← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. L.F., Αρ. Υπόθεσης: 2466/19, 28/11/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. L.F., Αρ. Υπόθεσης: 2466/19, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2466/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου και L.F. Κατηγορούμενης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28/11/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους Για την κατηγορούμενη: κα. Ρ. Πεκρή ΑΠΟΦΑΣΗ (Διαδικασία Δίκης εντός Δίκης) Όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του ΜΚ4 στην κύρια δίκη και ακολούθως Μ1 της κατηγορούσας αρχής (στο εξής ΚΑ) για τη δίκη εντός δίκης, Λοχ.XXXX XXXXX Χρίστου, η κατάθεση της κατηγορούμενης ημερ. 28/07/19 (τεκμ.Α στη δίκη εντός δίκης), εις την οποία ομολογεί ότι προηγούμενη κατάθεση που έκανε για βιασμό της δεν είναι αληθής, η πλευρά της υπεράσπισης έφερε ένσταση. Πιο συγκεκριμένα προβλήθηκε η θέση ότι «αυτή η κατάθεση λήφθηκε κάτω από πίεση και κάτω από ακατάλληλες συνθήκες που επηρέασαν την κατηγορούμενη στο να υποκύψει και να προβεί σε αυτήν τη θεληματική κατάθεση. Δεν είναι αποδεχτή περαιτέρω η θεληματικότητα της.» Για τούτο διατάχθηκε από το Δικαστήριο η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Στα πλαίσια δε αυτά κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες για την ΚΑ, ενώ για την πλευρά της κατηγορούμενης κατέθεσε η ίδια και επιπλέον 3 μάρτυρες (στο εξής ΜΥ). Με το πέρας της διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση της. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ όσα οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και αρκούμαι να πω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Σε δίκη εντός δίκης αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Regina v Sfongaras

(1957)22 C.L.R. 113, Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Republic
(1968)2 C.L.R. 169, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510). Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Πρέπει πάντως να τηρείται κατά νου, ότι ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση κράτους δικαίου και υπό αυτό το πρίσμα το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει αφ΄ενός εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης και αφ΄ετέρου το αποτέλεσμα της. Είναι, όμως, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση δίκη εντός δίκης, με γνώμονα αφ΄ενός την αποφυγή άσκοπων διαδικασιών και αφ΄ετέρου ότι, εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως. Κατά την απόφαση εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης πρέπει να ληφθεί υπόψη όπως μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Ακόμα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει δίκη εντός δίκης εάν οι συνθήκες το απαιτούν (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 900). Το αντικείμενο της δίκη εντός δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Το επίπεδο απόδειξης σε δίκη εντός δίκης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης εξ΄ολοκλήρου στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται απλώς αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεκτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης. Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη δίκη εντός δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη δίκη εντός δίκης θέματος, χωρίς διατύπωση που τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα (Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). Σε εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη δίκη εντός δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα δεδομένα, ως θα αποκρυσταλλωθούν τότε, απαιτούν κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία Λοχ.XXXX XXXXX Χρίστου - Μ1 ΚΑ Ο μάρτυρας υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και ήταν ο επικεφαλής των ανακρίσεων στην καταγγελία για ομαδικό βιασμό της κατηγορούμενης από τις 17/07/19 και μέχρι το τέλος και αυτής της υπόθεσης. Κατέθεσε αναφορικά με τη λήψη από την κατηγορούμενη της συμπληρωματικής της κατάθεσης τεκμ.Δ, αλλά κυρίως για τη λήψη από τον ίδιο της επίδικης κατάθεσης τεκμ. Α, ως επίσης για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η λήψη των καταθέσεων αυτών. XXXXX Παναγή - Μ2 ΚΑ Πρόκειται για τη λειτουργό του γραφείου ευημερίας η οποία συνόδευε την κατηγορούμενη την επίδικη ημέρα κατά την λήψη της συμπληρωματικής κατάθεσης της για υπόθεση βιασμού που κατήγγειλε (τεκμ.Δ) και ακολούθως όταν ανακρίθηκε και προέκυψε η επίδικη κατάθεση τεκμ.Α. Α/Αστ. XXXX XXXXX Νικολεττής - Μ3 ΚΑ Υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας που εξέταζε την υπόθεση βιασμού που κατάγγειλε η κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε στη λήψη της συμπληρωματικής κατάθεσης από την τελευταία στις 27/07 για την υπόθεση βιασμού (τεκμ. Δ), αλλά και για τις υποψίες που ηγέρθηκαν στον υπεύθυνο ανακριτή δηλ. τον Μ1 πιο πάνω στο τέλος της κατάθεσης και την απόφαση του τελευταίου να την ανακρίνει. Κατηγορούμενη Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε τόσο η συμπληρωματική κατάθεση για υπόθεση βιασμού που κατήγγειλε (τεκμ. Δ), όσο και η επίδικη κατάθεση της τεκμ.Α, καθώς επίσης ισχυρίστηκε ότι αντιμετωπίζει μετατραυματικό σύνδρομο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. XXXXX Pearce - ΜΥ1 Πρόκειται για φίλη της κατηγορούμενης, η οποία ανέφερε πως αντάλλαξαν γραπτά μηνύματα μέσω Snapchat το επίδικο πρωινό (μετά την λήψη της επίδικης κατάθεσης τεκμ. Α) και αναφέρθηκε επίσης σε κάποια μηνύματα που αντάλλαξε με το φίλο τους XXXXX, εν συνεχεία των μηνυμάτων με την κατηγορούμενη πιο πάνω. Dr. XXXXX Tizzard - ΜΥ2 Είναι ψυχολόγος, η οποία κατέθεσε πως είχε κάποιες τηλεφωνικές συνομιλίες με την κατηγορούμενη και τη μητέρα της, και ότι διέγνωσε σοβαρή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες (βλ. την σχετική έκθεση της τεκμ.Ι και το μεταφρασμένο κείμενο αυτής στα ελληνικά τεκμ. Κ). XXXXX Nini - ΜΥ3 Είναι καθηγητής γλωσσολογίας και αγγλικής γλώσσας, και δικανικός γλωσσολόγος. Κατέθεσε ότι με βάση τη γλωσσολογική ανάλυση που έκανε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα ή μερικά μέρη της δεύτερης παραγράφου του τεκμ. Α δεν συντάχθηκαν από την κατηγορούμενη με δικά της λόγια αλλά της υπαγορεύτηκαν από άτομο που είχε τα Αγγλικά ως δεύτερη του γλώσσα (βλ. την σχετική έκθεση του τεκμ.Μ και το μεταφρασμένο κείμενο αυτής στα ελληνικά τεκμ. Ν). Αξιολόγηση της θέσης της υπεράσπισης περί πίεσης και ακατάλληλων συνθηκών που επηρέασαν την κατηγορούμενη στο να υποκύψει και να προβεί σε αυτήν τη θεληματική κατάθεση / μη θεληματικότητα της κατάθεσης. Έχοντας υπόψη τις αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω και εστιάζοντας μόνον στο πλαίσιο και στο αντικείμενο της δίκης εντός δίκης, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις όσον αφορά τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης: Ο Μ1 ΚΑ εξήγησε λεπτομερώς πως οδηγήθηκε στην απόφαση ν' ανακρίνει την κατηγορούμενη, για την πληροφόρηση της αναφορικά με τις υποψίες του και πως εξελίχθηκαν ακολούθως τα πράγματα μέχρι τη στιγμή που η κατηγορούμενη ανέφερε πως είπε ψέματα για την καταγγελία της για βιασμό και έγραψε την επίδικη κατάθεση τεκμ.Α, την οποία και υπόγραψε. Δεν εντοπίζω στη μαρτυρία του οτιδήποτε το μεμπτό ή επιλήψιμο ή κάτι εν πάση περιπτώσει που να αφήνει σκιές σε ότι αφορά τις ενέργειες του σαν ανακριτή της υπόθεσης ή τον τρόπο λήψης της εν λόγω κατάθεσης. Εξάλλου κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ήταν παρούσα η Μ2 ΚΑ, η οποία επιβεβαίωσε πως ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα και στην ουσία όσα είπε ο Μ1 ΚΑ. Έχει σημασία δε να λεχθεί πως η μάρτυρας αυτή βρισκόταν εκεί υπό την ιδιότητα της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και συγκεκριμένα για σκοπούς προστασίας της κατηγορούμενης. Το γεγονός ότι παρέμεινε στο χώρο μαζί με την κατηγορούμενη μετά τη λήξη της κατάθεσης της για την καταγγελία βιασμού και ήταν παρούσα κατά την ανάκριση της δεν συνεπάγεται οτιδήποτε το μεμπτό. Εξήγησε όλους τους καλούς λόγους που παρέμεινε μαζί της. Εξ' όσων γίνεται βέβαια αντιληπτό η παρουσία της εκεί δεν βόλευε την υπεράσπιση, ενόψει της θέσης που προώθησε για άσκηση πίεσης και μη κατάλληλων συνθηκών, όμως η ουσία του πράγματος είναι πως ήταν παρούσα συνεχώς μέχρι που η κατηγορούμενη έγραψε και υπόγραψε την επίδικη κατάθεση. Ίσως εκ του περισσού ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, όμως και για τη μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρας θα πω πως δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό. Και το ίδιο ισχύει για τον Μ3 ΚΑ, η μαρτυρία του οποίου έχει βέβαια σημασία ως προς τον τρόπο που είχαν μεταχειριστεί την κατηγορούμενη από τη στιγμή που είχε φτάσει στον αστυνομικό σταθμό και ξεκίνησε η κατάθεση της για την υπόθεση βιασμού μέχρι τη στιγμή που τελείωσε και μιλώντας με τον υπεύθυνο ανακριτή δηλ. τον Μ1 ΚΑ αποφασίστηκε από τον τελευταίο να την ανακρίνει. Η συμπεριφορά της Αστυνομίας απέναντι της προκύπτει χωρίς αμφιβολία να ήταν η πρέπουσα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την Μ2 ΚΑ. Γενικότερα θα έλεγα πως με βάση όσα αναφέρθηκαν και έχοντας βεβαίως μελετήσει ενδελεχώς τη μαρτυρία, οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ήταν σταθεροί και παρουσίασαν μία ολοκληρωμένη, σταθερή, συνεπή και πειστική εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του τεκμ.Δ καταρχήν και κατά δεύτερον της επίδικης κατάθεσης τεκμ.Α, με τις θέσεις των μαρτύρων αυτών να παραμένουν μέχρι το τέλος ακλόνητες. Ερχόμενος στην κατηγορούμενη, ευθέως αναφέρω πως η εκδοχή της χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, σύγχυση, έλλειψη λογικής και συνοχής και υπερβολές, σε βαθμό που να μην μπορεί να πείσει γι' αυτήν. Ας σημειωθεί ότι η εκδοχή της δεν παρουσιάζει σταθερότητα και συνέπεια, ούτε εν σχέση με τις θέσεις που προβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω σημειώνω πως κάποιες πολύ ουσιώδεις θέσεις που προέβαλε κατά τη μαρτυρία της δεν υποβλήθηκαν ποτέ στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν και συνεπεία τούτου οι θέσεις αυτές ούτως ή άλλως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ενώ γενικότερα η εκδοχή της κρίνεται αναξιόπιστη ακριβώς ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723). Πιο συγκεκριμένα:
  1. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι μόλις πήγαν στον σταθμό ρώτησε την Μ2 τι θα κάνει εκεί. Ας σημειωθεί ότι την ίδια στιγμή γνώριζε τι ακριβώς πήγε να κάνει εκεί αφού όπως η ίδια παραδέχτηκε της είχε μιλήσει προηγουμένως η αστυφύλακας XXXXX για τούτο. Εν πάση περιπτώσει δεν υποβλήθηκε στην Μ2 οιαδήποτε στιχομυθία μεταξύ τους για να την σχολιάσει.
  2. Επίσης ανέφερε στην κυρίως εξέταση της πως ο Μ1 και ο Μ3 της έκαναν ερωτήσεις με έντονους ρυθμούς, δεν καταλάβαινε τι της έλεγαν και προσπάθησε ν' απαντήσει. Στην αντεξέταση δε είπε ότι στο γραφείο που έπαιρνε την κατάθεση ο Μ3, εκτός από την Μ2 και μια αστυνομικό, ήταν και ο Μ
  3. Μαζί ο Μ1 και ο Μ3 της έκαναν ακατάπαυστα ερωτήσεις και ο μεν Μ1 έγραφε σε χαρτί, ο δε Μ3 στον υπολογιστή. Ακόμη είπε ότι οι ερωτήσεις γίνονταν απανωτά και μπέρδευε τα λόγια της. Ουδέποτε υποβλήθηκαν σε οιονδήποτε εκ των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής αυτά τα πράγματα και αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η κατάθεση τεκμ. Δ λήφθηκε από τον Μ3, στην παρουσία της Μ2 και μιας γυναίκας αστυφύλακα και ο Μ1 απλά έμπαινε και έβγαινε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης. Επίσης είναι σημαντικό ν' αναφερθεί ότι αναντίλεκτος παρέμεινε και ο τρόπος που ελήφθη η κατάθεση τεκμ.Δ, αφού της δινόταν δηλαδή ο χρόνος να σκέφτεται για ν' απαντά όπως ήθελε και με διαλείμματα όποτε η ίδια ζητούσε. Η ίδια δέχτηκε επίσης ότι της είχαν πει ότι μπορεί να έχει νερό ή φαγητό όποτε το ζητήσει. Και το αποκορύφωμα είναι πως συμφωνεί με το περιεχόμενο της κατάθεσης της τεκμ.Δ που αποτελείται τονίζεται από 4 σελίδες.
  4. Στην κυρίως εξέταση της πρόβαλε τη θέση πως έκατσαν όλοι στο γραφείο και μετά από λίγο ο XXXXX της είχε πει ότι είχε όλα αυτά τα video από τις 17/
  5. Ότι τα video έδειχναν ότι ήταν ομαδικό σεξ με τη δική της συναίνεση. Αυτή σηκώθηκε πάνω και είπε από πού το καταλάβετε αυτό; Και ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Επίσης είπε ότι επειδή έχει αυτό το σύνδρομο με τις κρίσεις πανικού έφυγε από το δωμάτιο για λίγο, όχι για πολύ. Ας σημειωθεί ότι αυτό το θέμα με την κρίση πανικού το ανέφερε και στην αντεξέταση της και μάλιστα είπε ότι η Μ2 κατάλαβε την ψυχική κατάσταση που βρισκόταν και ότι άρχισε να έχει κρίσεις πανικού και έκλαιγε πολύ. Στην αντεξέταση της είπε επίσης ότι ο Μ1 της είπε για τα video κατά τη λήψη της κατάθεσης στο γραφείο του Μ
  6. Κατ' αρχήν να λεχθεί πως ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι ο Μ1 αναφέρθηκε σε video κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης τεκμ.Δ. Εν πάση περιπτώσει το τεκμ.Δ της ελήφθη υπό την ιδιότητα της ως παραπονούμενης σε υπόθεση βιασμού και δεν έχει καμία λογική να της ετέθη το θέμα με τα video. Η λογική συνάδει με όσα ανέφερε ο Μ1, και επιβεβαιώνονται από τους Μ2 και Μ3, ότι δηλαδή αυτό έγινε με το πέρας της κατάθεσης τεκμ.Δ, και για τους λόγους που ο Μ1 εξήγησε. Περαιτέρω σημειώνω πως σε κανένα σημείο δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι είχε κρίση πανικού και έφυγε για λίγο από το δωμάτιο ή ότι η Μ2 κατάλαβε την κατάσταση της και ότι έκλαιγε πολύ. Αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτο πως έγιναν διακοπές για διάλειμμα όταν το ζήτησε η κατηγορούμενη. Επίσης να αναφερθεί εδώ πως και η θέση του Μ3, η οποία επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ1 και Μ2, ότι όταν συνομιλούσε ο Μ1 με την κατηγορούμενη μετά το πέρας της κατάθεσης (τεκμ.Δ) δεν ήταν παρών, παρέμεινε αναντίλεκτη.
  7. Ακόμη ανέφερε στην κυρίως εξέταση της πως δεν είπε ποτέ ότι η μητέρα της είναι δικηγόρος, αλλά ότι αυτή έκανε πτυχίο νομικής. Τόσο ο Μ1 όμως όσο και η Μ2 δεν αμφισβητήθηκαν ως προς την σχετική αναφορά της κατηγορούμενης ότι η μητέρα της είναι δικηγόρος και ουδέποτε τους υπεβλήθη η πιο πάνω θέση.
  8. Ως προς την άρνηση της ότι ο Μ1 την πληροφόρησε για το δικαίωμα της για δικηγόρο, ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία της Μ2, η οποία ευρισκόταν συνεχώς με την κατηγορούμενη, αναφορικά με την πληροφόρηση της κατηγορούμενης για τα δικαιώματα της δεν έχει αμφισβητηθεί.
  9. Η κατηγορούμενη στην αντεξέταση της ανέφερε ότι όταν πήγαν οι αστυνομικοί (Μ1 και Μ3) για να την παραλάβουν στις 27/07 μπήκε στο αυτοκίνητο με τη θέληση της και πήγαν στα γραφεία του ΤΑΕ στο Παραλίμνι. Δεν ανέφερε ότι συνέβη οτιδήποτε ιδιαίτερο στη διαδρομή, σε αντίθεση με την υποβολή στον Μ1 ότι με το που μπήκαν στο αυτοκίνητο κλείδωσαν τις πόρτες, κάτι που εξ' όσων το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ετέθη για να δώσει την εικόνα μια πιεστικής συμπεριφοράς έναντι της κατηγορούμενης εξ' αρχής. Εν πάση περιπτώσει η κατηγορούμενη δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο.
  10. Όσον αφορά την κατάθεση τεκμ. Δ ανέφερε ότι δεν την διάβασε μέχρι που της την έδωσε ο δικηγόρος της και δεν ήξερε τι έλεγε μέχρι τη στιγμή αυτή. Επίσης, αφού αναγνώρισε τις υπογραφές της σε όλες τις σελίδες, είπε πως έβαλε τις υπογραφές της μετά που υπέγραψε την κατάθεση τεκμ.Α, οπότε ήθελαν να υπογράψει πολλά πράγματα μαζί. Αυτά όμως ουδέποτε υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και κυρίως στους Μ2 και Μ3, ενώ περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ποτέ η αναφορά του Μ3 στο τέλος της κατάθεσης ότι της την διάβασε στην παρουσία των αναφερόμενων προσώπων δηλ. της Μ2 και της Γ/ΕΑστ.5200 και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του.
  11. Για πρώτη φορά στην αντεξέταση της ακούσαμε επίσης πως όταν έπαθε κρίση πανικού έπρεπε να πάει τουαλέτα και οι πόρτες ήταν κλειδωμένες και περίμενε 5 ώρες μετά να πάει τουαλέτα όταν πήγαν στα κρατητήρια. Αντίθετα η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ότι πήγε τουαλέτα, αλλά και πιο συγκεκριμένα η μαρτυρία του Μ3 ότι έδωσε την προσωπική του κάρτα για να ανοίξουν την πόρτα και πήγε στην τουαλέτα συνοδευόμενη από την γυναίκα αστυφύλακα, παρέμεινε αναντίλεκτη. Αν και προφανώς με βάση όσα ανέφερε αναφερόταν σε χρόνο μετά την υπογραφή της επίδικης κατάθεσης της τεκμ.Α. Εν πάση περιπτώσει έχει σημασία ν' αναφερθεί εδώ πως σε κάποια στιγμή μετά την αναφορά της πιο πάνω, της υποβλήθηκε ότι δεν είπε σε κανένα στάδιο ότι ήθελε να πάει τουαλέτα πριν ανακαλέσει την κατάθεση της και αυτή απάντησε «Εντάξει, δεν ξέρω».
  12. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι ο Μ3 ήρθε με ένα σωρό χαρτιά, μια στοίβα χαρτιά και της ζήτησε να υπογράψει κάποια πράγματα. Αναφερόταν και στην κατάθεση τεκμ.Δ. Έβαλε τη στοίβα μπροστά της και με αυτό τον τρόπο υπογράφτηκαν όλα αυτά. Αυτό έγινε μετά την κατάθεση ανάκλησης, λίγο μετά τις 02:
  13. Η αναφορά σε «όλα αυτά» δεν είναι αντιληπτό ακριβώς για τι πράγμα μιλούσε. Προφανώς για το τεκμ.Δ και τα δικαιώματα κρατουμένου που παραδέχεται πως υπόγραψε η ώρα 02:
  14. Εν πάση περιπτώσει σημασία έχει να αναφερθεί πως ουδέποτε υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στον Μ3, ενώ ως προς την υπογραφή του τεκμ.Δ επαναλαμβάνω όσα αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω.
  15. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι άλλαξε γραφείο και πως ο Μ1 της είπε για τα video όταν μπήκε στο δικό του γραφείο λίγο πριν προβεί στην κατάθεση ανάκλησης (τεκμ.Α). Και πάλιν όμως αυτό είναι κάτι που πρώτη φορά το ακούσαμε στη δική της μαρτυρία και δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για σχολιασμό. Αντίθετα η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως των Μ1 και Μ2, ότι δηλαδή μετά το πέρας της κατάθεσης τεκμ.Δ η κατηγορούμενη κάθισε έξω με την Μ2 και ακολούθως κλήθηκαν στο γραφείο του Μ1 όπου εξελίχθηκαν τα πράγματα εν σχέση με την πληροφόρηση της για τις υποψίες του Μ1 κλπ παρέμεινε αναντίλεκτη.
  16. Σε κάποια στιγμή είπε ότι μόλις ξεκίνησε να τη ρωτά ο Μ1 για τα βίντεο ζήτησε να μιλήσει με τη μητέρα της και μετά ζήτησε να φύγει και να πάει για φαγητό με τη μητέρα της, αλλά αυτός της είπε ότι αν ήθελε να φύγει θα έφευγε με χειροπέδες και η μητέρα της δεν θα την έβλεπε μέχρι τη Δευτέρα που θα βρισκόταν Δικαστήριο. Ούτε αυτά όμως έχουν υποβληθεί στους Μ1 και Μ
  17. Να σημειωθεί επίσης ότι την ίδια στιγμή που η κατηγορούμενη έλεγε τα πιο πάνω, προηγουμένως στον Μ1 είχε υποβληθεί ότι της υποσχέθηκε ότι αν προέβαινε σε θεληματική κατάθεση θα την άφηνε να πάει πίσω στη μητέρα της και στο ξενοδοχείο της. Ποια είναι τελικά η εκδοχή της υπεράσπισης; Της είπε ότι θα την αφήσει να φύγει ή ότι η μητέρα της θα την έβλεπε τη Δευτέρα στο Δικαστήριο;.
  18. Όσον αφορά τα μηνύματα τεκμ. Ε, αυτά μάλλον δείχνουν την επαφή της κατηγορούμενης με την πραγματικότητα, γνώση ως προς το τι θα επακολουθούσε και ψυχραιμία από μέρους της. Στις 02:15, ξημερώματα της 28/07, έλεγε στη μητέρα της μεταξύ άλλων ότι θα την συλλάβουν, να ηρεμήσει, ότι είναι καλά και να την εμπιστευτεί, ενώ ακολούθως στις 02:31, μετά τη σύλληψη της, έδινε οδηγίες για επικοινωνία της μητέρας της με την βρετανική αστυνομία και την πρεσβεία. Και αυτά 45-60 λεπτά περίπου μετά την λήξη της επίδικης κατάθεση της τεκμ. Α. Σίγουρα όμως σε κανένα μήνυμα δεν φαίνεται να λέει στη μητέρα της ότι κινδυνεύει η ζωή της, όπως ισχυρίστηκε. Αφού φοβόταν τόσο και ότι μάλιστα ότι ο Μ1 μπορεί να την απαγάγει και να την σκοτώσει, αν είναι δυνατόν, γιατί δεν το είπε στη μητέρα της; Όσα είπε σημειώνω για να το δικαιολογήσει, ότι δηλ. της είπε ψέματα ότι είναι εντάξει αφού δεν ήθελε να φρικάρει η μητέρα της, δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν συνοχή με την λοιπή μαρτυρία της. Διότι είτε ήταν αναστατωμένη, έκλαιε, είχε κρίσεις πανικού, πίστευε ότι θα την απαγάγουν και θα την σκοτώσουν και ήθελε να φύγει, οπότε λογικά θα το έλεγε στη μητέρα της και θα ζητούσε άμεσα βοήθεια, είτε ήταν σε θέση να χειριστεί την κατάσταση, να σκέφτεται καθαρά ώστε να λέει στη μητέρα της να παραμείνει ήρεμη και να ζητήσει βοήθεια την κατάλληλη στιγμή που συνελήφθη. Προφανώς όμως δεν ήταν το πρώτο διότι αν ένιωθε έτσι και φοβόταν τόσο πολύ θα το έλεγε τουλάχιστον στην Μ2, η οποία ήταν εκεί μαζί της για δική της βοήθεια και προστασία, ενώ από την άλλη η Μ2 είναι βέβαιο ότι θα αντιλαμβανόταν τα πιο πάνω.
  19. Ερχόμενος στα μηνύματα της εφαρμογής snapchat, τεκμ.Στ, ευθέως αναφέρω πως δεν μπορώ να τα λάβω υπόψη μου. Μέσα από την αντεξέταση της προέκυψε κατ' αρχήν ότι τα έχουν εκτυπώσει οι δικηγόροι της, χωρίς να εξηγηθεί ποτέ ποιος ακριβώς το έκανε και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε. Επίσης υπάρχουν κενά σε αυτά που προφανώς δεν μπορούσε να εξηγήσει, η ίδια δεν έκανε κανένα screenshot από αυτά, δεν φαίνονται οι ώρες που εστάλησαν ενώ στην εφαρμογή υπάρχει σημείο που δείχνει την ώρα και το κυριότερο υπήρχαν και άλλα μηνύματα που δεν παρουσιάστηκαν. Γιατί όμως δεν παρουσιάστηκαν, τι έλεγαν τα μηνύματα αυτά και ποιος είναι αυτός που επέλεξε τι θα παρουσιαστεί τελικά στο Δικαστήριο; Εν πάση περιπτώσει εξηγήσεις για τα πιο πάνω και κυρίως για τη μη παρουσίαση όλων των μηνυμάτων με αναφορά στις ώρες που εστάλησαν δεν δόθηκαν. Ούτε και εδόθη εξήγηση γιατί δεν παρουσιάστηκε τελικά το τηλέφωνο της κατηγορούμενης για να γίνει τεκμήριο, όπως η κα Πεκρή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μπορούσε να πράξει για να φανούν τα συγκεκριμένα μηνύματα. Δεν μπορώ συνεπώς να δώσω βαρύτητα σ' ένα τεκμήριο γεμάτο «κενά» και «σκιές», και το οποίο παρουσιάζει επιλεκτικά μόνον κάποια μηνύματα που ήθελε να προβάλει η υπεράσπιση για δικούς της λόγους. Ανεξάρτητα όμως τούτου, σημειώνω πως ακόμη και αν αποφάσιζα να αποδεχτώ το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού, και πάλιν θεωρώ πως ενόψει και των όσων αναφέρονται ανωτέρω δεν θα είχε τόση σημασία τι είπε ή και τι αποφάσισε να πει στη φίλη της η κατηγορούμενη μετά την επίδικη κατάθεση τεκμ.Α και για δικούς της λόγους. Ας σημειωθεί εδώ πως ακριβώς για δικούς της λόγους μιλούσε στο μήνυμα της για συνομωσία, την ίδια στιγμή που ήταν ξεκάθαρο τι εξέταζε εναντίον της η αστυνομία, αφενός μέσω της πληροφόρησης που έλαβε από τον Μ1 και την οποία επιβεβαίωσε η Μ2, η οποία ας σημειωθεί δεν αμφισβητήθηκε ως προς όσα ανέφερε ότι είπε ο Μ1, και περαιτέρω μέσω της κατάθεσης τεκμ. Α την οποία έγραψε και υπόγραψε, ανεξάρτητα της θέσης της, και όπως η ίδια είπε αντιλαμβάνεται τι αναφέρεται σε αυτήν.
  20. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι είπε στην αστυνομία ότι βιάστηκε όταν ήταν 13 χρονών και μίλησε για πρώτη φορά στη δική της μαρτυρία για ένα ατύχημα που είχε με το άλογο της και είπε ότι έχει μετατραυματικό στρες. Παρεμβάλλω πως την αναφορά της για βιασμό της όταν ήταν 13 χρόνων το ανέφερε τόσο ο Μ1 όσο και η Μ2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε σημειώνω ούτε επί του συγκεκριμένου. Βεβαίως σύμφωνα με τους μάρτυρες της ΚΑ μετά είπε ότι λέει ψέματα για τούτο. Όμως έχει σημασία να λεχθεί πως δεν ανέφερε τίποτε στους Μ1 και Μ2 για μετατραυματικό στρες λόγω ατυχήματος με άλογο, ούτε η Υπεράσπιση υπέβαλε στους εν λόγω μάρτυρες ότι τους ανέφερε οτιδήποτε για ατύχημα με άλογο. Επίσης έχει σημασία να τονιστεί πως ενώ της ζητήθηκε από τον Μ1 να του αποκαλύψει το όνομα του γιατρού που την παρακολουθούσε για να ζητηθεί έκθεση, αυτή όχι μόνον δεν ανέφερε το όνομα του αλλά είπε ότι λέει ψέματα. Να σημειωθεί δε εδώ πως η υπεράσπιση δεν υπέβαλε ποτέ στους Μ1 και Μ2 ότι η κατηγορούμενη έδωσε τα στοιχεία του γιατρού/ψυχολόγου της, όπως ισχυρίστηκε δηλαδή η ίδια ενώπιον του Δικαστηρίου. Και θα πρόσθετα εδώ πως είναι πολύ περίεργο και συνάμα βολικό για την κατηγορούμενη ομολογουμένως το γεγονός ότι την ίδια στιγμή που επέμενε ότι παρακολουθείτο από ψυχολόγο να λέει πως δεν θυμάται το όνομα του. Όπως περίεργο είναι ότι δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία ο ψυχολόγος που υποτίθεται την παρακολουθούσε αλλά η ΜΥ2, χωρίς σε καμία περίπτωση να μου διαφεύγει ότι το θέμα επιλογής των μαρτύρων αφορούσε την υπεράσπιση. Επιπλέον ερωτηματικά προκύπτουν όμως και ένεκα της μη παρουσίασης γενικότερα έστω κάποιου στοιχείου που να δείχνει ότι παρακολουθείτο προηγουμένως από κάποιο γιατρό για το ισχυριζόμενο πρόβλημα της. Επίσης γενικές κρίνονται οι αναφορές της για λήψη φαρμάκων αναφορικά με το ισχυριζόμενο πρόβλημα της, υπενθυμίζοντας την ίδια στιγμή και για όποια σημασία έχει την αναφορά του Μ1 πως όταν έγιναν αναλύσεις ούρων την ημέρα της καταγγελίας της για βιασμό το μόνο που ανιχνεύτηκε στον οργανισμό της με βάση την έκθεση που έλαβε ήταν κοκαΐνη. Επίσης να σημειώσω εδώ ότι η υπεράσπιση υπέβαλε στον Μ1 ότι ενώπιον του η κατηγορούμενη ήπιε φάρμακα, κάτι που αρνήθηκε ο μάρτυρας, ενώ η κατηγορούμενη ουδέποτε ανέφερε στη μαρτυρία της τέτοιο πράγμα και απλά είπε ότι την είχαν ρωτήσει τι χάπια/φάρμακα έπαιρνε. Πάντως δεν υποβλήθηκε στον Μ1, όταν αυτός ανέφερε για την κοκαΐνη, ότι η κατηγορούμενη έπαιρνε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα φάρμακα στις 17/07 ή και παυσίπονα, όπως ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη.
  21. Τέλος, ότι ο Μ1 πέρασε όλο το βράδυ να την εξουθενώνει με τις απειλές του και επίσης ότι της είπε σε κάποια στιγμή ότι μίλησε με τους Ισραηλίτες και συμφώνησε ότι και αυτοί θα πάνε στα σπίτια τους και το ίδιο και αυτή θα πάει σπίτι της και αυτό θα είναι το τέλος της ιστορίας, είναι επίσης ισχυρισμοί που ακούστηκαν πρώτη φορά στη δική της μαρτυρία και δεν υποβλήθηκαν ποτέ στους μάρτυρες της ΚΑ για σχολιασμό. Την ίδια στιγμή υπενθυμίζω για τα περί εξουθένωσης τη μαρτυρία της Μ2, η οποία ήταν παρούσα επαναλαμβάνεται για να μην γίνει κάτι που την επηρεάζει (αρνητικά εννοείται) και ανέφερε πως «.ουδέποτε έγινε κάτι που να θεωρήσουμε ότι είτε θυμώσαν της, είτε θίχτηκε, είτε έγινε οτιδήποτε εναντίον της. Αντιθέτως που την αρχή εξηγήθηκε της ότι μπορεί να πάρει τον χρόνο της, να έχει τα διαλείμματά της. Αν χρειάζεται είτε νερό, είτε κάτι άλλο να πιει, είτε να φάει, δεν είδα κάτι που τους Αστυνομικούς που να επηρέασε ή να το θεωρήσω ότι πίεσεν την.» Με αυτά υπόψη και τη σύγχυση που παρατηρείται στη μαρτυρία της γενικότερα, κάτι που με απλή ανάγνωση των πρακτικών μπορεί να επιβεβαιωθεί, η εκδοχή της κατηγορούμενης παραμένει ουσιαστικά χωρίς υπόβαθρο ή και δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι ουσιαστικά το υπόβαθρο της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης ελέγχεται ως προβληματικό. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα τούτου αναφέρονται εν σχέση με τους μάρτυρες υπεράσπισης τα εξής. ΜΥ1 XXXXX Pearce Όσον αφορά τα μηνύματα του τεκμ. Στ επαναλαμβάνω όσα αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο ανωτέρω και πως ακόμη και αν το τεκμήριο γινόταν αποδεκτό, τα μηνύματα αυτά έχουν να κάνουν με κάποιες αναφορές της κατηγορούμενης μετά που έδωσε την επίδικη κατάθεση τεκμ. Α για δικούς της λόγους. Η δική της συνομιλία με τον XXXXX (βλ. τεκμ.Θ) πηγάζει ουσιαστικά από όσα προκύπτουν από το τεκμ.Στ και γι' αυτό δεν μπορεί να έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Αναφορικά με όσα είπε για τον Μ1 και συγκεκριμένα ότι συμπεριέλαβε σε κατάθεση που της έλαβε κάτι που στην πραγματικότητα δεν είπε και μετά της είπε ότι μπορούσε να πάει στο κομπιούτερ να την αλλάξει και την άφησε μόνη της στο δωμάτιο, οπότε έσβησε τα λόγια που δεν είπε αλλά δεν μπορούσε να προσθέσει κάτι άλλο γιατί το πληκτρολόγιο ήταν στα ελληνικά και δεν ήξερε πώς να το αλλάξει, κατ' αρχήν δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά διότι ουδέποτε υποβλήθηκαν στον Μ1 για να πει τη θέση του, ενώ περαιτέρω προκύπτει και αναξιοπιστία της υπεράσπισης ως εκ της μη προβολής εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα όμως στερείται λογικής η όλη εικόνα που δίνει με τα λεγόμενα της. Αν είναι δυνατόν να την άφησε μόνη της σε ένα δωμάτιο για να κάνει αλλαγές σε κατάθεση που έλαβε η αστυνομία. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως η μάρτυρας είπε τα πιο πάνω μόνον και μόνον για να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορούμενης και για προφανή λόγο, γιατί να μην διαφεύγει ότι μιλούμε για τον ίδιο μάρτυρα που η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι την πίεσε κλπ. ΜΥ2 XXXXX Tizzard Να ξεκινήσω λέγοντας πως το ατύχημα με το άλογο με βάση όσα αναφέρθηκαν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως ένα γεγονός και συνεπώς ούτε η αναφορά από τη μάρτυρα σε τραυματικό επεισόδιο συνεπεία τούτου. Ανεξάρτητα τούτου η αναφορά της μάρτυρος ότι μετά το ατύχημα η κατηγορούμενη είχε κατάθλιψη δεν γίνεται αποδεκτό, διότι η κατηγορούμενη δεν υποστήριξε ποτέ κάτι τέτοιο ή ότι λάμβανε φάρμακα για κατάθλιψη. Επίσης υπενθυμίζεται πως η κατηγορούμενη ανέφερε πως ένας γενικός ιατρός ανακάλυψε το μετατραυματικό σύνδρομο και μετά την παρακολουθούσε ψυχολόγος, ενώ η μάρτυρας αυτή είπε πως ο γενικός ιατρός τη διέγνωσε με κατάθλιψη. Επίσης το γεγονός ότι θεωρεί δεδομένα όσα της είπε η κατηγορούμενη, χωρίς να έχει λόγο να τα αμφισβητήσει όπως ανέφερε και τα λαμβάνει υπόψη, είναι σαφές ότι συνεπάγεται ένα προβληματικό υπόβαθρο για τη διάγνωση της, έχοντας πάντα υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής της κατηγορούμενης και την κατάληξη ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ανεξάρτητα των ανωτέρω, αναφέρω πως υπάρχουν και κάποια άλλα θέματα που κατά την κρίση μου καθιστούν τη μαρτυρία της μη αποδεκτή. Το πρώτον έχει να κάνει με το ότι δεν είναι η ψυχολόγος που την παρακολουθούσε από προηγουμένως αλλά ενεπλάκην περί το τέλος Σεπτεμβρίου με οδηγίες των δικηγόρων της κατηγορούμενης και είχε κάποιες συνομιλίες μαζί της από τηλεφώνου. Χωρίς να διαφεύγουν όσα ανέφερε για το ότι αυτός είναι ένας τρόπος που μπορεί να γίνει συνέντευξη ή για την εμπειρία της, οφείλω να παρατηρήσω ότι η εμπλοκή της τον συγκεκριμένο χρόνο, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης και με το συγκεκριμένο τρόπο και αποδεχόμενη πλήρως όσα της έλεγε από τηλεφώνου η κατηγορούμενη για να προβεί σε διάγνωση της, αλλά και η σπουδή να ετοιμάσει έκθεση λίγες μέρες μετά δηλ. 06/10/19 (λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα και ότι λογικά χρειάστηκε κάποιος χρόνος για τη σύνταξη της), δημιουργούν ερωτηματικά. Τα οποία ερωτηματικά σημειώνω επιτείνονται ως εκ της αναφοράς στην έκθεση της σε 5 τηλεφωνικές συνομιλίες με την κατηγορούμενη και 1 με τη μητέρα της. Στη μαρτυρία της αναφέρθηκε σε 6 συνομιλίες με την ίδια και 2 με τη μητέρα της. Με βάση αυτά λογικά σκεπτόμενος κάποιος θα έλεγε πως μετά την έκθεση της έγινε άλλη μια συνομιλία με την κάθε μία. Όμως αναφέρθηκε στη μαρτυρία της σε 6 συνομιλίες συνολικά, λέγοντας ότι η πρώτη συνομιλία έγινε τέλος του Σεπτέμβρη και υπήρχαν περίπου συνομιλίες 2 φορές την εβδομάδα μετά από την πρώτη, με την τελευταία συνομιλία να πραγματοποιείται τέλος της εβδομάδας αμέσως πριν τη μαρτυρία της, που δόθηκε σημειώνεται την 01/11/
  22. Η κάθε συνομιλία διαρκούσε 10 ή 15 ή 20 λεπτά. Με αυτά υπόψη οι συνομιλίες τους έλαβαν χώρα από τέλος Σεπτεμβρίου μέχρι και το τέλος Οκτωβρίου και είναι σαφές πως η αναφορά στην έκθεση της ημερ.06/10/19 σε 5 συνομιλίες δεν έχει λογική. Πόσες όμως ήταν, μία, δύο; Οπότε μήπως η έκθεση που ετοίμασε, και βεβαίως η μαρτυρία της στη συνέχεια, έγινε ουσιαστικά μόνον για να βοηθήσει την κατηγορούμενη για τη συγκεκριμένη εκδοχή της;. Κατά την κρίση μου ενισχυτικό στοιχείο τούτου είναι και το γεγονός ότι αντί να περιοριστεί στη διάγνωση της και σε εξήγηση των συμπτωμάτων ή πως θα μπορούσε να ενεργήσει σε καταστάσεις πίεσης η κατηγορούμενη, επιλέγει να μιλήσει για την δήλωση ανάκλησης τεκμ.Α (βλ. παρ.2.31 της έκθεσης), δεχόμενη ότι της είπε η κατηγορούμενη. Με αυτό τον τρόπο όμως θεωρώ, και με κάθε σεβασμό λέω, πως επιχειρεί εμμέσως πλην σαφώς να εξυπηρετήσει την εκδοχή της κατηγορούμενης, δίνοντας διέξοδο «διαφυγής» στην κατηγορούμενη εν σχέση με όσα λέει στην κατάθεση της. Δεν είναι αυτό όμως που πρέπει να κάνει ένας εμπειρογνώμονας, ο οποίος έχει καθήκον να παρουσιάσει την ανεξάρτητη γνώμη του αντικειμενικά και αμερόληπτα. Επίσης θα έλεγα εδώ και το εξής για να συμπληρωθεί το παζλ για τη συγκεκριμένη μάρτυρα. Για την ημέρα που έδωσε την επίδικη κατάθεση τεκμ.Α η κατηγορούμενη ανέφερε ότι «φοβόταν, βρισκόταν σε πανικό, δεν ένιωθε καλά». Μίλησε επίσης για υπερβολικά γρήγορη υπερδιέγερση λόγω του μετατραυματικού συνδρόμου. Την ίδια στιγμή όμως υποστήριξε ότι θα μπορούσε να οργανωθεί και να στείλει μήνυμα σε άλλο πρόσωπο ότι είναι εντάξει για να το καθησυχάσει, γιατί η κατάσταση όπως είπε θα μπορούσε να γίνει χειρότερα. Το να σε κυριεύει ο πανικός κάνει το άτομο να βρίσκει διεξόδους από αυτή την κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνε να παραταθεί αυτό το μαρτύριο που ζούσε. Ένα άτομο αντιδρά με ποικίλους τρόπους. Έχω την άποψη όμως, με κάθε σεβασμό, ότι τα δύο δεν συνάδουν και εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας δεν έπεισε για τούτο. Είναι μεν λογικό να υπάρχουν ποικίλες αντιδράσεις σε ένα άτομο, όμως ο πανικός δεν μπορεί να ερμηνευθεί όπως βολεύει. Σύμφωνα με το έγκυρο λεξικό του Μπαμπινιώτη, σελ.1313, πανικός είναι ο έντονος φόβος που παραλύει τη λογική σκέψη και οδηγεί κάποιον σε κατάσταση εκτός ελέγχου, ενδεχομένως και σε παράλογες αντιδράσεις (π.χ. άτακτη φυγή, υστερικές κραυγές κλπ). Και τούτη είναι και η ερμηνεία του πανικού στην καθημερινότητα. Πως είναι λοιπόν δυνατόν ένα άτομο που κυριεύεται από πανικό, να είναι παράλληλα και ψύχραιμο για να μπορεί να καθησυχάσει άλλο άτομο; Εν πάση περιπτώσει κατά την κρίση μου εντοπίζονται στη μαρτυρία της στοιχεία που οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για σκοπούς της δίκης εντός δίκης. ΜΥ3 XXXXX Nini Ως προς την αναφορά του για μη ύπαρξη συγκριτικών στοιχείων δηλ. άλλης ή άλλων καταθέσεων της κατηγορούμενης για να μπορεί να προβεί σε σύγκριση αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα και γι' αυτό υιοθέτησε άλλη μέθοδο δηλ. του συντακτικού προφίλ, ν' αναφερθεί εδώ πως προκύπτει ότι η υπεράσπιση στην ουσία για δικούς της λόγους επέλεξε να μην θέσει ενώπιον του τέτοια συγκριτικά στοιχεία. Υπήρχαν άλλες τρείς καταθέσεις της κατηγορούμενης στην Αστυνομία (τεκμ. Δ, Ζ και Η) αλλά δεν δόθηκαν και προκαλεί βέβαια εντύπωση το γεγονός ότι ο μάρτυρας αναφέρει ότι ρώτησε τη συνήγορο της υπεράσπισης και η τελευταία του είπε ότι δεν υπάρχει προηγούμενο κείμενο. Ας σημειωθεί πως καμία εξήγηση δεν δόθηκε από την υπεράσπιση για τούτο και βεβαίως η στάση της υπεράσπισης με την μη παρουσίαση στον εμπειρογνώμονα της στοιχείων που ζήτησε και η υπεράσπιση κατείχε, με κάθε σεβασμό λέω, δείχνει την μη καθαρότητα της εκδοχής της. Ανεξάρτητα από αυτό, σημειώνω και τα εξής:
(1)Στην ερώτηση αν κάποιος που διαβάζει την επίδικη παράγραφο στην κατάθεση τεκμ. Α μπορεί να αντιληφθεί τι ήθελε να πει ο συγγραφέας, η απάντηση του ήταν «Πιστεύω ναι».
(2)Σε υποβολή ότι αν έκανε τη σύγκριση που αναφέρθηκε θα διαπίστωνε ότι ο τρόπος που σύντασσε το κείμενο της η κατηγορούμενη θα ήταν ο ίδιος, απάντησε «Δεν είμαι σε θέση να πω χωρίς να την αναλύσω».
(3)Όταν του τέθηκε ότι οι περισσότερες πιθανότητες είναι ότι η κατηγορούμενη συνέταξε το κείμενο με τον δικό της μοναδικό τρόπο επειδή είναι δεδομένο αναμφισβήτητα ότι κρατούσε την πένα και έγραφε η ίδια εκείνην την παράγραφο, απάντησε ως εξής: «Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω αυτήν την ερώτηση, επειδή πιστεύω ότι αυτή η ερώτηση δεν σχετίζεται με εμένα ως ειδικός μάρτυρας στη δικανική γλωσσολογία, επειδή μου ζητήθηκε η ερώτηση στη σελίδα 4 της έκθεσης μου.». Ενώ σε άλλο σημείο, σε παρόμοια υποβολή, είπε ότι δεν μπορεί να το απορρίψει, αλλά το θεωρεί υπερβολικά απίθανο για τους λόγους που αναφέρει στην έκθεση του.
(4)Το συμπέρασμα του, με βάση την ανάλυση που κάνει, είναι πως τα γλωσσικά αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν έντονα ότι «Κάποια ή μερικά μέρη της αμφισβητούμενης παραγράφου δεν συντάχθηκαν από την κατηγορούμενη με τα δικά της λόγια αλλά της υπαγορεύτηκαν από κάποιο που είχε τα Αγγλικά δεύτερη του γλώσσα.». Όπως γίνεται όμως αντιληπτό δεν έχει σε καμία περίπτωση αποκλείσει το ενδεχόμενο η αμφισβητούμενη παράγραφος να έχει συνταχθεί στην ολότητα της από την κατηγορούμενη με τα δικά της λόγια. Παρεμβάλλω πως η κατηγορούμενη δεν εξήγησε ποτέ ποια είναι τα μη σωστά αγγλικά της επίδικης παραγράφου, κάτι που έθεσε γενικά, ούτε πως θα έγραφε τελικά η ίδια την επίδικη παράγραφο, ούσα μορφωμένη του πανεπιστημίου όπως η ίδια ανέφερε, αν και πανεπιστήμιο προκύπτει να μην πήγε. Επίσης η κατηγορούμενη ή και η υπεράσπιση δεν έχει δώσει ποτέ καθαρή θέση για το κατά πόσο τελικά η επίδικη παράγραφος εγράφη στο σύνολο της καθ' υπαγόρευση του Μ1 ή μόνον μερικά μέρη της, έχοντας υπόψη το συμπέρασμα του μάρτυρα πιο πάνω.
(5)Εν κατακλείδι θα έλεγα εδώ ότι η απομόνωση από το μάρτυρα 5 λέξεων/μικρών φράσεων από το κείμενο της επίδικης παραγράφου για να καταλήξει στο συμπέρασμα του (που ας σημειωθεί τρία εκ των σημείων που αναλύει δεν αποκλείει ούτως ή άλλως να έχουν γραφεί από Άγγλο - βλ. σελ.16 του τεκμ.Μ και σελ. 18 του μεταφρασμένου κειμένου τεκμ.Ν), όταν μιλούμε για ένα κείμενο 9 γραμμών, και το κενό που προκύπτει ως εκ της μη σύγκρισης του επίδικου κειμένου με άλλα κείμενα που ήταν διαθέσιμα, σε συνάρτηση με την παραδοχή της κατηγορούμενης ότι είναι δικά της γράμματα και όσα αναφέρονται πιο πάνω, αλλά και όσα αναφέρθηκαν για τη μαρτυρία των μαρτύρων της ΚΑ και της κατηγορούμενης, οδηγούν στην κατάληξη ότι το συμπέρασμα του μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Συμπέρασμα Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, το συμπέρασμα μου για τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης Τεκμήριο Α για σκοπούς δίκης εντός δίκης (η οποία λήφθηκε στις 28/07/19, μεταξύ των ωρών 01:15-01:29) είναι το εξής:
  1. H κατηγορούμενη έχει γράψει την πρώτη σελίδα της κατάθεσης και έχει θέσει τις υπογραφές της. Στην πρώτη παράγραφο είναι αυτό που της υπαγόρευσε ο Μ1 και έγραψε δηλ. το caution και το υπόγραψε, στη δεύτερη παράγραφο είναι η κατάθεση της, την οποία έγραψε όπως η ίδια ήθελε και μετά που τελείωσε την υπόγραψε και στην τρίτη παράγραφο είναι το λεκτικό που επίσης της υπαγόρευσε ο Μ1, το οποίο και αυτό το υπόγραψε. Στο πίσω μέρος είναι η πιστοποίηση και την έγραψε ο Μ
  2. Κάποια λάθη που έκανε η κατηγορούμενη τα διέγραφε και έβαζε την υπογραφή της.
  3. Την 28/07/19, η ώρα 00:30, παραδόθηκε στην κατηγορούμενη έγγραφο για τα δικαιώματα της ως ύποπτο πρόσωπο (τεκμήριο Β) και μεταξύ άλλων πληροφορήθηκε το δικαίωμα της να καλέσει δικηγόρο, αλλά αυτή αρνήθηκε να υπογράψει και έριξε το έγγραφο προς το μέρος του Μ1, αναφέροντας ότι ενημέρωσε με μήνυμα τη μητέρα της, η οποία είναι δικηγόρος.
  4. Κατά την έναρξη της ανάκρισης που ήταν προφορική, όταν ο Μ1 την πληροφόρησε ότι του έχουν δημιουργηθεί εύλογες και ισχυρές υποψίες ότι η καταγγελία της είναι ψευδής για ομαδικό βιασμό της και της έκανε επίστηση, αντίδρασε, λέγοντας του "τι υπονοείς"; Η κατηγορούμενη εκείνη τη στιγμή είχε θυμώσει, όμως μετά στη συνέχεια ήταν ήρεμη, ηρέμησε.
  5. Προτού δώσει αυτή την κατάθεση η κατηγορούμενη ήταν μαζί με τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, Μ2, περίπου για μια ώρα έξω και κάθονταν. Πήγε τουαλέτα, ήπιε νερό ή ότι ήθελε, και κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής της κατάθεσης πιο πριν για την υπόθεση βιασμού που κατήγγειλε (τεκμ.Δ), έκανε και αριθμό διαλειμμάτων.
  6. Η κατάθεση δεν λήφθηκε ούτε κάτω από πίεση, ούτε κάτω από ακατάλληλες συνθήκες. Επίσης δεν της θύμωσε κάποιος ή ήταν επιθετικός μαζί της, ούτε δόθηκε στην κατηγορούμενη κάποια υπόσχεση.
  7. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι υποφέρει από μετατραυματικό στρες (PTSD), η κατηγορούμενη τον έθεσε κατά την ανάκριση της από τον Μ
  8. Όταν ο τελευταίος δε της έθετε τους λόγους για τους οποίους έχουν υποψίες ότι η καταγγελία της είναι ψευδής, σε κάποια φάση του ανάφερε ότι όταν ήταν σε νεαρή ηλικία των 13 ετών υπέστηκε βιασμό από ένα πολύ κοντινό της πρόσωπο, υπόθεση την οποία δεν κατάγγειλε στην Αστυνομία και παρακολουθούσε ψυχολόγο στην Αγγλία και ότι της προκλήθηκε μετατραυματικό στρες λόγω αυτής της υπόθεσης. Τους εξήγησε περαιτέρω ότι σύμφωνα με τον γιατρό της, σε κάποιες περιπτώσεις που έχει σεξουαλικές επαφές, αναβιώνει τον βιασμό που υπέστηκε όταν ήταν 13 ετών και στο μυαλό της, τη στιγμή που μπορεί να κάνει συναινετικό σεξ, να πιστεύει ότι βιάζεται και πάλι και μάλιστα του έθεσε ότι με αυτά που της λέει πιθανόν η ίδια να είχε συναινετικό σεξ, αλλά λόγω αυτού του προβλήματός της, στο μυαλό της να θεώρησε ότι βιάστηκε και γι' αυτό έκανε την καταγγελία. Τότε ο Μ1 την παρακάλεσε να του γράψει το όνομα και το επίθετο του γιατρού της στην Αγγλία, την κλινική και/ή το νοσοκομείο που εξετάζεται, να επικοινωνήσει μέσω της Interpol Λονδίνου για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό της, να ζητήσουν έκθεση να μπει στον φάκελο της υπόθεσης προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της. Όταν της ανάφερε αυτό, η κατηγορούμενη του είπε ότι δεν χρειάζεται, γιατί είναι ψέματα, δεν βιάστηκε, δεν έχει κάποιο θέμα τέτοιο και ότι η καταγγελία της για τον ομαδικό βιασμό ήταν ψέματα. Στη συνέχεια τη ρώτησε γιατί είπε ψέματα για τον ομαδικό βιασμό και αν ήταν για να εισπράξει την ασφάλεια της και του είπε "όχι". Και ανέφερε: "Όπως σου είπα και πριν, η μητέρα μου είναι δικηγόρος. Είμαστε πλούσια οικογένεια, δεν έχουμε ανάγκη τα λεφτά. Δεν θα το έκανα για τα λεφτά αυτό το πράγμα. Ο λόγος είναι ότι διαπίστωσα ότι με βιντεογραφούσαν, ένιωσα θιγμένη, προσβεβλημένη και γι' αυτό κατάγγειλα". Στη συνέχεια της ο Μ1 είπε ότι αυτά που του είπε θα τα γράψουν σε κατάθεση και απάντησε θετικά. Την πληροφόρησε για τα δικαιώματα της και της είπε ότι αν θέλει να γράφει ο ίδιος ή αν θέλει τα γράφει αυτή και του είπε "θέλω να τα γράψω εγώ" και προχώρησαν με την κατάθεση τεκμ.Α ως ανωτέρω έχει αναφερθεί.
  9. Μετά τη σύλληψη της, της παραδόθηκε το τεκμ. Γ που είναι βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφου δικαιωμάτων.
  10. Καθ' όλη τη διάρκεια που η κατηγορούμενη έδινε την κατάθεση τεκμ.Δ, καθώς επίσης και πιο μετά που η κατηγορούμενη ανακρίθηκε και έδωσε τελικά την κατάθεση τεκμ.Α αλλά και στο μεσοδιάστημα των δύο καταθέσεων, παρούσα ήταν η Μ2, λειτουργός του γραφείου ευημερίας, η οποία ουσιαστικά επιβεβαιώνει επί της ουσίας όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η Μ2 συνόδευε την κατηγορούμενη, έχοντας κληθεί από την Αστυνομία για τούτο με βάση τη νομοθεσία, αφού σε πρώτο στάδιο η κατηγορούμενη θεωρείτο θύμα σε υπόθεση βιασμού και αφού έδωσε την κατάθεση στα πλαίσια της υπόθεσης για βιασμό στη συνέχεια παρέμεινε μαζί της. Η παρουσία της μοναδικό σκοπό είχε την προστασία της κατηγορούμενης, προκειμένου να μην συμβεί κάτι που να την επηρεάσει και ακριβώς επιβεβαίωσε πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη αφού αν συνέβαινε θα παρέμβαινε. Κατάληξη Η κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα της κατάθεσης τεκμήριο Α στη δίκη εντός δίκης. Ως εκ τούτου αυτό γίνεται αποδεκτό και θα είναι το τεκμήριο 13 στην κυρίως δίκη. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.