Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Καλλιτσιώνη, Aρ. Υπόθεσης: 4473/19, 6/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 4473/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον ....... Καλλιτσιώνη Κατηγορούμενου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 06.12.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Δημοσθένους). Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Καούλλας μαζί με κα. Χ. Αλεξάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ.Πραστίτης) Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα τέσσερις κατηγορίες και συγκεκριμένα για επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του Άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1), για απειλή, κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2), για ανησυχία, κατά παράβαση του Άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3) και τέλος, για συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη, κατά παράβαση των Άρθρων 4 και 186Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος στις 11/11/19 στο Δικαστήριο Αμμοχώστου στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου: Αρ. κατηγορίας 1 - επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή του Αστ. XXXX Α. Τέκκη της Ασφάλειας Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Αρ. κατηγορίας 2 - προκάλεσε τρόμο στον Αστ. XXXX Α. Τέκκη της Ασφάλειας Δικαστηρίου Αμμοχώστου, απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του «Εν ηξέρεις με ποιόν τα έβαλες, αθρώποι που παίζουν εν τα έβαλαν μαζί μου τζιαι εν τα βάλεις εσού;». Αρ. κατηγορίας 3 - χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Αρ. κατηγορίας 4 - συμπεριφέρθηκε σε δημόσιο μέρος κατά τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις
(4)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ σημειώνεται δεν κάλεσε οιουσδήποτε μάρτυρες για την υπεράσπιση της. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορούμενου να μην πει τίποτε, ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω ότι ήταν απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μ.Κ.1, Αστυφύλακας XXXX, XXXXX Τέκκη: Ο μάρτυρας υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και είναι αποσπασμένος στον χώρο του Δικαστηρίου. Για την παρούσα υπόθεση έχει δώσει κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας ανέφερε ότι υιοθετεί (Τεκμήριο 1). Εις αυτήν αναφέρει : «Υπηρετώ στην Α.Δ.Ε. Αμμοχώστου και είμαι αποσπασμένος για ασφάλεια Δικαστηρίου στην Αμμόχωστο. Την 11/11/19 και ώρα 0700 ανέλαβα καθήκον στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Την ίδια μέρα και ώρα 0920 ενώ ασχολούμουν με την παραλαβή κρατουμένων στο χώρο κρατητηρίων του Δικαστηρίου άκουσα κάποιον να φωνάζει δυνατά. Αμέσως πλησίασα το πρόσωπο που φώναζε και αφού διαπίστωσα ότι πρόκειται για τον XXXXX Καλλιτσιώνη, άλλος XXXXX, τον πληροφόρησα ότι με το να φωνάζει δυνατά και να προκαλεί ανησυχία διαπράττει αδίκημα και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο, αυτός συνέχισε να φωνάζει και επιδικνίωντας τον δείχτη του δεξιού του χεριού σε πολύ κοντινή απόσταση, προς το πρόσωπό μου και με απειλητικό ύφος μου είπε «πιός είσαι εσύ που θα μου πεις να σιωπήσω, τζιε ήνταμπου εννα μου κάμεις». Αμέσως και ώρα 0925 πληροφόρησα τον Καλλιτσιώνη ότι είναι υπο σύλληψη και αφού του εξήγησα του λόγους της σύλληψής του και τα δικαιώματα του ως συλληφθέντας, του επέστησα την προσοχή του στο νόμο και αυτός μου απάντησε «εν ηξέρεις με ποιόν τα έβαλες, ανθρώποι που πέζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζιε εννα τα βάλεις εσού». Ακολούθως και ώρα 1000 του παρέδωσα και γραπτώς τα δικαιώματά του, τα οποία και υπόγραψε. » Ο XXXXX Καλλιτσιώνης που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια κατέθεσε στο Δικαστήριο τη βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής γραπτών δικαιωμάτων από τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο
- Επίσης ανέφερε πως είχε φοβηθεί όταν ο κατηγορούμενος του είπε «Εν ηξέρεις με ποιον τα έβαλες, άνθρωποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου και εν να τα βάλεις εσού;». Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε επιστήσει την προσοχή του κατηγορούμενου και τον συνέλαβε για τα αδικήματα της ανησυχίας και της επίθεσης. Ακολούθως συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος δεν τον έσπρωξε, ούτε υπήρξε οποιαδήποτε επαφή. Ανέφερε δε για το τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα για τα παραρτήματα που αναφέρονται ότι υπήρχε μια δέσμη εγγράφων και αυτά έχουν συμπληρωθεί. Τα έδωσε στον κατηγορούμενο και μετά τα κράτησε. Δεν γνωρίζει αν είναι συνήθης πρακτική τα έγγραφα δικαιώματα να τα κρατά και η Αστυνομία. Σε άλλο σημείο εξήγησε ότι ήταν στον χώρο των κρατητηρίων, ακριβώς έξω από την πόρτα του χώρου των κρατητηρίων, και ασχολείτο με την παραλαβή των κρατούμενων. Έξω υπήρχε κόσμος όταν τον πλησίασε, αλλά δεν είδε ποιοι και δεν γνωρίζει αν λήφθηκαν καταθέσεις από τους υπόλοιπους που ήταν εκεί στον χώρο. Και ανέφερε πως θυμάται τον συνήγορο υπεράσπισης εκείνη τη μέρα στο χώρο, αρνήθηκε όμως ότι την ώρα που πλησίασε τον κατηγορούμενο και συζητούσαν είπε στον κατηγορούμενο «Εν να σου λύσω την κκελλέ σου». Τα γεγονότα είναι όπως τα είπε στην κατάθεσή του. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν ξέρει ποιοι ήταν γύρω από τον κατηγορούμενο και είχε κόσμο όταν τον πλησίασε. Αρνήθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην γωνιά και ανέφερε ότι ήταν πιο έξω, πάνω στο παράθυρο. Ακουμπούσε πάνω στο παράθυρο. Δέχτηκε ότι στον χώρο των κρατητηρίων υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που καταγράφει αλλά δεν γνωρίζει αν λήφθηκε για την παρούσα υπόθεση. Επίσης είπε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι δεν συνέλαβε αμέσως τον κατηγορούμενο και ότι μετά από τη συζήτηση και έντονη διαμάχη που είχαν ο ίδιος του είπε «Θα σου λύσω την κκελλέ σου», έφυγε από τον χώρο εκεί και επέστρεψε μετά. Τα γεγονότα είπε είναι όπως τα λέει στην κατάθεση του, εις την οποία έγραψε ότι έγινε και δεν απομακρύνθηκε σε καμία περίπτωση από τον κατηγορούμενο. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν ακουμπημένος πάνω σε ένα παράθυρο δεν το ανάφερε διότι δεν το θεώρησε σοβαρό. Επίσης ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι στον χώρο των κρατητηρίων είπε στον κατηγορούμενο «Εγώ δεν έχω κανένα παράπονο», όπως επίσης αρνήθηκε ότι είναι η δική του συμπεριφορά που διασάλευσε την ειρήνη στον χώρο του Δικαστηρίου και όχι του κατηγορουμένου. Ως προς την παρουσία άλλων αστυνομικών στο χώρο, ανέφερε ότι όταν πλησίασε τον κατηγορούμενο για να του πει να κάμει ησυχία, στεκόταν στο παράθυρο. Έξω υπήρχε κόσμος με πολιτική περιβολή τους οποίους δεν γνωρίζει ποιοι ήταν και αν είναι αστυνομικοί ή πολίτες. Τέλος, είπε ότι με τη φράση που του είπε ο κατηγορούμενος «Εν ηξέρεις με ποιον τα έβαλες, άνθρωποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζιαι εν να τα βάλεις εσού;», φοβήθηκε για τη ζωή του. Μ.Κ.2, Αστυφύλακας XXX, XXXXX Κωνσταντή: Ανέφερε πως υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και σχετικά με την παρούσα υπόθεση έχει δώσει μια κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί (τεκμ.3). Εις αυτήν αναφέρει: «Υπηρετώ στην Αστ. Διεύθυνση Αμμόχωστου και είμαι τοποθετημένος στον Αστ Σταθμό Αγίας Νάπας. Την 11/11/19 και περί ώρα 10:00 προσήλθαν στον Σταθμό Αγίας Νάπας ο Α/Λοχ XXXX και ο Λοχ XXXX του ΤΑΕ Αμμοχώστου και μου παρέδωσαν τον XXXXX Καλλιτσιώνη Δ/Τ XXXXX2028 από Αγία Νάπα 28 ετών γιατί την ίδια μέρα και περί ώρα 09:25 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου συνελήφθηκε από τον Αστ. XXXX για τα αδικήματα της 1) κοινής επίθεσης 2) απειλής 3) ανησυχίας 4) διασάλευσης της ειρήνης. Λόγο του ότι στα αστυνομικά κρατητήρια βρισκόταν υπό κράτηση για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με τον Καλλιτσιώνη και λόγο του ότι υπήρχε περίπτωση επηρεασμού μαρτυρίας ο Καλλιτσιώνης δεν τοποθετήθηκε στα Αστυνομικά κρατητήρια και παρέμεινε υπό φύλαξη στο σταθμό οπού η ώρα 12:30 παραλείφθηκε από τον Α/Αστ XXXX και τον Αστ XXXX και μεταφέρθηκε στο Ε/Δ. Αμμοχώστου για άμεση καταχώρηση της εν λόγο υπόθεσης.» Ο XXXXX Καλλιτσιώνης που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Ανέφερε δε ότι εκείνη την ώρα που του μετέφεραν οι εν λόγω λοχίες τον κατηγορούμενο στο κρατητήριο στην Αγία Νάπα δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε εκείνη την ημέρα τον κατηγορούμενο. Τον είδε και στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας περίπου 2 ώρες πριν. Ήταν έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό στο προαύλιο, ήρθε ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο ένα πρόσωπο και ζήτησε τον λόγο γιατί να μην του εξηγήσουν ποιος ήταν στα αστυνομικά κρατητήρια, που τη συγκεκριμένη στιγμή υπήρχε άτομο που σχετιζόταν με υπόθεση ναρκωτικών που είχε συλληφθεί την προηγούμενη. Του απάντησε ότι πρέπει να αποχωρήσει από το μέρος για να κάνουν τη δουλειά τους, να πάρουν το πρόσωπο που είχαν μαζί τους στο Δικαστήριο. Του ανέφερε ότι το πρόσωπο που τον ρωτούσε δεν ήταν στα αστυνομικά κρατητήρια της Αγίας Νάπας και ακολούθως αποχώρησε. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν παρέμεινε στα κρατητήρια εδώ στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος, όμως ο ίδιος θεώρησε ότι στον σταθμό δεν ήταν πρέπον να τοποθετηθεί στα κρατητήρια. Μ.Κ.3, Αστυφύλακας XXXX XXXXX Κουμή: O μάρτυρας κατ' αρχήν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του για την παρούσα υπόθεση (τεκμήριο 4), εις την οποία αναφέρει: «Υπηρετώ στην Υ.ΚΑ.Ν. Αμμοχώστου. Την 11/11/2019 μαζί με τους Λοχ.XXXX Π. ΠΕΡΟ, Α/Αστ.XXXX Κ. ΓΕΩΡΓΗ, Αστ.XXXX Κ. ΙΩΑΝΝΟΥ και Αστ.XXX Μ. ΜΟΛΕΣΚΗ, ήμουν ορισμένος καθήκον για μεταφορά τριών υπόπτων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στο Παραλίμνι, για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης τους σχετικά με υπόθεση ναρκωτικών. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 0920 κατά την μεταφορά των υπόπτων στα κρατητήρια του Δικαστηρίου, είδα τον XXXXX ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ άλλως «XXXXX» τον οποίο γνωρίζω, να βρίσκεται στο χώρο έξω από τον προθάλαμο των κρατητηρίων. Την ίδια ώρα αφού παραδώσαμε τους τρεις υπόπτους στους Α/Αστ.XXXX και Αστ.XXXX XXXXX ΤΕΚΚΗ, για τοποθέτηση τους στα κρατητήρια, άκουσα τον XXXXX ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ να φωνάζει δυνατά προς το μέρος του Αστ.XXXX, με αποτέλεσμα να προκληθεί ανησυχία. Αμέσως ο Αστ.XXXX τον προσέγγισε, τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ο ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗΣ τότε ύψωσε το δεξί του χέρι προς το πρόσωπο του Αστ.XXXX και του φώναξε: «Ποιος εν που σαι ρε εσού τζαι εννα μου πεις να σιωπήσω, ήντα που εννα μου κάμεις;». Αμέσως ο Αστ.XXXX τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός συνέχισε να φωνάζει με τρόπο που προκαλούσε ανησυχία. Κατόπιν ο Αστ.XXXX με τη βοήθεια και άλλων αστυνομικών έθεσε υπό κράτηση τον ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ στα κρατητήρια του Δικαστηρίου.» Ο XXXXX Καλλιτσιώνης που αναφέρει στην κατάθεσή του είναι ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως όταν ετοίμαζε την κατάθεσή του στον χώρο της ΥΚΑΝ δεν ήταν εκεί άλλοι συνάδελφοι του και δεν έδειξε την κατάθεση του σε άλλους συναδέλφους του, ούτε στον Αστυφύλακα Μ. Μολέσκη. Ως προς την αναφορά στην κατάθεση του ότι άκουσε τον XXXXX Καλλιτσιώνη να φωνάζει, του τέθηκε ότι δεν τον είδε και άρα δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποιος ήταν που φώναζε. Ο μάρτυρας απάντησε ότι