ειδικότερα τις κατηγορίες 11 και 12 ανέφερε ότι αυτές οφείλονταν σε απερισκεψία και η προμήθεια των ναρκωτικών έγινε επειδή θα πήγαινε σε πάρτι και έγινε για σκοπούς διασκέδασης και μόνον, αλλά δεν είναι χρήστης. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή φυλάκισης ανασταλεί, έχοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, το γεγονός ότι βρίσκεται 3 μήνες στη φυλακή και τη μεταμέλεια του. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου σε κάποια σημεία της αγόρευσης του, ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται τρεις μήνες στη φυλακή, ελέγχεται ως μη ακριβής αφού από το φάκελο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει τεθεί υπό κράτηση για πρώτη φορά στις 30/07/19, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης. Άρα βρίσκεται υπό κράτηση για την παρούσα μέχρι σήμερα που δίνεται η παρούσα απόφαση 65 μέρες, ήτοι κάτι περισσότερο από δύο μήνες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 4, 5, 7 και 9 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων, για τα αδικήματα των κατηγοριών 6, 8 και 10 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, ενώ τέλος για τα αδικήματα των κατηγοριών 11 και 12 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές μαζί. Σοβαρότερα βέβαια εκ των αδικημάτων είναι αυτά των διαρρήξεων και κλοπών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 11 και 12 η σοβαρότητα τους διαφαίνεται από το γεγονός ότι αυτά αφορούν ναρκωτικά, τα οποία όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων κυρίως ανθρώπων και των οικογενειών τους. Επιπλέον πρόκειται για αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση και συναφώς καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6162 και 6162/15.7.96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή.» Είναι γεγονός ότι τόσο ο σχετικός Νόμος όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνουν σε μια διαφοροποίηση ως προς την μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Στην υπόθεση Beyki ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 52/07 ημερ. 23.1.2008 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Περαιτέρω στην Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 λέχθηκε ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονισθεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών. (Βλ. Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι, όπως φαίνεται από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. (Βλ. μεταξύ άλλων Hassan v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 210, Abdullah v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 C.L.R. 73 και Moussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο». Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σοβαρότητα δε στην παρούσα επιτείνεται εάν ληφθούν υπόψη τα γεγονότα στο σύνολο τους, αφού μέσα από αυτά φαίνεται η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Ο αριθμός, το είδος όσο και η συχνότητα διάπραξης αδικημάτων εκ μέρους του και ιδιαίτερα αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής, καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη αλλά δυστυχώς επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά. Περαιτέρω η σοβαρότητα προκύπτει και από τη συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας (και την ανάλογη ζημιά που υπέστησαν οι παραπονούμενοι και που συνολικά ανέρχεται σε ποσό €10.620 πλέον 700 στερλίνες), με την σημείωση ότι η κλαπείσα περιουσία δεν εντοπίστηκε, ενώ ο κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε τους παραπονούμενους. Περαιτέρω φαίνεται από τα γεγονότα η διάπραξη σοβαρής μορφής επαναλαμβανόμενων αδικημάτων με προφανές κίνητρο την εξασφάλιση οικονομικού οφέλους. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου:
(1)Την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία
(2)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία να σημειωθεί ήταν άμεση μόνο στην 11η κατηγορία, ενώ για τις υπόλοιπες έγινε κατά την 1η ημερομηνία που η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση. Εν πάση περιπτώσει μέσα από την παραδοχή του προκύπτει η μεταμέλεια του και η αναγνώριση του λάθους του.
(3)Το λευκό ποινικό μητρώο του.
(4)Το νεαρό της ηλικίας του, ήτοι είναι 21 ετών.
(5)Όσον αφορά τις κατηγορίες 11 και 12, το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης ότι αυτά κατέχονταν για δική του χρήση.
(6)Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και μέσα από όσα περαιτέρω ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, είναι ηλικίας 21 ετών, άγαμος και βρίσκεται στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ινδία και είναι μοναχοπαίδι. Οι γονείς του χώρισαν το 2014 και έκτοτε δεν διατηρεί οποιαδήποτε σχέση με τον πατέρα του, ενώ έχει καλές σχέσεις με τη μητέρα του. Φοίτησε για δέκα χρόνια σε σχολείο στη χώρα του και στη συνέχεια διέκοψε λόγω της ανάγκης του να εργαστεί. Ήρθε στην Κύπρο το 2016 με την οικονομική στήριξη της μητέρας του για να φοιτήσει σε κολλέγιο, όμως λόγω του ότι δεν μπορούσε να καλύψει τα δίδακτρα αναγκάστηκε να διακόψει και εργαζόταν περιστατικά ως καθαριστής και γεωργός ούτως ώστε να καλύπτει τις καθημερινές του ανάγκες. Παρεμβάλλω εδώ με κάθε σεβασμό ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου την γενική και αόριστη δήλωση ότι ο κατηγορούμενος έχει πρόθεση να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, την ίδια στιγμή που όταν η υπεράσπιση ερωτήθηκε αν ουσιαστικά αυτό που εισηγείται είναι την έκδοση κάποιου διατάγματος αποζημίωσης δόθηκε αρνητική απάντηση και το θέμα αφέθηκε γενικά όταν ο κατηγορούμενος εκτίσει την ποινή του και ουσιαστικά αν μπορέσει. Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Τα πιο πάνω με οδηγούν στην κρίση ότι προέχει η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά ιδιαίτερα του ίδιου του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αυτές της φυλάκισης, και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 4, 5, 7 και 9 ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 6, 8 και 10 ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 11 και 12 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης επαναλαμβάνεται εδώ πως ο κατηγορούμενος δεν έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους. Η εκφρασθείσα πρόθεση του να το πράξει δε κατά τον γενικό και αόριστο τρόπο που σημειώθηκε ανωτέρω δε μπορεί να ληφθεί υπόψη. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο