Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2500/19, 4/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2500/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Και XXXXX ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Κατηγορούμενος -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 4.11.2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δημοσθένους Για Κατηγορούμενο: παρουσιάζεται αυτoπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις 5 κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και που όλες αφορούν διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα, πέραν των όσων αναφέρονται στις εκθέσεις αδικήματος στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφέρεται εδώ απλά πως ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν ως συντηρητής στο ξενοδοχείο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος και γνώριζε που βρισκόταν το κλειδί για τα κιβώτια ασφαλείας των δωματίων του ξενοδοχείου, που ας σημειωθεί λειτουργούσαν με κωδικό τον οποίο γνώριζαν οι πελάτες, εισήλθε σε 5 διαφορετικά δωμάτια πελατών του ξενοδοχείου και έκλεψε το συνολικό ποσό των €1500.-. Το ποσό δεν επιστράφηκε. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου και συγκατάθεσης της κατηγορούσας αρχής, στην παρούσα λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής οι υποθέσεις 2489/19, 3596/19 και 930/
- Συγκεκριμένα στις εν λόγω υποθέσεις αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Υπόθεση 2489/
- Σε αυτή την υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 9 κατηγορίες που αφορούν αδικήματα που διέπραξε μεταξύ των ημερομηνιών 18 - 21/01/
- Συγκεκριμένα αυτές αφορούν: - Απόπειρα διάρρηξης καταστήματος ήτοι σχολικής καντίνας με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, κακόβουλη ζημιά στην εν λόγω καντίνα αξίας 200 ευρώ, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου νόμου, και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του ίδιου νόμου, αναφορικά με την ίδια περίπτωση (κατηγορίες 1 - 3), - Απόπειρα διάρρηξης καταστήματος ήτοι αποθήκης με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα και κακόβουλη ζημιά στην εν λόγω αποθήκη αξίας 100 ευρώ, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου νόμου (κατηγορίες 4 και 5), - Απόπειρα διάρρηξης καταστήματος ήτοι μίνι μάρκετ με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 6), - Απόπειρα διάρρηξης καταστήματος ήτοι καφενείου με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 7), και - Απόπειρα διάρρηξης καταστήματος με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα και κακόβουλη ζημιά σε παράθυρο του εν λόγω γραφείου αξίας €60.-, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου νόμου (κατηγορίες 8 και 9). Οι ζημιές που προκάλεσε ανέρχονται συνολικά σε €360.- και δεν έχει προβεί σε αποζημίωση των παραπονούμενων. Υπόθεση 3596/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 31 κατηγορίες και συγκεκριμένα κατηγορίες κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, που αφορούν την περίοδο από 15/01/19 - 29/01/
- Πιο συγκεκριμένα σε 31 διαφορετικές περιπτώσεις έκλεψε από σπίτια, ξωκλήσια και άλλα υποστατικά, συνολικά 53 αλουμινένιες πόρτες και παράθυρα συνολικής αξίας €6130.-. Από την πιο πάνω κλοπιμαία περιουσία ανευρέθηκε μόνο η αναφερόμενη στις κατηγορίες 11, 12, 15, 16, 18, 22, 23, 24 και 29, συνολικής αξίας €1640.-, η οποία και παραδόθηκε στους νόμιμους ιδιοκτήτες της. Δεν εντοπίστηκε η υπόλοιπη περιουσία, αξίας €4490.-, η οποία πωλήθηκε από τον κατηγορούμενο έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Υπόθεση 930/
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες, όλες για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος την περίοδο από 01/01/19 - 31/01/19, σε 8 διαφορετικές περιπτώσεις, έκλεψε από κατοικίες και ένα ξενοδοχείο συνολικά 36 πόρτες από αλουμίνιο, συνολικής αξίας €5.900.-. Από την πιο πάνω κλοπιμαία περιουσία ανευρέθηκε όλη η κλοπιμαία περιουσία, με εξαίρεση δύο εκ των τεσσάρων πόρτων της 1ης κατηγορίας και δώδεκα εκ των είκοσι πόρτων της 5ης κατηγορίας, συνολικής αξίας €2300.-. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ήτοι καταδικάστηκε από το Ε.Δ.Λεμεσού στην υπόθεση 985/18 στις 06/07/18 για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Β' και για χρήση ναρκωτικών σε ποινές φυλάκισης 4 μηνών και 2 μηνών αντίστοιχα, με τριετή αναστολή. Σε αυτή την υπόθεση είχε ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής ακόμη ένας φάκελος της ΥΚΑΝ με τα ίδια αδικήματα. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας στα πλαίσια της υπόθεσης 930/19 και ανέφερε ότι τώρα βρήκε δουλειά ως συγκολλητής σε εταιρεία στο Φρέναρος. Και πρόσθεσε ότι είναι εντελώς χάλια η κατάσταση του και πως δεν έχει ούτε αυτοκίνητο ούτε τίποτε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-5 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σοβαρότητα δε στην παρούσα επιτείνεται εάν ληφθούν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αφού μέσα από αυτά φαίνεται η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Ο αριθμός, το είδος αλλά και η συχνότητα διάπραξης αδικημάτων εκ μέρους του και ιδιαίτερα αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής, καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη αλλά δυστυχώς επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά και διάπραξη βεβαίως σοβαρής μορφής επαναλαμβανόμενων αδικημάτων με προφανές κίνητρο την εξασφάλιση οικονομικού οφέλους. Περαιτέρω η σοβαρότητα προκύπτει και από τη συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας, με τη σημείωση ότι κλοπιμαία περιουσία συνολικής αξίας €8.290.- δεν εντοπίστηκε και δεν επιστράφηκε στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι υπέστησαν ανάλογη ζημιά, ενώ ο κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε τους παραπονούμενους. Αυτό δεν έγινε ούτε για τις ζημιές που προκάλεσε σε περιουσίες συνολικής αξίας €360.-. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Όσον δε αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, ως προκύπτει από την νομολογία μας οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα βαρύνεται, ως προαναφέρθηκε, με μία προηγούμενη καταδίκη, στην οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή αφού λήφθηκε υπόψη και άλλη υπόθεση. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι τα αδικήματα που αφορά η προηγούμενη καταδίκη είναι διαφορετικής φύσης εν σχέση με την παρούσα υπόθεση ή τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Από την άλλη όμως δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η προηγούμενη καταδίκη είναι πρόσφατη και αφορούσε επίσης σοβαρά αδικήματα για τα οποία μάλιστα του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή, καθώς και ότι τα αδικήματα της παρούσας διαπράχθηκαν 1,5 μήνα περίπου μετά την καταδίκη του πιο πάνω ενώ ακολούθως συνέχισε ακάθεκτος με τα αδικήματα των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη. Αυτό δείχνει ότι η στάση του στην τήρηση των Νόμων είναι άκρως περιφρονητική και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου:
(1)Την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία τόσο στην παρούσα όσο και στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Προέβη σημειώνεται σε θεληματικές καταθέσεις, καθώς επίσης και σε υποδείξεις σκηνών για όλες τις υποθέσεις.
(2)Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αλλά και στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη πλην μόνον στην 2489/19 όπου η παραδοχή δεν ήταν μεν άμεση πλην όμως έγινε σύντομα μετά την άρνηση ενοχής αρχικά και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση μέσα από την παραδοχή του προκύπτει η μεταμέλεια του και η αναγνώριση του λάθους του. Η παραδοχή βέβαια διευκρινίζεται λαμβάνεται υπόψη υπό την έννοια ότι εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος (βλ. Χαρτούμπαλος -v- Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Ιωάννου -v- Δημοκρατίας Π.Ε.39/15 ημερ. 15.11.16), αφού δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και με τη μαρτυρία που είχε κάθε φορά η Αστυνομία στα χέρια της, προφανώς η παραδοχή εκ μέρους του ήταν μονόδρομος.
(3)Το νεαρό της ηλικίας του, ήτοι είναι 27 ετών.
(4)Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας και μέσα από όσα ο ίδιος περαιτέρω ανέφερε. Φοίτησε μέχρι την Β΄ Γυμνασίου και εξέτισε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Επίσης εργάστηκε σε διάφορα ξενοδοχεία ως τεχνικός. Ας σημειωθεί ότι τα δύο εκ των τριών ενήλικων επίσης αδερφιών του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας (το ένα παρουσιάζει πρόβλημα όρασης και το άλλο είναι άτομο με ειδικές ανάγκες), όπως επίσης προβλήματα υγείας αντιμετωπίζουν οι γονείς του (ο πατέρας όρασης και η μητέρα με τα νεφρά της, προβαίνοντας για τούτο σε αιμοκάθαρση) και ένεκα των προβλημάτων αυτών και των διαφόρων θεμάτων που ανέλαβε να διαχειριστεί ο ίδιος του προκαλείται έντονο άγχος. Ο ίδιος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Τα πιο πάνω με οδηγούν στην κρίση ότι προέχει η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά ιδιαίτερα του ίδιου του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αυτές της φυλάκισης, και επιβάλλω στον κατηγορούμενο σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 2, 3, 4 και 5 ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης επαναλαμβάνεται εδώ πως ο κατηγορούμενος δεν έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους στην έκταση που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ούτε και εξέφρασε τέτοια πρόθεση. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Με δεδομένο ότι ο χρόνος καταδίκης για τα επίδικα αδικήματα είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος 3ετούς αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης 4 μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 06/07/18, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή χρήζει ενεργοποίησης. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου αναφορικά με ποινή φυλάκισης με αναστολή, μετά από καταδίκη σε άλλο αδίκημα καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης τους, καθορίζονται στο άρθρο 4 του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένες Περιπτώσεις Νόμου 95/72, το οποίο προβλέπει τα εξής: «4.
(1)Οσάκις πρόσωπον κατεδικάσθη, διαρκούσης της περιόδου της εφαρμογής του διατάγματος, δι' αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσίν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων - (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολόβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του». Με βάση την πιο πάνω διάταξη το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε δεύτερο στάδιο, σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή, εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου, λαμβάνοντας ένα από τα μέτρα που προβλέπονται από αυτό (βλ. και Σύμκασης ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 1 και Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 443). Διάταγμα δε για ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)εκδίδεται, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα. Από το λεκτικό του άρθρου 4
(1)φαίνεται δε ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος καταδίκης στο μεταγενέστερο αδίκημα που πρέπει να είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος και όχι ο χρόνος διάπραξής του (βλ. Χριστούδκιας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 52). Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 95/72, αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής και θεωρεί την ενεργοποίηση της ποινής σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Όπου οι όροι της αναστολής παραβιάζονται, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση των όρων είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται (βλ. Dimitri Parashou Louka v. The Police
(1986)2 C.L.R. 141, Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 409 και Χριστούδκιας ανωτέρω). Η ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής συνδέεται κατ' εξοχή με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων κάτω από τους οποίους η ποινή είχε ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 251). Όσον αφορά την άσκηση της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και το τι άλλο λαμβάνεται υπόψην, ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς τη δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» (βλ. επίσης Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 155, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 243 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 628). Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται είτε η ποινή φυλάκισης είχε ανασταλεί από το Δικαστήριο, είτε μεταγενέστερα, δυνάμει απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ' ενάσκηση συνταγματικού του δικαιώματος. Μεταξύ των δύο υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα επιβολή ποινής για το νέο αδίκημα, χωρίς να επηρεάζεται στην απόφασή του ως προς το είδος και την έκταση της ποινής, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό περίοδο αναστολής έκτισης ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί προηγουμένως. Αξιολογεί κάθε σχετικό παράγοντα και επιβάλλει την κατάλληλη ποινή, η οποία αρμόζει τόσο στο αδίκημα όσο και στον αδικοπραγούντα. Συνεπώς το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ποινή φυλάκισης που είχε ανασταλεί προηγουμένως από Δικαστήριο και έχει επίσης διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ολόκληρη ή ένα μικρό ή μεγάλο μέρος αυτής. Στην δεύτερη όμως περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με την ανασταλείσα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ποινή, εφόσον δεν μπορεί να εξετάσει είτε μη ενεργοποίηση της είτε ενεργοποίηση της για μικρότερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα υποχρεούται να εκλάβει ως δεδομένο ότι αν επιβάλει ποινή φυλάκισης για το νέο αδίκημα τότε αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή και σε όλη την έκτασή της που είχε απομείνει πριν την αναστολή της. Γι' αυτό δε το λόγο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός της ύπαρξης ανασταλείσας με προεδρικό ένταλμα ποινής, έτσι ώστε να σταθμίσει τις επιπρόσθετες σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενη νέα ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο (βλ. Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 356). Την ευθύνη λοιπόν για την πληροφόρηση του Δικαστηρίου για το γεγονός ενεργοποίησης ανασταλείσας ποινής, φέρει τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και η Υπεράσπιση. Στην παρούσα δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης, η έκτιση της οποίας αναστάληκε με προεδρικό ένταλμα. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα ενεργοποίησης της προαναφερόμενης ανασταλείσας ποινής φυλάκισης αναφέρεται πως δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής από τον κατηγορούμενο στην παρούσα, ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης, οιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντιθέτως είναι εμφανές από την εν γένει εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής δεν υφίστανται πλέον. Κρίνω δε ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα, θα έχει ως αποτέλεσμα, η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημά της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της. Περαιτέρω κρίνω ότι η συνολική ποινή δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης των 4 μηνών. Ως εκ τούτου διατάσσεται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης 4 μηνών της υπόθεσης 985/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η ενεργοποιηθείσα ποινή να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην παρούσα. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο