Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΣΤΑΥΡΗ, Aρ. Υπόθεσης: 1423/18, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 1423/18 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Εναντίον ....... ΣΤΑΥΡΗ Κατηγορούμενη --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19.12.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου. Για την κατηγορούμενη: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίζει μία κατηγορία για απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 12/03/18 και περί ώρα 1240 στην οδό XXXXX στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου προκάλεσε τρόμο στη XXXXX Σάββα από τη Δερύνεια απειλώντας της ότι με παράνομη πράξη θα της κάμει κακό λέγοντας της «το γιο μου να μεν τον βάλεις στο στόμα σου γιατί θα τα έβρεις που μένα». Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε μία μάρτυρα, ενώ η κατάθεση της Γ/Αστ. XXXXX Α. Σιοπαχά κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιερχομένου της. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως και περαιτέρω κάλεσε μία μάρτυρα για την υπεράσπιση της. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου. Όσα ανέφεραν δε έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω, εάν και εφόσον χρειαστεί δε θα γίνει αναφορά σε σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 XXXXX Σάββα Στην κατάθεση της ημερ. 12/03/18, Τεκμήριο 1 (δόθηκε μεταξύ των ωρών 1330-1345), αναφέρει πως διαμένει στην οδό XXXXX 55 στη Δερύνεια στο διαμέρισμα 2 και την ίδια μέρα περίπου η ώρα 12:40 πήγε στη τράπεζα και επέστρεψε. Πριν μπει στο διαμέρισμα της είδε έξω στο διάδρομο την XXXXX, την οποία γνωρίζει από παλιά και η οποία είναι η μητέρα του XXXXX Παρασκευά από τη Σωτήρα. Τότε η XXXXX της είπε «το γιο μου να μεν τον βάλεις στο στόμα σου γιατί θα τα έβρεις που μένα». Τη φράση αυτή της την είπε δυνατά, με έντονο ύφος και μετά έφυγε. Όταν κατέβηκε κάτω πήγε και η ίδια από πίσω της και την είδε που μπήκε στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX28 χρώματος πράσινο. Η πόρτα της εισόδου που ανεβαίνει στο διαμέρισμα για το διάδρομο είναι πάντα ανοικτή. Δεν είχε κάποιο άλλο πρόσωπο στο διάδρομο για να ακούσει τη συνομιλία. Εν συνεχεία ανέφερε ότι η XXXXX που αναφέρει στην κατάθεση της είναι η κατηγορούμενη και έτσι την γνωρίζει και όχι ως XXXXX. Επίσης είπε ότι με τη φράση που της είπε φοβήθηκε και πήγε απευθείας στην αστυνομία Δερύνειας. Περαιτέρω ανέφερε ότι το διαμέρισμα της ευρίσκεται στο πρώτο όροφο πολυκατοικίας, η οποία δεν έχει άλλο όροφο ενώ η συνάντηση τους έγινε ενώ πήγαινε σπίτι της και μόλις πήγε να ανοίξει την πόρτα η κατηγορούμενη ήταν πίσω της και την απείλησε. Τον γιο της δεν τον ενοχλεί αλλά αντίθετα αυτός την ενοχλεί και έχουν και άλλες υποθέσεις με τον XXXXX Παρασκευά. Ανέφερε επίσης ότι στο τέλος του διαδρόμου κοντά στο διαμέρισμα της υπάρχει οδοντιατρείο ενώ την κατηγορούμενη εκτός από τη συγκεκριμένη ημέρα την είχε δει ακόμα μία φορά. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το συμβάν έγινε περί τις 12:40 και η κατηγορούμενη ήταν έξω από την πόρτα της χωρίς να ξέρει αν πήγε κάπου αλλού. Εξήγησε στη συνέχεια ότι διέμενε με το γιο της κατηγορούμενης για ένα διάστημα και η κατηγορούμενη ερχόταν στο διαμέρισμα που διέμενε ο γιος της, ο οποίος λέγεται και XXXXX από πληροφόρηση που έλαβε από την Αστυνομία αλλά και επειδή στο Facebook χρησιμοποιεί αυτό το επίθετο. Ως προ το λόγο που την απείλησε είπε ότι είναι επειδή ήξερε το γιο της και αυτός είχε κάνει κάποια πράγματα και η ίδια αναγκάστηκε να φύγει από εκεί που διέμενε μαζί του. Στη συνέχεια είπε ότι δεν την προκάλεσε με οποιοδήποτε τρόπο και απλά της είπε να φύγει και δεν έχει καμία δουλειά εκεί αλλά αυτή άρχισε να τη βρίζει. Της τέθηκε ότι είχε δικαίωμα να πάει στον οδοντίατρο η κατηγορούμενη αλλά η μάρτυρας διερωτήθηκε πως γίνεται αυτό όταν το οδοντιατρείο βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου ενώ το διαμέρισμα της είναι εκεί ακριβώς που ανεβαίνεις τις σκάλες. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε άλλους παρόντες κατά το συγκεκριμένο περιστατικό ενώ πήγε πίσω από την κατηγορούμενη όταν έφυγε γιατί ήθελε να δει το αυτοκίνητο της για να πάρει τα νούμερα του. Σε υποβολή ότι η ίδια της μίλησε πρώτη και ούτε τα λόγια της ούτε η συμπεριφορά της ήταν καλή είπε ότι αυτό είναι ψέμα και το ίδιο είπε στη θέση ότι δεν την απείλησε αλλά και ότι έφυγε γρήγορα η κατηγορούμενη και δεν πρόλαβε να δει το αυτοκίνητο της. Η μάρτυρας επανέλαβε ότι από τη φράση που της είπε η κατηγορούμενη φοβήθηκε και ανέφερε ότι μετά από λίγο καιρό συναντήθηκε στη Λάρνακα με τον XXXXX Παρασκευά, ο οποίος την κτύπησε. Δεν νομίζει η κατηγορούμενη να της κάνει κακό αλλά ο γιος της θα μπορούσε. Τέλος, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι εκείνη την ημέρα πρώτη φορά την είδε η κατηγορούμενη και δεν της μίλησε γιατί δεν την ήξερε και διερωτήθηκε πως γίνεται αφού δεν την γνώρισε να ήταν ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Επίσης αρνήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια προσπαθώντας να εκδικηθεί την οικογένεια της κατηγορούμενης λόγω του γιου της. Κατάθεση της Γ/Αστ. XXXXX Α. Σιοπαχά, Τεκμήριο 2 (εκ συμφώνου κατατεθείσα για την αλήθεια του περιεχομένου της). Η συγκεκριμένη αστυφύλακας αναφέρει ότι στις 12/03/18 και ώρα 13:30 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας η ΜΚ1 και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και ώρα 12:40 έξω από το διαμέρισμα της την απείλησε η κατηγορούμενη. Την 14/03/18 και ώρα 09:00 πληροφόρησε την κατηγορούμενη για την εναντίον της διερευνώμενη υπόθεση, της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και αυτή απάντησε «Δεν της είπα τίποτε». Ακολούθως, την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3) και αμέσως μετά την κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο αυτή απάντησε «Δεν της είπα έτσι πράμα» (Τεκμήριο 4). Κατηγορούμενη Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι στις 12/03/18 βρισκόταν στο οδοντιατρείο του XXXXX Κουρουζίδη. Εν συνεχεία είπε ότι υιοθετεί την κατάθεση της στην αστυνομία και αναφέρθηκε σε πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει μετά από δυστύχημα που είχε πριν 10 - 12 χρόνια περίπου (βλέπε τεκμήριο 5). Τη στιγμή που συναντήθηκε με την παραπονούμενη την είχε δει στην άκρη της σκάλας που ανέβαινε και κρατούσε το κάγκελο και την περίμενε να ανέβει για να μπορέσει η ίδια να κατέβει αφού πάντα χρειάζεται να κρατά στο κάγκελο για να μπορεί να περπατήσει. Δυσκολεύεται πάρα πολύ να κατέβει χωρίς να κρατά κάπου. Τότε άκουσε την κατηγορούμενη να μιλά χωρίς να δώσει σημασία νομίζοντας ότι ακολουθεί και δεύτερο άτομο και μιλούσαν. Όταν πλησίασε κοντά της κατάλαβε ότι μιλούσε στην ίδια. Δεν την γνώριζε πριν το επίδικο συμβάν και πρώτη φορά την έβλεπε. Στον συγκεκριμένο οδοντίατρο ήταν ασθενής πάνω από 20 χρόνια. Την έβλεπε στο νοσοκομείο και μετά μεταφέρθηκε στο κτήριο εκεί και όλα αυτά τα χρόνια είναι κοντά του και όλη η οικογένεια τους. Ανέφερε δε ότι γνωρίζει καλά την πολυκατοικία και την τοποθεσία εκεί και ως προς την φωτογραφία 6 είπε ότι είναι η μία πλευρά του κτηρίου που είναι η είσοδος για τον οδοντίατρο ενώ η φωτογραφία 7 είναι η άκρη της σκάλας που οδηγεί στο οδοντιατρείο. Στη συνέχεια εξήγησε που ήταν το αυτοκίνητο της παρκαρισμένο και είπε ότι δεν ανέφερε στην παραπονούμενη οτιδήποτε για να φοβηθεί και αντίθετα κατεβαίνοντας η ίδια τη σκάλα αφού δεν μπορεί να περπατήσει φυσιολογικά και νιώθοντας την πίσω της αυτή που φοβήθηκε ήταν η ίδια. Φοβήθηκε διότι το να νιώθεις κάποιον πίσω σου και επειδή το λεξιλόγιο της δεν ήταν καλό νιώθεις ένα φόβο. Η ίδια για να κατέβει τη σκάλα χρειάζεται τριπλάσιο χρόνο από το φυσιολογικό αφού δεν κάνει κλίση το πόδι της λόγω μόνιμης βλάβης και χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Όταν την κάλεσε η αστυνομία και έδωσε κατάθεση είχε πάει πίσω στο γιατρό και του είπε τι συνέβηκε, είχε πετάξει όμως το χαρτάκι που είχε ραντεβού και του είπε ότι ίσως έρθει η αστυνομία και τον ρωτήσει. Επειδή κάθε εβδομάδα πήγαινε κοντά του της επόμενες φορές την συνόδευε ως τη σκάλα για να μην έχει τέτοιο συμβάν. Επίσης είπε ως προς τη σχέση του γιου της με την παραπονούμενη ότι έτυχε να την φιλοξενήσει σπίτι του δύο - τρεις μήνες για το λόγο ότι η οικογένεια της την έβγαλε έξω και δεν είχε που να μείνει. Κατά την αντεξέταση της και συγκεκριμένα για την αναφορά στην κατάθεση της ότι γνώριζε την παραπονούμενη και την είχε ξαναδεί ανέφερε ότι δεν την ήξερε και δεν την ξαναείδε. Δεν ξέρει γιατί γράφει έτσι στην κατάθεση και είχε ζητήσει από την αστυνομία να μιλήσει με τον γιατρό. Επίσης για την αναφορά στην κατάθεση της ότι κατέβηκε τη σκάλα γρήγορα για να φύγει είπε ότι κατά την ίδια γρήγορα είναι όσο μπορεί η ίδια αλλά δεν μπορεί γρήγορα. Δεν ανέφερε στην κατάθεση της για οποιοδήποτε πρόβλημα γιατί δεν την ρώτησαν και δεν ήξερε πώς γίνονται οι καταθέσεις. Είπε επίσης ότι τις φράσεις που της είχε πει η παραπονούμενη δεν τις τύπωσε στο μυαλό της και δεν τις έβαλε υπόψη της. Στη συνέχεια αρνήθηκε ότι απείλησε την κατηγορούμενη και ανέφερε ότι φεύγοντας από το γιατρό της και επειδή η πόρτα του διαμερίσματος είναι δίπλα από τη σκάλα γι΄ αυτό ίσως νόμιζε ότι ήταν έξω από το διαμέρισμα της και αρνήθηκε ότι ήταν εσκεμμένα έξω από την πόρτα και την περίμενε. Η μάρτυρας σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια ότι έφευγε από τον οδοντίατρο και τη συνάντησε στη σκάλα είπε ότι λέει αλήθεια και μακάρι να πήγαινε η αστυνομία να ελέγξει. Επανέλαβε δε ότι είχε πετάξει το χαρτί που της έδωσε. Ανέφερε επίσης ότι το οδοντιατρείο πριν έξι μήνες περίπου έχει κλείσει και είπε ότι είναι 60 χρονών και δεν θα τα έβαζε με ένα παιδί 25 χρονών. Η ίδια το αγνόησε τελείως. ΜΥ1 XXXXX Αντωνίου Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι μητέρα της και ότι γνωρίζει την παραπονούμενη. Είναι και η ίδια ασθενής του κ. Κουρουζίδη, πάνω από 20 χρόνια και το οδοντιατρείο βρίσκεται στη συγκεκριμένη πολυκατοικία. Ως προς τη σχέση του αδερφού της με την παραπονούμενη είπε ότι αυτή δεν είχε πού να μείνει και τη φιλοξενούσε για δύο - τρεις μήνες περίπου. Όταν την φιλοξενούσε δε δεν ήταν τσακωμένοι και την βοηθούσε περνώντας της και στη δουλειά αφού δεν είχε αυτοκίνητο. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι τη φιλοξενούσε ο αδερφός της γιατί είχε τσακωθεί με τους γονείς της εκδιώχθηκε από αυτούς. Γνωρίζει ότι οι σχέσεις του αδερφού της με την παραπονούμενη σήμερα δεν είναι καλές. Όσον αφορά το οδοντιατρείο σήμερα δεν λειτουργεί γιατί ο γιατρός είναι άρρωστος και εδώ και 4 - 5 μήνες έχει κλείσει. Τέλος είπε ότι το οδοντιατρείο βρίσκεται στον πρώτο όροφο και από τον διάδρομο είναι η πρώτη πόρτα δεξιά. Όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία 7 ανεβαίνοντας τις σκάλες πηγαίνεις αριστερά και το οδοντιατρείο είναι στα δεξιά, η πρώτη πόρτα στο βάθος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δηλ. το τεκμήριο 3 δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα αναφέρω πως είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 XXXXX Σάββα Η συγκεκριμένη μάρτυρας κατέθεσε με ένα θετικό, φυσικό και πειστικό τρόπο και έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η αξιοπιστία της δε κατά την κρίση μου δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της και αποτελεί διαπίστωση μου ότι αυτή είπε την αλήθεια για το πως ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη μέρα. Στο σημείο αυτό αναφέρω πως δεν έχουν διαφύγει όσα ανέφερε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης για να καταδείξει αναξιοπιστία της, όμως θα διαφωνήσω ότι με βάση όσα έθεσε προκύπτει κάτι τέτοιο. Ανέφερε για παράδειγμα ότι η μάρτυρας είχε πει ότι η πόρτα εισόδου της πολυκατοικίας είναι πίσω, ενώ με βάση τη φωτογραφία τεκμ.6 είναι στο πλάι. Εκτός του ότι όμως δεν φαίνεται καθαρά αυτό το πράγμα από τη φωτογραφία, καμία σημασία δεν έχει και ως προς την ουσία. Και εν πάση περιπτώσει διερωτώμαι τι είχε να κερδίσει η μάρτυρας λέγοντας ψέματα για κάτι τέτοιο; Και το ίδιο θεωρώ ισχύει αναφορικά με το κατά πόσο η πόρτα του γιατρού είναι στα αριστερά του διαδρόμου ή δεξιά. Λέγοντας αυτά καταλήγω πως όσα έθεσε ο συνήγορος δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ουσιώδεις αντιφάσεις που επηρεάζουν την αξιοπιστία της μάρτυρος ή και τον πυρήνα της μαρτυρίας. Συνεπώς κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της. Κατηγορούμενη Ευθέως αναφέρω πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της. Δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα αφού ήταν εμφανές ότι δεν έλεγε την αλήθεια, κάτι που προκύπτει και εκ των αντιφάσεων που προκύπτουν με βάση όσα ανέφερε εν σχέση με όσα είπε στην κατάθεση της στην Αστυνομία. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως αυτή προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Κατ' αρχήν να αναφερθεί πως η κατηγορούμενη είπε ότι την επίδικη μέρα 1η φορά έβλεπε την ΜΚ1, ενώ στην κατάθεση της είχε αναφέρει πως την ξέρει και την έχει ξαναδεί. Παρεμβάλλω πως στην κυρίως εξέταση της η κατηγορούμενη υιοθέτησε την κατάθεση της χωρίς άλλο ή και χωρίς να πει ότι διαφωνεί με οτιδήποτε αναφέρεται σε αυτήν. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω πως όταν αυτή τέθηκε προ της αντίφασης της καθόλου δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν την ξαναείδε. Παρεμβάλλω εδώ πως όσα σχετικά ανέφερε ο συνήγορος της κατηγορούμενης και ότι η κατηγορούμενη εννοούσε εκείνη τη μέρα, δεν κατάλαβε ότι ο αστυνομικός εννοούσε πριν το συμβάν και δεν αποδόθηκε σωστά η φράση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Κατ' αρχήν η αγόρευση δεν προσφέρεται για να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Από εκεί και πέρα η αναφορά είναι αντίθετη κρίνω με την παραδεκτή μαρτυρία της Γ/Αστ. XXXXX (βλ. τεκμ.2), η οποία αναφέρει ότι «Στο τέλος της κατάθεσης της, της την πρόσφερα και την διάβασε, την πληροφόρησα ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε. Είπε ότι είναι ορθή και την υπόγραψε στην παρουσία μου. Ακολούθως της υπαγόρευσα και έγραψε το σχετικό ιδιόχειρο λεκτικό το οποίο υπέγραψε στην παρουσία μου». Και προσθέτω πως η πλευρά της υπεράσπισης δεν ζήτησε ποτέ να αντεξετάσει την εν λόγω αστυφύλακα. Άρα δεν μπορεί τώρα να ισχυρίζεται ότι δεν κατάλαβε και δεν αποδόθηκε σωστά η φράση. Η αστυνομικός δεν εννοούσε τίποτε. Η ίδια έδωσε κατάθεση και ως ορθή την υπόγραψε. Επίσης, η κατηγορούμενη στην κατάθεση της ανέφερε ότι η συμπεριφορά της ΜΚ1 δεν ήταν καλή, ούτε το λεξιλόγιο της και η ίδια κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα για να φύγει. Την ίδια στιγμή σημειώνω η θέση αυτή υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 και μάλιστα ότι έφυγε τόσο γρήγορα ώστε δεν πρόλαβε η ΜΚ1 να δει το αυτοκίνητο της όπως η τελευταία ανέφερε. Στη μαρτυρία της όμως είπε άλλα πράγματα και συγκεκριμένα ότι δεν μπορεί να περπατήσει φυσιολογικά και έδωσε την εικόνα ότι βρισκόταν εκεί στη άκρη της σκάλας, πλησίον της εισόδου του διαμερίσματος της ΜΚ1 γιατί περίμενε την τελευταία να ανέβει για να μπορέσει να πιάσει στο κάγκελο και να κατέβει, ενώ χρειάζεται τριπλάσιο χρόνο από το φυσιολογικό για να κατέβει λόγω του προβλήματος στο πόδι της. Η κατηγορούμενη δεν έπεισε. Εν πάση περιπτώσει ούτως ή άλλως αυτά που ανέφερε, ότι δηλαδή ανέμενε την ΜΚ1 να ανέβει κλπ, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά διότι δεν υποβλήθηκαν ποτέ στην ΜΚ1 για σχολιασμό. Ακόμη ν' αναφερθεί ότι η παρουσίαση των πιστοποιητικών/εκθέσεων τεκμ.5 και το γεγονός ότι αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα στο πόδι δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι επιβεβαιώνονται τα λεγόμενα της. Αντίθετα στο τεκμ.5 δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ του ότι δεν μπορεί να περπατήσει φυσιολογικά και εν πάση περιπτώσει κατά τον τρόπο που η ίδια προσπάθησε να πείσει για δικούς της λόγους. Πως συνάδει εν πάση περιπτώσει αυτή η κατάσταση που περιέγραψε, παρουσιάζοντας και πιστοποιητικά, με τη θέση ότι έφυγε γρήγορα και δεν πρόλαβε η ΜΚ1 να δει το αυτοκίνητο της, αυτό μόνον η Υπεράσπιση το ξέρει. Στο σημείο αυτό, έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφέρω πως κατά την κρίση μου η προσπάθεια της υπεράσπισης να πείσει ότι η κατηγορούμενη ευρισκόταν στην ουσία έξω από το διαμέρισμα της ΜΚ1, όπως η τελευταία τονίζω ανέφερε, επειδή ανέμενε να ανέβει η ΜΚ1 πάνω για να μπορέσει να κατέβει, αν και σημειώνεται ποτέ δεν ήταν αυτή η θέση της υπεράσπισης προς την ΜΚ1 και περαιτέρω ότι δεν γνώριζε την ΜΚ1, έπεσε στο κενό. Ο μόνος λόγος που προβλήθηκαν θεωρώ ήταν στα πλαίσια της προσπάθειας αποσύνδεσης της κατηγορούμενης από τα γεγονότα της παρούσας. Η ύπαρξη δε του οδοντιατρείου που επισκεπτόταν η κατηγορούμενη και η οικογένεια της στον ίδιο όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμα της ΜΚ1 θεωρώ πως απλά έτυχε εκμετάλλευσης από την υπεράσπιση, χωρίς να έχει κατά την κρίση μου σημασία αν πράγματι επισκέφθηκε ή όχι το οδοντιατρείο εφόσον η ουσία της υπόθεσης δεν είναι αυτή και συνεπώς θεωρώ πως καμία πλημμελής διερεύνηση δεν προκύπτει κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία ως εκ της μη λήψης κατάθεσης από τον οδοντίατρο, ως ισχυρίστηκε ο συνήγορος της υπεράσπισης κατά την αγόρευση του. Επαναλαμβάνω όμως σε κάθε περίπτωση πως η Αστ. XXXXX δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί και η αναφορά της κατηγορούμενης πως είχε ζητήσει από την αστυνομία να μιλήσει με τον γιατρό παραμένει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Σε κάθε περίπτωση όμως και για όποια σημασία έχει αναφέρω πως καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί ο οδοντίατρος δεν κλήθηκε από την υπεράσπιση να καταθέσει. Η αναφορά της ΜΥ1 ότι έκλεισε το οδοντιατρείο γιατί είναι άρρωστος από μόνο του δεν λέει τίποτε και σίγουρα δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι δεν είναι σε θέση να παρουσιαστεί σε ένα δικαστήριο και να καταθέσει. Ή ακόμα θα πρόσθετα καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί δεν παρουσιάστηκε μέσω της κατηγορούμενης ή άλλου μάρτυρα δήλωση του γιατρού, εις την οποία να εξηγεί και τους λόγους της αδυναμίας του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, αν είναι τέτοια η περίπτωση, χωρίς σε καμία περίπτωση να λέω ότι θα την αποδεχόμουν χωρίς άλλο αφού είναι ένα θέμα που θα εξέταζε το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας. Θα αναφέρω εδώ επίσης, ως στοιχείο αναξιοπιστίας, τις γενικές και αόριστες αναφορές της κατηγορούμενης περί μη καλής συμπεριφοράς και λεξιλογίου από την ΜΚ1 έναντι της. Σημειώνω πως η κατηγορούμενη δεν διευκρίνισε ποτέ τι ακριβώς έκανε ή της είπε η ΜΚ1, ούτε κατά την αντεξέταση της. Αυτό σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω θεωρώ δείχνουν πως ακριβώς η κατηγορούμενη προσπαθούσε να παραπλανήσει με ανυπόστατους ισχυρισμούς. Τέλος, θα πρέπει να τονίσω πως στην ουσία οι θέσεις της κατηγορούμενης ως προς το λόγο που βρισκόταν στην άκρη της σκάλας, έξω από το διαμέρισμα της ΜΚ1, ότι κατέβαινε σιγά τη σκάλα και η ΜΚ1 την ακολουθούσε και την ίδια στιγμή το λεξιλόγιο της δεν ήταν καλό και μάλιστα κατά τρόπο που την φόβισε, δεν είναι αποδεκτές ούτως ή άλλως αφού δεν υποβλήθηκαν στην ΜΚ1 για σχολιασμό. Επίσης η μη υποβολή τους δείχνει σαφώς την αναξιοπιστία γενικότερα της υπεράσπισης ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελίδες 720 - 723). Οι μη καθαρές θέσεις της υπεράσπισης όμως και η αναξιοπιστία της επιβεβαιώνονται και ως εκ της υποβολής στην ΜΚ1 θέσεων που η κατηγορούμενη δεν υποστήριξε όπως για παράδειγμα ότι άκουγαν και άλλοι τη συνομιλία τους ή ότι μπορεί τα νούμερα του αυτοκινήτου που είπε να είναι ψέματα. Τι σημαίνει ότι τα νούμερα που αναφέρει μπορεί να είναι ψέματα μόνον η υπεράσπιση γνωρίζει. Είτε είναι αυτά που ανέφερε η μάρτυρας είτε δεν είναι. Η κατηγορούμενη πάντως δεν αρνήθηκε ότι την επίδικη μέρα, μετά το συμβάν, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο με τον αρ. εγγραφής που είπε η ΜΚ1. Εν κατακλείδι απορρίπτω τη μαρτυρία της ως παντελώς αναξιόπιστη. ΜΥ1 XXXXX Αντωνίου Η θυγατέρα της κατηγορούμενης δεν γνώριζε οτιδήποτε εν σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνω πως ούτως ή άλλως όσα ανέφερε, ενόψει και της κατάληξης μου πιο πάνω αναφορικά με την αξιοπιστία της κατηγορούμενης, ουδεμία σημασία έχουν. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα μου είναι τα εξής: Στις 12/03/18, η ΜΚ1 επέστρεψε στο διαμέρισμα που διαμένει στην οδό XXXXX 55 στη Δερύνεια, στον 1ο όροφο. Πριν μπει στο διαμέρισμα της είδε έξω στο διάδρομο την κατηγορούμενη, την οποία γνωρίζει από παλιά και η οποία είναι η μητέρα του XXXXX Παρασκευά Κώστα από τη Σωτήρα. Τότε η κατηγορούμενη της είπε «το γιο μου να μεν τον βάλλεις στο στόμα σου γιατί θα τα έβρεις που μένα». Τη φράση αυτή της την είπε δυνατά, με έντονο ύφος και μετά έφυγε. Όταν κατέβηκε κάτω η ΜΚ1 πήγε και η ίδια από πίσω της και την είδε που μπήκε στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX28 χρώματος πράσινο. Ας σημειωθεί ότι η ΜΚ1 για ένα διάστημα διέμενε με τον γιό της κατηγορούμενης που αναφέρεται ανωτέρω και επειδή αυτός είχε κάνει κάποια πράγματα που δεν της άρεσαν αναγκάστηκε να φύγει. Η ΜΚ1, η οποία φοβήθηκε με την φράση που εκστόμισε η κατηγορούμενη, ακολούθως μετέβη στην Αστυνομία και κατήγγειλε την υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το επίδικο αδίκημα στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, η οποία αφορούσε επαναλαμβάνω συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε σχετικά ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Βλ. και την Ποιν. Έφ. 41/2014, Καραπασιη v Αστυνομίας, ημερ.24/01/
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Η μαρτυρία της ΜΚ1 έγινε αποδεκτή και συνεπώς είναι αποδεκτό ότι αυτή με την φράση που εκστόμισε η κατηγορούμενη ένιωσε φόβο. Η φράση που εκστόμισε στην μάρτυρα η κατηγορούμενη δυνατά και με έντονο ύφος δηλ. «το γιο μου να μεν τον βάλλεις στο στόμα σου γιατί θα τα έβρεις που μένα», είναι λογικό εν πάση περιπτώσει να προκάλεσε φόβο στην ΜΚ
- Διότι λέγοντας η κατηγορούμενη στην μάρτυρα ότι θα τα έβρει από την ίδια, το μοναδικό συμπέρασμα που εύλογα συνάγεται υπό τις περιστάσεις με βάση τα γεγονότα που πλαισιώνουν το επίδικο περιστατικό είναι αναμφίβολα πως η κατηγορούμενη με την πιο πάνω φράση απειλούσε την ΜΚ1 τόσο εν τη φυσιολογική έννοια της λέξης όσο και εν τη εννοία του άρθρου 91Α. Η πρόθεση εκφοβισμού εν πάση περιπτώσει προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισε η κατηγορούμενη στην ΜΚ.1 και η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στην ΜΚ1 ότι η κατηγορούμενη θα πραγματοποιούσε την απειλή της, ίσως μέσω τρίτων ως ανέφερε. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ1, ενώ σημειώνω πως η ΜΚ1 μετέβη αμέσως στον αστυνομικό σταθμό και προέβη σε καταγγελία. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση η απειλή της κατηγορούμενης κρινόμενη αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης, την οποία κρίνω ένοχη σε αυτήν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο