← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Wheatcroft, Αρ. Υπόθεσης: 1529/18, 16/12/2019

Δημοκρατία ν. Wheatcroft, Αρ. Υπόθεσης: 1529/18, 16/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2019:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1529/18 Δημοκρατία ν XXXXX XXXXX Wheatcroft Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: Οι κ.κ. Α. Ανδρέου με κ. Π. Χατζηχριστοφή. Κατηγορούμενος: Παρών. [Ο διερμηνέας κ. Άντης Χατζηφιλίππου, ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστώς και αληθινώς από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντιστρόφως όσον καλύτερα μπορεί]. ΑΠΟΦΑΣΗ Αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του αδικήματος των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβασιν του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβασιν του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Κατά τις λεπτομέρειες αδικήματος στο κατηγορητήριο (τις οποίες και συμμειγνύουμε τώρα για περιγραφικούς και μόνον σκοπούς και προς αποφυγήν επαναλήψεων), ο κατηγορούμενος XXXXX XXXXX Wheatcroft («ο κατηγορούμενος») την 1.7.18 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, επί σκοπώ πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στο θύμα XXXXX XXXXX Goodman από την Μεγάλη Βρετανία («ο παραπονούμενος»), επιτέθηκε σε αυτόν παρανόμως προκαλώντας σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη (επισκληρίδιο αιμάτωμα στο κεφάλι). Αποτελεί εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι τα ξημερώματα της 1.7.18 (γύρω στις 02:30) έγινε επεισόδιο μεταξύ παραπονουμένου και XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), κατά το οποίο ο παραπονούμενος απειλούσε το πρόσωπο αυτό πως θα κτυπούσε τόσον τον ίδιον όσον και την παρέα του και ότι ο κατηγορούμενος παρέμβηκε και τον γρονθοκόπησε με πρόθεση και σκοπό να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, όπερ και εγένετο. Συνθέτει εκδοχή του κατηγορουμένου πως - πέραν του ότι η όλη συμπεριφορά της κατηγορούσας αρχής αλλά και των αστυνομικών ανακριτών ήταν εκτός πλαισίου δίκαιης δίκης «. και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και στις δύο κατηγορίες .» - τούτος ενήργησε προς υπεράσπισιν του XXXXX XXXXX Parker (MY2) - άλλως XXXXX - και δη «. από την παράνομη ενέργεια του θύματος να αποπειραθεί να γρονθοκοπήσει τον James Parker». Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων αδικημάτων και της υπόθεσης γενικότερα. Πιο συγκεκριμένα, εγκρίθηκε ως παραδεκτό (μεταξύ άλλων) πως ο παραπονούμενος «. μετά που γροθιά που δέχθηκε την 1.7.18 και περί ώρα 02:30 το πρωί έπεσε στο οδόστρωμα στην οδό Γιάννου Ρίτσου στην Αγία Νάπα και υπέστηκε βαριά σωματική βλάβη ήτοι επισκληρίδιο αιμάτωμα στο κεφάλι .». Επιπροσθέτως, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός (για την αλήθεια του περιεχομένου της) και η ανακριτική κατάθεση του Jameal John Stancer ημερομηνίας 2.7.18 (βλ. Τεκμήριο 2), στην οποία αναφέρονται (αυτουσίως) και τούτα: « ................................................. Question 2: What do you want to say about the case that I informed you; Answer 2: Last night I was out with my friends. It was the whole group of us and we all left the hotel at about ten in the evening. At about two o'clock the same night, the 1st of July, we were at food place in Ayia Napa, called Rio's Chicken Food, and XXXXX, XXXXX and XXXXX were involved in fight and while we were leaving from the place, I tried to pull them back and I got hit on the nose. That was the reason I had blood everywhere last night. Finally we managed to leave from there and headed towards our hotel. At some point it was me XXXXX, XXXXX and XXXXX heading home and found my self chatting to a lad in the street near our hotel. Then we both heard voices in front of us and saw I XXXXX confronted by a guy. As the lad told me it was his friend and he was drunk, as we all was. I heard that guy's friend, who is the person that got assaulted and as you informed me his name is XXXXX, threatening XXXXX that he was gonna hit him and hit all of us. So me and the lad told him to calm down and then XXXXX come out of nowhere and punched Harry on the jaw. Before that though, someone from my friends pushed him first because he was very aggressive, but a I can't remember who. After the hit XXXXX went down and I remember going the other the way, towards the hotel and I saw XXXXX try to help XXXXX with the lad that I told you about. That was it, I went back to the hotel and slept. Question 3: Did you speak with your friends about the incident the next morning; Answer 3: I asked the guys what really happened last night and they told me the same that I just did. Question 4: So, during this conversation you had, XXXXX admitted that he punched XXXXX and knocked him out; Answer 4: Yes». .................................................». Για την ανακριτική κατάθεση/Τεκμήριο 2, διασαφηνίστηκε (στο πλαίσιο των εγκριθέντων παραδεκτών γεγονότων), ότι η εκεί αναφορά στο όνομα XXXXX παραπέμπει στον κατηγορούμενο και στο όνομα XXXXX, στον παραπονούμενο. Για τη λέξη confronted (στην ανακριτική κατάθεση/Τεκμήριο 2), διευκρινίστηκε πως «. ήταν το θύμα που προέβαινε σε αυτή την ενέργεια .» και ότι «. αναφορικά με τη θέση που προβάλει ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος "come out of nowhere", ο κατηγορούμενος XXXXX Luke βρισκόταν στην παρέα του XXXXX...». Κατατέθηκε προσέτι και η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου προς την Αστυνομία ως απεικονίζουσα τη θέση του (βλ. Τεκμήριο 3). Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα ως διαμορφώθηκαν στο τέλος (ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε μάρτυρες κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία έδωσε μαρτυρία ενόρκως, καλώντας προς επιπλέον υπεράσπιση του και έναν μάρτυρα, τον XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2). Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν τούτα δεν εκτίθενται ρητώς στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης, για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων και η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτουσίως από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο κατηγορούμενος (XXXXX XXXXX Wheatcroft (ΜΥ1)), εξήγησε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας πως ό,τι έπραξε ήταν προς υπεράσπισιν του XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2). Ο XXXXX Lo XXXXX uis Parker (ΜΥ2), επεξήγησε και διασάφησε τα δικά του, επικεντρωνόμενος στις στιγμές του επεισοδίου. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων εστιάστηκαν στην ανακριτική διαδικασία και στους χειρισμούς της κατηγορούσας αρχής καθώς και στην αποδεικτική εμβέλεια του μαρτυρικού υλικού (σε αντιπαραβολή με τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων), με τον κ. Παπανικολάου να προτάσσει απόδειξη των επίδικων κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τον κ. Ανδρέου να υποστηρίζει το αντίθετο. Θα αναφερθούμε εξειδικευμένως στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, δίχως υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. κατ' αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή ενασχόλησης με κάθε μαρτυρία ή διαζευκτική εκδοχή ή πιθανότητα που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα τής μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, τότε θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολουθήσαμε και ακούσαμε με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη (μεταξύ άλλων), το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη και τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (συνεκτιμωμένης και της όποιας μεσολαβούσας διερμηνείας), και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε παραλληλισμό με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές (συνεπείς) ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν προσεκτικοί να μην αποδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχετίσαμε και αντιπαραβάλαμε τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες - υπενθυμίσαμε εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών των μαρτύρων δεν οδηγεί αναγκαστικώς και δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση μας για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Εκεί που οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή άλλη επαγγελματική σχέση μεταξύ τους, όπως ο κατηγορούμενος με τον XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), ήμασταν εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους ξέροντας ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί στη συνήθη ροή των πραγμάτων να αποτελέσει βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395-398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί σημαίνουσα, αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή, ΠΕ 278/08, ημ. 10.10.12, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματευθήκαμε την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος ή και ως αποδυναμωτική τούτων (ή και ως παραδοχή), ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της διεργασίας να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όπως θα αναλύσουμε λεπτομερώς κατωτέρω, ο κατηγορούμενος και ο XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), μας δημιούργησαν πολύ αρνητική εντύπωση. Με τον δέοντα σεβασμό ήσαν (αμφότεροι) - και μεταξύ άλλων - ασαφείς, αμφίλογοι και αμφιρρεπείς. Οι απαντήσεις τους (ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση), χαρακτηρίζονταν από διστακτικότητα και αισθητή προσπάθεια προκατασκευασμένης αποστασιοποίησης από οτιδήποτε θα μπορούσε πιθανώς να κριθεί ως αντικειμενικώς βλαπτικό για την εκδοχή που προωθούσαν, όντας έτοιμοι πάντα να καταφεύγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (που εδώ θα μπορούσε να καταταχθεί και ως κοινό), αντί να είναι προσηλωμένοι στην αλήθεια. Εξηγούμε. Ο κατηγορούμενος είπε στην κυρίως εξέταση ότι το βράδυ του περιστατικού (1.7.18) και ενώ περπατούσε μαζί με τον φίλο του XXXXX Breese (XXXXX) επιστρέφοντας και οι δυο από το ξενοδοχείο όπου διέμεναν (έχοντας στο μεταξύ αλλάξει ρούχα για να μεταβούν στο κέντρο της πόλης και να συναντήσουν δύο κορίτσια), σε απόσταση 200 τόσων μέτρων από το ξενοδοχείο, είδε (ο μάρτυς) στην άλλη πλευρά του δρόμου κάποιο πρόσωπο να ίσταται μπροστά από τους φίλους του (και τον XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2)) και να φωνασκεί. Το πρόσωπο αυτό ήταν ο παραπονούμενος, ως μετέπειτα έμαθε ο μάρτυς. Ενώ κατευθυνόταν προς τον χώρο των εκτυλισσόμενων, κατάλαβε πως ο παραπονούμενος ήταν πάρα πολύ επιθετικός και ότι «. προσπαθούσε τότε να κάνει καυγά με τους φίλους μου .». Ενώ ο μάρτυς περπατούσε «. εκεί πιο κοντά προς αυτούς κατάλαβα ότι οι φίλοι μου απεγνωσμένα προσπαθούσαν να αποφύγουν αυτή τη σύγκρουση αλλά ο XXXXX δεν ηρεμούσε .». Μετέπειτα (πάλι στην κυρίως εξέταση), ο μάρτυς ανέφερε πως περπάτησε απέναντι με πρόθεση να ηρεμήσει τον παραπονούμενο, προσθέτοντας στην προηγούμενη του εκδοχή ότι ο λόγος για τον οποίο μετέβη στη σκηνή δεν ήταν γενικώς επειδή είδε ή και άκουσε κάποιον να φωνάζει προς τους φίλους του με επιθετική διάθεση, αλλά για να ηρεμήσει τον παραπονούμενο, διαμορφώνοντας προφανώς την πρόθεση του αυτή (ως συνειρμικό πλέον συμπέρασμα) βάσει των παραστάσεων και ακουσμάτων του. Η διάκριση μεταξύ των δύο εκδοχών, αν και λεπτή, είναι και τούτη ενδεικτική της ασάφειας και ανακολουθίας με την οποία ο μάρτυς επεδίωξε να εξιστορήσει τα συμβάντα (υπό τη δική του γωνία θεώρησης), με τρόπο που να τον απομπλέκει κιόλας από οτιδήποτε θα μπορούσε να του αποδώσει προειλημμένη ή και προσχεδιασμένη πρόθεση επίθεσης εναντίον του παραπονουμένου, ή υφιστάμενη εχθρική διάθεση προς το πρόσωπο του. Μάλιστα - ως ξεχωριστή παρατήρηση αυτό - στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 4, ο μάρτυς δήλωσε ότι τότε μόνον κατάλαβε πως οι φίλοι του προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αποφύγουν τον καυγά με τον παραπονούμενο (που δεν ηρεμούσε), όταν πλησίασε (ο μάρτυς) εγγύτερα προς τον χώρο όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος. Επομένως, η αναφορά του μάρτυρα πως στόχευση του όταν μετέβη στη σκηνή ήταν να ηρεμήσει τον παραπονούμενο συγκρούεται με την υστερότερη τοποθέτηση του ότι μόλις πλησίασε στον χώρο είναι που εξακρίβωσε πως ο παραπονούμενος δεν ηρεμούσε, έτσι ώστε να εγείρεται ζήτημα επέμβασης του για να κατευνάσει τον παραπονούμενο, κάτι που προφανώς δεν θα ήταν σε θέση ο μάρτυς να διαπιστώσει (κατά τα λεγόμενα του και συμφώνως της πρώτης του εκδοχής), πριν πλησιάσει εκεί. Όχι μόνον αυτό, αλλά συμφώνως άλλης εκδοχής του, ο μάρτυς δοκίμασε να ηρεμήσει τον παραπονούμενο λέγοντας του - καθώς ο μάρτυς περπατούσε να πάει «. προς απέναντι .» - «"Έλα φύγε, άφησε μας μόνους"». Ακολούθως, είπε ότι μόλις έφθασε εκεί που βρισκόταν ο παραπονούμενος, ο τελευταίος «. γινόταν περισσότερο επιθετικός τότε αυτός έριξε μια γροθιά πάνω στον φίλο μου τον Jim και καθώς ο Jim έκανε προς τα πίσω τότε ήταν που ο XXXXX προσπάθησε να δώσει άλλη μια γροθιά και έτσι καθώς έκανε προς τον XXXXX τότε και εγώ ενστικτωδώς έριξα τότε το χέρι μου με γροθιά και τον χτύπησα. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, εγώ το έκαμα για να προστατεύσω τον φίλο μου». Καταρχάς, δεν μπορούμε παρά να αποτυπώσουμε με τον πιο έντονο τρόπο την πολύ αρνητική εικόνα που εξέπεμψε ο μάρτυς κατά την αναφορά του αυτή στην κυρίως εξέταση παρότι είχε προηγηθεί και η ανάγνωση από αυτόν της γραπτής του δήλωσης (βλ. Τεκμήριο 4). Ο μάρτυς, με τον διστακτικό τρόπο που απάντησε, φάνηκε καθαρώς ότι δεν έλεγε την αλήθεια ή την όλη αλήθεια των πραγμάτων και πως εγχείρημα του ήταν κατά τα φαινόμενα το ξεδίπλωμα μιας εκδοχής που βολετώς να δικαιολογεί την ενέργεια του να γρονθοκοπήσει τον παραπονούμενο. Έχουμε (και το λέμε ίσως και εκ του περισσού δοσμένης τής ήδη δοθείσας αυτοπροειδοποίησης μας για τη μεθοδολογία αξιολόγησης προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο), απόλυτη επίγνωση των κινδύνων αποτίμησης διά ζώσης μαρτυρίας - προπάντων επιγραμματικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίτσιος ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 390, 394-395) - βάσει της μαρτυριακής συμπεριφοράς στο εδώλιο. Μολοντούτο, η συζητούμενη μεταβλητή παραμένει σημαίνουσα και ουδόλως δύναται να παραγκωνιστεί, μια και αφορά στην πεμπτουσία εν τίνι τρόπω της δικαστικής λειτουργίας κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 120/17, ημ. 25.11.19, ΕΑ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/18, ημ. 19.11.19, Ξυψιτή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 147/18, ημ. 15.11.19, Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 149/15, ημ. 25.4.17, Yasin v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/16, ημ. 16.2.17, Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 83, 86-88). Μολονότι για εμάς θα αρκούσε η συμπεριφορά αυτή του μάρτυρα και ό,τι συναφώς παρατηρήσαμε για να απολήξουμε στα καταγραφόμενα, προσθέτουμε και το πως η εκδοχή αυτή του μάρτυρα ουδέποτε αναφέρθηκε στην κατάθεση του προς την Αστυνομία στις 2.7.18 (βλ. Τεκμήριο 3), μηδέ και αναφύεται κατιτί εν σχέσει προς το αναλυόμενο (ρητώς ή εξυπακουομένως) που να συγκλίνει με την προφορική εκδοχή που προώθησε. Δεν παραβλέπουμε - και αυτό έχει τη δική του σημασία - πως στον μάρτυρα, ως αναντιρρήτως συνεπάγεται από τη γραπτή κατάθεση/Τεκμήριο 3, είχε παρασχεθεί από την Αστυνομία η δυνατότητα να αναφέρει εκεί τα όσα επιθυμούσε αλλά και (πριν από την υπογραφή της κατάθεσης από τον ίδιον), να διορθώσει, αλλάξει ή προσθέσει οτιδήποτε ήθελε στο κείμενο, λέγοντας ο μάρτυς (προτού την υπογράψει), πως τα εκεί καταγεγραμμένα είναι αληθή και εκούσια. Προσθέτως, δεν διαφεύγει την προσοχή ότι ο μάρτυς στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 3 είχε πει πως περί της υπόθεσης για την οποία είχε συλληφθεί, επιθυμούσε να δηλώσει προς την Αστυνομία, ακριβώς το τι είχε συμβεί («. I want to tell you exactly what happened .»). Έτσι, εκτός των λοιπών (για τα οποία θα επανέλθουμε), αντικειμενικώς είναι που προβληματίζεται κανείς - έτσι και εμείς - για ποιο λόγο είναι που ο μάρτυς δεν είχε αναφέρει προς την Αστυνομία επακριβώς (exactly) όλα όσα είχαν επισυμβεί κατά το περιστατικό, ή ακόμη, γιατί η υπεράσπιση (ή ο μάρτυς) δεν έθεσε (επί παραδείγματι) ζήτημα (αν υπήρχε τωόντι μια τέτοια πρόθεση ή δικαιολογητικό θεμέλιο), ανακριβούς καταγραφής των αναφορών τού μάρτυρα στη γραπτή κατάθεση/Τεκμήριο 3. Μ' όλο που δεν του υποβλήθηκε ρητώς κατά την αντεξέταση η συζητούμενη διάσταση μεταξύ της προφορικής του εκδοχής στο Δικαστήριο και εκείνης που αποτυπώνεται στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 3, το σύνολο της αντεξέτασης επί της αφορώσας πτυχής σαφώς είναι που στόχευσε προς αυτήν την κατεύθυνση, με τον μάρτυρα να μην επιχειρεί καν διαλεύκανση τού πράγματος, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει ακόμη και κατά την επανεξέταση (που δεν υπήρξε). Η ασυνέπεια ή και το ασυνταύτιστο, εν τέλει, μεταξύ της μαρτυριακής εκδοχής τού μάρτυρα επί δικαστηρίω και εκείνης που ανέπτυξε προς τις ανακριτικές αρχές ως η γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 3, απάρτισε αντικείμενο αναφοράς στην αγόρευση της κατηγορούσας αρχής, με τους δικηγόρους του κατηγορουμένου να μην προωθούν πειστικώς κάποια περί του αντιθέτου τοποθέτηση επί πραγματικού ή νομικού επιπέδου. Πάντως - παραμένοντας επί της θεματολογίας των αγορεύσεων - η προταχθείσα από την υπεράσπιση θέση ότι δεν υπήρξαν υποβολές εκ πλευράς κατηγορούσας αρχής προς τους μάρτυρες για προσυνεννόηση μεταξύ τους για την περιγραφή των γεγονότων «. όπως οι ίδιοι τα έζησαν .», ή και τα περί ανυπαρξίας μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή (ως ενδεικτικώς αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της υπεράσπισης, στη σελίδα 23), πως για να κριθεί αναξιόπιστος ο μάρτυς αλλά και ο XXXXX XXXXX Parker (MΥ2) «. πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι σκόπιμα είπαν ψέματα στο Δικαστήριο ως προς το ότι υπήρξε η αποτυχημένη προσπάθεια του XXXXX να κτυπήσει τον Parker. Για να αποδειχθεί ότι είπαν ψέματα ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.1 θα πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη μαρτυρία η οποία να ανατρέπει τα όσα μαρτύρησαν οι Κατηγορούμενος και Μ.Υ.1 σχετικά με το θέμα της γροθιάς τον Παραπονούμενο .», δεν συναπαρτίζουν βάθρο (τουλάχιστον στην ενεστώσα περίπτωση), για άμβλυνση ή ακόμη και ακύρωση τού ύψιστου δικαστικού καθήκοντος για αξιολόγηση τής μαρτυρίας τόσον ως προς τα εγγενή της χαρακτηριστικά όσον και ως προς τη συγκριτική εξέταση αυτής προς την υπόλοιπη προφορική και γραπτή μαρτυρία και κατ' ακολουθίαν των όποιων προηγούμενων συνεπών, ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων του μάρτυρα. Αναρωτιέται κανείς ποια θα ήταν η αλλοίωση στα πράγματα, ως τα συζήτησαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του κατηγορουμένου, εάν η κατηγορούσα αρχή υπέβαλλε στους μάρτυρες πως ήσαν μεταξύ τους συνεννοημένοι για όσα είναι που καιρίως ανέφεραν στη μαρτυρία τους και για το πώς θα αξιολογούνταν η όποια τυχόν αρνητική απάντηση τους επί του ζητήματος, με αιωρούμενο ασφαλώς το ερώτημα αν η απάντηση τους αυτή θα δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο. Απαντούμε σε αυτό αποφατικώς. Η απόληξη περί της αξιοπιστίας μαρτύρων και μαρτυρίας εναπόκειται αποκλειστικώς στον τελικό κριτή που δεν είναι άλλος από το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Τέτοια περίπτωση είναι και η συζητούμενη. Εντρυφώντας επί του θέματος, είχαμε κατά νουν και το σκεπτικό στην Πουτζιουρής και Άλλου ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 326-331, πως κατά την αξιολόγηση εξωδικαστικών αντιφατικών καταθέσεων (συναρτώμενων με την προφορική μαρτυρία στη δίκη), η προφορική αυτή μαρτυρία (ή αναστρόφως η μαρτυρία που περιέχεται στις περί ων ο λόγος εξωδικαστικές καταθέσεις), δεν καθίσταται αυτομάτως και εκ προοιμίου αναξιόπιστη ως εκ της παρατηρούμενης ανακολουθίας, ασυνέπειας ή και αντιφατικότητας (βλ. επίσης και κατ' αναλογίαν, ΣΣ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 147/16, ημ. 20.11.19, Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, Χρυσάνθου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 740, 745, Λοΐζου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, 556-559, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Aρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 650-651) και πως τα κριτήρια εκτίμησης των αντιφάσεων, ανακολουθιών ή παραλείψεων αυτών, σχετίζονται άμεσα προς τους λόγους που οδήγησαν στην προβολή τους αλλά και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταλήγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλ. κατ' αναλογίαν, Τεβλετιάν και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, 520-521, Σάκκος ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, 524-525). Είχαμε επίσης στο μυαλό ότι, ως ζήτημα αρχής, όταν μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία να αποτυπώσει τα όσα γνωρίζει, ή τα όσα εκ των υστέρων ανακύπτουν ως αποφασιστικά και τα οποία ήσαν εις γνώσιν τού εν λόγω μάρτυρα, τούτο δεν οδηγεί απαρεγκλίτως σε απόρριψη της μαρτυρίας του μια που αυτή επιβάλλεται να προσεγγιστεί στο σύνολο της, με ιδιαίτερη, όπως πάντα, προσοχή και δικαστική εγρήγορση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Για ό,τι μέλει στα τρέχοντα, η παρέκκλιση μεταξύ προφορικής μαρτυρίας τού υπό αναφοράν μάρτυρα στη δίκη και της γραπτής του κατάθεσης/Τεκμήριο 3, έγκειται στη σχεδιασμένη καταπώς φαίνεται απόφαση του να εισαγάγει στη δίκη μία νέα εκδοχή ώστε να βολέψει διά αυτής τη θέση του περί κατάστασης ανάγκης και ενστικτώδους αντίδρασης του να γρονθοκοπήσει τον παραπονούμενο για προστασία του XXXXX XXXXX Parker (MY2), υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος οψίμως προέταξε πως η κατάσταση ανάγκης που ανέκυψε ώστε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που είπε, διαμορφώθηκε μετά που ο παραπονούμενος επιχείρησε να κτυπήσει τον XXXXX XXXXX Parker (MY2) για πρώτη φορά, ενώ δηλαδή ο παραπονούμενος επιχειρούσε να γρονθοκοπήσει τον XXXXX XXXXX Parker (MY2) για δεύτερη φορά. Είναι αξιοσημείωτη και η αναφορά του XXXXX XXXXX Parker (MY2) στη δική του γραπτή κατάθεση προς την Αστυνομία στις 3.7.18 (βλ. Τεκμήρια 6 και 6Α), την επομένη της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου/Τεκμήριο 3, ότι ο «. ένας από αυτούς ήταν επιθετικός και μου φώναζε και προσπάθησε να με γρονθοκοπήσει αλλά αστόχησε. Μετά ο φίλος μου ο XXXXX Wheatcroft τον γρονθοκόπησε μια φορά στο πρόσωπο και έπεσε κάτω .» («One of them was being aggressive and shouting towards me and he tried to punch me but he missed. Then my friend XXXXX Wheatcroft punched him once on the face and he felt down»). Διαπιστώνεται πως και ο XXXXX XXXXX Parker (MY2) είχε δώσει την ίδια εκδοχή με τον κατηγορούμενο (προς την Αστυνομία) στη δική του κατάθεση (προς την Αστυνομία και αυτός), γεγονός που πλήττει - και μόνον για αυτό τον λόγο το αναφέρουμε τη στιγμή τούτη - την όψιμη εκδοχή (μέσω των ίδιων μαρτύρων) για ύπαρξη δύο ξεχωριστών προσπαθειών κτυπήματος του XXXXX XXXXX Parker (MY2) από τον παραπονούμενο, με τη δεύτερη (υποτίθεται) προσπάθεια τού παραπονουμένου να συγκροτεί νομιμοποιητικό λόγο κατά την υπεράσπιση αντίδρασης του κατηγορουμένου στο να κτυπήσει τον παραπονούμενο προς προστασίαν του XXXXX XXXXX Parker (MY2). Περαιτέρω, ο μάρτυς είπε στις αρχές της αντεξέτασης πως ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος και ότι «. δεν μπορούσε να σταθεί ίσιος .», ενώ λίγο αργότερα όταν του υποβλήθηκε πως ο παραπονούμενος «. ήταν τύφλα στο μεθύσι .», ο μάρτυς απάντησε ότι όταν ο παραπονούμενος επιτίθετο στον XXXXX XXXXX Parker (MY2) «. στεκόταν ίσια .», σε αντίθεση (με άλλα λόγια) από την προγενέστερη τοποθέτηση του πως ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να σταθεί ίσια λόγω μέθης. Όταν τέθηκε στον μάρτυρα πως προηγουμένως είχε πει πως είχε αντιληφθεί από μακριά τον παραπονούμενο να είναι μεθυσμένος και ότι «. εσούζετουν .», ο μάρτυς απάντησε πως κατάλαβε τα περί μέθης του παραπονουμένου από «. την ομιλία του αλλά αυτός στεκόταν ίσια, όρθιος και κατάφερε να δώσει και γροθιά .». Οι διαφορετικές αυτές ερμηνευτικές παρατηρήσεις του μάρτυρα περί της κινησιολογικής και άλλης συμπεριφοράς του παραπονουμένου έχουν και αυτές τη δική τους αξιολογική αξία αφού χρωματίζουν ακόμα πιο πολύ τις συναφείς παλινδρομήσεις του με υπόψιν και το ότι μετά από την πρώτη τοποθέτηση πως ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να σταθεί ίσια, ακολούθησε (πριν από τη θέση με την οποία καταπιαστήκαμε για το ότι όταν ο παραπονούμενος επιτίθετο στον XXXXX XXXXX Parker (MY2) στεκόταν ίσια), μια άλλη ερώτηση στην αντεξέταση διά της οποίας αμφισβητήθηκε η δυνατότητα του παραπονουμένου ως εκ της μέθης του να επιτεθεί («Ε. Συγγνώμη αλλά ο μεθυσμένος σούζετουν μας είπες, πώς πήγε να του δώσει τη γροθιά την πρώτη;»), με τον μάρτυρα να απαντά (χωρίς να αντιτάσσει πως όταν επιτιθόταν ο παραπονούμενος στεκόταν ίσια), ότι ο παραπονούμενος περπάτησε «. προς αυτόν και του την έδωσε». Η περιγραφική αυτή ανακρίβεια από μέρους του μάρτυρα μάς έδειξε δίχως πολλά πως μετά την ερώτηση του κ. Παπανικολάου για το παράξενον της δυνατότητας τού παραπονουμένου να επιτεθεί όντας στην κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν (εξού και οι ταλαντεύσεις και αστάθεια του), επέλεξε συνειδητώς να διασφαλίσει ότι η εκδοχή του περί του άμεσου κινδύνου που διέτρεχε φερόμενα ο XXXXX XXXXX Parker (MY2) ένεκα της επικείμενης και επαναληπτικής επιθετικής συμπεριφοράς του παραπονουμένου θα ήταν πιθανώς πειστικότερη εάν αφαιρούνταν από αυτή οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα όσα εξεικόνιζαν τη συμπεριφορά του παραπονουμένου για να κατατάξουν πλέον την υποκειμενική εντύπωση του μάρτυρα, ως αν μη τι άλλο, λογική παρά ως προφασιστική για τον κίνδυνο που διέτρεχε κατά τη στιγμή της παρέμβασης του ο XXXXX XXXXX Parker (MY2). Τέλος, καταγράφουμε και την αμφίσημη θέση που προέταξε ο μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση (ως νέα εκδοχή), διά της προφορικής προσθήκης στη γραπτή δήλωση που αναγίγνωσκε τη στιγμή εκείνη για σκοπούς διερμηνείας (βλ. Τεκμήριο 4), πως πέραν από το ότι αντέδρασε ενστικτωδώς για να προστατεύσει τον φίλο του (ενώ ο παραπονούμενος επιχειρούσε για δεύτερη φορά να τον γρονθοκοπήσει), ο μάρτυς αντέδρασε τοιουτοτρόπως διότι (ή και διότι) ο μάρτυς ήταν «. φοβισμένος και αναστατωμένος από εκείνο το ξύλο που έλαβε χώρα πριν λίγες ώρες εκεί στο Rio's Chicken που με έκαμε να αντιδράσω στη βία που αντιμετώπιζε ο φίλος μου». Υποσημειώνουμε περί τούτου δύο τινά. Πρώτον, πως ο μάρτυς όταν αναφερόταν (σε κάθε περίπτωση) στα περί παρέμβασης του προς προστασίαν του XXXXX XXXXX Parker (MY2), ανέδυε μια επιτηδευμένη διάθεση κατά τρόπο που να κατατάσσεται σε εκείνες στις οποίες η εκφορά του λόγου χαρακτηρίζεται ως αυτοματοποιημένη, απαγγελτική και ταξινομούμενη σε αυτό που προσδιορίζεται συνήθως ως ξύλινη γλώσσα, σε αντίθεση με άλλες αναφορές του κατά τη μαρτυρία του. Η εκτός κειμένου (βλ. Τεκμήριο 4) αναφορά του μάρτυρα για το ότι εκείνο που τον έκανε να αντιδράσει στη βία που αντιμετώπιζε ο φίλος του ήταν το γεγονός πως ο μάρτυς ήταν φοβισμένος και αναστατωμένος από το περιστατικό στο Rio's Chicken λίγο προηγουμένως - κατά το οποίο, ως είπε «. μια ομάδα από ντόπιους που περνούσε από το μέρος έσπρωχνε και προκαλούσε τον κόσμο, μας επιτέθηκε δίχως λόγο. Χτυπήθηκα πάνω στα χείλη μου και σε όλο το σώμα μου. Ο αδελφό μου XXXXX Wheatcroft και οι φίλοι μας XXXXX Breese (XXXXX), XXXXX Fidoe και XXXXX Stancer τραυματίστηκαν. Ευτυχώς που καταφέρουμε να δραπετεύσουμε από εκεί και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο μας για να αλλάξουμε τα ρούχα μας .» - ήταν μάλλον πηγαία και πολύ πιο ειλικρινής από την προηγουμένως αναλυθείσα, μη αγνοώντας συν τω χρόνω ότι σε δύο υποβολές τού κ. Παπανικολάου προς τον μάρτυρα πως «. δεν είναι έτσι που έγιναν τα γεγονότα αλλά ήσουν θυμωμένος που είχες χτυπηθεί προηγουμένως από κάποιους και δεν κατάφερες να τους χτυπήσεις ..» και «. εσύ έβγαλες όλον τον θυμό σου πάνω σε έναν άτομο που ήταν εύκολο να τον νικήσεις .», ο μάρτυς αρνήθηκε τα όσα εκφράζονταν διά αυτών, απαντώντας όμως επιφυλακτικά και αμήχανα. Απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορουμένου όπως και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία ημερομηνίας 2.7.18 (βλ. Τεκμήριο 3) και τις θέσεις που τούτος εξέφρασε εκεί, τις οποίες και ξεψαχνίσαμε. Ο XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), προσέθεσε και αυτός - με τον ίδιο αθέμιτο, ας μας επιτραπεί ο όρος με κάθε σεβασμό, τρόπο όπως και ο κατηγορούμενος - μια νέα εκδοχή κατά την προφορική του μαρτυρία για το περιστατικό η οποία δεν συμπεριλήφθηκε στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 6 και 6Α). Όσα είπαμε για το γεγονός, με αναφορά στον κατηγορούμενο από απόψεως εντύπωσης στο εδώλιο αλλά και ουσίας, ισχύουν και για τον XXXXX XXXXX Parker (MY2), με μόνη ουσιώδη διαφοροποίηση το ότι τούτος, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο, αντεξετάστηκε για το ότι δεν ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 6 τα περί «. δεύτερη[ς] προσπάθεια[ς] γροθιάς .», μα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη πέραν από το να παραδεχθεί, απλώς, τη μη αναφορά τής συγκεκριμένης εκδοχής στην κατάθεση. Εκτός αυτού - και τούτο ως ένδειξη αστοχίας συνέχειας στην προβαλλόμενη υπερασπιστική εκδοχή και ουχί ως δεικτική αναξιοπιστίας τού μάρτυρα - αναδεικνύουμε την αναφορά του στην κυρίως εξέταση πως ενώ ο παραπονούμενος «. προσπαθούσε να μου ξαναρίξει άλλη μια γροθιά, ο φίλος μου ο XXXXX Wheatcroft που στεκόταν δίπλα μου τον γρονθοκόπησε. Ο XXXXX τότε έχασε το ισοζύγιο του και έπεσε κάτω και χτύπησε το κεφάλι του ...». Αυτό, για να καταδείξουμε ότι τούτη η αναφορά, όπως και το αντίστοιχο παραδεκτό γεγονός που έχουμε ήδη αποτυπώσει, αντιμάχονται της γνώμης των δικηγόρων υπεράσπισης στη γραπτή τους αγόρευση πως ο παραπονούμενος έχασε την ισορροπία του από το κτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο «. προφανώς διότι ήταν μεθυσμένος .» και πως «. δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι το κτύπημα με γροθιά κάπου στο πρόσωπο του XXXXX, που είναι παραδεκτό ότι το έδωσε ο κατηγορούμενος, ήταν τόσο δυνατό που προκάλεσε την πτώση του στο δρόμο. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ούτε υπό μορφή γνώμης ότι το κτύπημα ήταν τόσο δυνατό που έστω και χωρίς να αφήσει το παραμικρό σημάδι ή μώλωπα στο πρόσωπο του XXXXX του προκάλεσε ή μπορούσε να προκαλέσει την πτώση του στο δρόμο. Αυτό θα μπορούσε να ήταν ένα λογικό συμπέρασμα εάν ο κατηγορούμενος ήταν πυγμάχος ή η σωματική διάπλαση του ήταν κάτι το ξεχωριστό αλλά σίγουρα ένας μώλωπας θα υπήρχε. Όπως και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει στο ειδώλιο τον κατηγορούμενο η σωματική του διάπλαση είναι ενός νεαρού μάλλον λεπτής σωματικής διάπλασης.. Από τα γεγονότα δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι ο XXXXX έχασε την ισορροπία του λόγω μέθης και όχι από το κτύπημα του Κατηγορουμένου. Εν πάσει περιπτώσει ούτε η Κατηγορούσα αρχή υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι είναι η δύναμη της γροθιάς του Κατηγορουμένου που τον έριξε στο δρόμο και όχι η μέθη του παραπονουμένου». Σε αυτήν την πτυχή θα ξαναγυρίσουμε. Ο μάρτυς, όπως έγινε και με τον κατηγορούμενο, σε κρίσιμες πτυχές της μαρτυρίας του αφορώσες στον τρόπο ενέργειας του τελευταίου προς τον παραπονούμενο αλλά και των δικών του ενεργειών (του μάρτυρα) στη σκηνή του αδικήματος εξέπεμπε ζωηρώς μαρτυριακή συμπεριφορά ατόμου που προσπαθούσε να προωθήσει μια πλασματική εκδοχή και να απομακρυνθεί από οτιδήποτε θα μπορούσε να πλήξει την υπερασπιστική γραμμή. Τούτη η μαρτυριακή συμπεριφορά προέκυψε, λόγου χάριν, από τις αναφορές του μάρτυρα για το εγχείρημα τού παραπονουμένου «. να μου ξαναρίξει άλλη μια γροθιά .» και της παρέμβασης του κατηγορουμένου «. για να με προστατεύσει από αυτόν .» (όλα αυτά κατά την κυρίως εξέταση) αλλά και (κατά την αντεξέταση), σε σχέση προς τα ίδια (ή παρόμοια) ζητήματα, όπως και για το ότι δεν παρέμεινε στον χώρο μετά την πτώση του παραπονουμένου στο έδαφος κάτι για το οποίο απάντησε απαθώς και απλανώς πως δεν γνώριζε γιατί («Δεν ξέρω»), αλλά και για το ότι ο παραπονούμενος παρόλο που «. ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του .», προσπάθησε να τον γρονθοκοπήσει δυο φορές. Προσθέτως, δεν μπορεί να μην αναφερθεί και το ότι στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 6, ο μάρτυς κατέγραψε συγκεκριμένως πως μαζί με τους XXXXX XXXXX Stancer, XXXXX Breese και κατηγορούμενο, περπατούσαν κατά το χρόνο που ενδιαφέρει προς το ξενοδοχείο τους όταν σε κάποιο σημείο συνάντησαν δύο άλλα πρόσωπα εκ των οποίων ο ένας ήταν επιθετικός και φώναζε προς τον υπό αξιολόγηση τώρα μάρτυρα XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), επιχειρώντας να τον γρονθοκοπήσει, πλην όμως ανεπιτυχώς («Me and my friends XXXXX Stancer, XXXXX Breese, XXXXX Wheatcroft we were walking towards our Hotel Senator. At some point we came across two other guys. One of them was being aggressive and shouting towards me, and he tried to punch me but he missed»). Παρά ταύτα, στην προφορική του μαρτυρία, o μάρτυς, με τρόπο που εκδήλωνε πολύ καθαρά άτομο που είχε σκοπό την αποφυγή παράθεσης όλης της αλήθειας, προσπάθησε να αποδεσμευθεί από την αρχική του εκδοχή πως βρισκόταν από την αρχή με τον κατηγορούμενο προφασιζόμενος αβεβαιότητα για να συγκαλύψει τη διάσταση που υπήρχε ανάμεσα στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 6 και στην εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε πει στη μαρτυρία του (στην κυρίως εξέταση), πως κατά τους χρόνους εκείνους βάδιζε μόνον με τον XXXXX Breese όταν είδε στην άλλη πλευρά του δρόμου τον παραπονούμενο και τον μάρτυρα. Δεν έχουμε τον παραμικρό δισταγμό να πούμε ότι ο μάρτυς προσήλθε στο Δικαστήριο με κίνητρο να επικουρήσει τον κατηγορούμενο κατά τρόπο ηθικώς απαράδεκτο στην προώθηση της υπερασπιστικής εκδοχής. Απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), όπως και τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία ημερομηνίας 3.7.18 (βλ. Τεκμήρια 6 και 6Α) και τις θέσεις που τούτος εξέφρασε εκεί, τις οποίες και εξονυχίσαμε. Πριν από τα τελικά ευρήματα απαιτούνται τρεις επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, αφορά στη θέση της υπεράσπισης πως η κατηγορούσα αρχή, σε βαθμό παραβίασης της δίκαιης δίκης, απέφυγε να περιλάβει στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας τον XXXXX XXXXX Parker (MY2) «. του οποίου η μαρτυρία ήταν πολύ ουσιώδης ιδιαίτερα σε ότι αφορά το λόγο και τρόπο αντίδρασης του κατηγορουμένου στην παραδεκτά απαράδεκτη προκλητική συμπεριφορά του παραπονούμενου .». Η υπερασπιστική θέση δεν ευσταθεί. Αποσαφηνίζουμε. Η κατηγορούσα αρχή αποφάσισε, για καλούς κατά τεκμήριον λόγους, πως οι μάρτυρες που θα μπορούσαν να προωθήσουν την υπόθεση της ήσαν αυτοί που συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο, στην τελική μορφή που τούτο έλαβε με την καταχώριση του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Καμιά αρχή δικαίου δεν επιβάλλει στην κατηγορούσα αρχή τη συμπερίληψη συγκεκριμένων μαρτύρων στο κατηγορητήριο, ιδίως όταν ελλείπει και οποιοδήποτε πειστικό υπόβαθρο περί του αντιθέτου (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σάββα
(1998)2 ΑΑΔ 224, 231). Έτσι κι αλλιώς, η διαπίστωση για μαρτυριακά κενά που θα μπορούσαν να πληρωθούν αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα, αφορά σε επί της ουσίας διακρίβωση στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης - περιλαμβανομένων πάντα και των παραδεκτών γεγονότων - για το ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/17, ημ. 19.7.19). Τα παράπονα της υπεράσπισης στερούνται πραγματικού στηρίγματος. Εξηγούμε. Μετά που συμπλήρωσε την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή, οι δικηγόροι του κατηγορουμένου δήλωσαν ότι θεωρούσαν - κατά τα συμφραζόμενα από το σύνολο της δήλωσης τους - ως καθοριστικό μάρτυρα «. για κρίσιμο σημείο που αφορά αυτήν την υπόθεση .» τον XXXXX XXXXX Parker (MY2). Από τη συζήτηση που απογράφηκε στο πρακτικό της διαδικασίας μεταξύ δικηγόρου του κατηγορουμένου και εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής φαίνεται πως η τελευταία δεν προτίθετο να καλέσει τον μάρτυρα παρόλη τη φερόμενη σημαντικότητα του καθότι «. είναι στην Αγγλία . και φαίνεται ότι πιθανό να υπάρχουν διαδικαστικά προβλήματα για να κλητευθεί .», ως ανέφερε ο κ. Ανδρέου. Μετά τη τοποθέτηση αυτή το Δικαστήριο επισήμανε προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο πως η κατηγορούσα αρχή είχε συμπληρώσει την υπόθεση της και ότι αναμενόταν η τοποθέτηση της υπεράσπισης για το κατά πόσον θα υποβαλλόταν εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης βάσει αντίστοιχων προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Η θέση του δικηγόρου υπεράσπισης ήταν η ακόλουθη: «. Έχουμε κάμει προσπάθεια, επικοινωνήσαμε με τον μάρτυρα και είναι έτοιμος να έρθει στην Κύπρο, να τον φέρουμε σαν υπεράσπιση, θέλουμε όμως να μας δώσετε μια εβδομάδα διότι έχουν κάποιο πρόβλημα στην Αγγλία με τις αεροπορικές εταιρείες κλπ, επικοινωνήσαμε και σήμερα και μας είπαν ότι θέλει κάποιες μέρες για να μπορέσει να έρθει στην Κύπρο και θα είναι μάρτυρας μας. Πιστεύω ότι θα φανεί ότι πράγματι η μαρτυρία του έχει σημασία μεγάλη στα σημεία τα οποία εγείρονται σε αυτή την υπόθεση ...». Δεν βλέπουμε πώς από όλα αυτά, στο διαδικαστικό στάδιο όπου ηγέρθη το θέμα, η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε φυσιολογικώς να θεωρηθεί πως ενήργησε με τρόπο παραβιαστικό του δικαιώματος του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Η υπεράσπιση βρισκόταν ήδη σε επαφή με τον περί ου ο λόγος μάρτυρα ο οποίος, ως λέχθηκε, ήταν έτοιμος (όπως και έγινε), να αφιχθεί στην Κύπρο για να καταθέσει ως μάρτυς για τον κατηγορούμενο. H κατηγορούσα αρχή, δοσμένων και των παραδεκτών γεγονότων, έκρινε πως αυτή ήταν η μαρτυρία που αρκούντως θεμελίωνε τις επίδικες κατηγορίες, μη αποκρύπτοντας από την υπεράσπιση οτιδήποτε έτσι ώστε να επηρεάζονταν δυνητικώς, δυσμενώς και καταλυτικώς, τα δικαιώματα τού κατηγορουμένου και ο χειρισμός της υπόθεσης του εκ πλευράς των δικηγόρων του ο οποίος υπήρξε πάντως ικανός (βλ. κατ' αναλογίαν, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 176, Ιωάννου και Άλλης ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 657, 666-672). Παρεμβάλλεται - με ευρύτερο πεδίο αναφοράς και σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον Κακουργιοδικείου και όχι μόνον συνοπτικώς - ότι δεν πρέπει να λησμονείται πως η υπεράσπιση, δίχως να μετατίθεται με αυτό, το όποιο βάρος απόδειξης στους ώμους της, είχε δικαίωμα να καλέσει οποιονδήποτε μάρτυρα τού οποίου το όνομα βρίσκεται στο κατηγορητήριο για να τον αντεξετάσει (βλ. κατ' αναλογίαν, Kireev v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 273/17, ημ. 22.4.19). Ούτε αυτό έγινε. Κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου απτόμενο της δίκαιης δίκης - ή άλλο τέτοιο - παραβιάστηκε. Η θέση απορρίπτεται. Η δεύτερη επισήμανση - που δεν διαχωρίζεται παντελώς από τα όσα αναπτύχθηκαν στην πρώτη θεματική - συνδέεται με κενά που παρατηρούνται (κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης), στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του XXXXX XXXXX Stancer (η οποία, θυμίζουμε, δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός/Τεκμήριο 2). Διατείνεται η υπεράσπιση ότι εντοπίζονται ουσιώδεις παραλείψεις στην εν λόγω κατάθεση και πως αυτές θα μπορούσαν να γεφυρωθούν με την κλήση τού XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2) ή με την υποβολή ερωτήματος προς τον XXXXX XXXXX Stancer ως προς το «. «Γιατί ο XXXXX γρονθοκόπησε τον Harry, όταν είχε ήδη μπροστά του την όλη συμπεριφορά του XXXXX όπως την περιέγραψε ο Stancer» .» και πως ένεκα της ανακριτικής αυτής παράλειψης (και συγχωρείται εδώ η επανάληψη χάριν της αυτούσιας μεταφοράς τού επιχειρήματος στη γραπτή αγόρευση της υπεράσπισης), το ερώτημα που παραμένει αιωρούμενο είναι γιατί «. δεν τον ρώτησε τον Stancer ο ανακριτής εάν o XXXXX προσπάθησε να κτυπήσει τον φίλο του XXXXX Parker, όπως τον εκφόβιζε ότι θα έκαμνε, αφού αυτόν επέλεξε και ήθελε να τον κτυπήσει ώστε να έχει μια καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τα συμβάντα». Το παράπονο αυτό, στην έκταση που αφορά τη δίκαιη δίκη δεν γίνεται αποδεκτό ως επηρεαστικό αυτής αφού η υπεράσπιση δέχθηκε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του XXXXX XXXXX Stancer (βλ. Τεκμήριο 2) ως παραδεκτό γεγονός, ανεξαρτήτως ακόμη αν, ως προτάσσουν οι δικηγόροι του κατηγορουμένου, η κατηγορούσα αρχή δεν συμφώνησε στο να «. προστεθεί στα παραδεκτά γεγονότα και το ότι «ο Harry προσπάθησε να κτυπήσει τον James με γροθιά αλλά αστόχησε»». Εάν η υπεράσπιση ήθελε να αμφισβητήσει την ανακριτική διαδικασία ή να ενισχύσει και αναδείξει έτι περισσότερον (κατά την ίδια) τα όποια ανακριτικά κενά ή και τη μαρτυρία του XXXXX XXXXX Stancer σε οποιοδήποτε επίπεδο, θα μπορούσε να μην συναινέσει στη διατύπωση των παραδεκτών γεγονότων ή και να αιτηθεί την κλήση των μαρτύρων αυτών για αντεξέταση, κάτι που δεν επράχθη. Έτσι, τα περί παραβίασης της δίκαιης δίκης (και υπό αυτή τη γωνία θεώρησης), κρίνονται απορριπτέα και τούτο αφορά και σε άλλες εκφάνσεις που ανέπτυξε η υπεράσπιση για ό,τι είναι που τούτη θεωρεί πως αναδύεται από τα παραδεκτά γεγονότα για τις συνθήκες στη σκηνή, με εφαρμοζόμενο το ίδιο σκεπτικό (τηρουμένων των αναλογιών). Η άποψη της υπεράσπισης απορρίπτεται. Η τρίτη επισήμανση - και πάλι ουχί αποτμημένη από τη δεύτερη επισήμανση - σχετίζεται με τη θέση της υπεράσπισης πως επιβαλλόταν η παράθεση προφορικής μαρτυρίας για τα παραδεκτά γεγονότα «. είτε από την Κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση η οποία να συμπληρώνει τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρονται στην κατάθεση του Stancer και αυτό ως ήταν ο σκοπός που εξυπηρετούσε τόσο η προφορική μαρτυρία του Κατηγορουμένου όσο και του James Parker ..» και πως ένας πρόσθετος λόγος που επέβαλλε τη συμπλήρωση αυτή ήταν και το ότι «. στην κατάθεση του ο Stancer αναφέρει ότι ήταν μεθυσμένος και αφήνει να εννοηθεί ότι ο ίδιος δεν θυμόταν ξεκάθαρα τι έγινε "What really happened last night and they told me the same I just did" είναι επομένως λογικό να δοθεί η ερμηνεία στα πιο πάνω ότι ο Stancer δεν ήταν σίγουρος για τα όσα συνέβηκαν το προηγούμενο βράδυ και ζήτησε από τους φίλους του να του πουν "what really happened"». Δεν συμφωνούμε. Εν πρώτοις, το ζήτημα της συμπλήρωσης (ούτω καλουμένης) των παραδεκτών γεγονότων δεν αποτελεί υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής ή της υπεράσπισης και καμιά αρχή του δικονομικοαποδεικτικού δικαίου απαγορεύει την παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας, η οποία, εννοείται, κατά τις νομολογιακές αρχές που ήδη παραθέσαμε, δεν συγκρούεται με τα ήδη αποτυπωμένα παραδεκτά γεγονότα (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Εν δευτέροις, από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του XXXXX XXXXX Stancer/Τεκμήριο 2, δεν φύεται λελογισμένως το συμπέρασμα που η υπεράσπιση μας καλεί να μορφώσουμε, ήτοι πως ο XXXXX XXXXX Stancer δεν ήταν σίγουρος για όσα είπε ότι έλαβαν χώραν το βράδυ εκείνο για το επίμαχο περιστατικό αφού στη γραπτή του κατάθεση/Τεκμήριο 2 (και ως απάντηση στην Ερώτηση 3) για το αν μίλησε με τους φίλους του για το συμβάν το επόμενο πρωινό («Question 3: Did you speak with your friends about incident the next morning;»), ο ανακρινόμενος (XXXXX XXXXX Stancer), απάντησε εναργώς και απεριφράστως πως ρώτησε τους φίλους του το επόμενο πρωί για το τι ακριβώς συνέβη το προηγούμενο βράδυ και ότι αυτοί του είπαν τα ίδια που αυτός είχε αναφέρει στη γραπτή του ανακριτική κατάθεση/Τεκμήριο 2 αμέσως πιο πριν («Answer 3: I asked the guys what really happened last night and they told me the same that I just did»). Από τη στιγμή που η γραπτή ανακριτική κατάθεση του XXXXX XXXXX Stancer/Τεκμήριο 2 δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός (για την αλήθεια του περιεχομένου της), τα όσα αποτυπώνονται εκεί - στην απουσία αντίθετης αξιόπιστης μαρτυρίας μη συγκρουόμενης με το παραδεκτό αυτό γεγονός - παραμένουν ως αναντίρρητη πρώτη ύλη για την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Προτού προχωρήσουμε στα (περιπλέον) τελικά μας ευρήματα, υπενθυμίζουμε πως ως ζήτημα αρχής - και εδώ πραγματικότητας - η απόρριψη της μαρτυρίας της υπεράσπισης δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, με την τελευταία να εξακολουθεί να βαρύνεται με το βάρος απόδειξης των επίδικων κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Εν κατακλείδι - σε ό,τι αφορά στα περί αξιοπιστίας της δοθείσας μαρτυρίας και των προωθηθεισών εκδοχών - απορρίπτουμε τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορουμένου και της υπεράσπισης εν γένει και δεχόμαστε τη διά των παραδεκτών γεγονότων μαρτυρία και εκδοχή (και θέσεις) της κατηγορούσας αρχής. Προχωρούμε στα (επιπρόσθετα) τελικά μας ευρήματα. Βρίσκουμε - πέραν όσων αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση του XXXXX XXXXX Stancer (βλ. Τεκμήριο 2) και στα υπόλοιπα παραδεκτά γεγονότα τα οποία και καθιστούμε ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας - ότι την 1.7.18 και περί ώρα 02:30, στην οδό Γιάννη Ρίτσου στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο μια φορά στην περιοχή του σαγονιού, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο οδόστρωμα και να υποστεί βαριά σωματική βλάβη και δη επισκληρίδιο αιμάτωμα στο κεφάλι. Το περιστατικό περιγράφεται και στα παραδεκτά γεγονότα και ειδικότερα στην ανακριτική κατάθεση τού αυτόπτη μάρτυρα XXXXX XXXXX Stancer (βλ. Τεκμήριο 2), με τις προσθαφαιρέσεις που σημειώθηκαν και συναπάρτισαν τελικώς το κείμενο που εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Η επίθεση ήταν παράνομη, άνευ (εν άλλοις λόγοις) αναγνωρισμένου νομικού ερείσματος, με την απαραίτητη πρόθεση από μέρους του κατηγορουμένου (όχι όμως ειδική πρόθεση ως θα εξηγήσουμε αναφορικώς προς την κατηγορία 1), με απουσιάζουσα επί τούτω αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατάσσει τη χρήση της βίας αυτής ως εκ συναινέσεως αποδεκτής από τον παραπονούμενο ή (με αναφορά στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), χρειαζούμενης υποτίθεται προς αποτροπήν μεγαλύτερου ή και ανεπανόρθωτου κακού προς τον XXXXX XXXXX Parker (MY2), τον οποίον ο κατηγορούμενος είχε κατ' αρχήν υποχρέωση να προστατεύσει όχι μόνον ως φίλο και γνωστό του αλλά και λόγω κοινού ανθρωπισμού, με τη βία που ασκήθηκε κατά του παραπονουμένου να μην κατατάσσεται ως εύλογη υπό τις συνθήκες αλλά αντιθέτως ως δυσανάλογη προς το κακό που φερόμενα πάσχισε να αποτρέψει (βλ. κατ' αναλογίαν, Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579-580). Απολήγοντας έτσι, είχαμε στη σκέψη ότι η πρόθεση δεν είναι συνήθως δεκτική άμεσης απόδειξης και πως κατά κανόναν αναδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός εκ των γεγονότων που αποτελούν τα δικαστικά ευρήματα και το ότι άτομο θεωρείται πως έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζηξενοφώντος και Άλλης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 316, 336-337). Από τη μαρτυρία/παραδεκτά γεγονότα που δεχθήκαμε - χωρίς να παραβλέπουμε ότι ο παραπονούμενος και ο XXXXX XXXXX Stancer ήσαν μεθυσμένοι κατά τους κρίσιμους χρόνους, μήτε ωστόσο και τις άλλες συνθήκες που επικρατούσαν επί του εδάφους τη στιγμή εκείνη (βλ. κατ' αναλογίαν, Αχτάρ και Άλλων ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, 419-423, Lekishvili άλλως Λάτο ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351, 355-357) - αποδείχθηκε από την κατηγορούσα αρχή πως ο κατηγορούμενος έδρασε εκτός των υπερασπιστικών παραμέτρων τού άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. J Ormerod και D Perry (eds), Blackstone's Criminal Practice 2018, παρ. A3.55-A3.72). Ο παραπονούμενος, αφού πρώτα σπρώχτηκε από κάποιον στην παρέα των φίλων που βρίσκονταν επιτόπου επειδή ήταν πολύ επιθετικός απειλώντας τον XXXXX XXXXX Parker (MY2) ότι θα κτυπούσε τον ίδιον και τους υπόλοιπους φίλους, κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο μετά που ο XXXXX XXXXX Stancer και το πρόσωπο που συνόδευε τον παραπονούμενο είπαν στον τελευταίον να ηρεμήσει. Ο παραπονούμενος δεν επιχείρησε ποτέ να κτυπήσει τον XXXXX XXXXX Parker (ΜΥ2), ή άλλον φίλο στην παρέα. Η επίθεση (και η γροθιά) τού κατηγορουμένου κατά του παραπονουμένου υπήρξε παράνομη. Τίποτε από όσα εκτυλίσσονταν δικαιολογούσε τη βία που ο κατηγορούμενος επέδειξε έναντι του παραπονουμένου. Ο παραπονούμενος φώναζε και απειλούσε. Η κατάσταση μπορούσε υπό μια έτερη οπτική και όχι κατ' ανάγκην δίκην υποχρέωσης του κατηγορουμένου, να είχε εξομαλυνθεί, όπως με κάποιο επιπρόσθετο σπρώξιμο προς τον παραπονούμενο ή ακόμη καλύτερα με την αποχώρηση της παρέας (κατηγορουμένου και XXXXX XXXXX Parker (MY2) συμπεριλαμβανομένων). Δυστυχώς δεν έγινε αυτό. Η βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως μετουσιώθηκε στην πράξη, ήταν αδικαιολόγητη και αν - που δεν θα το πράξουμε - εντάσσαμε στην εικόνα αυτή και εκείνα που ξεδιπλωθήκαν στην υπερασπιστική αγόρευση για το ότι ο παραπονούμενος «. πριν να τον γρονθοκοπήσει ο Κατηγορούμενος .» λειτούργησε με τρόπο που «. δικαιολογούσε την πρόσαψη κατηγοριών εναντίον του για την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που προνοούνται από τα άρθρα 90, 94, 95 και 242 του Ποινικού Κώδικα ήτοι Πρόκληση σε μονομαχία, μέθη, ανησυχία και κοινή επίθεση αντίστοιχα .», τότε θα κατατάσσαμε την επίθεση ως αυτοδικία και παλληκαρισμό, συμπεριφορές που αντιστρατεύονται το δίκαιο και την έννομη τάξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευθυμίου ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 581, 586). Μετά που ο παραπονούμενος κατέπεσε στο οδόστρωμα από τη γροθιά (βλ. φωτογραφίες 1-7 στη δέσμη φωτογραφιών/Τεκμήριο 1) - τραυματιζόμενος ως εκ της περί ης ο λόγος πράξης και ενέργειας του κατηγορουμένου σε βαθμό βαριάς σωματικής βλάβης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 τού Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 - προσέτρεξαν προς βοήθειαν του, το πρόσωπο που τον συνόδευε και ο XXXXX Cox (από την παρέα των φίλων). Το κακό όμως είχε συντελεστεί. Η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τα συστατικά στοιχεία τού αδικήματος στο οποίο αφορά η κατηγορία 2 (βαριά σωματική βλάβη). Η κατηγορούσα αρχή - και επιστρέφουμε στην κατηγορία 1 (πράξη που σκοπεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβασιν του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154) - απέτυχε να αποδείξει πως η ενέργεια του κατηγορουμένου να γρονθοκοπήσει τον παραπονούμενο έγινε με την απαραίτητη προς τούτο ειδική πρόθεση, αφού τούτη η ειδική πρόθεση δεν μπορεί να εξαχθεί λογικώς από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή, για όλους τους λόγους που αναλύσαμε (βλ. κατ' αναλογίαν, Παρούτη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 446, 464-467, Stavrinou v The Republic
(1969)2 CLR 97, 101-102). Η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία 2 (πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης), ενώ, για τους λόγους που εξηγήσαμε, απέτυχε να αποδείξει στο ίδιο μέτρο την κατηγορία 1 (πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης). Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται στην κατηγορία 2 (βαριά σωματική βλάβη), κατά παράβασιν του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία 1 (πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης). (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.