← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. NEMSITSVERIDZE, Αρ. Υπόθεσης: 3135/19, 12/11/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. NEMSITSVERIDZE, Αρ. Υπόθεσης: 3135/19, 12/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3135/19 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον ..... NEMSITSVERIDZE --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.11.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει μία

(1)κατηγορία για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 02/09/2019 στην παραλία Πανταχού στην Αγ. Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου, έκλεψε ένα κινητό τηλέφωνο ΧΙΑΟΜΙ, δύο tablets και το χρηματικό ποσό των 45 ευρώ, συνολικής αξίας €555.-, ιδιοκτησία των XXXXX και XXXXX Smal. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΜΚ1 XXXXX Κουννού: Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι υπάλληλος του Δήμου Αγίας Νάπας και εργάζεται στα κρεβατάκια. Στη συνέχεια αναγνώρισε την κατάθεση του στην αστυνομία, ημερ.2/9/19 (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρει ότι ενώ καθόταν περίπου η ώρα 14:00 στο κέντρο Καρούσος στην παραλία Πανταχού είδε ένα άτομο να περνά και σε πέντε περίπου λεπτά να ξαναπερνά από μπροστά του βιαστικός και ανήσυχος. Στα χέρια του κρατούσε μία πετσέτα θαλάσσης μέσα στην οποία φαινόταν να απόκρυπτε κάτι. Του κίνησε την περιέργεια και προσπάθησε να δει προς τα πού θα πάει, μετά τον έχασε από τα μάτια του. Σε διάστημα δύο με τρία λεπτά τον είδε ξανά να περπατά πίσω στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου Καρούσος κοντά στους καλάθους των σκουπιδιών. Στη συνέχεια αποχώρησε από το μέρος και πήγε στην καλύβα του ενώ ακολούθως έβγαλε τα σκουπίδια για να τα πετάξει και όταν πήγε κοντά στους καλάθους που βρίσκονται πίσω από το εστιατόριο Καρούσος διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχε μία τσάντα κάτω από αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο. Από εξετάσεις που έκανε μαζί με άλλους διαπίστωσε ότι η τσάντα ανήκε σε κάποιους πελάτες που έμεναν στο ξενοδοχείο Ωκεανός, επρόκειτο συγκεκριμένα για αντρόγυνο από τη Ρωσία και όταν κλήθηκαν στο μέρος αναγνώρισαν τη τσάντα ως δική τους αναφέροντας ότι έλειπαν από μέσα δύο τάμπλετ και τηλέφωνα. Μετά από λίγο ψάχνοντας την περιοχή εντόπισε σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από το σημείο που βρέθηκε η τσάντα κρυμμένη, μέσα στα χόρτα πίσω από μεγάλο κάλαθο δύο τάμπλετ, τα οποία αναγνωρίστηκαν από τους τουρίστες ως δικά τους και τα παρέλαβαν. Στο μέρος κλήθηκε η αστυνομία όπου τους υπέδειξε το ύποπτο πρόσωπο και τον παρέλαβαν. Ο μάρτυρας στη συνέχεια αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το ύποπτο πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο που έπιασε τη τσάντα, την έβαλε στον ώμο και έφυγε βουρητός. Ο ίδιος καθόταν στο κέντρο Καρούσος και η απόσταση από την παραλία είναι δύο με τρία μέτρα. Το κέντρο είναι πάνω στη θάλασσα και τα κρεβατάκια βρίσκονται στα σύνορα του κέντρου. Του ετέθησαν στη συνέχεια κάποιες αναφορές των δύο Ρώσων τουριστών στις καταθέσεις τους και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν μπήκαν στη θάλασσα και τι ώρα μπήκαν ή αν κολυμπούσαν για μισή ώρα και πρόσθεσε ότι είδε τον κατηγορούμενο που έσκυψε και δεν είχε κανένα εκεί. Πήρε τη τσάντα και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Η υπεράσπιση μέσα από τις ερωτήσεις της προσπάθησε να δείξει ότι με βάση όσα ανέφεραν οι Ρώσσοι, στις 14:00 πρέπει να ήταν στα κρεβατάκια τους αλλά οι ίδιοι δεν είδαν κανένα εκεί, ούτε και γνωρίζουν τον κατηγορούμενο, με τον μάρτυρα να απαντά πως δεν μπορούσαν να τον δουν αφού δεν ήταν εκεί ενώ σημείωσε ότι μπορεί να μην ήταν στις 14:00 αλλά στις 14:15 που έγινε το συμβάν ή μπορεί οι τουρίστες να έκαναν λάθος δέκα λεπτά. Εν πάση περιπτώσει η κίνηση που έγινε διήρκεσε δευτερόλεπτα. Ερωτώμενος για το χρώμα της πετσέτας που κρατούσε ο κατηγορούμενος ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν μπλε ξέβαθο και στη συνέχεια είπε ότι είναι σίγουρος ότι κάτι απέκρυπτε επειδή όταν πέρασε από μπροστά του δύο λεπτά πριν κρατούσε χαλαρά την πετσέτα, κανονικά. Μετά που έφυγε κρατούσε τυλιγμένη την πετσέτα με το χέρι του και φαινόταν ότι είχε κάτι με όγκο μέσα. Καταλαβαίνεις τον άλλο που πάει χωρίς να έχει κάτι και μετά όταν έχει κάτι μέσα. Πέρασε μπροστά του στο ενάμισι μέτρο και πήγε βουρητός πίσω στο χώρο στάθμευσης που ήταν τα σκυβαλοδοχεία. Όταν τον είδε δεν τον άρπαξε επειδή δεν ήξερε τι είχε κάνει και το κατάλαβε μετά που είδε πεταμένη την τσάντα κάτω από το αυτοκίνητο και έτρεξαν, ειδοποίησαν και άλλους και τον βρήκαν. Στη συνέχεια είπε ότι αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που πέρασε από μπροστά του ενώ σε ότι αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι η επίδικη τσάντα ρούχων δεν ήταν δυνατό να την κρύψει σε πετσέτα λόγω μεγάλου μεγέθους έδωσε αρνητική απάντηση αναφέροντας ότι είναι μία τσάντα ρούχινη περίπου 40 Χ 50, 40 Χ 30 πόντους και διπλώνεται εύκολα σαν ένα βιβλίο. Το χρώμα της τσάντας ήταν μπεζ και είχε πάνω κεντημένα φκιόρα. Ως προς τη πετσέτα που κρατούσε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι κανονική πετσέτα θαλάσσης που βάζουμε πάνω στα κρεβατάκια. Σε υποβολή ότι δεν γνωρίζει τι κλάπηκε απάντησε ότι γνωρίζει λέγοντας ότι ήταν λάπτοπ, τηλέφωνο και κάτι λεφτά και τα έκλεψε ο κατηγορούμενος. Γνωρίζει επίσης ανέφερε τον τρόπο που κλάπηκε η τσάντα και βρήκαν τα κλεψιμιά πίσω από τους καλάθους. Ως προς τις εξετάσεις που έγιναν με άλλους ως αναφέρει στην κατάθεση του είπε ότι αναφέρεται στον υπεύθυνο του Καρούσου και αυτούς που έχουν το εστιατόριο δίπλα, ενώ όταν πήραν την τσάντα διαπίστωσαν ότι ανήκει σε πελάτες του Ωκεανός από κάρτα που βρέθηκε μέσα στη τσάντα. Στη συνέχεια πήραν τη τσάντα στο ρεσέπτιον του ξενοδοχείου και οι τουρίστες ήταν εκεί και έκαναν παράπονο ότι κλάπηκε η τσάντα τους. Στην υποβολή ότι οι Ρώσοι δεν ανέφεραν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ότι εκλάπη είπε ότι δεν έλεγξε ο ίδιος την τσάντα για να ξέρει τι κλάπηκε. Περαιτέρω ανέφερε ότι είχε δει τον κατηγορούμενο που πήγε εκεί που έβαλε τη τσάντα κάτω και ναι σε ενδιάμεσο δύο λεπτών δεν τον είδε που έσκυψε και συνέχισε λέγοντας ότι πήγε έπιασε τη τσέντα, πήγε πίσω, έσκυψε δύο λεπτά και στράφηκε και πήρε τη τσάντα εκεί και την έσυρε πίσω. Ο ίδιος δεν είδε. Συμφωνώντας ότι πήγε δύο λεπτά περίπου στην καλύβα του είπε σε άλλο σημείο ότι δεν τον είδε που έβαλε τη τσάντα και όταν στράφηκε βρήκε τη τσάντα κάτω στο σκυβαλοδοχείο και τον είχε δει που έβαλε τη τσάντα. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχουν και τη κάμερα, τη φωτογραφία και μπορούν να την δουν. Σε υποβολή δε ότι με βάση την κατάθεση του και όσα ανέφερε στο Δικαστήριο το μόνο που είδε είναι τον άνθρωπο να περπατά, να τον χάνει από τα μάτια του και να βρίσκει τη τσάντα κάτω από το αυτοκίνητο και τίποτε άλλο δεν είδε, απάντησε ότι γνωρίζει τι έκανε και ξέρει πολύ καλά. Επίσης περιέγραψε τι αυτοκίνητο ήταν αυτό κάτω από το οποίο βρέθηκε η τσάντα. - ΜΚ2 Λοχ. XXX XXXXX Κωνσταντίνου: Στην κυρίως εξέταση του κατέθεσε τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους παραπονούμενους ως Τεκμήρια 2 και 3, τον όρκο για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και το ένταλμα σύλληψης ως Τεκμήριο 4, το έγγραφο με τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ως υπόπτου, τα οποία του έδωσε στις 02/09/19, ως Τεκμήριο 5 και τέλος την ανακριτική κατάθεση που ελήφθη από τον κατηγορούμενο στη ρωσική γλώσσα και τη μετάφραση της στην ελληνική με τη βοήθεια διερμηνέως ως Τεκμήριο
  2. Ως προς την κατάθεση του κατηγορούμενου ο μάρτυρας είπε ότι έθεσε την υπογραφή του στην πρώτη σελίδα κάτω δεξιά, στην αρχή μετά που έγινε η επίστηση, στο τέλος κάτω δεξιά της δεύτερης σελίδας και επίσης στη σελίδα 2 μετά το τέλος της τελευταίας ερώτησης στο μέσο. Και μετά ακολουθεί λεκτικό το οποίο καταγράφει αυτός για το ότι μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες αλλά αυτό το λεκτικό ενώ ξεκίνησε να το γράφει σταμάτησε. Δεν ήθελε να συνεχίσει. Το λεκτικό αυτό που σταμάτησε να γράφει δεν φαίνεται στη μετάφραση και μπορεί να το αναφέρει η διερμηνέας. Επίσης είπε ότι στην κατάθεση του ξεκίνησε να του υποβάλλει ερωτήσεις και στην 3η ερώτηση παραδέχθηκε και ζήτησε συγνώμη λέγοντας ότι ήταν λάθος του και δεν θα το ξανακάνει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ήθελε διερμηνέα στα ρωσικά και ήξερε ρωσικά. Τον είχαν ρωτήσει. Ως προς το ότι η μητρική του γλώσσα είναι άλλη, δηλαδή τα γεωργιανά είπε ότι από το διάστημα που ήρθε η διερμηνέας η συνεννόηση ήταν μια χαρά. Ο μάρτυρας τέλος ερωτώμενος αναφέρθηκε και πάλι στις υπογραφές που έχουν τεθεί στην κατάθεση. - ΜΚ3 XXXXX Χατζηδημητρίου: Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την κατάθεση τεκμήριο 6, λέγοντας ότι είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου που έκανε μετάφραση στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας από ελληνικά στα ρωσικά και αντίστροφα. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος καταλάβαινε τα ρωσικά και ότι τον ρωτούσαν το αντιλαμβανόταν. Η τελευταία ερώτηση ήταν αν θέλει κάτι να προσθέσει για την υπόθεση που δεν έχει ερωτηθεί και έδωσε αρνητική απάντηση ενώ κάτω από την τελευταία απάντηση του είναι το λεκτικό που συνήθως κάθε κατάθεση έχει στο τέλος. Το λεκτικό αυτό είναι πολύ ακαταλαβίστικο επειδή όπως κατάλαβε η ίδια είναι αμόρφωτος και δεν γράφει καλά ρωσικά και πρόσθεσε ότι είναι λεκτικό στα ρωσικά αλλά με γραμματικά λάθη. Πιο συγκεκριμένα έχει ως εξής: «Διάβασα πιο πάνω κατάθεση. Μου εξήγησαν ότι μπορώ να προσθέσω, να φύγω ή να διορθώσω ότι νομίζω ότι πρέπει. Αυτή η κατάθεση.». Αυτά τα έγραψε ο κατηγορούμενος και στο τέλος σταμάτησε να γράφει. Επίσης η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε την υπογραφή του στην πρώτη σελίδα, στη δεύτερη σελίδα και στο τέλος της κατάθεσης στην παρουσία της και δεν έβαλε υπογραφή μόνο εκεί που δεν τέλειωσε το λεκτικό. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος υπόγραψε στο ρωσικό κείμενο την έκτη ερώτηση και διευκρίνισε ως προς αυτό που είπε ότι ήταν αμόρφωτος ότι έτσι της φάνηκε αλλά δεν τον ρώτησε επειδή δεν είναι δουλειά της. Στη συνέχεια είπε απαντώντας στην ερώτηση ότι δεν πολύ -καταλάβαινε ρωσικά πως ότι έγραφε η ίδια του το έλεγε και αυτός της έλεγε αν κάτι δεν καταλάβαινε ενώ πριν να γράψει κάτι εξηγούνταν αν συμφωνά, αν κατάλαβε σίγουρα και τότε η ίδια έγραφε. Σημαίνει ότι αντιλαμβανόταν ότι μιλούσαν και ότι έγγραφε. Τέλος, είπε ότι πρέπει η μητρική του γλώσσα να είναι τα γεωργιανά και ότι εκεί που άρχισε να γράφει και σταμάτησε δεν υπάρχει υπογραφή. - Κατηγορούμενος: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 2/9/19 η ώρα 14:00 το απόγευμα έβγαινε από την παραλία και κρατούσε στο χέρι του πετσέτα, το τηλέφωνο και τα αθλητικά του παπούτσια. Κρατούσε την πετσέτα ανοικτή διπλωμένη στο χέρι του και το πορτοφόλι και τα παπούτσια ήταν πάνω στην πετσέτα. Ακολούθως αναφέρθηκε στις κινήσεις του λέγοντας ότι κοντά στο μπαρ πέρασε μέσα από δύο φοινικιές και μπήκε μέσα στο μπαρ και αγόρασε ένα νερό, βγήκε και εκεί υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και κανονικά πρέπει να εντοπιστεί για ότι έκανε. Μετά πήγε στο χώρο στάθμευσης, πίσω από το μπαρ, μπήκε στη σκιά, σκούπισε τα πόδια του με την πετσέτα και μπήκε σε ένα μαγαζί όπου αγόρασε παντόφλες και γύρισε πίσω στην παραλία και συνέχισε το μπάνιο στη στη θάλασσα. Όταν τελείωσε το μπάνιο του ξαναπήρε τον ίδιο δρόμο όπως πήγαινε στη θάλασσα πριν, ανέβηκε στο μπαρ και αγόρασε μία μπύρα, πήγε πίσω στο χώρο στάθμευσης ξανά σε μία σκιά και κάθισε και εκείνη τη στιγμή ήρθαν και τον θεώρησαν ύποπτο ότι έκανε κάτι. Αυτός έπινε μπύρα και όλα αυτά που είπε πρέπει να είναι καταγραμμένα στο κύκλωμα παρακολούθησης. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η μητρική του γλώσσα είναι τα γεωργιανά και σχολείο πήγε μέχρι το λύκειο. Για το κατά πόσο παραδέχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ανέφερε ότι ο ίδιος δεν παραδέχθηκε λέγοντας ότι ήταν φρεσκοξυπνημένος όταν ξεκίνησε η ανάκριση, ξεκίνησε να γράφει κάποια κείμενα και όταν του είπαν ότι έπρεπε να γράψει ο ίδιος ιδιοχείρως κατάλαβε ότι αφού έφτιαχνε κάποιες προτάσεις που ουσιαστικά κατηγορούσε τον εαυτό του και σταμάτησε να γράφει και στο τέλος αρνήθηκε να υπογράψει το κείμενο. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης του είπε ότι δεν έπρεπε να γράψει όσα έγραψε, επειδή ουσιαστικά έγραφε λέξη με λέξη χωρίς να καταλάβει το νόημα της πρότασης. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ήρθε στην Κύπρο 24/06/18, λέγοντας ότι ήρθε για δουλειά. Συγκεκριμένα είπε ότι δούλευε σε κάποιο χωράφι αλλά και στις οικοδομές. Δεν θυμάται τα ονόματα των μάστρων του γιατί δούλευε σε διάφορους τόπους και εργοδότες. Στη συνέχεια εξήγησε ότι την επίδικη μέρα δεν ήταν δουλειά γιατί είναι οι μέρες που ουσιαστικά δεν υπήρχαν δουλειές, ήταν Αύγουστος και ο περισσότερος κόσμος ξεκουράζεται και αναφέρθηκε στην επίσκεψη του στην Αγία Νάπα για να δει και μία εκκλησία όπου έχει ένα Ρώσο ιερέα και γεωργιανούς ιερείς και κάποιους τάφους που ήθελε να δει. Σε άλλο σημείο ανέφερε πάλι ότι δεν θυμάται τους εργοδότες του, ούτε τον τελευταίο του εργοδότη που όπως είπε τον είχε πληρώσει στις 15/08/19 και ότι μπορεί να υποδείξει τους χώρους που εργάστηκε. Ως προς την επίσκεψη του στην παραλία είπε ότι σκέφτηκε να περάσει και από την παραλία επειδή σκόπευε να μείνει ένα βράδυ. Είχε περάσει από την εκκλησία που ανέφερε αλλά δεν ήταν μέσα ο ιερέας για να τον πάρει να δει αυτό που ήθελε, αναφέρθηκε στη διαδρομή του προς την Αγία Νάπα με το λεωφορείο ενώ ως προς τη διαμονή του αφού είπε ότι θα έμενε ένα βράδυ είπε ότι είχε μαζί του τα προσωπικά του αντικείμενα, δηλαδή οδοντόβουρτσα, οδοντόπαστα, ξυριστικά και αφού κρατούσε λεφτά θα μπορούσε να διευθετήσει και βραδινή διαμονή εύκολα. Έχοντας αυτά τα αντικείμενα μαζί του είπε δεν πάει κάποιος να κλέψει. Είπε ακόμη ότι θα έψαχνε για ξενοδοχείο και δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα έχει πρόβλημα με τη διευθέτηση διαμονής του. Ανέφερε ακόμη ότι μπορεί να συνεννοηθεί στα ρωσικά όμως δεν καταλαβαίνει τα πάντα. Όταν επισκέφθηκε την παραλία πλήρωσε το κρεβατάκι του, άφησε τη τσάντα στο κρεβατάκι, άπλωσε την πετσέτα στον ώμο του και αναφέρθηκε στις κινήσεις που έκανε όπως προηγουμένως με την επίσκεψη του στο μπαρ για να αγοράσει νερό κλπ. Για το κρεβατάκι με την ομπρέλα του πλήρωσε 5 ευρώ αλλά δεν έχει απόδειξη, μπορεί να είναι μέσα στο πορτοφόλι του. Για την αγορά παντόφλων επίσης είπε ότι πλήρωσε 6 ευρώ αλλά πάλι δεν έχει απόδειξη και αυτό μπορεί να φανεί από το κλειστό κύκλωμα, το οποίο είναι εύκολο να δεις και το είδε μόλις μπήκε. Κατάλαβε ότι υπάρχει. Ερωτώμενος για το συγκεκριμένο κλειστό κύκλωμα και πόσες κάμερες υπήρχαν ανέφερε ότι δεν θυμάται και για το πού ξέρει ότι κατέγραφε όλες τις κινήσεις του είπε ότι αυτό σκέφτηκε. Στη συνέχεια είπε ότι δεν πλησίασε άλλο κρεβατάκι και ομπρέλα, παρά μόνο το δικό του και είπε ότι δεν έκλεψε τίποτε. Ανέφερε επίσης ότι δεν παραδέχθηκε και σταμάτησε να γράφει στην κατάθεση του επειδή κατάλαβε ότι έγραφε πρόταση που δεν ήξερε τι νόημα έβγαζε. Ακόμα είπε ότι δεν είχε πει ποτέ συγνώμη και ότι έκανε λάθος που έκλεψε και πρόσθεσε ότι μπορεί η διερμηνέας να έγραφε άλλα εν σχέση με αυτά που έλεγε ο ίδιος. Συνέχισε δε λέγοντας ότι τον έβαλαν να γράφει και να απαντά με αυτό τον τρόπο και θέλει να δει το χαρτί που έγραφε ο ίδιος. Περαιτέρω, είπε ότι διαβάζει ρωσικά αλλά δεν γνωρίζει για ποιο πράγμα έγγραφε η κυρία. Ο αστυνομικός έλεγε, η διερμηνέας έγγραφε και στον ίδιο έδωσαν να υπογράψει και σταμάτησε. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι ήρθε στην Αγία Νάπα για να κλέψει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). - ΜΚ1 XXXXX Κουννού: Έχοντας παρατηρήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία του σφαιρικά, σε συνάρτηση και με την κατάθεση που έχει δώσει αλλά και την λοιπή μαρτυρία, θεωρώ πως γενικά είπε την αλήθεια για το πως εξελίχτηκαν τα πράγματα την επίδικη μέρα. Ήταν όμως παρατηρώ κάπως υπερβολικός και η μαρτυρία του συγκεχυμένη σ' ένα δύο σημεία, κυρίως εκεί που απαντούσε αν είδε ή όχι τον κατηγορούμενο ν' αφήνει τη τσάντα εκεί που τελικά εντοπίστηκε, στα πλαίσια αντιλαμβάνομαι της προσπάθειας του να πείσει ότι γνωρίζει τι ακριβώς έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση και ότι σωστά αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως ύποπτο της κλοπής. Δέχομαι όμως ότι είχε δει τον κατηγορούμενο στο σημείο που είναι ο χώρος στάθμευσης και τα σκυβαλοδοχεία, όπου εντοπίστηκε η τσάντα και σε πολύ κοντινή απόσταση ήτοι 2 μέτρα περίπου, πίσω από σκυβαλλοδοχείο κάτω από χόρτα, τα δύο τάπλετ. Εξάλλου έχει σημασία ν' αναφερθεί ότι την ίδια ώρα που ο μάρτυρας τοποθετεί τον κατηγορούμενο στην παραλία και τη σκηνή που εξελίχθηκαν τα γεγονότα, την ίδια ώρα τοποθετεί και ο κατηγορούμενος εκεί τον εαυτό του. Επίσης ότι κρατούσε πετσέτα θαλάσσης και ότι σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος πήγε πίσω στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου, όπου εντοπίστηκε η τσάντα και τα δύο τάπλετ, είναι επίσης αποδεκτό από την υπεράσπιση, έχοντας δώσει ο κατηγορούμενος βέβαια τη δική του εκδοχή. Μάλιστα εδώ θα πρόσθετα ότι η αναφορά του μάρτυρα στο χρώμα της πετσέτας που κρατούσε ο κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε έχει αμφισβητηθεί το είδος της τσάντας δηλ. ρούχινη και ότι αυτή θα μπορούσε εύκολα να διπλωθεί και να τυλιχθεί σε μια πετσέτα. Επίσης ν' αναφερθεί ότι η απόσταση του μάρτυρα από το σημείο που πέρασε ο κατηγορούμενος δηλ. 2-3 μέτρα ήταν τέτοια που σαφώς του έδινε την ευχέρεια να παρατηρήσει καλά κάποιον που θα περνούσε από μπροστά του και για τον οποιοδήποτε λόγο θα μπορούσε να του κάνει εντύπωση, αλλά και να θυμάται το πρόσωπο του για να τον υποδείξει εντός της επόμενης λίγης ώρας στην αστυνομία. Στο σημείο αυτό αναφέρω πως η θέση της υπεράσπισης προς τον μάρτυρα, με αναφορά στις καταθέσεις των δύο παραπονούμενων, ότι εφόσον οι παραπονούμενοι μπήκαν να κολυμπήσουν στις 13:30 και κολύμπησαν για μισή ώρα, αυτό σημαίνει ότι στις 14:00 που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι έγινε το περιστατικό με την κλοπή οι παραπονούμενοι ήταν εκεί στην ομπρέλα τους και δεν είδαν τον κατηγορούμενο, δεν αποτελεί, με κάθε σεβασμό λέω, παρά μόνον μικροσκοπική προσέγγιση του θέματος. Ότι δεν είδαν οι παραπονούμενοι εκεί τον κατηγορούμενο όταν βγήκαν είναι γεγονός, όμως γεγονός είναι επίσης πως όταν βγήκαν είχε ήδη κλαπεί η τσάντα τους με το περιεχόμενο της. Με αυτά υπόψη, σημειώνω περαιτέρω ότι ο μάρτυρας είπε στην κατάθεση του ότι το περιστατικό που περιέγραψε έγινε περίπου η ώρα 14:00, οι παραπονούμενοι είπαν ότι κολύμπησαν για μισή ώρα περίπου και επίσης μιλούμε για την αρπαγή μιας τσάντας που χρειάζονται για τούτο ως ζήτημα λογικής κάποια δευτερόλεπτα, ως εξάλλου πολύ λογικά ανέφερε και ο μάρτυρας. Δεν μπορεί το Δικαστήριο συνεπώς να υιοθετήσει τη θέση αυτή της υπεράσπισης και δεν είναι διατεθειμένο να προσεγγίσει τη μαρτυρία και το θέμα αυτό τόσο μικροσκοπικά. Το περιστατικό σαφώς έλαβε χώραν περί η ώρα 14:00 και αν είναι 13:55 ή 14:05 δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. - ΜΚ2 Λοχ. XXX XXXXX Κωνσταντίνου: Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια καταθέσεις και έγγραφα της υπόθεσης. Εξήγησε επίσης πως εξελίχθηκε η λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, με τη συνδρομή διερμηνέως στη Ρωσική γλώσσα όπως είχε ζητήσει ο ίδιος. Η μαρτυρία του έχει παραμένει ουσιαστικά αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. - ΜΚ3 XXXXX Χατζηδημητρίου: Πρόκειται για τη διερμηνέα στα ρώσικα που βοήθησε στη λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και η οποία εξήγησε κάτω από ποιες συνθήκες ελήφθη η κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια, ούτε και να γράφει άλλα εν σχέση με αυτά που της έλεγε ο κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω πως δεν έχει προκύψει οτιδήποτε εκ της αντεξέτασης της με βάση το οποίο να τίθεται σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή που να πλήττει την αξιοπιστία της. Η μαρτυρία της συνεπώς γίνεται αποδεκτή. - Κατηγορούμενος: Ευθέως αναφέρω πως δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του. Στη μαρτυρία του εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικότερα δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια και προσπάθησε να παραπλανήσει το δικαστήριο. Επίσης κρίνω πως σαφώς προκύπτει γενικότερα ζήτημα αναξιοπιστίας της υπεράσπισης. Να λεχθεί κατ' αρχήν ότι όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και επανέλαβε στην αντεξέταση του για όλες τις κινήσεις του στην παραλία, ότι ενοικίασε ομπρέλα και κρεβατάκι και περπάτησε και πέρασε από 2 φοινικιές κρατώντας την πετσέτα του ανοικτή διπλωμένη στο χέρι του, ενώ είχε πάνω τα παπούτσια του, το τηλέφωνο και το πορτοφόλι του, και μπήκε μέσα στο μπαρ να αγοράσει νερό, ότι πήγε πίσω στο χώρο στάθμευσης και σκούπισε τα πόδια του, μπήκε σε μαγαζί και αγόρασε παντόφλες, γύρισε πίσω πάλιν από τον ίδιο δρόμο και έκανε το μπάνιο του και στη συνέχεια ανέβηκε πάλιν στο μπαρ, αγόρασε μια μπύρα και πήγε πίσω ξανά στο χώρο στάθμευσης σε μια σκία και έπινε τη μπύρα του, οπόταν συνελήφθη, ακούστηκαν για πρώτη φορά στη μαρτυρία του και δεν ετέθησαν ποτέ προηγουμένως στον ΜΚ1 για να τα σχολιάσει. Ούτε έχει τεθεί σημειώνεται στον ΜΚ2 ή στην ΜΚ3 ότι όταν ξεκίνησε η ανάκριση ο κατηγορούμενος ήταν φρεσκοξυπνημένος, ή ότι ο αστυνομικός έλεγε και η διερμηνέας έγραφε και μπορεί η διερμηνέας να έγραφε ουσιαστικά άλλα εν σχέση με αυτά που της έλεγε. Εν σχέση με τους πιο πάνω ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για σχολιασμό θα σημειώσω εδώ τη Νομολογία, με βάση την οποία οι ισχυρισμοί αυτοί ούτως ή άλλως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, ενώ περαιτέρω προκύπτει και αναξιοπιστία της Υπεράσπισης ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723). Όμως σε κάθε περίπτωση με βάση όσα γενικότερα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος προκύπτει ότι αυτός έλεγε ψέματα και προσπάθησε να παραπλανήσει. Εξηγώ. (α) Είπε ότι ενοικίασε ομπρέλα και κρεβατάκι πληρώνοντας €5.-. Εκτός του ότι δεν παρουσίασε κάποια απόδειξη, που δέχτηκε ότι έλαβε, και είπε γενικά και αόριστα ότι μπορεί να είναι στο πορτοφόλι του χωρίς να ζητήσει να το ελέγξει για να την παρουσιάσει αν υπάρχει και αυτό θεωρώ για ευνόητους λόγους, επειδή δηλαδή δεν είχε και έλεγε ψέματα, δεν υπόβαλε ποτέ στον ΜΚ1 αυτό το πράγμα. Ο ΜΚ1 υπενθυμίζω είναι υπάλληλος του Δήμου και εργάζεται ακριβώς στα κρεβατάκια του Δήμου σ' εκείνο το σημείο που βρισκόταν. Αν ενοικίαζε κρεβατάκι και ομπρέλα ο κατηγορούμενος ο μάρτυρας προφανώς θα το γνώριζε. Γι' αυτό και η παράλειψη αντεξέτασης του μάρτυρα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Εν πάση περιπτώσει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πως ο ισχυρισμός περί ενοικίασης ομπρέλας και κρεβατιού προβλήθηκαν μόνον για να πείσουν το Δικαστήριο για το ότι η παρουσία του εκεί δεν είχε κάποια σχέση με παράνομο σκοπό. Επίσης αναφέρω πως το γεγονός ότι έλεγε ψέματα ο κατηγορούμενος προκύπτει και ως εκ της θέσης του ότι πήγε να πιεί την μπύρα που ισχυρίστηκε ότι αγόρασε εκεί στη σκιά στο χώρο στάθμευσης. Εφόσον ενοικίασε κρεβατάκι και ομπρέλα, η λογική υπαγορεύσει ότι για να πιεί την μπύρα του θα επέστρεφε στο κρεβατάκι του και υπό τη σκιά της ομπρέλας του θα έπινε την μπύρα του. Δεν έχει λογική η θέση του κατηγορούμενου, ούτε και έδωσε κάποια εξήγηση για τούτο. (β) Ως προς τη θέση του ότι ήταν φρεσκοξυπνημένος όταν ξεκίνησε η ανάκριση, να λεχθεί ότι εκτός του ότι ως αναφέρθηκε δεν τέθηκε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 για σχολιασμό, δεν έχουν δοθεί οιεσδήποτε λεπτομέρειες για τούτο τον ισχυρισμό και συνεπώς ως γενικός και αόριστος ούτως ή άλλως θα πρέπει να απορριφθεί. (γ) Επίσης ως προς τον ισχυρισμό του ότι μπήκε σε μαγαζί και αγόρασε παντόφλες και πάλιν σημειώνεται ότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη. Παρεμβάλλω εδώ ότι η υπεράσπιση δεν εξέδωσε κλήση για να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον υπάλληλο ή τον ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου μαγαζιού, προκειμένου είτε να καταθέσει για την παρουσία του κατηγορούμενου στο μαγαζί τη συγκεκριμένη ημέρα ή ακόμη να παρουσιάσει το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, εάν υπήρχε, που επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ως στοιχείο που επιμαρτυρεί την παρουσία του εκεί και για τις κινήσεις του. Παρεμβάλλω πως ισχύουν τα ίδια και για το μπαρ για το οποίο πάλιν επικαλέστηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. (δ) Σημειώνω επίσης την γενικότερη αναξιοπιστία που προκύπτει και πάλιν για την υπεράσπιση με την προβολή τόσο κατά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όσο και στην τελική του αγόρευση ισχυρισμών περί καταπίεσης ουσιαστικά για να ομολογήσει. Την ίδια στιγμή να σημειωθεί πως η κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε χωρίς ένσταση ή ισχυρισμό για μη θεληματικότητα για οποιοδήποτε λόγο (αναφέρθηκε σημειώνω κάτι μόνον μετά την κατάθεση της ως τεκμήριο) και επαναλαμβάνω ούτε ο ΜΚ2 ούτε η ΜΚ3 αντεξετάστηκαν σχετικά, ενώ να προσθέσω πως και ο κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε για καταπίεση του ή για συνθήκες εν πάση περιπτώσει που θα μπορούσαν να θέσουν υποψίες έστω για τέτοια καταπίεση. Πως είναι δυνατόν με αυτά τα δεδομένα η υπεράσπιση ν' αναμένει να γίνει πιστευτή;. (ε) Θα πρόσθετα όμως εδώ και το εξής. Ο κατηγορούμενος είπε ότι σταμάτησε να γράφει επειδή κατάλαβε ότι έγραφε πρόταση που δεν έβγαζε νόημα. Η πρόταση που έγραφε συγκεκριμένα αφορούσε το λεκτικό που μπαίνει στο τέλος της κατάθεσης για το κατά πόσο δηλαδή θέλει να προβεί σε οποιαδήποτε τροποποίηση ή προσθήκη. Όταν έγραφε όμως το λεκτικό είχε ήδη δώσει την απάντηση του με την οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος και μάλιστα ακολούθησαν άλλες ερωτήσεις. Ερωτήθηκε αν πήγε ξανά στην περιοχή και έδωσε αρνητική απάντηση, ενώ στην ερώτηση με την οποία του τέθηκε ότι γίνονται συχνά κλοπές στην περιοχή είπε ότι δεν ξέρει τίποτε. Τέλος ερωτήθηκε αν θέλει να αναφέρει οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση και έδωσε πάλιν αρνητική απάντηση. Παρεμβάλλω ότι o κατηγορούμενος δεν σχολίασε τις τελευταίες του απαντήσεις. Εδώ προφανώς η διερμηνέας έγραφε ότι της έλεγε. Λέω αυτά για να πω ότι όταν σταμάτησε να γράφει δεν ήταν στο σημείο που παραδέχτηκε και η αναφορά του ότι κατάλαβε ότι η πρόταση που έγραφε δεν έβγαζε νόημα δεν αφορούσε την συγκεκριμένη απάντηση. Επίσης στο τέλος των ερωτήσεων, εκεί δηλαδή που είναι η τελευταία απάντηση του, έθεσε την υπογραφή του. Όλα αυτά, και με δεδομένο ότι κατανοούσε πλήρως ότι του έλεγε η διερμηνέας, συνηγορούν υπέρ του ότι στο τέλος της κατάθεσης που έγραφε το λεκτικό σταμάτησε να γράφει για δικούς του λόγους και από εκεί και πέρα οι ισχυρισμοί που προβάλλει για την κατανόηση των ερωτήσεων κλπ δεν αποτελούν παρά μόνον εκ των υστέρων σκέψεις και ψέματα. (στ) Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση του κατηγορούμενου και ανεξάρτητα των ανωτέρω ν' αναφέρω και αυτό. Η θέση του πως εργάστηκε σε διάφορους εργοδότες αλλά δεν θυμόταν έστω ένα όνομα, ούτε καν το όνομα του τελευταίου του εργοδότη που τον πλήρωσε κατά τον ίδιο στις 15/08/19 δηλ. 17 μέρες πριν τα γεγονότα της παρούσας, οι γενικότητες για την επίσκεψη του στην Αγ. Νάπα και τη διαμονή του, αλλά και τα ψέματα που διαπιστώνονται πιο πάνω, συνδυαστικά μεταξύ τους οδηγούν πράγματι στο συμπέρασμα ότι οι προθέσεις του όταν πήγε στην Αγ. Νάπα και επισκέφθηκε την παραλία όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα κάθε άλλο παρά αγαθές ήταν. Εν κατακλείδι απορρίπτω τη μαρτυρία του. Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ.02/09/19 (βλ. τεκμ.6), ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι αυτή κατατέθηκε χωρίς ένσταση και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε μη θεληματικότητα της. Παρεμβάλλω πως τέθηκε μετά την κατάθεση της γενικά θέμα για τη θεληματικότητα της, όμως ενόψει και των όσων αναφέρονται πιο κάνω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου η θέση αυτή κρίνεται γενική και αόριστη και ως τέτοια παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι πως η κατάθεση ήταν θεληματική. Ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Από την εξέταση της κατάθεσης του κατηγορούμενου προκύπτει ότι έχει παραδεχτεί τη διάπραξη του αδικήματος, λέγοντας συγκεκριμένα: «ζητώ συγνώμη ήταν λάθος μου που τα έκλεψα, δεν θα το ξανακάμω» και είναι σαφής η σημασία της παραδοχής αυτής, ενάντια στα συμφέροντα του, εάν συνδυαστεί και με τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή. Ως προς τις καταθέσεις των παραπονούμενων δηλ. τα τεκμ.2 και 3, οι οποίες κατατέθηκαν από τον ΜΚ2, αναφέρω κατ' αρχήν ότι ανεξάρτητα της κατάθεσης τους, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό καλείται να αποφανθεί για τη βαρύτητα που θα προσδώσει σ' αυτή την εξ' ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Ζυγίζοντας δε προσεκτικά όλα τα δεδομένα καταλήγω να κάνω αποδεκτό το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων, παρά το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες, για τους εξής λόγους:
  1. Οι καταθέσεις κατατέθηκαν και έγιναν τεκμήρια χωρίς ένσταση.
  2. Η υπεράσπιση υπέβαλε συγκεκριμένες θέσεις στον ΜΚ1 έχοντας ως υπόβαθρο συγκεκριμένες αναφορές των παραπονούμενων στις καταθέσεις αυτές.
  3. Οι παραπονούμενοι, που ήταν μάρτυρες στο κατηγορητήριο, δεν ζητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο άδεια του Δικαστηρίου από την υπεράσπιση για να κλητευθούν και ν' αντεξεταστούν (βλ. άρθρο 26 του Κεφ.9).
  4. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για πρόσωπα που δεν διαμένουν στην Κύπρο και κατά τα επίδικα γεγονότα ήταν τουρίστες στην Κύπρο, και αναφέρουν απλά τα γεγονότα με την κλοπή της τσάντας τους χωρίς να λένε κάτι ενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο, τον οποίο όπως αναφέρουν δεν γνωρίζουν και τον είδαν πρώτη φορά όταν συνελήφθη. Ας σημειωθεί δε ότι κατέθεσαν για τα γεγονότα αυθημερόν.
  5. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη και το γεγονός ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλει οιονδήποτε ισχυρισμό για βλάβη των δικαιωμάτων της εάν οι καταθέσεις γίνουν αποδεκτές, ούτε και θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως οι καταθέσεις γίνουν αποδεκτές. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νουν την αποδεκτή μαρτυρία πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής : - Στις 02/09/2019 και ώρα 14:00 περίπου, ο ΜΚ1 ο οποίος είναι υπάλληλος του Δήμου Αγ. Νάπας και εργάζεται στα κρεβατάκια του Δήμου που βρίσκονται στη θαλάσσια περιοχή Πανταχού, καθόταν στο κέντρο Καρούσος στην εν λόγω παραλία. Τότε είδε τον κατηγορούμενο να περνά από την παραλία μπροστά του σε απόσταση 2-3 μέτρα, κρατώντας χαλαρά μια πετσέτα θαλάσσης και σε λίγο να ξαναπερνά από μπροστά του βιαστικός και ανήσυχος, κρατώντας την πετσέτα τυλιγμένη και στην οποία φαινόταν να απέκρυπτε κάτι. - Ο ΜΚ1 για περίοδο 2 λεπτών τον έχασε από τα μάτια του και στη συνέχεια τον είδε πίσω στο χώρο στάθμευσης του κέντρου Καρούσος, κοντά στους καλάθους των σκουπιδιών. - Στη συνέχεια ο ΜΚ1 πήγε στο σημείο των καλάθων για να πετάξει σκουπίδια και είδε εκεί κάτω από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο μια τσάντα, που από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ανήκε σε τουρίστες δηλ. στους παραπονούμενους. Οι τουρίστες είχαν αφήσει τη τσάντα τους με το περιεχόμενο της δηλ. ένα κινητό, δύο tablets και το χρηματικό ποσό των €45.-. κάτω από την ομπρέλα τους στην ρηθείσα παραλία, μπήκαν στη θάλασσα να κολυμπήσουν και όταν βγήκαν η τσάντα έλειπε. - Μετά από λίγο από έρευνα που έκανε ο ΜΚ1 προς εντοπισμό της περιουσίας των τουριστών, εντόπισε σε απόσταση 2 μέτρα από το σημείο που βρέθηκε η τσάντα κρυμμένα πίσω από μεγάλο κάλαθο μέσα σε χόρτα 2 tablets, τα οποία να σημειωθεί αναγνωρίστηκαν από τους παραπονούμενους ως τα δικά τους και τα παρέλαβαν. Το κινητό και τα χρήματα δεν εντοπίστηκαν. - Στο μέρος κλήθηκε η Αστυνομία και αφού τους υπεδείχθη ο κατηγορούμενος ως ύποπτος αυτός συνελήφθη. - Την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε ότι εξετάζεται υπόθεση που αφορά τη συγκεκριμένη κλοπή και υπάρχει μαρτυρία που παρέχει εύλογη υπόνοια ότι ενέχεται και θα ανακριθεί, σε ερώτηση τι έχει να πει, απάντησε ότι για τη συγκεκριμένη υπόθεση ζητά συγνώμη και πως ήταν λάθος που τα έκλεψε και δεν θα το ξανακάνει. NOMIKH ΠTYXH Όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής αυτό εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου ότι αυτός έκλεψε την τσάντα με το περιεχόμενο της, καθ' όλα νόμιμη και θεληματική ως είναι σαφώς υπό τις περιστάσεις, και έχοντας βεβαίως υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, θεωρώ πως η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.