← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Γλυκαίνου, Αρ. Υπόθεσης: 1083/17, 31/10/2019

Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Γλυκαίνου, Αρ. Υπόθεσης: 1083/17, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1083/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Και .... Γλυκαίνου, από το Παραλίμνι Κατηγορούμενου -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31.10.2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο: κ. Τ. Κουμής Κατηγορούμενος παρών .................................................... Δικαστήριο: Π Ο Ι Ν Η (ex-tempore) Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, με δική του παραδοχή, έχει κριθεί ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο. Εξ΄ αρχής νιώθω την ανάγκη να πω ότι η υπόθεση αυτή πραγματικά μόνο ανησυχία και προβληματισμό προκαλεί για τη συμπεριφορά κάποιων πολιτών έναντι των οργάνων τήρησης της τάξης. Το κατηγορητήριο, με τις 14 κατηγορίες που αφορούν επίθεση εναντίον τριών αστυνομικών (κατηγορίες 1 - 3), αντίσταση (κατηγορίες 4 - 6), επίθεση για ματαίωση νόμιμης σύλληψης (κατηγορίες 7 και 8), εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του (κατηγορία 9), ανησυχία (κατηγορία 10), συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη (κατηγορία 11), απειλή (κατηγορίες 12 και 13) και υπέρβαση ορίου ταχύτητας (κατηγορία 14), προέκυψε επειδή ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι για το ότι έτρεχε 87 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ θα του εκδιδόταν εξώδικο 44 ευρώ. Αυτός ήταν ο λόγος, όσο και αν φαίνεται απίστευτο, που δημιουργήθηκε όλο αυτό το περιστατικό, το οποίο είχα την ευκαιρία να ακούσω, αλλά ομολογουμένως και να ζήσω μέσα από τις καταθέσεις και τις μαρτυρίες των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου, μέχρι εκείνη τη στιγμή δηλαδή που ο κατηγορούμενος ζήτησε να προβεί σε αλλαγή απάντησης και να παραδεχθεί τις κατηγορίες. Αναμφίβολα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι σοβαρά. Τούτο προκύπτει πρώτιστα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 9 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια, για την κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης μέχρι 3 μήνες, για την κατηγορία 11 ποινή φυλάκισης μέχρι 1 μήνα ή 128 ευρώ πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, για τις κατηγορίες 12 και 13 ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια και για την κατηγορία 14 ποινή φυλάκισης μέχρι 1 χρόνο ή 1708 ευρώ πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων σχετική είναι η νομολογία. Όσον αφορά τις κατηγορίες της απειλής, που με βάση τις ποινές που προβλέπονται είναι οι σοβαρότερες στο κατηγορητήριο, ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Eracleous v. The Police

(1984)2 C.L.R. 441 αναφέρθηκε ότι συμπεριφορές που ουσιαστικά έχουν ως αποτέλεσμα ή αποσκοπούν στο να εκφοβίσουν κάποιο πρόσωπο, ώστε να μη διενεργήσει πράξη που δικαιούται ή πράξει κάτι που δεν είναι υποχρεωμένο, δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από τα Δικαστήρια και είναι απεχθείς για την κοινωνία μας. Περαιτέρω στο ίδιο πνεύμα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ 303 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η απειλή σαν μέσο για προώθηση οποιωνδήποτε απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή υπό όποιες συνθήκες και αν γίνεται. Συνδυαστικά δε με το γεγονός ότι οι απειλές εκστομίστηκαν εναντίον αστυνομικών για να τους αποτρέψει να εκτελούσαν τα καθήκοντα τους, γίνεται αντιληπτό ότι στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Όμως πολύ σοβαρά κρίνονται και τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 9. Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας με τα εξής λόγια: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Πόσο μάλλον προσθέτω όταν η εν λόγω άσκηση βίας εξασκείται επί αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Επίσης για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, παραπέμπω στις υποθέσεις Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, όπου επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Σοβαρά όμως είναι και τα λοιπά αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και σημειώνεται εδώ ότι η μη ειδική αναφορά τους ανωτέρω δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση υποτίμηση της σοβαρότητας τους. Βεβαίως δεν μπορεί να μην τονίσω και την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης. Δεν είναι υπερβολή αν αναφέρω ότι καθημερινά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου είτε υπό τη μορφή έκτακτων καταχωρήσεων είτε υπό την κανονική πορεία των πραγμάτων, υποθέσεις με αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει εδώ ο κατηγορούμενος και ένα μεγάλο μέρος των υποθέσεων που χειρίζεται το Δικαστήριο αφορά ακριβώς αυτού του είδους τις υποθέσεις. Οπότε προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Εν πάση περιπτώσει δεν πρέπει να διαφεύγει ότι τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης στο σύνολο τους ιδωμένα δείχνουν ακριβώς ότι ενώπιον μας έχουμε μία σοβαρή υπόθεση. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος με την απαράδεκτη και καταδικαστέα συμπεριφορά του επιτέθηκε σε αστυφύλακες, δαγκώνοντας μάλιστα τον έναν στο χέρι, αντιστάθηκε, εμπόδισε να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους, απείλησε και γενικά συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο ώστε να καταστήσει την περίπτωση αυτή ως πολύ σοβαρή. Βεβαίως, ανεξάρτητα της σοβαρότητας των αδικημάτων, σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο έχει καθήκον να προβεί σε εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη που έχει ενώπιον του. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου. Ιδιαίτερα: - το λευκό του ποινικό μητρώο, που σε συνάρτηση με την ηλικία του (57 ετών) δείχνει ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό η παρούσα σε σχέση με τον κατηγορούμενο. - την παραδοχή του, έστω και στο στάδιο που έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μέσα από την οποία φαίνεται η μεταμέλεια του και η αναγνώριση του λάθους του. Βεβαίως είναι σαφές ότι στην παραδοχή δεν μπορεί να δοθεί εκείνη η βαρύτητα που θα διδόταν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, όχι μόνον επειδή ξεκίνησε η ακρόαση και ακούστηκαν τρεις μάρτυρες, αλλά και ενόψει των όσων αμέσως τώρα θα αναφέρω. Αφενός η υπεράσπιση, με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, προώθησε στην ακρόαση αναμφίβολα παράλογες θέσεις και εξόφθαλμα αβάσιμους ή και νομικά αβάσιμους ισχυρισμούς. Παραδείγματος χάριν ισχυρίστηκε η υπεράσπιση ότι δεν του έδειξαν το ταχύμετρο ενώ την ίδια στιγμή παρουσιάστηκε φωτογραφία από την υπεράσπιση την οποία ο κατηγορούμενος έβγαλε μέσα από το αυτοκίνητο του, όπου φαίνονται οι αστυφύλακες ακριβώς να κάμνουν αυτό το πράγμα. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παράνομη η σύλληψη του επειδή δεν είχαν ένταλμα σύλληψης, την ίδια ώρα που ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή διέπραττε αυτόφωρα αδικήματα. Άρα πώς θα εξέδιδαν ένταλμα σύλληψης;. Ακόμα ισχυρίστηκε ότι επειδή τον άγγιξαν για να του φορέσουν χειροπέδες και να τον συλλάβουν αυτό συνιστά επίθεση εναντίον του. Επίσης υπήρξε ισχυρισμός ότι ο αστυνομικός τον οποίο δάγκωσε ο κατηγορούμενος έβαλε σκόπιμα το χέρι του στο στόμα του κατηγορούμενου, θέση η οποία ας σημειωθεί δεν υποβλήθηκε όλως παραδόξως στον ίδιο τον Μ.Κ.2, αλλά σε άλλους μάρτυρες και συγκεκριμένα στους Μ.Κ.1 και 3. Ακόμη έγινε προσπάθεια αποπροσανατολισμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου με την προβολή θέσεων για κακοποίηση του ουσιαστικά και πρόκληση σε αυτόν τραυματισμών ως εκ της αναφερόμενης επίθεσης από τους αστυφύλακες. Και την ίδια στιγμή το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει την Μ.Κ.3 η οποία ζώντας τα γεγονότα ξανά και περιγράφοντας την απαράδεκτη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ανέφερε και η ίδια τις δύσκολες στιγμές που έζησε ούσα έγκυος τότε και το φόβο που έζησε κατά την εξέλιξη των γεγονότων μήπως της συμβεί κάτι κακό με την εγκυμοσύνη της. Όλα αυτά μαζί δεν τα λέω για άλλο λόγο αλλά ακριβώς για να καταδείξω ότι συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι στην παραδοχή δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. - Επίσης, λαμβάνω βέβαια υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως αφενός εκτέθηκαν στην αγόρευση του κ. Κουμή την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί και την οποία το Δικαστήριο είχε εντωμεταξύ την ευκαιρία να μελετήσει. Ως προς κάποιες θέσεις του κ. Κουμή, για παράδειγμα την άμεση απόλυση του και απώλεια της σταδιοδρομίας του αν φυλακιστεί άμεσα, αυτά με κάθε σεβασμό λέω τέθηκαν γενικά και αόριστα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Παρά την προσπάθεια του Δικαστηρίου να διασαφηνιστεί το θέμα, εντούτοις παρέμεινε γενικό όπως τέθηκε αρχικά. Ως προς τις επιπτώσεις στην οικογένεια του και πάλι το θέμα τέθηκε γενικά, αν και η νομολογία επί τούτου είναι ξεκάθαρη ότι οι οικογενειακές περιστάσεις λαμβάνονται μεν υπόψη πλην όμως δεν είναι ουσιαστικές στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328). Ως προς τις αποφάσεις που έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου ο κ. Κουμής, οι οποίες για να είμαι ειλικρινής είναι καλά γνωστές στο Δικαστήριο, οφείλω να πω με κάθε σεβασμό ότι δεν έχουν ουσιαστικά σχέση με την παρούσα υπόθεση. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι οι αρμόζουσες ποινές είναι οι ποινές φυλάκισης και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1-9 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ημερών. Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 12 και 13 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 14η κατηγορία καμία ποινή. Οι ποινές να συντρέχουν. Όσον αφορά τις κατηγορίες 12 και 13, σημειώνεται εδώ πως αν και προνοούνται στο Νόμο μεγαλύτερες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες 1-9, εντούτοις έχοντας υπόψη το σύνολο του περιστατικού και ότι οι απειλές εκστομίστηκαν κατά την εξέλιξη του επεισοδίου επιβάλλεται και σε αυτές η ίδια ποινή φυλάκισης. Έρχομαι τώρα να εξετάσω εάν οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν σε άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή αν δύναται να ανασταλούν. Συνεκτιμώντας και πάλιν όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και τους μετριαστικούς παράγοντες που συνοψίζονται πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη αποτροπής, καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή. Θα είναι άμεσες λοιπόν οι ποινές φυλάκισης και εκ του συνόλου της κράτησης που προκύπτει με βάση τις ποινές πιο πάνω αφαιρείται ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. 120 ευρώ έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.