Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Olagundoye κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2912/19, 11/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2912/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Κατηγορούσας Αρχής Και
- ...... Olagundoye
- ...... Alabi Kατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 11.12.2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Π. Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Τ. Κυρμίτσης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα έχει προβεί σε παραδοχή στην 3η κατηγορία που αφορά χρήση ναρκωτικών ουσιών, ενώ ο κατηγορούμενος 2 έχει παραδεχτεί τις κατηγορίες 2, 5, 6 και 7 που αφορούν κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (25,05 γραμμάρια κάνναβης), χρήση ναρκωτικών ουσιών, πλαστοπροσωπία και παραμονή στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντή αντίστοιχα. Όπως γίνεται αντιληπτό οι εν λόγω κατηγορίες είναι ορισμένες για έκθεση γεγονότων και επιβολή ποινής. Ο 1ος κατηγορούμενος έχει προβεί σε μη παραδοχή στην 2η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει από κοινού με τον 2ο κατηγορούμενο, για την κατοχή της ποσότητας ναρκωτικών που αναφέρθηκε πιο πάνω, ενώ αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 4 τις οποίες αντιμετωπίζουν από κοινού και οι οποίες αφορούν κατοχή της ίδιας ποσότητας κάνναβης δηλ. 25,05 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος ήτοι εμπορία ναρκωτικών αντίστοιχα. Ως εκ τούτου αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελούν οι κατηγορίες 1 και 4 για αμφότερους τους κατηγορούμενους, καθώς επίσης η κατηγορία 2 για τον κατηγορούμενο
- Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι η διακίνηση των ναρκωτικών έγινε νομότυπα και κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της η έκθεση του Χημείου του Κράτους ημερ. 14/08/19 (τεκμ.7). Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Ουδείς εκ των κατηγορούμενων κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσα αναφέρουν δε οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 Αστ.XXXXX XXXXX Ιακώβου Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αμμοχώστου και υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 1), εις την οποία αναφέρει τα εξής: " Υπηρετώ στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών και είμαι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Αμμοχώστου. Την 10/8/2019 κατόπιν πληροφορίας ότι δύο έγχρωμοι αλλοδαποί άνδρες με συγκεκριμένη περιγραφή, που πιθανόν να διέμεναν στην περιοχή του Γενικού Νοσοκομείου στην Δερύνεια έχουν στην κατοχής του κάνναβη την οποία μεταφέρουν στην Αγ. Νάπα για να την πωλήσουν σε τουρίστες, μετέβηκα στην εν λόγο περιοχή όπου η ώρα 2030 εντόπισα στο δρόμο του Γενικού Νοσοκομείου δυο πρόσωπα που έμοιαζαν στην περιγραφή που δόθηκε να περπατούν στο εν λόγο δρόμο και να επιβιβάζονται στο ταξί με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Συνέχισα την παρακολούθηση του πιο πάνω οχήματος ταξί και αφού κατευθύνθηκε προς την Αγία Νάπα, όπως αναφερόταν και στην πληροφορία, αμέσως ειδοποίησα τον Αστ.XXXXX Σ. Σοφοκλέους μέσω ασυρμάτου για την πορεία που είχε το όχημα και αποφασίσαμε να το ανακόψουμε στην είσοδο της Αγίας Νάπας στον κυκλικό κόμβο παρά τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας καθώς ο Αστ. XXXXX βρισκόταν στην Αγία Νάπα. Στην συνέχεια και ώρα 2055 με την βοήθεια των Αστ. XXXXX, Γ/Αστ. XXXXX, Λοχ XXXXX, Αστ. XXXXX, Αστ. XXXXX και Αστ. XXXXX ανακόψαμε το ταξί όχημα χρησιμοποιώντας υπηρεσιακά οχήματα με φάρους και διακριτικά της αστυνομίας στον κυκλικό κόμβο παρά τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Εγώ πλησίασα την πλευρά του οδηγού και την ίδια ώρα ο Αστ. XXXXX αφού άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού μπήκε μέσα στο ταξί και αφού πληροφόρησε τους επιβαίνοντες για τον λόγο της ανακοπής και ότι θα προβαίναμε σε έρευνα άκουσα τον οδηγό να του απαντά « κάμετε την δουλεία σας κοπέλια» ενώ οι δύο επιβάτες στο πίσω κάθισμα δεν απάντησαν οτιδήποτε. Αμέσως ζήτησα από τον οδηγό να κατέβει από το όχημα του και αφού το έπραξε την ίδια ώρα άνοιξα την πόρτα πίσω από τον οδηγό και ζήτησα από τον επιβάτη που καθόταν ακριβώς πίσω από τον οδηγό να εξέλθει του οχήματος για να ερευνηθεί . Αφού κατέβηκε και αυτός τον ρώτησα να μου αναφέρει το όνομα του και μου ανέφερε ότι ονομάζεται XXXXX Koffi από την Γκάνα. Την ίδια ώρα σε έρευνα που έκανα σε τσαντάκι ώμου που κρατούσε βρήκα ένα νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε 15 νάιλον συσκευασίες που μέσα στην κάθε συσκευασία υπήρχε τεμάχιο από χαρτομάντιλο μέσα στο οποίο υπήρχε φυτική ύλη - κάνναβη. Αμέσως η ώρα 2055 τον συνέλαβα για αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β', του επέστησα την προσοχή του στο νόμο, και μου απάντησε «The cannabis is mine». Στην συνέχεια με την βοήθεια των πιο πάνω συναδέλφων μου μετέφερα τον Koffi μαζί με τα τεκμήρια, στα γραφεία της ΥΚΑΝ, στην Αγία Νάπα όπου εκεί παρέλαβα από τον Αστ. XXXXX τον XXXXX Olagundoye, ο οποίος ήταν ο δεύτερος επιβάτης του ταξί, καθώς και μια κάλτσα με 16 συσκευασίες με κάνναβη οι οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του και συνελήφθηκε από τον Αστ. XXXXX. Από εξετάσεις που έκανα μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας δεν βρήκα οποιοδήποτε πρόσωπο με το όνομα XXXXX Koffi, ενώ όσο αφορά το XXXXX Olagundoye διαπίστωσα ότι ήταν υπήκοος Νιγηρίας με αριθμό διαβατηρίου XXXXX0432 και βρίσκεται στην Κύπρο με άδεια παραμονής ως φοιτητής. Την ίδια ημέρα επέδωσα στους Koffi και Olagundoye γραπτώς και εξήγησα τα δικαιώματα τους ως κρατούμενοι και αφού τα διάβασαν τα υπέγραψαν στην παρουσία μου. Στην συνέχεια σφράγισα τα τεκμήρια στην παρουσία τους σε χάρτινους φακέλους με ταινία ασφαλείας και υπογράψαμε πάνω σε αυτούς, τόσο εγώ όσο και οι Koffi και Olagundoye και τα έθεσα υπο την φύλαξη μου. Στην συνέχεια μεταξύ 10-11/08/19 και μεταξύ των ωρών 2215-0030 κατέγραψα ανακριτική κατάθεση από τον Olagundoye σύμφωνα με τα τον 4° Δικαστικό κανόνα. Την 12/08/19 παρέδωσα σφραγισμένα τα τεκμήρια 1 και 2 στον Λοχ. XXXXX Π.Περό για να τα μεταφέρει στο Κρατικό Χημείο για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 1900-2110 έλαβα ανακριτική κατάθεση από XXXXX Koffi κατά την διάρκεια της οποίας αυτός μου ανέφερε ότι δεν ονομαζόταν XXXXX Koffi από την Γκάνα αλλά XXXXX XXXXX ALABI από την Νιγηρία με αρ.διαβ. XXXXX0669 και έδωσε ψεύτικα στοιχεία διότι βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο και εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Αμέσως τον πληροφόρησα ότι ενοχοποιεί τον εαυτό του και του επέστησα την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «I want to tell you the truth to write it down». Ακολούθως κατέγραψα στο ίδιο φύλλο κατάθεσης θεληματική κατάθεση του ALABI και αφού τελείωσε του την πρόσφερα και την διάβασε τον πληροφόρησα ότι μπορούσε να κάμει οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις ήθελε στο περιεχόμενο της και αφού την βρήκε ορθή την υπέγραψε στην παρουσία μου. Ακολούθως του υπαγόρευσα το σχετικό λεκτικό το οποίο έγραψε ο ίδιος και το υπέγραψε στην παρουσία μου. Την ίδια ημέρα η ώρα 2325 συνέλαβα κατόπιν δικαστικού εντάλματος τον ALABI για όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά καθώς και για τα αδικήματα της Πλαστοπροσωπίας, της Πλαστογραφίας και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια ημέρα του επέδωσα ξανά γραπτώς τα δικαιώματα του ως κρατούμενος τα οποία υπέγραψε στην παρουσία μου. Την 13/08/19 παρουσίασα τον ALABI ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου στο Παραλίμνι το οποίο διέταξε την κράτηση του για περίοδο τριών ημερών. Ακολούθως την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 0935-1000 μαζί με τον Υπ/μο Στ. Χριστοδούλου ερεύνησα την οικία των ALABI και Olagundoye κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του πρώτου στην παρουσία του χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. " Στη συνέχεια είπε ότι το πρόσωπο το οποίο του παρουσιάστηκε ως XXXXX Coffi είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος και αναγνώρισε την κατάθεση που έχει λάβει από το συγκεκριμένο πρόσωπο στα αγγλικά, ως επίσης τη μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στα ελληνικά και αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2Α και 2Β αντίστοιχα. Αναγνώρισε επίσης την κατάθεση που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο στην αγγλική γλώσσα και την αντίστοιχη μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στα ελληνικά, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3Α και 3Β αντίστοιχα. Στη συνέχεια ανέφερε πως ο ίδιος έθεσε υπό παρακολούθηση από την περιοχή Γενικού Νοσοκομείου στη Δερύνεια μέχρι το round about της Αγίας Νάπας το ταξί στο οποίο επιβιβάστηκαν οι 2 κατηγορούμενοι. Με τη λήψη της πληροφορίας μετέβηκε στην περιοχή που αναφέρεται η πληροφορία όπου εντόπισε τους κατηγορουμένους 1 και 2 να επιβιβάζονται στο συγκεκριμένο ταξί όχημα και κατευθύνθηκαν προς την Αγία Νάπα. Κατόπιν συνεννόησης με τον συνάδελφο του τον Σοφοκλέους, αποφάσισαν η ανακοπή να γίνει σε σημείο που να μπορούν να ελέγχουν το όχημα, γιατί μπορεί να τους ξεφύγει σε περίπτωση που κουβαλούσαν κάτι ή οτιδήποτε και αποφάσισαν να γίνει ανακοπή έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό στον κυκλικό κόμβο. Και κατά την έρευνα εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά τα οποία αναφέρει στην κατάθεσή του, τα οποία έχει στην κατοχή του. Ακολούθως ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου: - φάκελο που περιέχει το τσαντάκι που ήταν στην κατοχή του δεύτερου κατηγορούμενου και μέσα σε αυτό και συγκεκριμένα στη μεγάλη θήκη βρέθηκαν τα ναρκωτικά που ήταν στην κατοχή του, ως τεκμήριο
- - φάκελο με μπλε νάιλον σακούλι, στο οποίο μέσα υπάρχουν οι συσκευασίες με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο τσαντάκι πιο πάνω ως Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα μέσα στην μπλε νάιλον τσάντα υπήρχαν 15 ξεχωριστές νάιλον συσκευασίες, μέσα στις οποίες υπήρχε στην κάθε μια χαρτομάντιλο και μέσα υπήρχε κάνναβη. - φάκελο με μία κάλτσα χρώματος γκρίζου, μέσα στην οποία υπήρχαν 16 ξεχωριστές συσκευασίες, παρόμοιες με τις προηγούμενες δηλαδή νάιλον σακουλάκι μέσα στο οποίο υπήρχε χαρτομάντιλο και μέσα φυτική ύλη, που βρέθηκαν στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου από τον συνάδελφο του Αστ.Σοφοκλέους, ως τεκμήριο
- Διευκρίνισε δε ότι την ώρα που εντόπισε ο συνάδελφός του τα ναρκωτικά ήτοι τις 16 συσκευασίες που βρέθηκαν στον πρώτο, ήταν και ο ίδιος παρών εκείνη την ώρα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά την ανακοπή και τη σύλληψη τους, ο καθένας είπε για τις αντίστοιχες συσκευασίες ότι είναι δικά του. Στην έρευνα που έγινε στην κατοικία των 2 στη Δερύνεια, πλησίον του Γενικού Νοσοκομείου, δεν εντοπίστηκαν ναρκωτικά. Για το κατά πόσο στην κατοικία που ερευνήθηκε ήταν η πρώτη μέρα που μετακόμισαν εκεί οι κατηγορούμενοι, είπε ότι δεν το γνωρίζει. Ως προς την αναφορά του πρώτου κατηγορούμενου ότι διέμενε στο Φρέναρος, ναι, οι ισχυρισμοί του τούτοι ήταν και εντόπισαν το σημείο που έλεγε ότι διέμενε. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έμενε στο πλυντήριο αυτοκινήτων στο Φρέναρος. Μίλησε με τον ιδιοκτήτη πλυντηρίου, ο οποίος τους είπε πράγματι διέμενε, αλλά πρόσφατα εγκατέλειψε το σημείο, αλλά αν είναι την προηγούμενη μέρα, δεν το γνωρίζει. Η κατοικία που ερεύνησαν είναι ισόγειο πάρκινγκ, το οποίο έκλεισε σαν διαμέρισμα και υπήρχαν κάποια ρούχα, αλλά δεν ήταν συγυρισμένο. Όμως κατοικείτο. ΜΚ2 Αστ.XXXXX XXXXX Σοφοκλέους Ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αμμοχώστου και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 8). Εις αυτήν αναφέρει: " Υπηρετώ στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών και είμαι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Αμμοχώστου. Την 10/8/2019 λήφθηκε πληροφορία ότι δύο έγχρωμοι άνδρες με συγκεκριμένοι περιγραφή που πιθανόν να διαμένουν Δερύνεια έχουν στην κατοχής του ναρκωτικά τα οποία μεταφέρουν στην Αγ. Νάπα για να τα πωλήσουν σε τουρίστες. Την ίδια ημέρα και ώρα 2030 ο Αστ.XXXXX με ειδοποίησε μέσω ασυρμάτου ότι εντόπισε τους εν λόγο άντρες να κινούνται στο δρόμο στην Δερύνεια και να επιβιβάζονται στο όχημα ΤΑΞΙ με αριθμούς εγγραφής XXXXX68 και να κατευθύνονται προς την Αγ. Νάπα σύμφωνα και με την αρχική πληροφορία. Στην συνέχεια και ώρα 2055 με την βοήθεια του Αστ.XXXXX, Γ/Αστ.XXXXX του Λοχ XXXXX, Αστ.XXXXX, XXXXX και με τον Αστ.XXXXX του Αστυνομικού σταθμού Αγ. Νάπας ο οποίος οδηγούσε το υπηρεσιακό όχημα με διακριτικά και έχωντας σε λειτουργία τους φάρους ανακόψαμε το πιο πάνω όχημα. Αφού ο οδηγός του ταξί οχήματος σταμάτησε ο Αστ.XXXXX πλησίασε από την πλευρά του οδηγού και εγώ από την πλευρά του συνοδηγού. Αφού εισήλθα εντός του ταξί από την πόρτα του συνοδηγού αποκάλυψα στους επιβάτες την Αστυνομική μου ιδιότητα και τον λόγο που ανακόπηκαν καθώς και ότι θα προχωρούσαμε σε έρευνα τους επέστησα την προσοχή τους στο νόμο και ο οδηγός μου απάντησε κάμετε την «κάμετε την δουλεία σας κοπέλια» ενώ οι δύο επιβάτες δεν απάντησαν τίποτε. Αμέσως ζήτησα από τους επιβάτες να παραμείνουν στην θέση τους και ο Αστ.XXXXX την ίδια ώρα αφού ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να κατέβει από το όχημα του, πράγμα το οποίο έκανε, άνοιξε την πίσω πόρτα του οδηγού και ζήτησε από το άτομο που καθόταν πίσω από την θέση του οδηγού να εξέλθει από το ταξί ενώ εγώ είδα ότι ο άντρας που καθόταν πίσω από την θέση του συνοδηγού κρατούσε στο δεξί χέρι μία γκρίζα κάλτσα. Την παρέλαβα και από έλεγχο που έκανα σε αυτήν διαπίστωσα ότι μέσα υπήρχαν συνολικά 16 νάιλον συσκευασίες που μετά από προκαταρτικό έλεγχο που έκανα διαπίστωσα ότι περιείχαν τεμάχιο χαρτομάντιλου που μέσα σε αυτό περιείχε πράσινη φυτική ύλη - κάνναβη στην κάθε μία. Τα παρέλαβα ως τεκμήρια, του τα υπέδειξα και αφού του επέστησα την προσοχή του στο νόμο αυτός μου απάντησε:« There are mine ». Αμέσως η ώρα 2055 τον συνέλαβα για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών και αφού του εξήγησα τους λόγους της σύλληψης του και τα δικαιώματα του, του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: « Οκ ». Ακολούθως από έλεγχο που έκανα στο διαβατήριο που είχε στην κατοχή του εξακρίβωσα ότι ονομαζόταν XXXXX Olagundoye με αριθμό διαβατηρίου XXXXX0432 από την Νιγηρία. Την ώρα είδα τον Αστ. XXXXX να βάζει χειροπέδες στον δεύτερο επιβάτη από τον οποίο ζήτησε και κατέβηκε από το ταξί. Ακολούθως μεταφέραμε την βοήθεια του υπόλοιπων συναδέλφων τους δύο κρατούμενους μαζί με τα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου όπου εκεί παρέδωσα τον Femisayo μαζί με τα τεκμήρια που βρήκα στον Αστ. XXXXX ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. " Ο Femisayo που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Στη συνέχεια δε ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως την κάλτσα που βρέθηκε στην κατοχή του και τις συσκευασίες που ήταν στην κάλτσα, όπως αναφέρει στην κατάθεση του. Ανέφερε δε ότι έχει ξαναδεί τέτοιου είδους συσκευασίες και είναι από αυτές που βρίσκουν στην Αγία Νάπα στους τουρίστες. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν προέβη σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια πλην αυτών που αναφέρει στην κατάθεση του. Ως προς τις συσκευασίες που βρήκε, είπε ότι δεν τις βρίσκει στην Αγία Νάπα μόνο σε τουρίστες. Απλά έτσι συσκευασίες ξεχωριστά βρίσκουν στην Αγία Νάπα. Είναι 12-13 χρόνια στην ΥΚΑΝ και τέτοιες συσκευασίες βρήκε και σε χρήστες Κύπριους. Όταν είναι για να τα πωλήσουν χωρίζονται σε ποσότητες. Και όταν είναι για να αγοράσουν τα χωρίζουν. Είπε επίσης ότι ένας χρήστης απ' ότι γνωρίζει άντε να πιάσει 1 γραμμάριο άντε 2 γραμμάρια, όμως συμφώνησε ότι οι χρήστες αγοράζουν και παραπάνω γραμμάρια για να έχουν παραπάνω σακουλάκια. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ως προανέφερα προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Είπαν συγκεκριμένα τα εξής : Κατηγορούμενος 1 " Οι 16 πλαστικές τσάντες με τη μαριχουάνα τις οποίες η Αστυνομία βρήκε πάνω μου στις 10/08/19 ήταν δικές μου και τις είχα για δική μου προσωπική χρήση. Την ίδια μέρα μοιράστηκα ένα τσιγάρο με μαριχουάνα με τον 2ο κατηγορούμενο στο δρόμο από το Φρέναρος προς τη Δερύνεια. Ο 2ος κατηγορούμενος μου έδωσε τη μαριχουάνα την οποία η Αστυνομία βρήκε πάνω μου την ίδια μέρα που μας συνέλαβε η Αστυνομία. Του ζήτησα να μου φέρει τη μαριχουάνα για προσωπική μου χρήση. Ο 2ος κατηγορούμενος μου έφερε τη μαριχουάνα χωρισμένη με τον τρόπο όπως την βρήκε η Αστυνομία. Δεν είχα πρόθεση να πουλήσω μαριχουάνα σε οποιοδήποτε. Την είχα πάνω μου επειδή συνάντησα τον 2ο κατηγορούμενο στο δρόμο και δεν είχα πάει πίσω στο διαμέρισμα για να τη βάλω εκεί. Πήραμε ταξί για την Αγία Νάπα για να βρούμε δουλειά. Ήρθα στην Κύπρο το 2018 και είμαι φοιτητής σε κολλέγιο και ήρθα εδώ για να σπουδάσω και όχι για να πουλώ ναρκωτικά. " Κατηγορούμενος 2 " Οι 15 πλαστικές σακούλες με μαριχουάνα τις οποίες η Αστυνομία βρήκε πάνω μου στις 10/08/19 ήταν δικές μου και τις είχα για δική μου προσωπική χρήση. Την ίδια μέρα μοιράστηκα ένα τσιγάρο με μαριχουάνα με τον 1ο κατηγορούμενο στο δρόμο από Φρενάρου-Δερύνεια. Έδωσα στον 1ο κατηγορούμενο τη μαριχουάνα την οποία η Αστυνομία βρήκε πάνω του την ίδια μέρα που μας συνέλαβε η Αστυνομία. Μου ζήτησε να του πάρω μαριχουάνα για προσωπική του χρήση. Αγόρασα τη μαριχουάνα όπως την βρήκε η Αστυνομία. Δεν είχα πρόθεση να πουλήσω μαριχουάνα σε οποιοδήποτε. Την είχα πάνω μου επειδή συνάντησα τον 1ο κατηγορούμενο στο δρόμο και δεν επιστρέψαμε στο διαμέρισμα για να τη βάλω εκεί. Πήραμε ταξί για την Αγία Νάπα για να βρούμε δουλειά. " Όσον αφορά την επιλογή τους αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δηλ. το τεκμήριο 7 και το παραδεκτό γεγονός δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τους ΜΚ1 και 2 ευθέως αναφέρω πως η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Εξάλλου όπως ορθά δέχεται στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων η μαρτυρία τους δεν έχει αμφισβητηθεί, ενώ περαιτέρω αναφέρει πως δεν εισηγείται ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν είπαν την αλήθεια. Ερχόμενος στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων 1 και 2 αναφέρω τα εξής: Για την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου 1 κατ' αρχήν σημειώνω είναι αποδεκτές οι παραδοχές του για την κατοχή των 16 συσκευασιών με τα ναρκωτικά (επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή), ότι την επίδικη ημέρα κάπνισε τσιγάρο με κάνναβη και ότι πήρε τις συσκευασίες με την κάνναβη από τον 2ο κατηγορούμενο. Παρεμβάλλω ως προς το τελευταίο σημείο ότι αυτό είναι παραδεκτό και από τον 2ο κατηγορούμενο. Επίσης είναι αποδεκτό ότι την επίδικη μέρα είχαν πάρει ταξί για την Αγία Νάπα (επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή). Όμως το κατά πόσο κατείχε τα ναρκωτικά για προσωπική χρήση ή αν είχε πρόθεση να πουλήσει ναρκωτικά, αυτά αφορούν την τελική κρίση του Δικαστηρίου και θα αποφασιστούν κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της αποδεκτής μαρτυρίας. Τέλος, δεν είναι αποδεκτό ούτε ότι είχε πάνω του την κάνναβη επειδή συνάντησε τον 2ο κατηγορούμενο στο δρόμο και δεν είχε πάει πίσω στο διαμέρισμα για να τη βάλει εκεί, ούτε ότι στην Αγία Νάπα πήγαιναν για να βρουν δουλειά αφού αυτά δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Με δεδομένο δε ότι οι ανώμοτες δηλώσεις των δύο κατηγορούμενων είναι πανομοιότυπες και συμφωνούν ουσιαστικά στα κύρια τους σημεία, για την αξιολόγηση αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 επαναλαμβάνω ουσιαστικά όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω. Τονίζω μόνον εδώ την παραδοχή του ότι αυτός έδωσε στον κατηγορούμενο 1 τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην κατοχή του τελευταίου. Όσον αφορά τις καταθέσεις των κατηγορούμενων, ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι αυτές κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και χωρίς ποτέ, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να γίνει αναφορά για μη θεληματικότητα τους για οποιοδήποτε λόγο. Συνεπώς έχω ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα των καταθέσεων αυτών (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13). Ως προς την αξιολόγηση των καταθέσεων των κατηγορούμενων σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν των καταθέσεων των κατηγορούμενων είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Από την εξέταση λοιπόν των καταθέσεων καταλήγω ως εξής: Κατάθεση κατηγορούμενου 1 ημερ. 10/08/19 - τεκμ.3Α-3Β Ότι βρήκαν ταξί και ήρθαν στην Αγία Νάπα είναι αποδεκτό αφού επιβεβαιώνεται από την αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης είναι αποδεκτές οι παραδοχές του ή και οι δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του ότι δηλ. είχε στην κατοχή του την κάλτσα με τα 16 νάιλον σακουλάκια με κάνναβη και έκανε χρήση κάνναβης. Δεν είναι αποδεκτό βέβαια ότι το πρόσωπο που καθόταν μαζί του στο ταξί ήταν ο XXXXX Koffi, αφού όπως είναι αποδεκτό το όνομα του κατηγορούμενου 2 δεν είναι αυτό. Δεν αποδέχομαι επίσης όσα αναφέρει για τον τόπο διαμονής του σε πλυντήριο αυτοκινήτων στο Φρέναρος. Από τις έρευνες της Αστυνομίας διεφάνη ότι πράγματι διέμενε εκεί αλλά πρόσφατα εγκατέλειψε το σημείο, όμως σε κάθε περίπτωση την ημέρα που έδινε κατάθεση και δήλωνε ότι διαμένει στο πλυντήριο, δεν έχει κλειδί κλπ, στην πραγματικότητα προκύπτει εκ της αποδεκτής μαρτυρίας, που δεν αμφισβητήθηκε, να διέμενε με τον κατηγορούμενο 2 σε διαμέρισμα στη Δερύνεια, πλησίον του Γενικού Νοσοκομείου. Και όχι μόνον αυτό, αλλά είπε ψέματα για το ότι ο κατηγορούμενος 2 διαμένει στη βόρεια πλευρά της Κύπρου αφού προφανώς διέμεναν μαζί στο εν λόγω διαμέρισμα, εξ' ου και η θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ήταν κατά πόσο ελέγχθηκε αν «στην κατοικία που ερευνήθηκε ήταν η πρώτη μέρα που μετακόμισαν εκεί οι κατηγορούμενοι». Για το ότι τα ναρκωτικά ήταν για δική του χρήση και όχι για να τα πωλήσει, αυτά δεν είναι αποδεκτά διότι παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Κατάθεση κατηγορούμενου 2 ημερ. 12/08/19 - τεκμ.2Α-2Β (την οποία σημειώνεται έδωσε ως XXXXX Koffi, εξ'ου και η 6η κατηγορία για πλαστοπροσωπία την οποία έχει παραδεχτεί). Ότι βρήκαν ταξί για να τους πάρει στην Αγία Νάπα είναι αποδεκτό αφού επιβεβαιώνεται από την αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης είναι αποδεκτές οι παραδοχές του ή και οι δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του ότι δηλ. είχε στην κατοχή του τις 15 συσκευασίες με κάνναβη και έκανε χρήση κάνναβης, καθώς και ότι προμήθευσε στον κατηγορούμενο 1 τις 16 συσκευασίες που βρέθηκαν στην κατοχή του τελευταίου. Ακόμη ότι δεν ονομάζεται John Koffi αλλά Julius Adedeji Alabi. Για τα υπόλοιπα που αναφέρει και ότι τα ναρκωτικά ήταν για προσωπική χρήση, αυτά δεν είναι αποδεκτά διότι παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Περαιτέρω δεν αποδέχομαι την αναφορά του ότι πήγε να δει τον κατηγορούμενο 1, φίλο του, και η πόρτα ήταν κλειδωμένη εκεί που μένει και δεν είχε κλειδί. Αυτό σημειώνω όχι μόνον επειδή αντιφάσκει με την αναφορά στην ανώμοτι του δήλωση ότι συνάντησε τον κατηγορούμενο 1 στο δρόμο, αλλά περαιτέρω και επειδή δεν συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία και προκύπτει ότι αυτό ήταν ψέμα αφού διέμεναν μαζί σε διαμέρισμα στη Δερύνεια, πλησίον του Γενικού Νοσοκομείου. Επαναλαμβάνεται και εδώ πως η θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ήταν κατά πόσο ελέγχθηκε αν «στην κατοικία που ερευνήθηκε ήταν η πρώτη μέρα που μετακόμισαν εκεί οι κατηγορούμενοι». Στο σημείο αυτό αναφέρεται για τα ψέματα που είπαν οι κατηγορούμενοι πιο πάνω και που ως προκύπτει αποδεικνύονται μέσα από τις θέσεις και παραδοχή της υπεράσπισης το εξής. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα ψέματα από τον κατηγορούμενο και πότε αυτά μπορεί να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα». (βλ. επίσης Al Hamad and another v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Ανδρέου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 718, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/2015 Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδη Χρίστου ημερ.28 Σεπτεμβρίου 2017 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο Της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Β'Έκδοση, σελ. 504-509). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εδώ κατά την κρίση μου είναι σαφές ότι είπαν ηθελημένα ψέματα, εν γνώση των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Θεώρησαν προφανώς ότι η παραδοχή τους ότι διέμεναν μαζί στο διαμέρισμα στη Δερύνεια και ξεκίνησαν από αυτό μαζί για να πάνε στην Αγία Νάπα, έχοντας μαζί τους τις συσκευασίες των ναρκωτικών, θα τους συνέδεε με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, και γι' αυτό είπαν ψέματα. Εν πάση περιπτώσει ήθελαν ουσιαστικά να δικαιολογήσουν την κατοχή των εν λόγω συσκευασιών με τα ναρκωτικά καθ'οδόν για την Αγία Νάπα. Άρα θεωρώ πως τα ψέματα τους αφορούσαν ένα ουσιώδες ζήτημα. Κατ' επέκταση τα ψέματα των κατηγορούμενων εδώ λαμβάνονται υπόψη ως περιστατική μαρτυρία σε βάρος τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, στην ουσία ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούν οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2, το παραδεκτό γεγονός και το περιεχόμενο της έκθεσης του χημείου, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβω και εδώ. Εξάλλου η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αναφέρεται δε πως η ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης που εντοπίστηκε στους κατηγορούμενους κατά τον έλεγχο που τους έγινε ήταν ως εξής: (α) στον κατηγορούμενο 1, οι 16 συσκευασίες ήταν βάρους 13,34 γραμμάρια. (α) στον κατηγορούμενο 2, οι 15 συσκευασίες ήταν βάρους 11,71 γραμμάρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, από κοινού επαναλαμβάνω με τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος όμως την έχει παραδεχτεί, εδράζεται στο άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, χωρίς άδεια. Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του επίδικου αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/77, φαρμάκου, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου «ελεγχόμενον φάρμακον» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Β» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.125/2010, ημερ. 20.2.12, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Είτε όμως υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε, το άρθρο 32 του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι: «32.-
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως η κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
- i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον· ή (
- ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρων διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Κρίθηκε δε ορθή, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση εκείνη, η οποία ουσιαστικά μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο - ναρκωτικό. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 32. Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Να σημειωθεί δε ότι η προαναφερόμενη λογική αμφιβολία μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή. Δεν είναι λοιπόν αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία για τον σκοπό αυτό. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 29/77 είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971. Ως εκ τούτου καθοδηγητική μπορεί να είναι η Αγγλική επί του θέματος νομολογία (βλ. R. v. McNamara, 87 Cr. App. R. 246, R. v. Ashton-Rickhardt, 65 Cr. App. R. 67 και R. v. Champ, 73 Cr. App. R. 367). Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται για το θέμα της κατοχής και της ερμηνείας του άρθρου 28 στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620 και ιδιαίτερα ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof») καθώς και ότι οι πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού είναι συμβατές με το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. R. v. Lambert [2002] 2 A.C. 545). Σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Άθως Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.96/2016 (Σχ. με 100/2016 και 101/2016), ημερ. 28 Νοεμβρίου 2017, αναφέρθηκαν τα εξής: " Από την άλλη, εξετάζοντας κατά πόσο στοιχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της κατοχής στις άλλες δύο κατηγορίες και με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε φυσική φύλαξη των ναρκωτικών από τους εφεσείοντες, το Κακουργιοδικείο εξέτασε κατά πόσο τα ναρκωτικά βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των εφεσειόντων. Προς εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις: «●Η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης τοποθετήθηκε από τον πρώην Κατηγορούμενο 1 σε ανοικτό χώρο κάτω από παλιό ελαστικό ● Οι Κατηγορούμενοι προσέγγισαν τον χώρο όπου είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του ο πρώην Κατηγορούμενος 1 και ο οποίος χώρος ευρίσκετο σε μικρή απόσταση από το σημείο όπου είχε προηγουμένως τοποθετήσει και κρύψει τα επίδικα ναρκωτικά.» Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «Θέμα ελέγχου θα ετίθετο εν προκειμένω μόνο αν υπήρχε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο πριν, κατά αλλά και μετά την μεταφορά, τοποθέτηση και απόκρυψη των επίδικων ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο όπου ανευρέθηκαν από την Αστυνομία, οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν πού ακριβώς αυτά ευρίσκονταν και ήταν σε θέση είτε να δώσουν οποιεσδήποτε οδηγίες για τη διακίνηση και φύλαξη τους είτε να έχουν τη δυνατότητα λήψης της φυσικής κατοχής τους και γενικότερα να έχουν τον όλο έλεγχο της κατάστασης.». Κατέληξε δε ως ακολούθως: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, άμεσης ή περιστατικής υπό τη νομική έννοια που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω χρονικά στάδια που εξειδικεύσαμε ανωτέρω οποιασδήποτε μορφής έλεγχο και ή δυνατότητα πρόσβασης και επέμβασης στα επίδικα ναρκωτικά ή τον έλεγχο της όλης κατάστασης αναφορικά με τη διακίνηση τους συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας να δίνουν οδηγίες σε σχέση με αυτά. Ουσιαστικά ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο ή λεπτομέρεια ως προς τα συμφωνηθέντα για αυτό το θέμα. Παρότι έχουμε καταλήξει ότι συνωμότησαν και γνώριζαν ότι θα συμμετείχαν σε συναλλαγή με ναρκωτικά, εντούτοις δεν υπάρχει κάτι με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε με την ίδια ασφάλεια ότι είχαν έλεγχο επί των ναρκωτικών κατά τη μεταφορά τους εκεί ή ότι ήξεραν από το αρχικό στάδιο της εμπλοκής στην συνωμοσία ότι θα τοποθετηθούν κάτω από το ελαστικό και πολύ περισσότερο μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 ή άλλος πρόλαβε να τους ενημερώσει μετά την τοποθέτηση τους και πριν την καταδίωξη του για το σημείο που τα έβαλε.» Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. Hiscock v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017). Σχετική ανάλυση αναφορικά με την έννοια της «κατοχής» γίνεται στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω).[1] ....... " Στην επίσης πολύ πρόσφατη Hiscock v. Δημοκρατίας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017, λέχθηκαν τα εξής : " Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016, B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: «The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control.» (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R v. Downes [1984] Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ΄ εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887). Εν προκειμένω, η καταδίκη και των τριών κατηγορουμένων είχε από κοινού, χωρίς διάκριση, ως έρεισμα την «κοινή κατοχή», υπό την πρωτογενή έννοια του όρου και όχι υπό την έννοια της παροχής βοήθειας ή υποκίνησης ή ενθάρρυνσης κτλ, παρά το ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται αναφορά στη σχετική νομοθετική πρόνοια, ήτοι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ήταν η καταληκτική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου, αφού αναφέρθηκε στην «κοινή παρακαταθήκη» με δικαίωμα ανάληψης κατά βούληση, ως το κριτήριο της κοινής κατοχής, με παραπομπή στη Σίφουνας, ότι «ικανοποιείται το κριτήριο της κοινής κατοχής» και ότι «οι κατηγορούμενοι κατείχαν τα φυτά έχοντας τον έλεγχο και γνώση». Δεν υπέδειξε όμως, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι όντως η εφεσείουσα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση ή ότι υπήρχε όντως «κοινή παρακαταθήκη». " Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το μαχητό τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Αναφορικά με την 1η κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, που αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι 1 και 2, θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν της κατοχής και η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης που αφορά στην παρούσα υπόθεση η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια και όπως γίνεται αντιληπτό ως εκ της συνολικής ποσότητας που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος δηλ. 25,05 γραμμάρια το τεκμήριο στην προκειμένη περίπτωση δεν ενεργοποιείται. Για την 4η κατηγορία που αφορά συνομωσία, αναφέρω πως με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που εντοπίστηκε στους κατηγορούμενους (τεκμ.5 και 6) είναι κάνναβη, η οποία αποτελεί, ως αναφέρθηκε, με βάση με τον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ του Νόμου 29/77, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 2 δια της παραδοχής της 2ης κατηγορίας έχει παραδεχθεί την κατοχή του συνόλου της ποσότητας της κάνναβης ήτοι 25,05 γραμμάρια, ενώ δια της παραδοχής του ότι προμήθευσε μέρος της ποσότητας στον κατηγορούμενο 1 έχει θεωρώ αποδειχθεί εν σχέση με αυτόν και η 1η κατηγορία και ότι κατείχε την ποσότητα με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Σημειώνω όμως εδώ ότι θα επανέλθω στην 1η κατηγορία για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο 2 και σε άλλο σημείο κατωτέρω. Έρχομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο για το σύνολο της ποσότητας που αναφέρεται στη 2η κατηγορία υπήρχε κοινή κατοχή με τον κατηγορούμενο 1, αφού ο τελευταίος παραδέχεται μόνον την κατοχή της ποσότητας που βρισκόταν στην κατοχή του τη δεδομένη στιγμή που ανακόπηκε το ταξί και του έγινε έλεγχος ήτοι 13,34 γραμμάρια. Κατ' αρχήν να λεχθεί πως ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην ανώμοτη δήλωση του ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να του φέρει μαριχουάνα, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στη δική του ανώμοτη δήλωση πως ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να του πάρει μαριχουάνα. Στις καταθέσεις τους δε αμφότεροι αναφέρουν πως αποφάσισαν να αγοράσουν μαζί κάνναβη. Ο κατηγορούμενος 1 επίσης αναφέρει στην κατάθεση του (βλ. τεκμ.3Β) ότι ο κατηγορούμενος 2 του έφερε την κάνναβη και του χρωστά €90.- που είναι ακριβώς το μισό ποσό εν σχέση με το ποσό που ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει (βλ. τεκμ.2Β) ότι αγόρασε το σύνολο της κάνναβης. Ας σημειωθεί εδώ, όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία και θα αναφερθεί και σε άλλο σημείο κατωτέρω, οι δύο τους τον επίδικο χρόνο διέμεναν μαζί σε κατοικία στη Δερύνεια, αν και για τούτο είπαν ψέματα. Με βάση αυτά προκύπτει σαφώς ότι υπήρξε συζήτηση και συνεννόηση μεταξύ τους εν σχέση με την ποσότητα που θα αγόραζε ο κατηγορούμενος 2 και πως η ποσότητα αυτή αγοράστηκε συνεταιρικά, εξου και ο κατηγορούμενος 1 χρωστά στον κατηγορούμενο 2 το ήμισυ του ποσού που αφορούσε η αγορά, ενώ είχαν καπνίσει μαζί και την κάνναβη που υπήρχε σε μια εκ των συσκευασιών. Έχει συνεπώς αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κοινή κατοχή εν τη έννοια που θέτει η νομολογία τόσο από τη σκοπιά του ελέγχου στα ναρκωτικά, αλλά θα έλεγα και από τη σκοπιά της γνώσης και των ενεργειών του κατηγορούμενου 1 υπό την ιδιότητα του συγκατοίκου του κατηγορούμενου 2. Όσον αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 είχε άδεια να κατέχει τα προαναφερόμενα ελεγχόμενα φάρμακα, από την στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί τέτοια άδεια (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ. 179). Δεν προσκομίσθηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο. Άλλωστε αυτή δεν ήταν η θέση του κατηγορούμενου 1 ούτε και ως προς τα ναρκωτικά την κατοχή των οποίων παραδέχεται. Για το κατά πόσο τα ναρκωτικά κατέχονταν από τους κατηγορούμενους με σκοπό την προμήθεια, ανεξάρτητα των όσων αναφέρθηκαν ειδικά για τον κατηγορούμενο 2 ανωτέρω και το ότι η 1η κατηγορία για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο έχει αποδειχθεί, αναφέρω ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι περιστατική. Η περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' έκδοση, σελ. 551 επ.). Με βάση τη μαρτυρία αυτή δε προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Υπήρχε πληροφορία ότι δύο έγχρωμοι άνδρες με συγκεκριμένη περιγραφή, που πιθανόν να διαμένουν στην περιοχή του Γενικού Νοσοκομείου στη Δερύνεια, έχουν στην κατοχή τους ναρκωτικά τα οποία μεταφέρουν στην Αγία Νάπα για να τα πωλήσουν σε τουρίστες.
- Ο ΜΚ1 μετέβη στην περιοχή και εντόπισε στο δρόμο του Γενικού Νοσοκομείου δύο πρόσωπα που έμοιαζαν στην περιγραφή που δόθηκε, δηλ. τους κατηγορούμενους, να περπατούν στο δρόμο και να επιβιβάζονται μαζί στο ταξί με αρ. εγγραφής XXXXX
- Ακολούθως από την παρακολούθηση προέκυψε ότι το ταξί κατευθύνθηκε προς Αγία Νάπα.
- Το ταξί ανακόπηκε από τους αστυφύλακες στον κυκλικό κόμβο παρά τον αστυνομικό σταθμό της Αγίας Νάπας και σε έρευνα που ακολούθησε εντοπίστηκαν στον 2ο κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα σε τσαντάκι ώμου 15 νάιλον συσκευασίες που μέσα στην κάθε συσκευασία υπήρχε τεμάχιο από χαρτομάντιλο μέσα στο οποίο υπήρχε κάνναβη. Επίσης εντοπίστηκαν στον 1ο κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα σε κάλτσα που κρατούσε στο δεξί του χέρι 16 νάιλον συσκευασίες που περιείχαν τεμάχιο χαρτομάντιλου που μέσα είχε κάνναβη, ίδιες δηλ. με αυτές που εντοπίστηκαν στον κατηγορούμενο
- Ας σημειωθεί εδώ ότι καμία εξήγηση δεν εδόθη από τον κατηγορούμενο 1 γιατί είχε κρύψει τις 16 συσκευασίες σε κάλτσα και ποιος ο σκοπός της μεταφοράς των ναρκωτικών σε μία κάλτσα που κρατούσε στο χέρι του, ούτε και ανέφερε που βρήκε την κάλτσα. Περαιτέρω αναφέρεται πως τέτοιου είδους συσκευασίες με ναρκωτικά, όπως αυτές που εντοπίστηκαν στους δύο κατηγορούμενους, είναι από αυτές που η Αστυνομία βρίσκει και στους τουρίστες στην Αγία Νάπα.
- Καμία εξήγηση μέσα από αποδεκτή μαρτυρία δεν δόθηκε από κανένα εκ των κατηγορούμενων για το λόγο της μετάβασης τους στην Αγία Νάπα, έχοντας μαζί τους αυτές τις συσκευασίες με τα ναρκωτικά ήτοι συσκευασίες χωρισμένες σε περισσότερες δόσεις ή και κατά τρόπο που συνάδει με δόσεις έτοιμες για πώληση. Παρεμβάλλω πως η εξήγηση που έδωσαν αμφότεροι στις ανώμοτες δηλώσεις τους ότι πήγαιναν στην Αγία Νάπα για να βρουν δουλειά, εκτός του ως αναφέρθηκε ήδη δεν είναι αποδεκτή αλλά και ότι στις καταθέσεις τους δεν ανέφεραν κάτι τέτοιο και εν πάση περιπτώσει όσα ανέφεραν δεν συνάδουν με κάτι τέτοιο, σε κάθε περίπτωση αναφέρεται πως η εξήγηση τους είναι γενική και αόριστη και δεν πείθει αφού δεν είναι λογικό να πήγαιναν να βρουν δουλειά έχοντας μαζί τους όλες αυτές τις συσκευασίες με τα ναρκωτικά. Η μόνη δουλειά για την οποία πήγαιναν ήταν συγκεκριμένη και θα φανεί αμέσως πιο κάτω.
- Οι κατηγορούμενοι είπαν ψέματα αναφορικά με το λόγο που είχαν μαζί τους, και όχι στο σπίτι τους, τις συσκευασίες με τα ναρκωτικά καθοδόν για την Αγία Νάπα. Ας σημειωθεί ότι τον επίδικο χρόνο οι κατηγορούμενοι διέμεναν μαζί σε κατοικία στη Δερύνεια, πλησίον του Γενικού Νοσοκομείου και σ' εκείνη ακριβώς την περιοχή είχαν εντοπιστεί αρχικά να επιβιβάζονται στο ταξί για να μεταβούν στην Αγία Νάπα, ενώ είχαν συμφωνήσει μαζί ως αναφέρθηκε ήδη να αγοράσουν την κάνναβη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο της πιο πάνω περιστατικής μαρτυρίας, τη δύναμη και συνοχή της, την σειρά και την χρονική αλληλουχία των γεγονότων και των κοινών ενεργειών και δράσης των κατηγορουμένων και ελλείψει κάποιας άλλης λογικής εξήγησης που να προκύπτει από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά μόνο στο ότι αναμφίβολα οι κατηγορούμενοι όχι μόνον είχαν μαζί τον έλεγχο της συνολικής ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίσθηκαν, αλλά και ότι ο διαμοιρασμός μεταξύ τους έγινε ακριβώς για να μεταβούν στην Αγία Νάπα και να την προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα. Εξάλλου επαναλαμβάνω εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2 πως αυτός είχε ήδη δώσει μέρος της ποσότητας στον κατηγορούμενο
- Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αναφορικά με τους δύο κατηγορούμενους. Όσον αφορά την 4η κατηγορία, αναφέρω πως μέσα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους να αγοράσουν κάνναβη. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως ούτως ή άλλως η κατηγορία στοιχειοθετείται από το ότι η συμφωνία τους τέθηκε σε εφαρμογή αλλά και από την κοινή δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, στοιχεία που οδηγούν κατά την κρίση μου στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι προηγήθηκε συμφωνία για να προβούν στις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πως ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην 2η κατηγορία, ενώ αμφότεροι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κριθούν ένοχοι στις κατηγορίες 1 και
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία 2 εναντίον του κατηγορούμενου 1, όπως επίσης έχει αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 4 εναντίον αμφότερων των κατηγορούμενων. Συναφώς κρίνω ένοχους τους κατηγορούμενους σε αυτές. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο