Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Crown Resorts Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3459/2017, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον: Α. ΚΑΡΝΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3459/2017 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Crown Resorts Limited XXXXX Αυξεντίου XXXXX Αυξεντίου XXXXX Φιλίππου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Βαλανίδου. Για κατηγορούμενους: κ. Κ. Μελάς. Κατηγορούμενοι 3 και 4 απόντες (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου) Ενδιάμεση Απόφαση Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1, 3, και 4 (η υπόθεση απεσύρθη εναντίον της κατηγορουμένης 2) αντιμετωπίζουν την κατηγορία της λειτουργίας καταλυμάτων χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Η υπόθεση καταχωρίστηκε την 25 Νοεμβρίου 2017 και μέχρι σήμερα οι κατηγορούμενοι δεν έχουν ακόμα απαντήσει στην εν λόγω κατηγορία. Η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την παρούσα σύνθεση στις 19 Σεπτεμβρίου 2018 και ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων όπως πριν την απάντηση στο κατηγορητήριο, δοθεί χρόνος για σκοπούς έγερσης προδικαστικής ένστασης στη συνέχιση της διαδικασίας λόγω, μεταξύ άλλων, κατ' ισχυρισμό κατάχρησης αυτής από την Κατηγορούσα Αρχή. Ως εκ τούτου δόθηκε από το Δικαστήριο χρόνος στις δυο πλευρές για να αγορεύσουν επί του εγερθέντος ζητήματος και στις 13 Δεκεμβρίου 2018 επιφυλάχθηκε η πρώτη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε στις 10 Ιανουαρίου
- Με την εν λόγω απόφαση η προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων απερρίφθη και αυτοί κλήθηκαν να απαντήσουν στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2019 για απάντηση στο κατηγορητήριο, αλλά εκείνη τη μέρα ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε από το Δικαστήριο όπως πριν την απάντηση των κατηγορουμένων στην κατηγορία, εξεταστεί δεύτερη προδικαστική ένσταση την οποία εγείρει, εν όψει του ότι στις 2 Ιανουαρίου 2019 ο κατήγορος στην παρούσα υπόθεση - Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (εφεξής: «ο ΚΟΤ»), διαλύθηκε με τον περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2018 (Ν.123/2018). Ως εκ τούτου δόθηκε και πάλι αρκετός χρόνος στις δυο πλευρές και ειδικότερα στην κυρία Βαλανίδου η οποία εμφανιζόταν αρχικά για τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, για σκοπούς ετοιμασίας των αγορεύσεών τους επί του εγερθέντος ζητήματος. Οι δυο πλευρές αγόρευσαν τελικά στις 21 Μαΐου 2019 και εκείνη τη μέρα επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου που απαγγέλλεται σήμερα. Με την υπό εξέταση προδικαστική ένσταση, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται συνοπτικά τα εξής:
- Ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού έχει διαλυθεί με τη θέσπιση του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2018 (Ν.123/2018)και επομένως η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί από ανύπαρκτο κατήγορο.
- Η παρούσα υπόθεση αποτελεί ιδιωτική ποινική υπόθεση, η οποία σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (3/2004), σημαίνει δίωξη εκ μέρους ιδιωτών και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων οργανισμούς δημοσίου δικαίου αλλά όχι την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Υφυπουργείο Τουρισμού το οποίο έχει διαδεχθεί τον ΚΟΤ και ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητές του, δεν αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου (ως ήταν ο ΚΟΤ), αλλά ανήκει στο στενό πυρήνα του κράτους. Επομένως, δεν νοείται έναρξη ή συνέχιση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, όπως είναι η παρούσα, από την Κυπριακή Δημοκρατία.
- Πέραν των ανωτέρω, το άρθρο 16 του Νόμου 123/2018, αναφέρει ότι οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας και όχι από τη Δημοκρατία. Σκοπός του άρθρου αυτού, σύμφωνα με το συνήγορο των κατηγορουμένων είναι η προστασία των δικαιωμάτων αιτητών σε προσφυγές και εναγόντων σε αγωγές όπου εγείρεται ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων και όχι η συνέχιση ιδιωτικών ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν από τον ΚΟΤ.
- Είναι αδύνατη η αντικατάσταση κατηγόρου σε ποινική διαδικασία εν γένει. Η άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης αποτελεί προσωποπαγές δικαίωμα του παραπονούμενου. Το παράπονο δεν μεταβιβάζεται, ούτε εκχωρείται σε άλλο πρόσωπο. Η διαδοχή του ΚΟΤ από το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν συνεπάγεται μεταβίβαση του δικαιώματος που είχε ο ΚΟΤ για ιδιωτική ποινική δίωξη, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που είχε, κατ' ισχυρισμό, επηρεαστεί κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν υπήρχε κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και επομένως κανένα δικαίωμα του Υφυπουργείου Τουρισμού δεν έχει επηρεαστεί.
- Δεν είναι δικονομικά εφικτή η τροποποίηση του τίτλου κατηγορητηρίου δια της αντικατάστασης του κατηγόρου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στην ποινική έφεση αρ. 61/2013 Ντίνος Φιλίππου v. Maricasa Estate Ltd κ.α στην οποία ξεκαθαρίστηκε ότι τα άρθρα 83 και 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου ποινικής έφεσης. Σε απάντηση η κυρία Βαλανίδου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας[1] ο οποίος εκπροσωπεί πλέον την Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα το Υφυπουργείο Τουρισμού, ανέφερε τα εξής: Με το Νόμο 123(Ι)/2018 ιδρύθηκε Υφυπουργείο Τουρισμού, αρμόδιο μεταξύ άλλων για την εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας, αναφορικά με τις εξουσίες που αυτή παρείχε στον ΚΟΤ, πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου (βλ. άρθρο 3 (θ) του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του εν λόγω Νόμου: «Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας». Στο άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» προβλέπεται ότι οποιαδήποτε αναφορά στην τουριστική νομοθεσία ή σε συναφή δημόσια έγγραφα σε Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού όπως αυτό ορίζεται στον Νόμο. Βασιζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, η ευπαίδευτη συνήγορος υποστήριξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχει αναλάβει τη συνέχιση και/ ή διεκπεραίωση όλων των εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργήθηκαν μεταξύ του ΚΟΤ και άλλων προσώπων, αναφορικά με ζητήματα που προέκυψαν πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου 123(Ι)/2018. Επιπλέον, όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες τις οποίες ασκούσε ο ΚΟΤ βάσει της τουριστικής νομοθεσίας, συνεχίζονται ή ασκούνται από το Υφυπουργείο Τουρισμού. Η κυρία Βαλανίδου υποστήριξε ότι σκοπός του Νόμου 123(Ι)/2018 είναι η από το Υφυπουργείο Τουρισμού εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας συμπεριλαμβανομένης της κίνησης ή της συνέχισης ποινικής δίωξης εναντίον προσώπων που παραβαίνουν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε όπως τερματιστούν οι εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες οι οποίες εγέρθηκαν από τον ΚΟΤ, θα το έπραττε ρητά, προβλέποντας συγκεκριμένα και ειδικά τον τρόπο αντιμετώπισης των διαδικασιών αυτών. Αντιθέτως, ο Νόμος αναφέρει ρητά ότι εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες συνεχίζονται, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή διαδικαστικό διάβημα. Εν όψει των ανωτέρω, η συνήγορος υποστήριξε ότι στη βάση του Νόμου 123(Ι)/2018, η παρούσα ποινική δίωξη δύναται να συνεχιστεί από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος εκπροσωπεί πλέον το Υφυπουργείο Τουρισμού που ανήκει στον πυρήνα του κράτους και δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως ήταν ο ΚΟΤ. Προς τούτο η συνήγορος παρέπεμψε και στο άρθρο 113.2 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας «έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα». Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κυρίου Μελά ότι δεν νοείται συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης από κρατική οντότητα και συγκεκριμένα από το Υφυπουργείο Τουρισμού, η συνήγορος, παραπέμποντας σε νομολογία αναφορικά με το δικαίωμα ιδιωτών για άσκηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, υποστήριξε ότι η άσκηση ποινικής δίωξης είναι πρωτίστως καθήκον και υποχρέωση του κράτους και των αρμόδιων αρχών και κατά κανόνα το θύμα/ ιδιώτης δεν δύναται να ασκεί ποινική δίωξη εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όταν η αρμόδια αρχή ή το κράτος παραλείπει ή αρνείται αυθαίρετα ή λόγω διαφθοράς ή μεροληψίας να προβεί σε δίωξη. Πέραν των ανωτέρω, η κυρία Βαλανίδου παρέπεμψε και στο εδάφιο 2 του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ.1) σύμφωνα με το οποίο:
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα — (α) . (β) .. (γ) . (δ) .. (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.». Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος εξέφρασε τη θέση ότι εν όψει των ανωτέρω, δεν απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου στη βάση του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δια την αντικατάσταση του ΚΟΤ από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Κατάληξη - Κρίση Δικαστηρίου Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο ΚΟΤ έχει διαλυθεί, με βάση το άρθρο 15
(1)του Ν123(Ι)/2018, από 2 Ιανουαρίου 2019 και δεν υφίσταται πλέον ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Για σκοπούς εξέτασης του ενδιαφέροντος και σημαντικού ζητήματος που έχει εγερθεί, κρίνω ότι θα πρέπει, κατ' αρχάς, να ερμηνευθεί από το Δικαστήριο το άρθρο 16 του Νόμου 123(Ι)/2018, το οποίο σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο αυτού έχει θεσπιστεί με σκοπό να ρυθμίσει το ζήτημα των εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργήθηκαν μεταξύ του ΚΟΤ και άλλων προσώπων, πριν την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Νόμου, δηλαδή πριν τη διάλυση του ΚΟΤ. Το άρθρο 16 του Νόμου προνοεί τα εξής: «16.-
(1)Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας.
(2)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και εντεύθεν οποιαδήποτε υποχρέωση εγείρεται σε σχέση με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)καθίσταται υποχρέωση της Δημοκρατίας και οποιεσδήποτε θεραπείες προβλέπονται σε αυτές ή εν σχέσει με αυτές εκτελούνται εναντίον της Δημοκρατίας.» Οι δυο πλευρές δίδουν εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνείες στο εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου και συγκεκριμένα ο κύριος Μελάς εισηγείται ότι με βάση αυτό ξεκάθαρα ο νομοθέτης προνοεί για τη συνέχιση ή έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας μόνο κατά της Δημοκρατίας, όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο και όχι εκ μέρους της Δημοκρατίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Σύμφωνα με το συνήγορο, σκοπός του νομοθέτη δια της ρύθμισης αυτής, ήταν να προστατεύσει τα δικαιώματα αιτητών σε προσφυγές (για τις οποίες προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία) και εναγόντων σε αγωγές, όπου εγείρεται ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων. Εάν ο νομοθέτης είχε πρόθεση τη συνέχιση των ποινικών διώξεων που άσκησε ο ΚΟΤ, παρά τη διάλυσή του, θα αναμένετο το ζήτημα αυτό να ρυθμιστεί ρητώς. Στον αντίποδα η κυρία Βαλανίδου υποστηρίζει ότι η πιο πάνω νομοθετική διάταξη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 20 του εν λόγω Νόμου, προνοεί για τη συνέχιση και/ ή διεκπεραίωση όλων των εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών οι οποίες δημιουργήθηκαν μεταξύ του ΚΟΤ και άλλων προσώπων. Ξεκινώντας από το άρθρο 3 του Νόμου, παρατηρώ ότι με βάση το εδάφιο (θ) αυτού, αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, του νεοσυσταθέντος Υφυπουργείου Τουρισμού είναι η εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας αναφορικά με τις εξουσίες που αυτή παρείχε στον ΚΟΤ, πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω Νόμου, περιλαμβανομένης της έκδοσης σχετικών αδειών. Με βάση την παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 20 του Νόμου αυτού, οποιαδήποτε αναφορά στην τουριστική νομοθεσία ή σε συναφή δημόσια έγγραφα, σε «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού», λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού όπως αυτό ορίζεται στο Νόμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εν λόγω νομοθετήματος, «Διοικητικό Συμβούλιο του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού» λογίζεται στην τουριστική νομοθεσία και σε συναφή δημόσια έγγραφα ως αναφορά στον Υφυπουργό ή στο Γενικό Διευθυντή του Υφυπουργείου. Ο όρος «τουριστική νομοθεσία» ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου με βάση το οποίο ««τουριστική νομοθεσία» σημαίνει τους νόμους και τους κανονισμούς που εκτίθενται στο Παράρτημα και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε κανονισμούς εκδόθηκαν δυνάμει αυτών». Ανατρέχοντας στο εν λόγω Παράρτημα, διαπιστώνω ότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτό οι περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμοι του 1969 έως 2014 και οι σχετικοί Κανονισμοί, στη βάση των οποίων κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Ο ορισμός που δίδεται στον όρο «τουριστική νομοθεσία» στο άρθρο 2 του Νόμου φαίνεται να είναι εξαντλητικός. Στο Παράρτημα του Νόμου απαριθμούνται 15 Νομοθεσίες, στις οποίες όμως, όπως αναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνονται οι περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμοι του 1969 έως 2014, που αποτελούν τη νομική βάση της κατηγορίας που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Σημειώνεται ότι ο περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμος έχει καταργηθεί από τον περί της Ρύθμισης της Ίδρυσης και Λειτουργιάς Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο του 2019, Ν.34(Ι)/2019. Ως εκ τούτου το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν δύναται να εφαρμόζει τον εν λόγω καταργηθέντα Νόμο, ούτε να ασκεί οποιεσδήποτε εξουσίες στη βάση αυτού. Επομένως, με δεδομένη τη μη συμπερίληψη του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου στο Παράρτημα του Νόμου 123(Ι)/2018, στο οποίο παρατίθεται η τουριστική νομοθεσία, σίγουρα δεν μπορεί να λεχθεί για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ότι όπου γίνεται αναφορά σε «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού» ή «Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ» στον περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο, αυτή λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού και στον Υφυπουργό ή στο Γενικό Διευθυντή του Υφυπουργείου αντίστοιχα, στη βάση του άρθρου 20
(1)του Νόμου 123(Ι)/2018. Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση διώκονται στη βάση των άρθρα 8, 21 και 23Α των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων του 1969 έως 2014, τα οποία προνοούν τα εξής: «8.—
(1)Η άδεια λειτουργίας ξενοδοχείου εκδίδεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου συμφώνως προς τους καθωρισμένους τύπους, όρους και διαδικασίαν, επί καταβολή του καθωρισμένου δικαιώματος καθορισθησομένου διά Κανονισμων αναλόγως της κατατάξεως του ξενοδοχείου και της περιόδου εργασίας αυτού. . 21. Αι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 4 και των άρθρων 5 έως 10Β και 12 έως 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογίων, και επί των τουριστικών καταλυμάτων. . 23Α—
(1)Πας όστις— (α) ... (β) ... (γ) διατηρεί ή λειτουργεί ξενοδοχείον, ξενοδοχειακήν μονάδα ή τουριστικόν κατάλυμα άνευ αδείας λειτουργίας εκδοθείσης, ή η άδεια του οποίου έχει ανακληθή δυνάμει του άρθρου 8, (δ) .. είναι ένοχος αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις πρόστιμον μη υπερβαίνον τας 450 λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους έξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, ούτος είναι ένοχος περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις πρόστιμον μη υπερβαίνον τας 100 λίρας δι' εκάστην ημέραν καθ' ην συνεχίζεται η παράβασις.
(2)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριον, επί τη καταδίκη οιουδήποτε προσώπου δι' αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δύναται να διατάξη — (α) την διακοπήν της λειτουργίας ξενοδοχείου, ξενοδοχειακής μονάδος ή τουριστικού καταλύματος εν σχέσει με το οποίον διεπράχθη το αδίκημα, εντός τοιαύτης προθεσμίας ως προβλέπεται εν τω διατάγματι του Δικαστηρίου, αλλ' εν ουδεμιά περιπτώσει υπερβαινούσης τους δύο μήνας, εκτός εάν προ της παρελεύσεως της υπό του Δικαστηρίου ορισθείσης προθεσμίας διά την διακοπήν λειτουργίας το Διοικητικόν Συμβούλιον εκδώση άδειαν ή χορηγήση κατάταξιν ή ανανέωσιν κατατάξεως·» Με βάση τα ανωτέρω άρθρα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον, σε περίπτωση καταδίκης των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο θα μπορούσε, εκτός από την ποινή που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 23Α ανωτέρω, να εκδώσει επιπρόσθετα διάταγμα διακοπής της λειτουργίας των οργανωμένων διαμερισμάτων των κατηγορουμένων στη βάση του εδαφίου
(2)(α) του εν λόγω άρθρου, εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας μη υπερβαίνουσας τους 2 μήνες, εκτός εάν οι κατηγορούμενοι, στο μεταξύ, αποκτήσουν άδεια λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ. Εφόσον ο περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμος δεν περιλαμβάνεται στην τουριστική νομοθεσία που παρατίθεται στο Παράρτημα του Νόμου 123(Ι)/2018, αυτό σημαίνει ότι η αναφορά σε «Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ» στο εδάφιο 2(α) του άρθρου 23Α ανωτέρω, δεν μπορεί να λογιστεί, στη βάση του εδαφίου
(1)(γ) του άρθρου 20 του Νόμου 123(Ι)/2018, ως αναφορά στον Υφυπουργό ή στο Γενικό Διευθυντή του Υφυπουργείου. Επιπλέον, τονίζεται ότι ο περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμος έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον περί της Ρύθμισης της Ίδρυσης και Λειτουργιάς Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο του 2019, Ν.34(Ι)/2019. Στο άρθρο 18 του εν λόγω Νόμου του 2019 αναφέρονται τα εξής: «Αρ.18 Κάθε πρόσωπο που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, λειτουργεί ξενοδοχείο ή τουριστικό κατάλυμα άνευ άδειας λειτουργιάς δυνάμει του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου, υποχρεούται εντός πέντε
(5)ετών να εξασφαλίσει άδεια λειτουργιάς ξενοδοχείου ή τουριστικού καταλύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.» Επομένως, εάν οι κατηγορούμενοι πράγματι λειτουργούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο τουριστικό κατάλυμα άνευ άδειας λειτουργίας εκδοθείσας δυνάμει του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου (ο οποίος έχει καταργηθεί) και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να λειτουργούν το κατάλυμα αυτό χωρίς άδεια, φαίνεται να παρέχεται σε αυτούς χρονικό περιθώριο 5 ετών για εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού, στη βάση πλέον του νέου Νόμου. Για τους λόγους αυτούς διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία σε περίπτωση καταδίκης των κατηγορουμένων, να εκδώσει διάταγμα παύσης της λειτουργίας του υποστατικού τους. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να συμφωνήσω με την κυρία Βαλανίδου ότι σε περίπτωση μη συνέχισης των ιδιωτικών ποινικών διώξεων του ΚΟΤ μετά τη διάλυσή του, τουλάχιστον σε ότι αφορά τον πιο πάνω καταργηθέντα Νόμο, θα οδηγούμασταν σε αποτελέσματα που παραβλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, ασφάλεια και υγεία. Έχοντας μελετήσει με πολλή προσοχή το κείμενο του Νόμου 123(Ι)/2018, υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως ως προς το ποια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη σχετικά με τις εκκρεμείς ποινικές διώξεις του ΚΟΤ που έγιναν στη βάση τόσο του καταργηθέντος περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου, αλλά και στη βάση άλλων νομοθετημάτων που παρείχαν στον ΚΟΤ την εξουσία ποινικής δίωξης και παραμένουν σε ισχύ. Θεωρώ ότι η διατύπωση του άρθρου 16 του Νόμου δεν είναι σαφής και επιδέχεται πέραν της μιας ερμηνείας. Αποτελεί βασική αρχή δικαίου ότι σκοπός της ερμηνείας Νόμου όταν εμφανίζεται ασάφεια στη γραμματική του ερμηνεία, είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη μέσα από το κείμενο του Νόμου. Η ερμηνεία πρέπει να είναι εύλογη και τέτοια που να κάνει το νόμο λειτουργικό. Το Δικαστήριο δεν ερμηνεύει Νόμο με τρόπο που να οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα (βλ. μεταξύ άλλων Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και άλλοι v. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1993)4Β Α.Α.Δ 1256, Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου v. Αντέννα Λτδ
(2006)3 Α.Α.Δ 151) Κατά την κρίση μου, σκοπός του νομοθέτη ήταν, μεταξύ άλλων, η συνέχιση και αποπεράτωση όλων των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν μεταξύ ΚΟΤ και άλλων προσώπων πριν τη διάλυση του ΚΟΤ και επομένως το διαζευκτικό «ή» στη φράση «συνεχίζεται ή ασκείται από τη Δημοκρατία» στο εδάφιο
(1)του άρθρου 16 του Νόμου θα πρέπει να ερμηνευθεί ως διαχωρίζων τις αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο διαδικασίες σε: ι) διαδικασίες οι οποίες συνεχίζονται (είτε από, είτε κατά του ΚΟΤ) και ιι) σε νέες διαδικασίες οι οποίες αφορούν μεν ζητήματα τα οποία προέκυψαν εναντίον του ΚΟΤ πριν τη διάλυσή του, αλλά δεν έχουν ακόμα ασκηθεί και ως εκ τούτου ασκούνται πλέον κατά της Δημοκρατίας. Είναι θεωρώ στη δεύτερη περίπτωση που ο νομοθέτης θέλησε να διαφυλάξει το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να κινηθεί δικαστικώς εναντίον του ΚΟΤ, μετά τη διάλυσή του, με αγωγή ή προσφυγή ως ανέφερε ο κύριος Μελάς. Κατά την κρίση μου, το άρθρο 16 του Νόμου 123(Ι)/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 113.2 του Συντάγματος, με βάση το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει την εξουσία να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα, επιτρέπει τη συνέχιση και ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παρά τη διάλυση του ΚΟΤ. Όμως ακόμα και αν θεωρηθεί ότι δεν προκύπτει ξεκάθαρα από το άρθρο 16 του Ν123(Ι)/2018, ποια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη ως προς τις εκκρεμούσες ιδιωτικές ποινικές διώξεις που ήγειρε ο ΚΟΤ, θεωρώ ότι εφαρμογή θα είχε το εδάφιο 2 του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ.1) και συγκεκριμένα η παράγραφος (ε) αυτού, το οποίο προνοεί τα εξής: 10.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα — . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» (τονισμός δικός μου). Σίγουρα δεν προκύπτει από το Νόμο 123
(1)/2018, με τον οποίο καταργήθηκαν οι περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμοι του 1969 έως 2005 (βλ. άρθρο 21 του εν λόγω Νόμου) και διαλύθηκε ο ΚΟΤ, η οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη όπως, με την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Νόμου, τερματιστούν όλες οι εκκρεμούσες ποινικές διώξεις που άσκησε ο ΚΟΤ πριν τη διάλυσή του. Επομένως, κρίνω ότι οι υποθέσεις αυτές θα μπορούσαν να συνεχιστούν, παρά τη διάλυση του ΚΟΤ, στη βάση και του άρθρου 10
(2)(ε) του περί Ερμηνείας Νόμου, εφόσον αναμφίβολα ο νομοθέτης δεν έχει εκφράσει την πρόθεση όπως αυτές τερματιστούν. Σε σχέση με την εισήγηση του κυρίου Μελά ότι το δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης είναι προσωποπαγές, ανήκει μόνο στο θύμα της διάπραξης αδικήματος και δεν μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο, αναφέρω ότι αυτό ισχύει όταν το θέμα δεν ρυθμίζεται νομοθετικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και σχετικά με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι δεν νοείται συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης από την Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον με βάση τον Κανονισμό 2 των περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (3/2004), ιδιωτική ποινική δίωξη δεν δύναται να ασκηθεί από το κράτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Νόμος 123(Ι)/2018 και συγκεκριμένα το άρθρο 16
(1)αυτού, επιτρέπει τη συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης (η οποία ξεκίνησε από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι ο διαχωρισμός μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας ποινικής δίωξης έχει οποιαδήποτε σημασία στην παρούσα υπόθεση. Το ποινικό δίκαιο ανήκει κατ' εξοχήν στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και μόνο κατ' εξαίρεση ενυπάρχει το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Ο κάθε κατηγορούμενος είτε διώκεται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε από το κράτος, διατηρεί τα ίδια δικαιώματα. Ισχύουν οι ίδιες αρχές ποινικού δικαίου και η διαδικασία διεξάγεται με βάση τους ίδιους δικονομικούς κανόνες ανεξαρτήτως της υπόστασης του κατηγόρου. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα ρυθμίζεται, κατά την κρίση μου, νομοθετικά και επομένως με νόμο επιτρέπεται η συνέχιση ποινικής δίωξης η οποία ηγέρθη από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, από τη Δημοκρατία. Τέλος, στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν προκύπτει ανάγκη για τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου για σκοπούς συνέχισης της παρούσας διαδικασίας. Συμφωνώ με τον κύριο Μελά ότι δεν είναι δικονομικά εφικτή η αντικατάσταση του ονόματος του κατήγορου στο κατηγορητήριο, δια άλλου κατήγορου, στη βάση των άρθρων 83 ή 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν επιχειρείται μια τέτοια τροποποίηση και θεωρώ ότι η συνέχιση της ποινικής δίωξης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι νομικά επιτρεπτή χωρίς τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου, στη βάση πάντοτε του άρθρου 16
(1)του Ν.123(Ι)/2018, του άρθρου 113.1 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 10
(2)(ε) του Περί Ερμηνείας Νόμου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται και οι κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. .......... Α. Κάρνου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Προσκομίστηκε γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 2019, για διορισμό της κυρίας Βαλανίδου για εκπροσώπηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην παρούσα υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο