← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Καλλιτσιώνη, Aρ. Υπόθεσης: 4473/19, 13/12/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Καλλιτσιώνη, Aρ. Υπόθεσης: 4473/19, 13/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 4473/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον ...... Καλλιτσιώνη Κατηγορούμενου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13.12.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους. Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Καούλλας. Κατηγορούμενος: παρών. Π Ο Ι Ν Η (απευθείας από την έδρα) Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε όλες τις κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και οι οποίες αφορούν επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του Άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1), απειλή, κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2), ανησυχία, κατά παράβαση του Άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3) και τέλος, συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη, κατά παράβαση των Άρθρων 4 και 186Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 4). Τα γεγονότα που διέπουν τη διάπραξη των αδικημάτων εκτίθενται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου η οποία δόθηκε στις 06/12/19 και δεν χρήζουν επανάληψης. Εν πάση περιπτώσει σε κάποια σημεία της απόφασης θα αναφερθώ κατωτέρω όπου κρίνω αναγκαίο. Ο κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε αντιμετωπίζει μία προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση υπ΄ αριθμό XXXX/16 για την οποία στις 27/02/19 καταδικάστηκε σε ποινή προστίμου 700 ευρώ. Το αδίκημα αφορούσε άσκηση επαγγέλματος ιδιώτη φύλακα χωρίς άδεια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην ομολογουμένως εκτενή και εμπεριστατωμένη αγόρευση του έθιξε τη μη ύπαρξη προσχεδιασμού και το ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από την πράξη του ο κατηγορούμενος. Ανέφερε δε πως δεν υπήρξε σωματική βλάβη, τραυματισμός ή ζημιά ή το κοινό να φοβήθηκε ή τρομοκρατήθηκε εκ της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Το όλο συμβάν έγινε κάτω από συναισθηματική φόρτιση του κατηγορούμενου όταν ήρθε να δει φίλο του κρατούμενο για υπόθεση ναρκωτικών. Τόνισε τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα υπάρξουν από τυχόν φυλάκιση του στην οικογένεια του ή και στα εξαρτώμενα του ειδικότερα. Αναφερόμενος στην προηγούμενη καταδίκη τόνισε ότι το αδίκημα αφορούσε το 2015, η υπόθεση καταχωρήθηκε το 2016 και έχει καταδικαστεί το 2019. Έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η σύζυγος και τα παιδιά του, ως και του ότι φιλοξενούνται σε φιλικό σπίτι. Σημείωσε επίσης το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και το οποίο αναφέρεται και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας εν σχέση με κινητικά προβλήματα και συχνούς πόνους στο δεξί του χέρι κατόπιν τραυματισμού του από πυροβόλο όπλο και σ' ένα πρόβλημα υγείας που προέκυψε κατά την παραμονή του τώρα στις κεντρικές φυλακές. Ανέφερε δε ακόμα ο κ. Καούλλας ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήρθε ξανά στο Δικαστήριο από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος και δεν έγινε οτιδήποτε μεταξύ του και του ΜΚ1 ενώ τέλος ζήτησε όπως τυχόν ποινή φυλάκισης ανασταλεί. Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Τούτο προκύπτει πρώτιστα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια, για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια, για την 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης μέχρι 3 μήνες και τέλος, για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης μέχρι 1 μήνα ή 128 ευρώ πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων σχετική είναι η νομολογία. Όσον αφορά την κατηγορία της απειλής, που με βάση την ποινή που προβλέπεται είναι η σοβαρότερη στο κατηγορητήριο, ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Eracleous v. The Police

(1984)2 C.L.R. 441 αναφέρθηκε ότι συμπεριφορές που ουσιαστικά έχουν ως αποτέλεσμα ή αποσκοπούν στο να εκφοβίσουν κάποιο πρόσωπο, ώστε να μη διενεργήσει πράξη που δικαιούται ή πράξει κάτι που δεν είναι υποχρεωμένο, δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από τα Δικαστήρια και είναι απεχθείς για την κοινωνία μας. Περαιτέρω στο ίδιο πνεύμα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ 303 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η απειλή σαν μέσο για προώθηση οποιωνδήποτε απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή υπό όποιες συνθήκες και αν γίνεται. Όμως πολύ σοβαρό κρίνεται και το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το οποίο ακριβώς αφορά επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να επιτίθεται σ' έναν αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη στιγμή που ακριβώς προσπαθεί να επιβάλει την τάξη, κυρίως σ' ένα χώρο όπως είναι το Δικαστήριο. Επίθεση εναντίον αστυνομικού οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία και αποτελεί πλήγμα στο κράτος δικαίου. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ πως συνολικά ιδωμένη η συμπεριφορά του κατηγορούμενου με βάση τα γεγονότα καταδεικνύει πως η παρούσα υπόθεση είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά, χωρίς κανένα λόγο και επειδή προφανώς θεωρεί ότι κανένας δεν μπορεί να τα βάλει μαζί του, αφού κατά τον ίδιο «ανθρώποι που παίζουν δεν τα εβάλαν μαζί του», ήρθε στο Δικαστήριο και δείχνοντας πλήρως την ασέβεια του και στον χώρο που βρισκόταν ξεκίνησε να φωνάζει για δικούς του λόγους, όταν του ζήτησε δε ο ΜΚ1 να σταματήσει αυτός όχι μόνον δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε να φωνάζει και προτάσσοντας τον δείχτη του δεξιού του χεριού σε πολύ κοντινή απόσταση προς το πρόσωπό του και με απειλητικό ύφος του είπε «ποιός είσαι εσύ που θα μου πεις να σιωπήσω, τζιε ήνταμπου εννα μου κάμεις». Δεν έμεινε όμως μέχρι εκεί. Ακολούθως, συνεχίζοντας την ήδη απαράδεκτη συμπεριφορά του, απείλησε τον ΜΚ
  1. Συνδυαστικά λοιπόν όλα τα πιο πάνω και το γεγονός ότι επιτέθηκε και απείλησε τον ΜΚ1, αστυνομικό επιφορτισμένο με το καθήκον επιβολής της τάξης στο χώρο του Δικαστηρίου, για να τον αποτρέψει από του να εκτελέσει τα καθήκοντα του, προκαλώντας ανησυχία και διασάλευση της ειρήνης, επιβεβαιώνει του λόγω του αληθές ήτοι την ιδιαίτερη σοβαρότητα της υπόθεσης. Τονίζω εδώ ότι για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου καμία πρόκληση δεν υπήρξε από οποιονδήποτε και τίποτε απολύτως δεν προηγήθηκε που να δικαιολογούσε έστω και κατ' ελάχιστο τη συμπεριφορά του. Παρεμβάλλω εδώ ως προς την αναφορά του κ. Καούλλα ότι το συμβάν επεσυνέβη κάτω από συναισθηματική φόρτιση όταν ήρθε να δει φίλο του για υπόθεση ναρκωτικών δεν βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία, ότι δηλαδή τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση και εν πάση περιπτώσει τίποτε δεν είχε συμβεί ώστε να του προκαλούσε αυτή τη συναισθηματική φόρτιση. Βεβαίως εν συνεχεία των ανωτέρω δεν μπορεί να μην τονιστεί και η έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης. Δεν είναι υπερβολή αν αναφέρω ότι καθημερινά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου είτε υπό τη μορφή έκτακτων καταχωρήσεων είτε υπό την κανονική πορεία των πραγμάτων, υποθέσεις με αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει εδώ ο κατηγορούμενος και ένα μεγάλο μέρος των υποθέσεων που χειρίζεται το Δικαστήριο αφορά ακριβώς αυτού του είδους τις υποθέσεις. Εκφράζω δε πλέον ευθέως την ανησυχία και τον προβληματισμό μου και το πράττω συνεχώς το τελευταίο διάστημα για την έξαρση που παρατηρείται και για το ότι βεβαίως κάποιοι θεωρώντας ότι δεν τους αγγίζει τίποτε και χωρίς καμία αναστολή διαπράττουν τέτοιου είδους αδικήματα ακόμη και σε χώρους όπως είναι το Δικαστήριο, ένας χώρος που θα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού, και εναντίον αστυνομικών. Τέτοιες συμπεριφορές, που αποτελούν τη θλιβερή κατάληξη της παρακμής των αξιών και της φθίνουσας νοοτροπίας της κοινωνίας, τείνουν να πλήξουν το κράτος δικαίου. Οπότε προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όσον αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, αυτή με βάση τη Νομολογία δεν λαμβάνεται υπόψη βεβαίως για να τιμωρηθεί ξανά ο κατηγορούμενος για αδίκημα στο οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί αλλά επειδή η προηγούμενη καταδίκη δείχνει την στάση του έναντι των Νόμων. Η σημασία της είναι ότι στην ουσία μειώνει την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι το αδίκημα στο οποίο έχει κριθεί ένοχος εκεί ήταν διαφορετικής φύσης ούτε και όσα σχετικά ανέφερε ο κ. Καούλλας, ότι δηλαδή πρόκειται για αδίκημα του 2015, η υπόθεση καταχωρήθηκε το 2016 και η καταδίκη επήλθε τελικά το
  2. Βεβαίως από την άλλη δεν μου διαφεύγει ότι η καταδίκη είναι πρόσφατη. Ανεξάρτητα της σοβαρότητας των αδικημάτων, αναφέρεται εδώ πως δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Στην παρούσα υπόθεση και για τον εδώ κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη μου πως δεν προκύπτει να υπήρξε προσχεδιασμός, το δεδομένο ότι δεν προκλήθηκε τραυματισμός στον ΜΚ1 ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως τούτες προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας την οποία είχα την ευκαιρία από χθες να μελετήσω πολύ προσεκτικά και περαιτέρω μέσα από ότι ανέφερε ο κ. Καούλλας ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω επίσης για το θέμα της υγείας του το πρόβλημα που αντιμετωπίζει στο χέρι και ένα πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε κατά την παραμονή του στις κεντρικές φυλακές το οποίο ως αναφέρθηκε χρήζει, όπως του έχει λεχθεί, περαιτέρω διερεύνησης. Τώρα ως προς τις επιπτώσεις στην οικογένεια του κατηγορούμενου και τα εξαρτώμενα του πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος σημειώνω έχει δύο ανήλικα παιδιά ηλικίας 3 και 10 ετών αντίστοιχα. Με βάση την Νομολογία οι συνέπειες στην οικογένεια λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν είναι όμως ουσιαστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328). Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους, κρίνω ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής και ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες είναι οι ποινές φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, εις τους οποίους το μήνυμα του Δικαστηρίου για παραδειγματική τιμωρία παρόμοιων συμπεριφορών θα πρέπει να φτάσει με ξεκάθαρο τρόπο. Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν οι επιβληθείσες ποινές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης σημειώνω εδώ πως ο κατηγορούμενος καμία μεταμέλεια δεν έχει επιδείξει. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκε, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. 45 ευρώ έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.