μπορούσε διότι αμέσως μετά που ακούστηκαν οι φωνές προσέγγισαν προς το μέρος που ακούγονταν οι φωνές σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στη συνέχεια ανέφερε πως όταν πήγε στον προθάλαμο των κρατητηρίων, o κατηγορούμενος νομίζει πως δεν ήταν ακουμπημένος πάνω στη γωνία που είναι το τζάμι του χώρου των κρατητηρίων και ήταν λίγο πιο μπροστά, ενώ εκεί ήταν ο κύριος Τέκκης και μπροστά του ήταν και άλλοι συνάδελφοι του αλλά δεν θυμάται ακριβώς ποιοι ήταν. Ο ίδιος ήταν γύρω στα 5‑6 μέτρα από τον κατηγορούμενο και πιο μπροστά του οι άλλοι γύρω στα 3 μέτρα από τον ίδιο και 1 - 1,5 μέτρο πίσω του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια είπε πως δεν θυμάται αν εκείνη την ημέρα άκουσε κάποιον στον χώρο του Δικαστηρίου να φωνάζει «Εν να σου σπάσω την κκελλέ σου». Όσον αφορά το αυτόφωρο αδίκημα που συνέλαβε ο συνάδελφός του τον κατηγορούμενο, είπε ότι αν δεν τον απατά η μνήμη του ήταν για οχληρία. Ακολούθως ανέφερε ότι δεν είχε υπόψη του την κατάθεση του κ.Τέκκη όταν συνέταξε τη δική του κατάθεση και διευκρίνισε ότι άκουσε τις φωνές, προσέγγισε και στη συνέχεια λέχθηκε η φράση που είπε στην κατάθεση του. Άκουσε φωνές και σε κλάσματα δευτερολέπτου προσέγγισε και τον κύριο Καλλιτσιώνη, τον οποίο γνωρίζει φατσικά ποιος είναι και ο οποίος όταν τον προσέγγισε συνέχισε την οχληρία που προκαλούσε. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη φράση την οποία έγραψε στην κατάθεση του, τον άκουσε και τον είδε να την λέει. Ανέφερε δε πως με τους συναδέλφους του όταν έληξε το συμβάν έφυγαν από τον χώρο των κρατητηρίων. Ήταν στον χώρο πέριξ του Δικαστηρίου λόγω της δικής τους υπόθεσης, όχι στον χώρο των κρατητηρίων. Ο ίδιος προσωπικά ήρθε προς τις αίθουσες. Τέλος, είπε ότι δεν αντιλήφθηκε να λέγεται η φράση «Εν ηξέρεις με ποιον τα έβαλες. Άνθρωποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζιαι εν να τα βάλεις εσού; ». Μ.Κ.4, Αστυφύλακας XXX, XXXXX Μολέσκη: Στην αρχή της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε για την παρούσα υπόθεση στις 13/11/19 (Τεκμήριο 5). Εις αυτήν αναφέρει: « Υπηρετώ στην Υ.ΚΑ.Ν. Αμμοχώστου. Την 11/11/2019 βρισκόμουν σε καθήκον μαζί με τους Λοχ.XXXX Π. ΠΕΡΟ, Α/Αστ.XXXX Κ. ΓΕΩΡΓΗ, Αστ.XXXX Κ. ΙΩΑΝΝΟΥ και Αστ.XXXX I. Κουμή για μεταφορά τριών υπόπτων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στο Παραλίμνι με σκοπό την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης τους σχετικά με υπόθεση ναρκωτικών. Την ίδια ημέρα και γύρω στις 09:20 κατά την μεταφορά των υπόπτων στα κρατητήρια του Δικαστηρίου είδα τον XXXXX ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ γνωστό ως «XXXXX» να βρίσκεται στο χώρο έξω από τον προθάλαμο των κρατητηρίων. Κατά την διαδικασία παράδοσης των τριών υπόπτων στους υπεύθυνους των κρατητηρίων Α/Αστ.XXXX και Αστ.XXXX άκουσα τον XXXXX ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ να φωνάζει δυνατά στον Αστ.XXXX με αποτέλεσμα να προκληθεί ανησυχία. Ο Αστ.XXXX τον πλησίασε και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διαπράττει και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ο ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗΣ τότε ύψωσε το δεξί του χέρι στο πρόσωπο του Αστ.XXXX φωνάζοντας του «Ποιος εν που σαι ρε εσού τζαι εννα μου πεις να σιωπήσω, ήντα που εννα μου κάμεις;». Αμέσως ο Αστ.XXXX τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός συνέχισε να φωνάζει εντονότερα λέγοντας "αδρώποι που παίζουν έν τα εβάλαν μαζί μου, εννα τα βάλεις εσού ρε; Εν ηξέρεις με ποιον τα έβαλες'. Στην συνέχεια ο Αστ.XXXX με τη βοήθεια και άλλων αστυνομικών έθεσε υπό κράτηση τον ΚΑΛΛΙΤΣΙΩΝΗ στα κρατητήρια του Δικαστηρίου. » Ο XXXXX Καλλιτσιώνης που ανάφερε στην κατάθεσή του είναι ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση του είπε για την αναφορά στην κατάθεση του ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει στον Αστ.XXXX, ότι είναι παράλειψή του που δεν το ανέφερε αλλά προϋποθέτει. Τον είδε και τον άκουσε και τον αναγνώρισε στον χώρο. Ας σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του διευκρίνισε περαιτέρω το θέμα, λέγοντας ότι πρόκειται για μια παράλειψη κατά τη σύνταξη της κατάθεσης του η μη αναφορά του ρήματος «είδα». Ως προς το ότι ετοίμασε την κατάθεση του στις 13/11/19 δηλ. 2 μέρες μετά το συμβάν και για το κατά πόσο θυμόταν ακριβώς επί λέξη τι άκουσε, εξήγησε πως επειδή ήταν σε διαδικασία προσωποκράτησης μιας σοβαρής υπόθεσης που απασχολούσε το κλιμάκιο τους, αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας εκείνη την ημέρα κράτησε σημειώσεις επειδή γνώριζε πως θα κάνει κατάθεση και με βάση τις σημειώσεις του που δεν φύλαξε, έκανε την κατάθεση του μετά από δύο μέρες. Σε άλλο σημείο είπε ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο των κρατητηρίων μέχρι τη μεταφορά των άλλων τριών ύποπτων για την υπόθεση. Ήταν για κάποιο χρονικό διάστημα. Από τον χώρο του Δικαστηρίου δεν θυμάται πότε έφυγε. Από το χώρο των κρατητηρίων επίσης είπε πως δεν θυμάται πότε και με ποιους αποχώρησε γιατί προκλήθηκε μια ανησυχία, ένας πανικός. Δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει. Περαιτέρω ανέφερε πως ο ίδιος συνέταξε τη δική του κατάθεση και δεν συμβουλεύτηκε είτε την κατάθεση του κ. Τέκκη είτε του κ. Κουμή. Ο κατηγορούμενος όπως πληροφορήθηκε συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της ανησυχίας και διασάλευσης της ειρήνης. Δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Για το κατά πόσο στον χώρο των κρατητηρίων την ημέρα εκείνη, έξω στον προθάλαμο, υπήρχε και άλλος κόσμος, πολίτες, γνωστοί εκείνων που κρατούντο, συγγενείς τους, είπε ότι ενδεχομένως να υπήρχαν αλλά δεν γνωρίζει αν τους λήφθηκε κατάθεση. Τέλος, απάντησε σε διάφορες υποβολές και ανέφερε πως όσα καταγράφονται στην κατάθεση του είναι όσα πραγματικά συνέβησαν. Για την αναφορά του δε ότι ο Αστ.XXXX έθεσε υπό κράτηση τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια και άλλων αστυνομικών, είπε ότι τον είχε συλλάβει, τον πληροφόρησε για τη διαδικασία, πληροφόρηση αδικημάτων, σύλληψης κτλ. και όταν γράφει με τη βοήθεια, δεν εννοεί ότι τον έπιασαν πόδια, χέρια. Απλά ήταν εκεί για τη διασφάλιση της διαδικασίας. Δεν θυμάται αν ήταν και ο κύριος Κουμής εκεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 1, 2, 3 και 4 γίνεται αποδεκτή. Έκαναν όλοι πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κατέθεσαν με φυσικό τρόπο, αμεσότητα και σαφήνεια, σε καμία περίπτωση δε η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Εν πάση περιπτώσει έχω πειστεί ότι είπαν την αλήθεια και κατέθεσαν τα γεγονότα όπως ακριβώς εξελίχθηκαν την επίδικη ημέρα. Στο σημείο αυτό δε σημειώνω πως το γεγονός ότι ο ΜΚ3 δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον ΜΚ1 και την φράση «εν ηξέρεις με ποιόν τα έβαλες, άνθρωποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζιαι εννα τα βάλεις εσού;», δεν συνεπάγεται αναξιοπιστία του ΜΚ
- Κατ' αρχήν να λεχθεί πως ο τελευταίος έχει πείσει πως ο κατηγορούμενος εκστόμισε τη συγκεκριμένη φράση και η μαρτυρία του υποστηρίζεται / ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος ήταν επίσης πειστικός. Από εκεί και πέρα, έχοντας υπόψη την περιγραφή που δόθηκε από τους ΜΚ3 και ΜΚ4, για την παρουσία τους δηλαδή στο Δικαστήριο για τη διαδικασία προσωποκράτησης εν σχέση με υπόθεση του κλιμακίου τους, για το σημείο που έγινε το περιστατικό και την παρουσία τρίτων, το γεγονός ότι προκλήθηκε ανησυχία, καθώς επίσης και ότι ο ΜΚ3 ήταν πιο πίσω από άλλους αστυφύλακες που προσέγγισαν το μέρος, θεωρώ πως αφενός καταδεικνύεται πως θα ήταν λογικό να μην ακούσει κάτι που ελέχθη, ενώ περαιτέρω ακριβώς καταρρίπτεται η γραμμή της υπεράσπισης ότι ουσιαστικά υπήρξε συνεννόηση όλων των μαρτύρων να πουν τα ίδια πράγματα. Επίσης, έχοντας υπόψη σχετική αναφορά του συνηγόρου υπεράσπισης στην αγόρευση του, αναφέρεται εδώ πως δεν προκύπτει κατά την κρίση μου οτιδήποτε ουσιαστικό που επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία οιουδήποτε μάρτυρα ως εκ της αναφοράς του ΜΚ1 ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο για επίθεση και ανησυχία, ενώ ο ΜΚ3 είπε ότι αν δεν τον απατά η μνήμη του ο κατηγορούμενος συνελήφθη για οχληρία και ο ΜΚ4 είπε ότι εξ' όσων έχει πληροφορηθεί για ανησυχία και διασάλευση της ειρήνης. Στη σύλληψη προέβη ο ΜΚ
- Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν μάρτυρες γεγονότων και η παρουσία τους στο χώρο που φώναζε ο κατηγορούμενος έγινε για ευνόητους λόγους και υπό την ιδιότητα τους ως αστυνομικών που βρίσκονταν στο χώρο προκειμένου να συνδράμουν στην επιβολή της τάξης. Αυτοί δεν είχαν προβεί σε επίστηση του κατηγορούμενου για κανένα αδίκημα. Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω πως οι θέσεις της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο «θα σου λύσω την κκελέ του», ότι ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο στο χώρο των κρατητηρίων «Εγώ δεν έχω κανένα παράπονο», καθώς και ότι είναι η συμπεριφορά του ΜΚ1 που διασάλευσε την ειρήνη στον χώρο του Δικαστηρίου, ουσιαστικά παρέμειναν σε επίπεδο υποβολών, μη υποστηριζόμενες από οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία και στο τέλος της ημέρας κενές ουσίας, μετέωρες και έκθετες σε απόρριψη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Ο ΜΚ1, ο οποίος είναι αστυφύλακας, υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Αμμοχώστου και είναι αποσπασμένος για ασφάλεια Δικαστηρίου στην Αμμόχωστο. Την 11/11/19 και ώρα 0920, ενώ ο ΜΚ1 ασχολείτο με την παραλαβή κρατουμένων στο χώρο κρατητηρίων του Δικαστηρίου άκουσε κάποιον να φωνάζει δυνατά. Αμέσως πλησίασε το πρόσωπο που φώναζε και αφού διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι με το να φωνάζει δυνατά και να προκαλεί ανησυχία διαπράττει αδίκημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός συνέχισε να φωνάζει και επιδεικνύοντας τον δείχτη του δεξιού του χεριού σε πολύ κοντινή απόσταση προς το πρόσωπο του ΜΚ1 και με απειλητικό ύφος του είπε «ποίος είσαι εσύ που θα μου πεις να σιωπήσω, τζιαι ήνταμπου εννα μου κάμεις». Αμέσως ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του εξήγησε του λόγους της σύλληψής του και τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «εν ηξέρεις με ποιόν τα έβαλες, ανθρώποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζιαι εννα τα βάλεις εσού». Ακολούθως και ώρα 10:00 ο ΜΚ1 παρέδωσε στον κατηγορούμενο και γραπτώς τα δικαιώματά του, τα οποία και υπόγραψε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, εις το οποίο βασίζεται η 1η κατηγορία, προνοεί ότι : "
- Όποιος- (α) ............................ ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή .............................., είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Όπως προκύπτει συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στις δύο πρώτες κατηγορίες είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
- Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Όσον αφορά το τι συνιστά επίθεση, τέτοια είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788 και Ποιν. Έφ. 120/2013, Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου, ημερ.30/03/2015). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Aναφέρεται επίσης ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E. R. 442 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). ................................................................................................................................ Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability». Δεν χωρεί καμία αμφιβολία στην προκειμένη περίπτωση πως ο ΜΚ1 είναι αστυνομικός, δηλ. όργανο τήρησης της τάξης και τη στιγμή που εξελίχθηκαν τα γεγονότα εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του στο χώρο των κρατητηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου αφού είναι αποσπασμένος για ασφάλεια του Δικαστηρίου και κάνοντας ακριβώς τη δουλειά του προσπάθησε να επιβάλει την τάξη. Από εκεί και πέρα ευθέως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου έχει αποδειχθεί και το συστατικό στοιχείο της επίθεσης. Ο κατηγορούμενος φώναζε στο χώρο των κρατητηρίων και ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι με το να φωνάζει δυνατά και να προκαλεί ανησυχία διαπράττει αδίκημα και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Αυτός όμως όχι μόνον δεν σταμάτησε και συνέχισε να φωνάζει αλλά προέταξε περαιτέρω στον ΜΚ1 τον δείχτη του δεξιού του χεριού και συγκεκριμένα σε πολύ κοντινή απόσταση προς το πρόσωπο του λέγοντας του με απειλητικό ύφος «ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις να σιωπήσω, τζιε ήνταμπου εννα μου κάμεις». Υπό τις περιστάσεις η όλη στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου τόσο μέσα από τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή όσο και μέσα από τα μάτια του ίδιου του αστυνομικού, δέκτη της εν λόγω συμπεριφοράς, δηλ. η τοποθέτηση από τον κατηγορούμενο του δακτύλου του πολύ κοντά στο πρόσωπο του αστυνομικού λέγοντας του με απειλητικό ύφος τα λόγια πιο πάνω, ενώ την ίδια στιγμή φώναζε, δεν μπορεί να ερμηνευτεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά από το ότι επρόκειτο για δημιουργία από πλευράς κατηγορούμενου μιας τόσο έντονα φορτισμένης κατάστασης που υποδηλούσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να προβεί σε βιαιότητα. Το γεγονός δε ότι ο αστυνομικός αντέδρασε με ψυχραιμία δεν συνιστά λόγο για να θεωρηθεί η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως μη επιθετική, ιδιαίτερα όταν η όλη στάση του όπως την έχω περιγράψει έφτασε ουσιαστικά ένα βήμα πριν την άσκηση πραγματικής βίας έναντι του ΜΚ1 και το assault να μετατραπεί σε battery (βλ. Ποιν. Έφ. 120/2013, Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου, ημερ.30/03/2015). Τα όσα δε ανέφερε στη συνέχεια στον αστυνομικό επιβεβαιώνουν θεωρώ το εν λόγω συμπέρασμα μου περί επιθετικής συμπεριφοράς. Ερχόμενος στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας, αυτό στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καραπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/
- Η μαρτυρία του ΜΚ1 έγινε αποδεκτή και συνεπώς είναι αποδεκτό ότι αυτός με την φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος ένιωσε φόβο. Η φράση που εκστόμισε στον μάρτυρα ο κατηγορούμενος ενώ φώναζε δηλ. «εν ηξέρεις με ποιόν τα έβαλες, άνθρωποι που παίζουν εν τα εβάλαν μαζί μου τζι εννα τα βάλεις εσού;», είναι λογικό εν πάση περιπτώσει να προκάλεσε φόβο στον ΜΚ
- Διότι λέγοντας ο κατηγορούμενος στον μάρτυρα ότι δεν ξέρει με ποιόν τα έβαλε και ότι άνθρωποι που παίζουν, έκφραση που στην καθομιλουμένη λέγεται για ανθρώπους που σκοτώνουν, δεν τα έβαλαν μαζί του και δεν θα τα βάλει ο ίδιος μαζί του, το μοναδικό συμπέρασμα που εύλογα συνάγεται υπό τις περιστάσεις με βάση τα γεγονότα που πλαισιώνουν το επίδικο περιστατικό είναι αναμφίβολα πως ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω φράση απειλούσε τον ΜΚ1 τόσο εν τη φυσιολογική έννοια της λέξης όσο και εν τη εννοία του άρθρου 91Α. Η πρόθεση εκφοβισμού εν πάση περιπτώσει προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ.
- Τα λόγια αυτά είχαν ως σκοπό να εμποδίσουν τον ΜΚ1 να κάνει την δουλειά του και να επιβάλει την τάξη στο χώρο του Δικαστηρίου. Η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στον ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ1, ενώ σημειώνω πως ο ΜΚ1 προέβη αμέσως στη σύλληψη του κατηγορούμενου και σε καταγγελία του. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση η απειλή του κατηγορούμενου κρινόμενη αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. Σχετικό με το αδίκημα της ανησυχίας (3η κατηγορία) είναι το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο προνοεί ότι : " Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών. " Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (βλ. Pitsillos v. The Police
(1966)2CLR 50):
- Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,
- Σε δημόσιο χώρο,
- Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,
- Η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. (η υπογράμμιση πιο πάνω είναι του Δικαστηρίου) Για το αδίκημα της ανησυχίας γενικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι ο κατηγορούμενος με το να φωνάζει δυνατά στο χώρο του Δικαστηρίου όπως περιέγραψαν οι ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ4, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλώντας μια ομολογουμένως θορυβώδη κατάσταση και ή ταραχή, κάτι που οδήγησε βέβαια τους αστυφύλακες που ήταν παρόντες στο χώρο του Δικαστηρίου να κινηθούν προς το μέρος του για να επιβληθεί η τάξη, έχει διαπράξει και το συγκεκριμένο αδίκημα. Τέλος, το αδίκημα της συμπεριφοράς διασαλεύουσας την ειρήνη που αφορά η 4η κατηγορία, προβλέπεται στο άρθρο 186Α του Ποινικού Κώδικα που έχει ως εξής: «Ο συμπεριφερόμενος σε δημόσιο χώρο κατά τρόπο που προκαλεί διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μηνός ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές.» Εν συνεχεία των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, αναφέρεται πως ο κατηγορούμενος σαφώς με τη συμπεριφορά του προκάλεσε αναστάτωση στο χώρο του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση διασάλευση της ειρήνης. Συνεπώς διέπραξε και το συγκεκριμένο αδίκημα. ΑΛΛΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Πριν αφήσω την απόφαση μου, θα εξετάσω εδώ επιγραμματικά κάποιες άλλες θέσεις που προβλήθηκαν με την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου.
- Αναφέρει ο συνήγορος πως δεν διευκρινίστηκε ποιος είναι ο ανακριτής, δεν λήφθηκαν καταθέσεις από τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους στο χώρο για να επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί των αστυνομικών και δεν λήφθηκε ούτε παρουσιάστηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπάρχει στο χώρο των κρατητηρίων. Και εισηγείται ουσιαστικά, παραπέμποντας σε νομολογία, πως δεν υπήρξε δίκαιη δίκη. Για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη ημέρα και τη σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρα αδικήματα, σχετική είναι η μαρτυρία πιο πάνω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα σημειώνεται πως η υπόθεση κατόπιν άδειας καταχωρήθηκε και ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αυθημερόν. Σε κατάθεση προέβη άμεσα, την ίδια μέρα, ο ΜΚ1, ενώ οι ΜΚ3 και ΜΚ4 προέβησαν στις καταθέσεις τους 2 μέρες μετά και για τους λόγους που είχαν εξηγήσει. Δεν είχαν ληφθεί άλλες καταθέσεις και η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε την υπόθεση της μέσω των συγκεκριμένων μαρτύρων που κατέθεσαν, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή ως καθόλα αξιόπιστη και κρίνεται ικανοποιητική για να αποδείξει τα αδικήματα, χωρίς να μένει κανένα κενό στα ουσιώδη γεγονότα. Υπενθυμίζοντας εδώ ότι η παρούσα διαδικασία είναι συνοπτική, να σημειώσω ότι η πλευρά του κατηγορούμενου αν επιθυμούσε θα μπορούσε να καλέσει η ίδια μάρτυρες για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της, ενώ περαιτέρω αν θεωρούσε πως το κλειστό κύκλωμα υποστήριζε τους ισχυρισμούς της θα μπορούσε επίσης να προβεί στις δέουσες ενέργειες. Δεν το έκανε. Αντίθετα, δεν αναφέρθηκε ποτέ η υπεράσπιση σε συγκεκριμένα πρόσωπα που ήταν παρόντα και χειρίστηκε το θέμα, με κάθε σεβασμό λέω, κατά τρόπο ώστε να φαίνεται πως υπάρχει κενό, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί και να προβάλλει ισχυρισμούς περί μη δίκαιης δίκης. Ανεπιτυχώς όμως. Σε κάθε περίπτωση το θέμα έχει τεθεί θεωρώ γενικά και δεν έχει καταδειχθεί επαρκής λόγος για περαιτέρω συζήτηση, ούτε προκύπτει θεωρώ θέμα αδικίας επειδή για παράδειγμα η κατηγορούσα αρχή παρέβη το καθήκον της να παρουσιάσει το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας που ήταν στη διάθεση της. Ας σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε ποτέ ότι η κατηγορούσα αρχή κατείχε μαρτυρία άλλου προσώπου για το συγκεκριμένο αδίκημα και δεν την παρουσίασε ή ότι παρέμεινε κάποιο κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Η πιο πάνω γενική και αόριστη αναφορά κρίνω πως δεν είναι αρκετή. (βλ. για τα πιο πάνω, κατ' αναλογία, Ποιν. Έφ. 6758, Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 72 και Ποιν. Έφ.6682, Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η Υπόθεση 9599/2015 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΘΩΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ημερ. 3.11.2016, που παραπέμπει ο συνήγορος, ας σημειωθεί κατ' αρχήν ότι δεν αφορούσε συνοπτική δίκη όπως εδώ αλλά υπόθεση Κακουργιοδικείου εις την οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πολύ σοβαρές κατηγορίες σχετιζόμενες με πρόκληση κακόβουλης βλάβης και απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες. Το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση αυτή ακριβώς εντόπισε ότι «..οι Ανακριτικές Αρχές της Δημοκρατίας δεν λειτούργησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον επαγγελματισμό και την υπευθυνότητα που θα αναμένετο από αυτές κατά τη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων και η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου όλη την ουσιώδη μαρτυρία.». Διαπιστώθηκαν δε κενά στο ανακριτικό έργο και περαιτέρω ότι ο δίσκος που λήφθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και αποτελούσε σημαντικό τεκμήριο στην υπόθεση, στην ουσία, κάτω από τις συνθήκες που εξηγούνται, καταστράφηκε ή διαγράφηκε. Έτσι, με βάση πάντα το Κακουργιοδικείο, «Με την καταστροφή λοιπόν του περιεχομένου του εν λόγω δίσκου, το οποίο με παραδοχή της Κατηγορούσας Αρχής έγινε μετά την παραλαβή του τεκμηρίου και μετά που ελήφθη και παραδόθηκε σε συνήγορο υπεράσπισης σε άλλη υπόθεση, ουσιαστικά στερήθηκε ο κατηγορούμενος την δυνατότητα να αποδείξει την θέση ότι ο ΜΚ6 είπε ψέματα. Αυτό μπορεί να αφορούσε γεγονότα σε άλλη υπόθεση, πλην όμως στο γενικό πλαίσιο αξιολόγησης του ΜΚ6 κρίνουμε πώς θα αποτελούσε ακόμη ένα ψηφιδωτό στην διαμόρφωση της πλήρους εικόνας σε σχέση με την αξιοπιστία του.». Περαιτέρω, το Κακουργιοδικείο συνυπολόγισε και το ότι «Εξίσου σημαντική ήταν και η παράλειψη της Αστυνομίας να παραλάβει τον δίσκο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρισκόταν στο υποστατικό του Δημήτρη Φράγκου (ΜΚ2), το περιεχόμενο του οποίου θα μπορούσε να ρίξει άπλετο φως σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την 28.10.2013 και αφορούν το αδίκημα της κατηγορίας
- Καμία θετική μαρτυρία έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή για να δικαιολογήσει την πιο πάνω παράλειψη, πλην κάποιων εικασιών που προέβαλε ο ΜΚ 2, ότι η Αστυνομία πιθανόν να μην ζήτησε να ελέγξει τις κάμερες καθότι αυτές αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα.» Με αναφορά δε σε νομολογία το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο καθήκον της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει και να αποκαλύψει όλη την ουσιώδη μαρτυρία, ενώ παράλειψη της να το πράξει δυνατόν να προκαλέσει αδικία στον κατηγορούμενο και να καταστήσει τη δίκη άδικη. Καμία σχέση δεν έχουν τα γεγονότα της παρούσας με την πιο πάνω υπόθεση, η οποία βεβαίως θα πρέπει να τύχει σφαιρικής ανάγνωσης και όχι με την απομόνωση συγκεκριμένων αναφορών που βολεύουν. Οι αρχές βεβαίως στις οποίες κάνει αναφορά το Κακουργιοδικείο εδράζονται σε σχετική νομολογία του Εφετείου, όμως κατά την κρίση μου καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει κατά τρόπο ώστε η εισήγηση της υπεράσπισης στην παρούσα να έχει επιτυχή κατάληξη. Με τη μαρτυρία που παρουσίασε εδώ η κατηγορούσα αρχή έριξε άπλετο φως σε όλες τις πτυχές της υπόθεσης και της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και κανένα κενό δεν έχει μείνει, η γενική και αόριστη αναφορά δε της υπεράσπισης ότι με την μη παρουσίαση του κλειστού κυκλώματος συνεπάγεται πως δεν υπήρξε δίκαιη δίκη απορρίπτεται.
- Ως προς τη μη παρουσίαση των παραρτημάτων που αναφέρονται στη βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων (τεκμ.2) ουδέν ουσιαστικό προκύπτει. Κατ' αρχήν σε κανένα σημείο η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το τεκμ.2 και την υπογραφή του κατηγορούμενου, ούτε αποτέλεσε εισήγηση της πως ο κατηγορούμενος δεν παρέλαβε τα αναφερόμενα παραρτήματα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε αφού δια της υπογραφής του δηλώνει ρητά ότι τα έχει παραλάβει και εν πάση περιπτώσει η υπεράσπιση δεν παρουσίασε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Περαιτέρω τονίζεται πως η μαρτυρία του ΜΚ1 έχει γίνει αποδεκτή και συνεπώς είναι ξεκάθαρο ότι του παραδόθηκαν όλα τα έγγραφα που αναφέρονται υπό στοιχεία (α)-(στ). Συνεπώς τι είναι αυτό που εισηγείται η υπεράσπιση και πως επηρεάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη δεν είναι αντιληπτό.
- Σύμφωνα με άλλη εισήγηση του κ.Καούλλα, η μη παρουσίαση εντύπου με το οποίο ο κατηγορούμενος να έχει κατηγορηθεί, για να γνωρίζουν ποια είναι η θέση του, είναι ένα στοιχείο που πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή του. Πάλιν περί μη δίκαιης δίκης ο λόγος. Παρέπεμψε δε στην υπόθεση 2282/16 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, Δημοκρατία v. Έλληνα κ.α., ημερ. 15/05/
- Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 11/11/19, ο κατηγορούμενος συνελήφθη, αυθημερόν καταχωρήθηκε η υπόθεση και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατηγορήθηκε για τα συγκεκριμένα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, τα οποία του αναγνώστηκαν και δήλωσε μη παραδοχή. Από εκεί και πέρα η υπόθεση του έτυχε χειρισμού όπως έκρινε η υπεράσπιση ορθό και είχε την ευκαιρία να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας τις θέσεις που ήθελε να προωθήσει στην παρούσα, που στην ουσία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε απολύτως τίποτε απ' όσα τον κατηγορούν. Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Έλληνα κ.α. πιο πάνω, κάποιοι εκ των κατηγορούμενων τους οποίους αφορά η απόφαση αντιμετώπιζαν σωρεία κατηγοριών πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι κατηγορούμενοι, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, τα οποία εμφανίζονταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή Αιτήσεις Μέλους για Χορήγηση Δανείων. Για να καταλήξω επί της εισήγησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: « Εξετάσαμε όλες τις καταθέσεις που έχουν τεθεί ενώπιον μας και παρατηρούμε ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανακρίθηκαν επί των ουσιωδών θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών. Δεν ανακρίθηκαν για τυχόν εμπλοκή τους, είτε άμεση είτε έμμεση, στον καταρτισμό των κατ' ισχυρισμό ψευδών στοιχείων που περιέχονται στις επίδικες Αιτήσεις και συνιστούν το αντικείμενο των κατηγοριών. Κάποιοι ανακρίθηκαν ακροθιγώς για συγκεκριμένα θέματα που σχετίζονται με τις επίδικες ψευδείς παραστάσεις, δεν ενημερώθηκαν όμως με τρόπο σαφή για τη μαρτυρία που είχε συλλεχθεί εναντίον τους και δεν κλήθηκαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή σε σχέση με τις κατηγορίες που τους προσάφθηκαν στη συνέχεια. Κανένας εξ αυτών ανακρίθηκε σε σχέση με τα όσα τούς καταλόγισαν οι πρώην συγκατηγορούμενοι τους εκ των υστέρων μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι τα μέλη της Επιτροπείας ΧΧΧΧ Καλλινίκου, Μ.Κ.26 και ΧΧΧΧ Κορνηλίου, Μ.Κ.15 και οι ιδιώτες εκτιμητές ΧΧΧΧ Μακρή, Μ.Κ.39, ΧΧΧΧ Μουζουρίδης, Μ.Κ.52 και ΧΧΧΧ Μαυρέας, Μ.Κ.76 που κλήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους. Αποτελεί επίσης κοινή θέση όλων ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορήθηκαν γραπτώς για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν σήμερα. Οι κατηγορούμενοι, τότε ύποπτοι, δεν γνώριζαν τις κατηγορίες εξ αρχής έτσι ώστε να τους διδόταν η ευκαιρία να παρουσιάσουν στις ανακριτικές αρχές οποιαδήποτε στοιχεία προς υπεράσπιση τους και στη συνέχεια τα στοιχεία αυτά να τύχουν της δέουσας διερεύνησης. Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για τεράστιο αριθμό κατηγοριών που αφορούν οικονομικά θέματα και η εν λόγω πληροφόρηση θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη και επιβεβλημένη στην υπό κρίση περίπτωση όπου τα θέματα που εγείρονται είναι ιδιαίτερα περίπλοκα. Οι κατηγορούμενοι καλούνται να αποκαλύψουν την Υπεράσπιση τους για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της υπόθεσης, με ότι αυτό συνεπάγεται στην αξιοπιστία τους και στη γραμμή υπεράσπισης τους. Η παράλειψη αυτή στέρησε από τους κατηγορούμενους το δικαίωμα να δώσουν, κατά το στάδιο διερεύνησης των συγκεκριμένων αδικημάτων, τη δική τους εκδοχή και να παραπέμψουν τις ανακριτικές αρχές σε μάρτυρες, γνώστες των γεγονότων, που θα ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το ανακριτικό έργο της αστυνομίας σε όλες του τις ουσιώδεις πτυχές. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση R v. Trustham[32] στην οποία γίνεται αναφορά στο Σύγγραμμα Abuse of Process in Criminal Proceedings, Third Edition, David Young, MarkSummers and David Corker. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα της σχετικής αναφοράς: «. The interview . must cease when (a) the officer in charge of the investigation is satisfied all the questions they consider relevant to obtaining accurate and reliable information about the offence have been put to the suspect, this includes allowing the suspect an opportunity to give an innocent explanation and asking questions to test if the explanation is accurate and reliable, e.g. to clear up ambiguities or clarify what the suspect said; ............................... However, recently the courts have recognized that an abuse can arise where the police/investigators failed to interview the defendant at all or failed to interview him fairly. In R v Trustham the accused stood trial for drug-money laundering. Following his arrest he was never interviewed but simply charged. The trial judge held that this had prejudiced the defendant in the following way: 'A defendant who does not give evidence having answered questions in interview is nevertheless entitled to have that explanation considered by the jury'. The trial judge also found that the defendant was further prejudiced as follows: 'Το deprive a suspect of the right to give an explanation at the earliest opportunity, despite him having been cautioned, that anything he did say would be written down and may be given in evidence, must be a breach of a person΄s human rights and is clearly an abuse'. In the circumstances of Trustham, the trial judge held that the defendant had a right to be interviewed and had a right during such interview to provide an explanation as to his state of mind. Depriving the defendant of an interview deprived him form setting out at the earliest opportunity his defence/innocence which the judge held was unfair because this meant that at his subsequent trial, the defendant could not point to what he said immediately after his arrest.». (Η υπογράμμιση μέρος του κειμένου είναι δική μας). Η σπουδαιότητα της διαδικασίας ανάκρισης υπόπτου σε σχέση με τα αδικήματα που διερευνά η αστυνομία τονίζεται και στην υπόθεση Salduz v. Turkey[33] όπου κρίθηκε ότι η μαρτυρία που συλλέγει η αστυνομία στο στάδιο αυτό καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. It does not follow that the Article has no application to pre-trial proceedings. Thus, Article 6 - especially paragraph 3 thereof - may be relevant before a case is sent for trial if and so far as the fairness of the trial is likely to be seriously prejudiced by an initial failure to comply with its provisions. .the Court underlines the importance of the investigation stage for the preparation of the criminal proceedings, as the evidence obtained during this stage determines the framework in which the offence charged will be considered at the trial .». Τέτοιου είδους παραλείψεις κρίνουμε ότι έχουν άμεσο αντίκτυπο στη διερεύνηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση στην παρουσίαση της ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι το Δικαστήριο δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης πραγμάτων. Η παράλειψη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε τέτοιου είδους πολύπλοκες υποθέσεις όπου εγείρονται σωρεία θεμάτων οικονομικής υφής. Το κενό της μαρτυρίας που διαπιστώσαμε πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν θα πρέπει να καλυφθεί από τους κατηγορουμένους. » Καμία σχέση δεν έχουν τα γεγονότα της παρούσας με την εν λόγω υπόθεση. Τα πράγματα στην παρούσα ήταν πολύ απλά και οι τέσσερις κατηγορίες που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο πολύ ξεκάθαρες για τον κατηγορούμενο και την υπεράσπιση από την 1η στιγμή. Και εν πάση περιπτώσει, έχοντας υπόψη τη γραμμή της υπεράσπισης ανωτέρω, τι είναι τούτο το ουσιαστικό που ήθελε να θέσει ο κατηγορούμενος και δεν του δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει δεν έχει εξηγηθεί. Για το κατά πόσο υπήρχαν τρίτα πρόσωπα που ήταν γνώστες των γεγονότων επαναλαμβάνω πως τίποτε συγκεκριμένο δεν τέθηκε από την υπεράσπιση και εν πάση περιπτώσει η υπεράσπιση θα μπορούσε να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμούσε και δεν το έπραξε. Απορρίπτεται λοιπόν και η συγκεκριμένη εισήγηση.
- Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι ζητήθηκε το μαρτυρικό υλικό με δύο επιστολές της ημερ. 12/11 και 21/11 και δεν εδόθη, θ' αναφέρω κάτι που το Δικαστήριο είχε σημειώσει και κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Με κάθε σεβασμό η συμπεριφορά και τα λεγόμενα της υπεράσπισης κρίνονται αντιφατικά. Διότι ναι μεν στις 27/11/19, οπότε δηλαδή ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε η ακρόαση της παρούσας, η υπεράσπιση είχε δηλώσει αυτό το πράγμα και αρχικά δόθηκε νέα σύντομη ημερομηνία ακρόασης, ακολούθως όμως επανήλθε και δηλώνοντας ότι της δόθηκε το μαρτυρικό υλικό, δήλωσε περαιτέρω την ετοιμότητα της για την ακρόαση. Ενώ λοιπόν η ίδια η υπεράσπιση θεώρησε ουσιαστικά, δηλώνοντας ότι έλαβε το μαρτυρικό υλικό και είναι έτοιμη για ακρόαση, ότι δεν τίθεται οιονδήποτε θέμα με τη μη λήψη του μαρτυρικού υλικού ως προηγουμένως είχε αναφερθεί, εντούτοις στο στάδιο των αγορεύσεων επανέφερε το θέμα, κατά την άποψη μου εντελώς αδικαιολόγητα. Εν πάση περιπτώσει εν σχέση με τη θέση που προβλήθηκε κατά τις αγορεύσεις ότι τούτο έγινε επειδή η υπόθεση θα αναβαλλόταν και ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, θα πω μόνον και με κάθε σεβασμό ότι σίγουρα οι θέσεις που προβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να είναι καθαρές και όχι ανάλογα με το πώς βολεύουν μια δεδομένη στιγμή και του τύπου «ναι μεν αλλά». Κάποια άλλα σημεία της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου δεν θα με απασχολήσουν εδώ, είτε γιατί ακριβώς έχουν απαντηθεί με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, και μιλώ κυρίως για το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, είτε γιατί η ενασχόληση με αυτά δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Οι βασικές εισηγήσεις θεωρώ της υπεράσπισης είναι αυτές που σημειώνονται υπό σημεία 1-4 πιο πάνω και έχουν τύχει απάντησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο κρίνω ένοχο σε αυτές. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο