Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2517/19, 22/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2517/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Κατηγορούσας Αρχής ν.
- ...... Γεωργίου
- ....... Καλλιτσιώνης
- ....... Λιάτσου Κατηγορουμένων ------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Καούλλας για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος 1: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Όταν ο κατηγορούμενος 1 κλήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ήγειρε την ειδική απάντηση του Autrefois Convict δυνάμει του άρθρου 69
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Πιο συγκεκριμένα προέβαλε τη θέση ότι τα γεγονότα της παρούσας είναι ίδια με αυτά της υπόθεσης 923/18 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας-Αμμοχώστου (βλ. τεκμ.2), εις την οποία του επιβλήθηκε ποινή στις 19/08/19 (βλ. τεκμ.4). Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει προέρχονται από την ίδια συμπεριφορά του, στον ίδιο χώρο και τον ίδιο χρόνο και από την ίδια έρευνα. Περαιτέρω εισηγείται ότι η καταχώρηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στα πλαίσια της Ακρόασης της ειδικής απάντησης δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα εξής:
- Στις 19/04/18 καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας- Αμμοχώστου η υπ΄ αριθμό 923/18 υπόθεση εναντίον του εδώ κατηγορούμενου 1 (βλ. τεκμήρια 1 και 2 - με τη διευκρίνηση ότι το τεκμήριο 1 αφορά την καταχώριση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου αρχικά και το τεκμήριο 2 ακριβώς την καταχώριση της ακολούθως στο Κακουργιοδικείο).
- Όλα τα αδικήματα στο κατηγορητήριο τεκμήριο 2 προέκυψαν στο πλαίσιο έρευνας δυνάμει δικαστικού εντάλματος στην οικία που διέμενε ο κατηγορούμενος
- Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ 2 - 3 Απριλίου 2018 και ήταν δυνάμει του δικαστικού εντάλματος έρευνας, Τεκμήριο
- Για τις κατηγορίες της υπόθεσης 923/18 παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε τετραετής ποινή φυλάκισης στις 19/08/19 (βλ. Τεκμήριο 4).
- Μεταξύ των τεκμηρίων που εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκαν και τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση, δηλαδή νάιλον συσκευασίες με άσπρη σκόνη κοκαΐνης και ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας με ίχνη άσπρη σκόνης κοκαΐνης. Τα πιο πάνω τεκμήρια αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία για την παρούσα υπόθεση 2517/
- Τα υπόλοιπα τεκμήρια που εντοπίστηκαν είναι καταγεγραμμένα στην γραπτή αγόρευση της υπεράσπισης σελ.2, παράγραφοι 4 και
- Ακολούθως ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, ενώ ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής προέβη σε προφορική αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα υποστήριξαν αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, επιχειρηματολογώντας για τη βασιμότητα των εκατέρωθεν θέσεών τους, έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο για την έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αναλυτικά. Θα γίνει αναφορά σημειώνω πιο κάτω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Τα αδικήματα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 1 στην υπόθεση 923/18 πιο πάνω και στα οποία κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή και του επιβλήθηκαν ποινές είναι τα εξής: 1η κατηγορία: Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (δηλ. 348 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.
- 2η κατηγορία: Παράνομη κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (δηλ. 82 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04. 3η κατηγορία: Παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (δηλ. ενός όπλου κατηγορίας Δ, μάρκας Beretta), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04. 4η κατηγορία: Παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (διαφορετικού από αυτό της κατηγορίας 3), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04. 7η κατηγορία: Παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α (δηλ. μίας αμυντικής χειροβομβίδας), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/
- 8η κατηγορία: Παράνομη κατοχή ανιχνευτή μετάλλων, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Αρχαιοτήτων Νόμου, Κεφ.
- 9η κατηγορία: Κατοχή απαγορευμένων μέσων σύλληψης ή θανάτωσης άγριων πτηνών, δηλαδή μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής με μιμητικές φωνές αγρίων πτηνών, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003, Ν.152
(1)/03. 10η κατηγορία: Κατοχή απαγορευμένων μέσων σύλληψης ή θανάτωσης άγριων πτηνών, δηλαδή 119 ξόβεργων, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003, Ν 152
(1)/03. 11η κατηγορία: Παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (δηλ. ενός πιστολιού μάρκας TAURUS), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04. 12η κατηγορία: Κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων, δηλαδή 163 κιλά και 300 γραμμάρια καπνού για ναργιλέ, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91
(1)/2004. 13η κατηγορία: Κατοχή αγαθών για τα οποία δεν καταβλήθηκε ΦΠΑ, δηλαδή η ποσότητα ναργιλέ πιο πάνω στην κατηγορία 12 (μη έχοντας καταβληθεί φόρος 6.173,50 ευρώ), κατά παράβαση του σχετικού άρθρου του περί ΦΠΑ Νόμου, 95
(1)/00. 14η κατηγορία: Δόλια αποφυγή καταβολής δασμού, δηλαδή 4.572 ευρώ για την ίδια ποσότητα ναργιλέ πιο πάνω, κατά παράβαση του σχετικού άρθρου του περί Τελωνιακού Κώδικα Νόμου, 94
(1)/04. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα ο κατηγορούμενος 1 είναι τα εξής: (α) Στην 1η κατηγορία, για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31 και 38 και παραγράφου 1, του μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με άλλο κατηγορούμενο μεταξύ των ημερομηνιών 2-3/04/18 συμπεριλαμβανομένων, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α ήτοι άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης χωρίς την άδεια του υπουργού υγείας. (β) Στην 2η κατηγορία, για κατοχή σκευών για τη λήψη ναρκωτικών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(γ)(i)(ii), 26, 30,31, 32 και 38 της παραγράφου 1 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα, του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος μαζί με άλλους κατηγορούμενους είχαν στην κατοχή τους σκεύη για τη λήψη ναρκωτικών ουσιών, κατασκευασμένα για χρήση ναρκωτικών ουσιών, ήτοι μία ζυγαριά ακριβείας. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι προκειμένου να αποφασίσω για το θέμα έχω ανατρέξει τόσο σε Νομολογία όσο και σε συγγράμματα ( 1.Ποινική Δικονομία στην Κύπρο - Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, σελ.154-160, 2.Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Λευκωσία 2016, σελ.918-921, 3.Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας του Κώστα Σατολιά σελ.397-400 και 4. Εισαγωγή στο Κεφ.155 του Κώστα Σατολιά σελ.220-225). Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 7115 ημερ. 13.7.2001 στη σελίδα 5 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το δεδικασμένο σε ποινικές υποθέσεις: " Δεν χρειάζεται να προβούμε σε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις. Συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παρ. 4-149: «The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - no - one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence (the rule against double jeopardy). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims». Σε μετάφραση: « Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto -κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». .............................. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata», 2nd ed,. σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted: he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts". Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης». Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecution
(1964)Α.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: "The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment." Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Στην ίδια απόφαση ο Lord Devlin θέτει το θέμα ως εξής στις σελ. 1339-1340: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been put in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word offence embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law." Σε μετάφραση: «Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο». " Η προστασία από διπλή διακινδύνευση (Double Jeopardy) παρέχεται και από το Σύνταγμα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 12 του Συντάγματος προνοεί: « Ο απαλλαγής ή καταδικασθείς, δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου δια την αυτήν πράξιν ή παράλειψη, εκτός εάν συνεπεία αυτής προεκλήθη θάνατος. » Σχετικές πρόνοιες υπάρχουν επίσης τόσο στον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 (άρθρο 19) όσο και στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.155 (άρθρο 35). Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο πιο πάνω, αναφέρεται ότι για να υπάρχει επιτυχής επίκληση του Autrefois Acquit ή του Autrefois Convict θα πρέπει όχι μόνο τα γεγονότα να είναι τα ίδια αλλά και το αδίκημα. Εάν τα συστατικά είναι διαφορετικά τότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ειδικής αυτής απολογίας. Στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης πιο πάνω αναφέρεται ότι «.σύμφωνα με την αρχή Autrefois Convict ή Autrefois Acquit, ουδείς δύναται να κατηγορηθεί ξανά για ποινικό αδίκημα στο οποίο ήδη καταδικάστηκε ή αθωώθηκε, ή για αδίκημα που είναι - κατά νόμο και γεγονός (Κονέ v. Φλουρή και Άλλης, ΠΕ 209/13, ημερ.5.3.15) - το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο με άλλο στο οποίο ήδη αθωώθηκε και απαλλάχτηκε, ή για το οποίο θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί με προσθήκη άλλης συναφούς κατηγορίας βάσει των γεγονότων της υπόθεσης που όμως δεν προστέθηκε ..». Κατά τη μελέτη του θέματος που εξετάζεται εντόπισα και την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση 30515/14 Ε.Δ.Λεμεσού, Zigman v. Αναστασιάδη, ημερ. 17/05/17, εις την οποία ο αδελφός μου δικαστής προέβη πράγματι σε μια ομολογουμένως εκτενή και εξαιρετική ανάλυση του θέματος. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση, και σημειώνοντας ότι έχω μελετήσει και από δικής μου πλευράς όλη τη νομολογία που αναφέρεται εις αυτό, συμπεριλαμβανομένης και της απόφασης Zolotukhin εις την οποία δίδεται πολλή έμφαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου στην αγόρευση του, αναφέρω ότι συμφωνώ με όσα αναφέρονται: « Κατά τη μελέτη του θέματος, ανέτρεξα τόσο στην κυπριακή και αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., εφόσον το θέμα έχει προσεγγιστεί από διάφορες σκοπιές, αναλόγως της δικαιοδοσίας που το εξέταζε. Στην αγγλική νομολογία, το θέμα προσεγγίστηκε από τη σκοπιά των αρχών της δίκαιης δίκης, όπως αυτές αναδύονται κυρίως από το κοινοδίκαιο και τη δικαστική πρακτική. Στην νομολογία του ΕΔΑΔ, το θέμα εξετάστηκε υπό το πρίσμα του Αρ.4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η κυπριακή έννομη τάξη, αποτελεί, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ένα «υβρίδιο» των πιο πάνω και αυτό, ένεκα του Αρ.12.2 Συντάγματος, της άρρηκτης σχέσης με το κοινοδίκαιο αλλά και της δεσμευτικής προσχώρησης στην ΕΣΔΑ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση, LEVENT SHAIL ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2014, 8/7/2016 «Η συνταγματική, νομοθετική και με κάθε άλλη διάσταση επιταγή ότι κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί δύο φορές ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο ποινικό αδίκημα, είναι καλά εμπεδωμένη διαχρονικά, τόσο στο Αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, όσο και στον Ευρωπαϊκό χώρο.» Έχω την άποψη ότι το όλο θέμα, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση ενός συνδυασμού των προαναφερόμενων δικαιοδοτικών προσεγγίσεων και αυτό ακριβώς ένεκα της ιδιομορφίας της κυπριακής έννομης τάξης. Αυτό άλλωστε είναι που προκύπτει και από τις αναφορές που αμφότεροι οι συνήγοροι έκαμαν κατά τις αγορεύσεις τους. Ως αντιπροσωπευτικοί «οδηγοί» επί του θέματος, οι οποίοι συνοψίζουν αποτελεσματικά κατά την άποψη μου, την κάθε προσέγγιση, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, οι κυπριακές αποφάσεις LEVENT SHAIL και ΤΑΣΟΥΛΛΑ ΚΟΝΕ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΦΛΟΥΡΗ κ.α., Ποινική Έφεση ΑΡ. 209/2013, 5/3/2015, οι αγγλικές αποφάσεις Connelly v. DPP [1964] 2 AC 1254, DPP ν Humphrys [1977] A.C. 1 και R. v. Z.
(2000)3 All E.R. 385 και η απόφαση του ΕΔΑΔ στη Sergey Zolotukhin v. Russia [2009] ECHR 14939/03. Αυτό που συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, είναι ότι το Δικαστήριο, στην περίπτωση όπου εγείρεται το θέμα που ηγέρθηκε στην παρούσα, θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τη μεταγενέστερη δίωξη αν διαπιστώσει ότι: Α) Πρόκειται για κατάχρηση διαδικασίας είτε διότι κανονικά έπρεπε να υπήρχε μόνο μία διαδικασία είτε διότι η δεύτερη διαδικασία, ουσιαστικά εγείρεται με σκοπό να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή, να παρακάμψει την προηγούμενη αθώωση και να πετύχει με πλάγιο τρόπο, την καταδίκη του κατηγορούμενου για το αρχικό αδίκημα (in substance simply seeking to get behind a verdict of acquittal as a second chance to secure conviction on the original charge). Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο απορρίπτει την υπόθεση και απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ασκώντας της συμφυείς εξουσίες του να ρυθμίζει τη διαδικασία και να διαφυλάττει το δίκαιο και ακέραιο χαρακτήρα της. (βλ. μεταξύ άλλων, Connelly σελ. 1301-1302, Humphrys 40D-E, 41D-E, 46D-E, 47D-E, 52H - 53A, 55F, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και τη σχετική νομολογία που τις ακολούθησε). Για σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσο πρόκειται για κατάχρηση της διαδικασίας, το Δικαστήριο, εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων και μεταξύ άλλων, τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της δεύτερης διαδικασίας, τα κίνητρα του κατηγόρου, τη συνολική στάση του κατηγορούμενου, το αντικείμενο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης διαδικασίας καθώς και το που οδηγήθηκε η πρώτη υπόθεση και που οδηγείται η δεύτερη. Β) Τυγχάνει εφαρμογής «το δόγμα του δεδικασμένου (που) στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Bλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Οι αρχές του αγγλικού δικαίου αντανακλούνται στο Άρθρο 12.2 του Συντάγματος μας, το οποίο ορίζει πως ο «απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα»... Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο... (ενώ)... εάν δεν υπήρξε δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας ... ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης»...«όταν πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, ένας κατηγορούμενος θεωρείται ότι είχε τεθεί σε κίνδυνο αν είχε αρχίσει η διαδικασία με την απάντηση του στο κατηγορητήριο («. by plea in summary proceedings») ... (και) ... Μετά δε τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και σε κάθε αναβολή της υπόθεσης για το σκοπό τούτο, οι...(κατηγορούμενοι)...ήταν εκτεθειμένοι σε κίνδυνο καταδίκης. Το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν μάρτυρες από την κατηγορούσα αρχή κατά τις ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, γιατί γίνονταν διαβουλεύσεις για διευθέτηση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων, αφού το Δικαστήριο διατηρούσε πάντα τη δυνατότητα να ζητήσει όπως η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση» (βλ. Τασούλα Κονέ ανωτέρω καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Από τη σκοπιά του ΕΔΑΔ, το θέμα δύναται να συνοψιστεί ως εξής: «... Ο σκοπός του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Σύμβασης είναι να απαγορεύσει την επανάληψη ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με τελική απόφαση. Η διάταξη αυτή απαιτεί ότι ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να δικασθεί ή να τιμωρηθεί σε ποινική διαδικασία υπό την δικαιοδοσία του ίδιου κράτους για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί ή αθωωθεί (βλ. Göktan v France [2002] ECHR 33402/96, para 47, and Franz Fischer v Austria [2001] ECHR 37950/97, para 22, 29 May 2001). Προηγουμένως στη νομολογία του, το Δικαστήριο, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 όταν υπήρχαν όλα τα ακόλουθα στοιχεία: α) ο αιτητής καταδικάστηκε ή αθωώθηκε με τελική απόφαση, β) υπήρξε αντιγραφή (duplication) των διαδικασιών που αφορούν τον αιτητή, γ) όλες αυτές οι διαδικασίες ήταν ποινικές και δ) όλες αφορούσαν το ίδιο αδίκημα που ο αιτητής φέρεται να διέπραξε (βλ. Sergey Zolotukhin v Russia [2009] ECHR 14939/03, paras 48-122; Muslija v Bosnia and Herzegovina [2014] ECHR 32042/11, paras 22-40, 14 January 2014; and Boman v Finland [2015] ECHR 41604/11, paras 22-44, 17 February 2015).» Τα πιο πάνω συνιστούν ελεύθερη μετάφραση από την απόφαση του 4ου Τμήματος του Δικαστηρίου στην υπόθεση Dungveckis ν Lithuania App. No.32106/08, Judgment Date 12/04/2016, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 12/9/16, μετά που η σχετική έφεση που είχε ασκηθεί, απορρίφθηκε συνοπτικά. Σημειώνω εδώ ότι, σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, διαδραμάτισε και το κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές ή αντίθετες (incosistent) αποφάσεις επί γεγονότων, με το ένα Δικαστήριο να καταλήγει σε διαφορετικά ευρήματα (findings of fact) από το άλλο, επί των ιδίων όμως γεγονότων. Τη θέση αυτή υποστηρίζει και η αγγλική αλλά και η κυπριακή νομολογία (βλ. Connelly στις σελίδες που αναφέρονται ανωτέρω καθώς και τα λεχθέντα στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Χ'' Αλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 - «Το Δικαστήριο είναι ευαίσθητο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση ή αντιφατικότητα μεταξύ αποφάσεων ισότιμων δικαστηρίων. Αποτελεί είδος υπέρβασης εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.») Ωστόσο, όταν μια ενιαία εγκληματική συμπεριφορά δύναται να διαχωριστεί σε χωριστά μεταξύ τους αδικήματα, ή όταν οι δικαστικές διαδικασίες, καλύπτουν χωριστές πτυχές της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου (cover different aspects of his conduct), έστω και αν θα ήταν ορθότερο όπως συμπεριληφθούν όλα τα ισχυριζόμενα αδικήματα σε μια διαδικασία, η καταχώρηση χωριστών διαδικασιών σε σχέση με το κάθε αδίκημα, δεν συνεπάγεται αυτόματα και παραβίαση της αρχής του Αρ.4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (βλ. Dungveckis και Zolotukhinανωτέρω,Goktan v. France [2002] ECHR 33402/96, Nilsson v. Sweden [2005] ECHR 73661/01, Connelly και Humphrys ανωτέρω, R v. Ollis [1900] 2 Q.B. 758 καθώς και Levent Shail ανωτέρω). Για μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας του ΕΔΑΔ, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο Δελτίο Τύπου που εκδόθηκε από το εν λόγω Δικαστήριο το Νοέμβριο 2016 με τίτλο «Right not to be tried or punished twice (the non bis in idem principle)». Γ) Τυγχάνει εφαρμογής η ειδική απολογία του autrefois convict/acquit «...η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Κύπρο με το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά), σελ. 157)» ... «Επί του προκειμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο οι αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41). Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (ανωτέρω), είναι σαφής: «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» (Τασούλα Κονέ ανωτέρω) Το θέμα είναι ξεκάθαρο και το δόγμα εφαρμόζεται πλήρως, όταν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εκ νέου τα ίδια αδικήματα για τα οποία αθωώθηκε ή καταδικάστηκε προηγουμένως και τα οποία βασίζονται πάνω στα ίδια γεγονότα. Δεν είναι όμως πάντοτε αυτή η περίπτωση αφού δυνατό να υπάρχουν περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, όπου τα αδικήματα αν και δεν είναι τα ίδια, προκύπτουν από ένα ευρύτερο και ενιαίο σύνολο γεγονότων. Στην απόφαση του Lord Morris στην Connelly ανωτέρω, στις σελ. 1305-1310, παρατίθενται οι αρχές που θα πρέπει να έχουν υπόψη τους τα Δικαστήρια όταν εξετάζουν κατά πόσο δύναται να εφαρμοστεί το δόγμα του autrefois. Τις παραθέτω πιο κάτω σε ελεύθερη μετάφραση:
(1)Κανείς δεν μπορεί δικαστεί για αδίκημα για το οποίο έχει προηγουμένως αθωωθεί ή καταδικαστεί
(2)Κανείς δεν μπορεί να δικαστεί για αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί στα πλαίσια προηγούμενου κατηγορητηρίου
(3)Ο εν λόγω κανόνας εφαρμόζεται αν το αδίκημα για το οποίο κάποιος κατηγορείται είναι στην ουσία το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο (in effect the same, or is substantially the same) με το κυρίως αδίκημα ή με διαφορετικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ή για το οποίος θα μπορούσε να καταδικαστεί
(4)Το τεστ για το αν ο κανόνας δύναται να εφαρμοστεί, είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το δεύτερο κατηγορητήριο ή το κατά πόσο τα γεγονότα που υποστηρίζουν το δεύτερο αδίκημα, θα ήταν αρκετά, για να στοιχειοθετήσουν τη νομική καταδίκη του κατηγορούμενου σε σχέση με το πρώτο αδίκημα, είτε σε σχέση με το αδίκημα του κατηγορητηρίου είτε σε σχέση με αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να κριθεί ένοχος.
(5)Ο κανόνας τελεί υπό την επιφύλαξη ότι το αδίκημα αντικείμενο του δεύτερου κατηγορητηρίου διαπράχθηκε κατά το χρόνο της πρώτης κατηγορίας, π.χ. εάν λάβει χώρα μια επίθεση για την οποία ασκήθηκε δίωξη, η οποία οδήγησε σε καταδίκη, δεν υπάρχει κώλυμα για μεταγενέστερη δίωξη για φόνο αν το θύμα της επίθεσης στη συνέχεια πεθάνει.
(6)Για την επίκληση του δόγματος του «autrefois acquit or autrefois convict», ο κατηγορούμενος δεν περιορίζεται σε σύγκριση του μεταγενέστερου κατηγορητηρίου με το προγενέστερο ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου αλλά μπορεί να αποδείξει με μαρτυρία όλα εκείνα τα θέματα, όπως την ταυτότητα των προσώπων, ημερομηνίες και γεγονότα, που είναι αναγκαία για να μπορέσει να καταδείξει ότι κατηγορείται για αδίκημα για το οποίο έχει αθωωθεί ή καταδικαστεί η για το οποίο μπορούσε να καταδικαστεί.
(7)Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο το έγκλημα ή το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται με το μεταγενέστερο κατηγορητήριο, είναι στην ουσία το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο (in effect the same, or is substantially the same) με το αδίκημα του προγενέστερου κατηγορητηρίου (ή με αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί) και είναι άσχετο το ότι τα υπό εξέταση γεγονότα είναι τα ίδια ή οι μάρτυρες που θα κληθούν στη μεταγενέστερη διαδικασία είναι οι ίδιοι με την προηγούμενη διαδικασία.
(8)Εκτός από τις περιπτώσεις όπου κάποιος μπορεί να καταδείξει ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του autrefois acquit, ένας κατηγορούμενος, μπορεί να καταδείξει ότι κάποιο θέμα έχει ήδη αποφασιστεί από αρμόδιο Δικαστήριο οπόταν και εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου - res judicata.
(9)Εκτός των περιπτώσεων όπου δύναται να υποβληθεί «plea in bar» κατά την έγκριση του κατηγορητηρίου, η θεμελιώδης αρχή είναι ότι κανείς δεν μπορεί να διωχθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Στη βάση των πιο πάνω, ο Lord Morris, προχωρεί και αναφέρει ότι αν δύο ξεχωριστά αδικήματα διαπραχθούν ταυτόχρονα, αυτό δεν σημαίνει ότι η καταδίκη ή η αθώωση στο ένα αποκλείει τη δίωξη για το άλλο. Είναι τα αδικήματα που πρέπει να εξετασθούν - στην ουσία ήταν ένα αδίκημα που διαπράχθηκε ή ήταν δύο ή περισσότερα; - «It was the offence or offences that had to be considered. Was there in substance one offence - or had someone committed two or more offences?» Εφόσον είναι άνευ σημασίας το αν τα περιστατικά και οι συνθήκες που εξετάζονται στη δεύτερη δίωξη είναι πανομοιότυπα με αυτά της πρώτης διαδικασίας, το Δικαστήριο θα το απασχολήσουν μόνο τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι αν η μαρτυρία που απαιτείται για να στοιχειοθετήσει την καταδίκη σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα, θα στοιχειοθετούσε καταδίκη και σε σχέση με το πρώτο ή σε σχέση με αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικαστεί με το πρώτο κατηγορητηρίο. «It matters not that incidents and occasions being examined on the trial of the second indictment are precisely the same as those which were examined on the trial of the first. The court is concerned with charges of offences or crimes. The test is, therefore, whether such proof as is necessary to convict of the second offence would establish guilt of the first offence or of an offence for which on the first charge there could be a conviction» Τα πιο πάνω μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά με το υποθετικό σενάριο όπου κάποιος βιάζει μια κοπέλα και στη συνέχεια, σκεπτόμενος ότι θα ήταν επικίνδυνο να την αφήσει ελεύθερη μήπως και τον καταδώσει στην Αστυνομία, αποφασίζει να την σκοτώσει και προχωρεί και εκτελεί το σχέδιο του. Έχει επομένως διαπράξει και το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης και του βιασμού. Σίγουρα μπορεί να διωχθεί και να καταδικασθεί στα πλαίσια ενός ενιαίου κατηγορητηρίου και για τα δύο αδικήματα (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 209). Καταδίκη ή αθώωση του όμως είτε στο αδίκημα του φόνου είτε στου βιασμού, αποκλείει την μεταγενέστερη δίωξη του σε σχέση με τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας ή της άσεμνης επίθεσης αντίστοιχα και αυτό γιατί τα εν λόγω αδικήματα εμπεριέχονται στα αρχικά αδικήματα για τα οποία έχει ήδη δικαστεί. Βιασμός χωρίς άσεμνη επίθεση δεν μπορεί να διαπραχθεί όπως και δεν μπορεί να αποδειχθεί φόνος χωρίς θανάτωση προσώπου. Αυτό όμως δεν ισχύει μεταξύ των αδικημάτων του φόνου και του βιασμού, αν γι' αυτά ήθελε ασκηθεί χωριστή δίωξη, έστω και αν προέκυψαν από την ίδια αλληλουχία γεγονότων. Αυτό γιατί, ο φόνος, δύναται να διαπραχθεί και να αποδειχθεί χωρίς να διαπραχθεί και αποδειχθεί βιασμός και ο βιασμός χωρίς να διαπραχθεί και να αποδειχθεί φόνος. Η καταδίκη ή αθώωση στο ένα δεν συνιστά και καταδίκη ή αθώωση στο άλλο. Τα αδικήματα είναι ξεχωριστά. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε από το Lord Morris στη Connelly, όπου ο εκεί κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε δίωξη για ληστεία μετά που αθωώθηκε σε προηγούμενη δίωξη για φόνο που διαπράχθηκε κατά την ώρα της ληστείας: «...the question is whether proof that there was robbery with aggravation would support a charge of murder or manslaughter. It seems to me quite clear that it would not. The crimes are distinct. There can be robbery without killing. There can be killing without robbery. Evidence of robbery does not prove murder or manslaughter. Conviction of robbery cannot involve conviction of murder or manslaughter. Nor does an acquittal of murder or manslaughter necessarily involve an acquittal of robbery. Nor on a charge of murder or manslaughter could a man be convicted of robbery. That the facts in the two trials have much in common is not a true test of the availability of the plea of autrefois acquit. Nor is it of itself relevant that two separate crimes were committed at the same time so that in recounting the one there may be mention of the other.» Πρόσθετα όλων των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι σύμφωνα με την απόφαση R v Z ανωτέρω, στην οποία παρέπεμψε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Levent Shail ανωτέρω, κρίθηκε ότι, εκτός από τις περιπτώσεις όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές υπό στοιχεία Α-Γ, μαρτυρία η οποία είναι σχετική με την απόδειξη των αδικημάτων σε μεταγενέστερη δίωξη, δεν αποκλείεται απλά επειδή δείχνει ή τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα ένοχος για αδίκημα που είχε προηγουμένως αθωωθεί. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα από το λόγο των Humphrys και Ollis ανωτέρω, το Δικαστήριο στην R v Ζ, ανατρέποντας ουσιαστικά την προηγούμενη απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου στην υπόθεση, Sambasivam v Public Prosecutor, Federation of Malaya [1950] AC 458, ανέφερε ότι, όταν η κατηγορούσα αρχή προσκομίζει μαρτυρία προς απόδειξη μιας δεύτερης υπόθεσης, είναι στην απόδειξη εκείνης της υπόθεσης που στοχεύει η μαρτυρία και το κριτήριο είναι η σχετικότητα. Αν η μαρτυρία είναι σχετική με την υπόθεση, τότε, το ότι αυτή δυνατό να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι στην πραγματικότητα ένοχος κάποιου αδικήματος για το οποίο προηγουμένως αθωώθηκε, αυτό δεν καθιστά από μόνο του, τη μαρτυρία ανεπίτρεπτη. Μόνο αν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του δεδικασμένου ή του double jeopardy, θα αποκλειστεί μαρτυρία που κατά τ' άλλα είναι σχετική με την υπόθεση. H θέση αυτή φαίνεται να υποστηρίχτηκε και από το Law Commission στη συμβουλευτική του έκθεση - consultation paper -Double Jeopardy (Law Com No. 156), 1999 - (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο άρθρο των Doran, Jackson & Quinn - Evidence - το οποίο είναι δημοσιευμένο στο All England Annual Review/2000/Evidence). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα θεωρώ, ότι ο κάθε άξονας επί του οποίου δύναται να εξεταστεί το υπό κρίση θέμα, ως οι άξονες αυτοί παρατίθενται υπό στοιχεία Α-Γ πιο πάνω, είναι αυτοτελής, χωριστός και ανεξάρτητος από τους άλλους. Η επιτυχής επίκληση ενός από αυτούς δεν εξαρτάται από την απόδειξη και των υπολοίπων. Την ίδια στιγμή όμως, προκύπτει επίσης ξεκάθαρα ότι, σε μεγάλο βαθμό, οι εν λόγω άξονες, σε αρκετές πτυχές τους, αλληλοκαλύπτονται, με αποτέλεσμα επιτυχής επίκληση του ενός να συνεπάγεται ενδεχομένως και επιτυχή επίκληση και των υπολοίπων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Hamphrys, «In the event of a prosecutor using a ... charge merely as a second attempt to secure a conviction on the original charge the court has an inherent jurisdiction to prevent an abuse of its process ... this would in reality be putting the accused in double jeopardy...». » Εφαρμόζοντας όλες τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, θεωρώ ότι η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης, από όποια σκοπιά ήθελε ιδωθεί, αυτή, δεν μπορεί να επιτύχει. Α) Τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και αυτά της 923/18, μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο βαθμό στα ίδια γεγονότα και μαρτυρία, είναι όμως χωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους τόσο επί της ουσίας τους όσο και επί των συστατικών τους στοιχείων και απόδειξη του ενός δεν συνεπάγεται απόδειξη του άλλου. «That the facts in the two trials have much in common is not a true test of the availability of the plea of autrefois acquit. Nor is it of itself relevant that two separate crimes were committed at the same time so that in recounting the one there may be mention of the other.» (Connelly at 1310) Β) Ο κατηγορούμενος ουδέποτε τέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο (peril-danger) καταδίκης για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Τα υπό κρίση αδικήματα ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης 923/18 και όπως εξήγησα πιο πάνω, εφόσον είναι χωριστά και ανεξάρτητα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επρόκειτο για αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να καταδικασθεί στα πλαίσια της 923/18. Γ) Ο κατηγορούμενος στην 923/18 κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και δεν ακούστηκε καμία μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης εκείνης, ούτε το Δικαστήριο κατέληξε σε οιαδήποτε ευρήματα επί οιασδήποτε εκδοχής. Ως εκ τούτου, εξέταση των γεγονότων στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και κατάληξη σε σχετικά ευρήματα δεν δύναται να συνιστά αντιφατική (incosistent) απόφαση. Επισημαίνεται ότι στην Connelly, ένα σημαντικό στοιχείο που λήφθηκε υπόψη για να απορριφθεί η έφεση του κατηγορούμενου, ήταν ότι η κατ' έφεση αθώωση του για το αρχικό αδίκημα του φόνου, δεν ήταν συνεπεία κατάληξης σε εύρημα γεγονότων αλλά συνεπεία διαπίστωσης ότι οι ένορκοι καθοδηγήθηκαν εσφαλμένα από τον πρωτόδικο Δικαστή, (wrong direction of the jury). Η αθώωση του κατηγορούμενου επομένως υπό αυτές τις συνθήκες δεν συνιστούσε κώλυμα για μεταγενέστερη δικαστική εξέταση και κρίση επί των ιδίων γεγονότων, για το σκοπό διαπίστωσης τυχόν ποινικής ευθύνης επί ξεχωριστού αδικήματος. Ο κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα στην μεταγενέστερη υπόθεση, να ξαναπροβάλει την εκδοχή του επί των ιδίων γεγονότων και να προσμένει σε επιτυχία της. «The appellant's case, as submitted to the jury on the murder charge, was twofold, namely,
(1)I was not there at all;
(2)if I was there, I was in no way responsible for the killing that took place. A verdict of not guilty would not proclaim what had been the view of the jury» «With respect, as I have indicated above, the Court of Criminal Appeal did not decide that the appellant had not been at Mitcham. What they decided was that the finding that he had been there was reached after a summing-up that was open to criticism and that the conviction for murder should be set aside» «The result is that the appellant can validly assert that he has been acquitted of the charge of murder - with the consequential result that he has also been acquitted of manslaughter. He cannot, however, say that anyone has ever decided that he was not present. Indeed, it is probable that the Court of Criminal Appeal would not without demur have agreed that the second indictment should be proceeded with, had they thought that their decision in any way involved a finding or conclusion to the effect that the appellant had not been at Mitcham.» Δ) Η πλευρά της κατηγορούσας αρχής εξέφρασε την πρόθεση της να «διώξει» τον κατηγορούμενο και για αυτά τα αδικήματα πριν την επιβολή ποινής στην υπόθεση 923/
- Παρεμβάλλω πως το κατηγορητήριο στην παρούσα καταχωρήθηκε στις 08/08/19 και η ποινή στην 923/18 επιβλήθηκε 19/08/
- Δεν πρόκειται δηλαδή για μεταγενέστερη της καταδίκης και της επιβολής ποινής καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, η οποία υποκινείται από αλλότρια κίνητρα, τα οποία αποσκοπούν στην εξασφάλιση καταδίκης για το αρχικό αδίκημα και κατά πλάγιο τρόπο. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή ενήργησε κατά καταχρηστικό τρόπο ή κατά τρόπο που παραβλάπτει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να κάνω αποδεχτές τις εισηγήσεις της υπεράσπισης και τις απορρίπτω. Ως εκ τούτου καλώ τον κατηγορούμενο 1 ν' απαντήσει στις κατηγορίες. (Υπ.)......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο