Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κωνσταντή, Aρ. Υπόθεσης: 1566/18, 13/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 1566/18 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον
- ..... Κωνσταντή
- ..... Κωνσταντή Κατηγορούμενου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13.12.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Π. Πίτσιλλου) Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Τ. Κυρμίτσης Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα μία
(1)κατηγορία και συγκεκριμένα αυτή της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 24/5/2018 και ώρα 1030 στην οδό XXXXX στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, προκάλεσε τρόμο στην XXXXX Λαμπρινού, απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό λέγοντας της «Ότι τζιερός τζιε να ρτει εγώ θα σε σκοτώσω». Παρεμβάλλω ότι ο 1ος κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί και αθωωθεί στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως στην 2η κατηγορία, ενώ έχει απαλλαγεί στις κατηγορίες 4 και 5 κατόπιν διακοπής τους από την κατηγορούσα αρχή. Η πρώην κατηγορούμενη 2 δε έχει επίσης απαλλαγεί και αθωωθεί στην 3η κατηγορία στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και έχει απαλλαγεί στις κατηγορίες 4 και 5 μετά από διακοπή τους ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας μάρτυρας, ενώ η κατάθεση του Α/Αστ. XXXXX Γ. Γεωργίου κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στην 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως και περαιτέρω κάλεσε δύο μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της μαρτυρίας και θα αρκεστεί σε συνοπτική αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και τα παραδεκτά γεγονότα έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. ΜΚ1 XXXXX Λαμπρινού Σαββίδου-παραπονούμενη Σύμφωνα με την μάρτυρα (βλ. τεκμ.1) στις 24/05/18 και περί ώρα 1030 ο κατηγορούμενος 1 βγήκε έξω από το σπίτι και ενώ βρισκόταν στην αυλή της άρχισε να φωνάζει πολύ δυνατά και να της λέει «έφαες την γειτονιά, καρκίνο να φκάλεις, είσαι σιηλλοπουτάνα» και τέλος την απείλησε με τη φράση «ότι τζιαιρός και να ρτει εγώ θα σε σκοτώσω» και την φράση αυτή την επανέλαβε ακόμα δύο φορές. Επίσης στην αυλή τους βγήκε και η γυναίκα του η Φλώρα, η οποία επίσης φώναζε δυνατά και την αποκάλεσε «σιηλοπουτάνα». Ο λόγος της συμπεριφοράς τους αυτής ήταν γιατί έβαλε στην αυλή της μία καλυφούα με μουσιαμμά και ένα καναπεδάκι για να κάθονται. Ανέφερε δε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 την απείλησε ένοιωσε φοβία. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε πάνω στη βάση του ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε την εξύβρισε ή την απείλησε και πως η καταγγελία της έγινε από φόβο ότι θα την κατάγγελλαν γιατί έκοψε τα δέντρα τους και περαιτέρω ότι η πρώην κατηγορούμενη 2 (Μ.Υ.1) δεν ήταν καν στο σπίτι κατά το περιστατικό που περιέγραψε. Αυτή επέμενε στη θέση της, λέγοντας ότι το περιστατικό ή και μέρος αυτού έγινε μπροστά σε αστυνομικούς. Κατάθεση Α/Αστ.XXXXX Γ. Γεωργίου ημερ. 26/05/18-τεκμ.2 (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) Αναφέρει πως στην 24/05/18 και περί ώρα 1330 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου η ΜΚ1 και υπέβαλε την καταγγελία της. Την ίδια μέρα και ώρα 1500 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 και την πρώην κατηγορούμενη 2 (ΜΥ1) για την εναντίον τους διερευνώμενη υπόθεση και αυτοί απάντησαν «τίποτε δεν της είπα» και «δεν της είπα τίποτε γιέ μου» αντίστοιχα. Ακολούθως τους κατηγόρησε γραπτώς και δήλωσαν ότι δεν παραδέχονται. Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι επέστρεψε από το περιβόλι και πήγε στο σπίτι του για να ποτίσει τα δεντρά γύρω στις 9:30 - 10:00 και τότε είδε πέντε μεσπηλιές κομμένες από τον κορμό. Ρώτησε τη γειτόνισσα του, δηλαδή την παραπονούμενη, που ήταν στην αυλή, γιατί έκοψε τις μεσπηλιές και αυτή του είπε «έτσι θέλω, έτσι κάμνω και έτσι εννα κάμνω». Δεν της είπε τίποτε και πήγε στο σπίτι του. Ο λόγος που δεν της είπε τίποτε είναι γιατί ξέρει τα οικογενειακά και ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ανέφερε επίσης ότι συνέχεια τον προκαλεί. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το επεισόδιο, δηλαδή όταν την ρώτησε γιατί έκοψε τα δέντρα και αυτή έδωσε την απάντηση πιο πάνω έγινε περί ώρα 10:30 και αρνήθηκε ότι απείλησε την παραπονούμενη, ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι η γυναίκα του δεν ήταν στο σπίτι αλλά στην κόρη της και ήρθε περί ώρα 13:30 που πήραν τα μωρά από το σχολείο. ΜΥ1 XXXXX Κωνσταντή Είναι η πρώην κατηγορούμενη 2 και ανέφερε ότι εκείνη τη μέρα έλειπε από το σπίτι αφού ήταν στην κόρη της που την βοηθά με τα μωρά και ήρθε σπίτι περί ώρα 13:15 - 13:30 που πήραν τα μωρά από το σχολείο. Της είπε ο άντρας της τι είχε γίνει και μετά πήγαν στην αστυνομία όταν τους τηλεφώνησε η κόρη τους, με την οποία μίλησε η αστυνομία. Στην αντεξέταση της αρνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια που εκτυλίχθηκε το επεισόδιο δηλαδή 10:30 το πρωί ήταν παρούσα και έζησε το επεισόδιο. ΜΥ2 XXXXX Μέρτακα Ο κατηγορούμενος 1 είναι πατέρας της και ανέφερε ότι αυτή η καταγγελία εις βάρος τους πατέρα της ήρθε στην αντίληψη της μετά που επικοινώνησε μαζί της η αστυνομία και ενημερώθηκε για την καταγγελία εναντίον του πατέρα της. Αυτό έγινε μετά τις 14:00 διότι ήταν μετά που έπιασε τα μωρά που το σχολείο. Ανέφερε δε ότι η μητέρα της τα πρωινά είναι στο σπίτι της και τη βοηθά με τα μωρά και στο σπίτι και την παίρνει σπίτι της μετά τις 13:15 που πιάνει τα μωρά από το σχολείο. Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι η μητέρα της δεν ήταν μαζί της εκείνη τη μέρα και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον πατέρα της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δηλ. το τεκμήριο 2 δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα αναφέρω πως είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 XXXXX Σαββίδου-παραπονούμενη Η μάρτυρας, την οποία παρακολούθησα προσεκτικά ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις της, δεν μου έχει κάνει εντύπωση και κατά την κρίση μου δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα: Η μάρτυρας πρόβαλε σε κάποια στιγμή στην αντεξέταση της τη θέση ότι την επίδικη μέρα ο κατηγορούμενος την έβρισε και την απείλησε μπροστά στην αστυνομία. Σε άλλο σημείο είπε ότι δεν έγιναν όλα μπροστά στους αστυνομικούς αλλά τα μισά και στο τέλος είπε ότι τα 2/3 από όσα έγιναν ήταν μπροστά στην αστυνομία. Τελικά τι ακριβώς ισχύει δεν έχει ξεκαθαρίσει. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται εδώ πως η μάρτυρας όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία εξιστορεί τους ισχυρισμούς της και όσα ισχυρίζεται πως έλαβαν χώραν ενωρίτερα στις 10:30 το πρωί, χωρίς πουθενά να αναφέρει οτιδήποτε περί παρουσίας αστυνομίας στο μέρος και εν πάση περιπτώσει εκ της μαρτυρίας του Αστ.2772 (βλ. τεκμ.2) προκύπτει ότι η μάρτυρας προσήλθε στο σταθμό και προέβη σε καταγγελία, χωρίς να αναφέρει είτε ότι ο ίδιος είτε άλλος αστυφύλακας επισκέφθηκαν το μέρος ή εν πάση περιπτώσει κάτι που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της μάρτυρος. Παρεμβάλλω πως κατά το στάδιο των αγορεύσεων για το εκ πρώτης όψεως ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ξεκαθάρισε πως οι αστυνομικοί δεν επισκέφθηκαν τη σκηνή που εξελίχθηκαν τα ισχυριζόμενα γεγονότα. Όμως με βάση αυτά προκύπτουν σαφώς σοβαρές αμφιβολίες για τη βασιμότητα των λεγομένων της μάρτυρος. Περαιτέρω αμφιβολίες προκύπτουν και εκ της θέσης στην κατάθεση της ότι η ΜΥ1 την έβρισε και εκείνη μετά που την έβρισε και την απείλησε ο κατηγορούμενος, ενώ την ίδια στιγμή σε υποβολή κατά την αντεξέταση της ότι η ΜΥ1 δεν ήταν εκεί στις 10:30 που αυτή ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώραν τα γεγονότα και στο σπίτι επέστρεψε μετά τις 13:00, απάντησε ότι την ώρα που φώναζε ο κατηγορούμενος δεν κατάλαβε αν ήταν σπίτι η ΜΥ1 αλλά την ώρα που ήταν η Αστυνομία η ΜΥ1 ήταν εκεί με την κόρη της τη XXXXX. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι στην κατάθεση της δεν αναφέρει τίποτε περί παρουσίας της Μαρίας στη σκηνή του ισχυριζόμενου επεισοδίου, ενώ είναι ξεκάθαρο δια στόματος του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής πως η Αστυνομία δεν μετέβη στο μέρος. Επίσης να σημειωθεί ότι παρόλο που με βάση την κατάθεση της αποδίδει την συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο ότι έβαλε στην αυλή της «μια καλυφούα με μουσιαμά και ένα καναπεδάκι για να κάθονται», εντούτοις στη μαρτυρία της όχι μόνον δεν υποστήριξε αυτό το πράγμα αλλά στην ουσία δέχτηκε ότι η όποια συζήτηση αφορούσε το κόψιμο της περιβόητης μεσπηλιάς. Γενικότερα, έχοντας υπόψη και την έχθρα που νιώθει η παραπονούμενη για τους γείτονες της όπως ξεκάθαρα διαφάνηκε εκ της μαρτυρίας της και τα διάφορα προβλήματα που επικαλείται ότι της έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει, σε συνδυασμό με την διάφορά που προέκυψε την επίδικη μέρα ως εκ του κοψίματος της μεσπηλιάς που έρεμπε (κατά την ίδια) στην αυλή της και τη μη απόρριψη της θέσης που της υποβλήθηκε ότι σε ερώτηση του κατηγορούμενου γιατί έκοψε τη μεσπηλιά αυτή απάντησε «ότι θέλω κάμνω και δεν θα ρωτήσω κανέναν», και τη συνολική εικόνα που έχω αποκομίσει για την παραπονούμενη και τη ψυχολογική της κατάσταση όπως η ίδια της περιέγραψε, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία προφανώς δεν ήταν αληθής. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω πως η μαρτυρία της είναι αντιφατική και συγκεχυμένη σε βαθμό που δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να στηριχθώ με ασφάλεια σε αυτήν για να καταλήξω σε ευρήματα. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο και τις δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ευθέως αναφέρω πως κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία τους έχει συνοχή και σε καμία περίπτωση η αξιοπιστία τους δεν έχει κλονιστεί εκ της αντεξέτασης τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα μου είναι τα εξής: Στις 24/05/18 και περί ώρα 10:30 πμ, όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο σπίτι του και διαπίστωσε ότι 5 μεσπηλιές ήταν κομμένες από τον κορμό, απευθύνθηκε στη ΜΚ1, γειτόνισσα του, που ήταν στην αυλή της και την ρώτησε γιατί έκοψε τις μεσπηλιές και αυτή του απάντησε «έτσι θέλω, έτσι κάμνω και έτσι εννα κάμνω». Ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας τα οικογενειακά και ψυχολογικά προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει, δεν της είπε τίποτε και μπήκε στο σπίτι του. Αργότερα και πιο συγκεκριμένα περί τις 13:30 μμ η ΜΚ1 κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι περί τις 10:30 πμ της ίδιας μέρας, ο κατηγορούμενος την εξύβρισε και την απείλησε και επίσης την εξύβρισε η σύζυγος του (ΜΥ1). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το επίδικο αδίκημα στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καραπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/2017. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι σαφές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως ο κατηγορούμενος καμία απειλή δεν εκστόμισε εναντίον της ΜΚ1, ούτε γενικότερα της είπε κάτι που να της προκαλέσει ή που θα μπορούσε αντικειμενικά να της προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία. Κρίνω συνεπώς ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο