← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 19558/19, 14/2/2020

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 19558/19, 14/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19558/19 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXX ΝΕΑΡΧΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Ματθαίου. Για την Κατηγορούμενη: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενη παρούσα. ---------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας καλείται να επιβάλλει ποινή σε υπόθεση που αφορά μεγάλο αριθμό πλαστογραφιών και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων καθώς και κλοπής μεγάλου χρηματικού ποσού από υπάλληλο Συνεργατικού Ιδρύματος. Η Κατηγορούμενη, κατόπιν δικής της παραδοχής, βρέθηκε ένοχη σε 257 κατηγορίες που αφορούν την πλαστογραφία, την κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και την καταχώρηση ψευδών λογαριασμών με σκοπό τη καταδολίευση. Επιπρόσθετα παραδέχθηκε την κατηγορία της κλοπής από υπάλληλο και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε 255 συνολικά κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα: (α) της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 4, 331, 333(δ)(i), 334 και 336 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1, 4, 7, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 31, 34, 37, 43, 46, 49, 52, 54, 57, 60, 63, 66, 69, 73, 78, 83, 86, 89, 92, 94, 96, 98, 100, 102, 104, 106, 108, 110, 112, 114, 116, 118, 120, 122, 124, 128, 131, 134, 137, 140, 143, 146, 149, 152, 155, 158, 161, 164, 167, 170, 173, 176, 179, 182, 185, 188, 191, 194, 197, 200, 203, 206, 209, 212, 215, 218, 221, 226, 229, 232, 235, 238, 241, 244, 247, 250 και 253). (β) της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 4, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 2, 5, 8, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 32, 35, 38, 44, 47, 50, 53, 55, 58, 61, 64, 67, 70, 74, 79, 84, 87, 90, 93, 95, 97, 99, 101, 103, 105, 107, 109, 111, 113, 115, 117, 119, 121, 123, 125, 129, 132, 135, 138, 141, 144, 147, 150, 153, 156, 159, 162, 165, 168, 171, 174, 177, 180, 183, 186, 189, 192, 195, 198, 201, 204, 207, 210, 213, 216, 219, 222, 227, 230, 233, 236, 239, 242, 245, 248, 251 και 254). (γ) των ψευδών λογαριασμών με σκοπό την καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 313(β) και (γ) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 3, 6, 9, 10, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 30, 33, 36, 39, 40, 41, 42, 45, 48, 51, 56, 59, 62, 65, 68, 71, 72, 75, 76, 77, 80, 81, 82, 85, 88, 91, 126, 127, 130, 133, 136, 139, 142, 145, 148, 151, 154, 157, 160, 163, 166, 169, 172, 175, 178, 181, 184, 187, 190, 193, 196, 199, 202, 205, 208, 211, 214, 217, 220, 223, 224, 225, 228, 231, 234, 237, 240, 243, 246, 249, 252 και 255). Επιπρόσθετα η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε την κατηγορία της κλοπής από υπάλληλο του συνολικού ποσού των €675.041, κατά παράβαση των άρθρων 4, 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 256) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(α)(ιιι)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν.188(Ι)/07)(κατηγορία 257). Από την εγκληματική δραστηριότητά της η Κατηγορούμενη συναποκόμισε το συνολικό ποσό των €675.
  1. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα της υπόθεσης, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 2008-
  2. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, η Κατηγορούμενη εργαζόταν ως υπάλληλος στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καιμακλίου, η οποία μετονομάστηκε το 2014 σε ΣΠΕ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ, (η «Τράπεζα»). Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της η Κατηγορούμενη χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο κωδικό χρήστη, «ΤΑ14» και ακολούθως «Τ309». Η εγκληματική της δραστηριότητα αποκαλύφθηκε το 2017 όταν υποβλήθηκε στην Τράπεζα, από συγκεκριμένη πελάτιδα, παράπονο σε σχέση με την κίνηση των λογαριασμών που διατηρούσε και ειδικότερα ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε συναλλαγές οι οποίες δεν είχαν διενεργηθεί από την ίδια ή από οποιονδήποτε άλλο δικαιούχο του λογαριασμού. Στον προκαταρτικό έλεγχο που έγινε εντοπίστηκαν πλαστά έγγραφα τα οποία αφορούσαν πράξεις στο συγκεκριμένο λογαριασμό οι οποίες δεν είχαν διενεργηθεί από την δικαιούχο του λογαριασμού και ξεκίνησε εσωτερική έρευνα. Στις 20/10/17 η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι είχε διεκπαιρεώσει σωρεία συναλλαγών σε τραπεζικούς λογαριασμούς διαφόρων πελατών χωρίς τις οδηγίες ή την έγκριση τους, καταρτίζοντας πλαστά έγγραφα και προβαίνοντας σε σχετικές εγγραφές στο μηχανογραφημένο σύστημα της Τράπεζας. Διενεργήθηκε περαιτέρω έρευνα από τη Μονάδα Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας και διαπιστώθηκε ότι η Κατηγορούμενη μεταξύ των ετών 2008 με 2016 προέβαινε σε μη εξουσιοδοτημένες πράξεις ή/και συναλλαγές σε λογαριασμούς αριθμού πελατών της Τράπεζας, καταρτίζοντας και θέτοντας σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα. Αποτέλεσμα των πράξεων της ήταν να κλέψει το συνολικό ποσό των €675.041, περιουσία της Τράπεζας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, η Κατηγορούμενη κατάστρωσε ένα μεθοδευμένο σχέδιο, προβαίνοντας σε αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας, εν αγνοία των δικαιούχων, καταρτίζοντας πλαστά έγγραφα και αποδείξεις, τα οποία καταχωρούσε στο μηχανογραφημένο σύστημα της Τράπεζας. Στα ίδια πλαίσια, κατάρτισε εικονικά γραμμάτια προθεσμίας, επ' ονόματι πελατών ή και δικαιούχων στους λογαριασμούς τους. Στη συνέχεια, έκλεβε τα ποσά των γραμματίων, προβαίνοντας σε αναλήψεις μετρητών. Κατάρτιζε τα γραμμάτια με τη χρήση του αρχικού κωδικού της ΤΑ14, προβαίνοντας στις απαιτούμενες καταχωρήσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα της Τράπεζας, πιστώνοντας ή ανάλογα χρεώνοντας τους συγκεκριμένους λογαριασμούς στους οποίους επενέβαινε. Το 2015, με τη συγχώνευση της Τράπεζας, είχε αλλάξει τον παράνομο τρόπο δράσης της, μεταφέροντας ποσά από τους λογαριασμούς ανυποψίαστων πελατών της Τράπεζας στο λογαριασμό της μητέρας της και στη συνέχεια, με τη χρήση ειδικού πληρεξουσίου που είχε εξασφαλίσει από τη μητέρα της, προέβαινε σε αναλήψεις από το λογαριασμό σε μετρητά, τα οποία οικειοποιείτο. Όσον αφορά το ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης, σύμφωνα με το αρχείο που τηρείται, είναι λευκό. Οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης παρατέθηκαν στην Έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Καταγράφεται ότι είναι 51 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και είναι διαζευγμένη με 4 παιδιά ηλικίας 29, 27, 24 και 22 ετών. Διαμένει με τη μητέρα της, ηλικίας 84 ετών και τα δυο από τα παιδιά της, ηλικίας 24 ετών και 22 ετών, τα οποία είναι φοιτητές, στην πατρική της κατοικία η οποία έχει ανακαινισθεί. Μετά την παραίτησή της από την Τράπεζα, το 2017 αρχικά εργάστηκε σε ιδιωτική εταιρεία για ένα χρόνο και ακολούθως ως βοηθός σε ζαχαροπλαστείο. Με το σύζυγό της χώρισαν το 2014 επειδή είχαν συσσωρευθεί ανυπέρβλητα προβλήματα που προέκυψαν από τη δημιουργία υπέρογκων χρεών, λόγω της κακοδιαχείρισης της εταιρείας που ο σύζυγός της είχε δημιουργήσει και είχε εγγράψει στο όνομά της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης, κ. Στεφάνου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής Έκθεσης που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας. Στην εμπεριστατωμένη γραπτή του αγόρευση, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος της Κατηγορούμενης στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Στεφάνου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν τα ακόλουθα: - Τις οικογενειακές της περιστάσεις και ιδιαίτερα το γεγονός ότι διαμένει με τη μητέρα της, η οποία είναι μεγάλης ηλικίας και χρειάζεται καθημερινή φροντίδα καθώς και το γεγονός ότι τα δύο της παιδιά είναι οικονομικά εξαρτώμενα, αφού είναι φοιτητές. Ανέφερε, επίσης, ότι η αιτία των άνομων πράξεών της ήταν η κακή διαχείριση της επιχείρησης που είχε συσταθεί από το σύζυγό της, αλλά ήταν εγγεγραμμένη επ ονόματί της, η οποία είχε οδηγήσει στη συσσώρευση χρεών και η προσπάθειά της να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των υπέρογκων χρεών που είχε δημιουργήσει ο πρώην σύζυγός της. - Το λευκό ποινικό της μητρώο και τον καλό της χαρακτήρα, αφού για πρώτη φορά απασχολεί το Δικαστήριο στα 51 της χρόνια. - Την άμεση παραδοχή της, η οποία δηλώθηκε πριν καν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης αφού παραδέχθηκε αμέσως τις πράξεις της, μετά την υποβολή του παραπόνου, στη Μονάδα Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας. - Τη συνεργασία της με τους ανακριτές, στους οποίους εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο δρούσε για να αποσπάσει τα συγκεκριμένα ποσά, αντικείμενο των κατηγοριών που έχει παραδεχθεί. - Την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, διασώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο αλλά και καταδεικνύοντας έμπρακτα τη μεταμέλειά της. - Την προσπάθειά της για μερική, έστω, αποζημίωση, καταθέτοντας το ποσό του ταμείου προνοίας της που είχε λάβει, ύψους €30.000, το οποίο όμως χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή άλλων οφειλών καθώς και την προσπάθειά της να πείσει τον πρώην σύζυγό της να πωλήσει μηχανήματα της εταιρείας για να επιστρέψει τουλάχιστον μέρος του κλαπέντος ποσού. - Υπέδειξε, τέλος, ο συνήγορος πως η Κατηγορούμενη οδηγήθηκε στις έκνομες ενέργειές της, στην προσπάθειά της να βοηθήσει το σύζυγό της να αντιμετωπίσει τη δεινή οικονομική κατάσταση της Εταιρείας του και ότι δεν επωφελήθηκε προσωπικά η ίδια οποιοδήποτε μέρος από τα χρήματα που έκλεψε. Αδιαμφισβήτητα όλες οι κατηγορίες που έχει παραδεχθεί η Κατηγορούμενη είναι πάρα πολύ σοβαρές, λαμβανομένου υπόψη και του ανωτάτου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από το Νόμο γι' αυτά τα αδικήματα. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η μέγιστη ποινή που προβλέπεται στο Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρησή της. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρείται κατ' ανάλογο τρόπο με την πλαστογραφία την οποία συνήθως χρονικά διαδέχεται, (βλ. Sentencing in Cyprus, 2η εκδ, του Γ. Πική, σελ. 144). Το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, είναι κακούργημα και ο ένοχος του αδικήματος αυτού υπόκειται, με βάση το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, σε φυλάκιση μέχρι 14 έτη. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου με βάση το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, ενώ το αδίκημα της καταχώρισης ψευδών λογαριασμών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και 7 έτη (άρθρο 313 του Ποινικού Κώδικα). Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου είναι από τη φύση τους σοβαρά αφού ενέχουν το στοιχείο της απάτης και υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών (βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 286, Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505). Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται η απόκτηση οικονομικού οφέλους συνεπεία της πλαστογραφίας, η υψηλή αξία του οικονομικού οφέλους, η ύπαρξη προσχεδιασμού και αν η επιδειχθείσα συμπεριφορά ήταν επαναλαμβανόμενη (βλ. Michaelides v. Republic
(1965)CLR 113). Όσον αφορά το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η παλαιότερη υπόθεση Χ΄ Λουκά v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 294, στην οποία επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών σε 14 κατηγορίες για ψευδείς λογαριασμούς και κλοπής υπό υπαλλήλου. Σημειώνουμε πως η έφεση επιτράπηκε αναφορικά με ποινές οι οποίες είχαν επιβληθεί σε άλλα αδικήματα. Εξίσου σοβαρό, είναι και το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, στοιχείο που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή, αφού με βάση το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Όπως έχει υποδειχθεί, οι κλοπές από υπαλλήλους υπονομεύουν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Ενδεικτικά και μόνο θα αναφερθούμε σε μερικές από τις πάμπολλες αποφάσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης σε κατηγορούμενους που διέπραξαν αδικήματα κλοπής από υπάλληλο, οικειοποιούμενοι μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 519, επικυρώθηκε φυλάκιση 5 ετών σε 50χρονο, με λευκό μητρώο, για κλοπή από τους εργοδότες του ποσού ύψους €82.
  1. Στην επιβολή της ποινής λήφθηκαν υπόψη και αρκετές άλλες υποθέσεις, στις οποίες οικειοποιήθηκε το συνολικό ποσό των €100.
  2. Στην Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 113, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών για κλοπή ποσού €453.140 από τους εργοδότες της συγκατηγορούμενης του. Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 19, επικυρώθηκε φυλάκιση 5½ ετών σε 36χρονο, πατέρα ενός μικρού παιδιού, ο οποίος εργαζόταν ως λογιστής σε ιδιωτική εταιρεία, από την οποία υπεξαίρεσε ποσό €604.572. Στην Αδάμου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 414, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών για κλοπή από τους εργοδότες του (ΑΤΗΚ) κατόπιν παραδοχής σε 49 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου και αφορούσε κλοπή καλωδίων αξίας €973.983,40, από τα οποία επωφελήθηκε ο ίδιος με το ποσό των €60.000, κρίθηκε κατ΄ έφεση ως η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ποινή. Μεταξύ των παραγόντων που προσμέτρησαν ως ελαφρυντικοί ήταν η άμεση παραδοχή του εφεσείοντος τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του συνθήκες περιλαμβανομένης και της κατάστασης της υγείας του. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η ποινή για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο (άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα) αυξήθηκε (από 10 σε 14 χρόνια) το έτος 2012, με τον Τροποποιητικό Νόμο 84(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29/06/2012. Ο λόγος που το υποδεικνύουμε είναι για να επισημάνουμε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις, αφορούσαν αδικήματα που είχαν διαπραχθεί πριν από την τροποποίηση, όταν το αδίκημα ετιμωρείτο με φυλάκιση μέχρι 10 χρόνια. Στην παρούσα υπόθεση, το μεγαλύτερο μέρος της εγκληματικής δράσης της Κατηγορούμενης εκδηλώθηκε κατά την περίοδο Ιουλίου 2012-Μαΐου 2016 (βλ. κατηγορίες 73-255) κατά την οποία το αδίκημα ετιμωρείτο με φυλάκιση μέχρι 14 χρόνια. Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο επίσης επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια ή/και χρηματική ποινή μέχρι €500.000, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 298/18 ημερ. 27/06/19, στην οποία αναφέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». Είναι βέβαια γνωστό πως προηγούμενες αποφάσεις δεν προσδιορίζουν το ορθό μέτρο τιμωρίας σε κάθε μεταγενέστερη υπόθεση. Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 123). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 100 «δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων». Τούτο γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη. Θεωρούμε την κρινόμενη υπόθεση ιδιαιτέρως σοβαρή αφού η Κατηγορούμενη για 8 ολόκληρα χρόνια, με πλαστά τραπεζικά έγγραφα, τα οποία κατάρτιζε, αποσπούσε χρήματα από λογαριασμούς ανυποψίαστων πελατών της Τράπεζας, χωρίς την εξουσιοδότησή τους, αποσπώντας με αυτό τον τρόπο το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €675.041. Προκύπτει από τα γεγονότα, ότι η Κατηγορούμενη δρούσε μεθοδευμένα και κατ' εξακολούθηση, καταστρώνοντας ένα σχέδιο εξαπάτησης των πελατών της Τράπεζας καθώς και των εργοδοτών της, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό την υπεξαίρεση του αναφερθέντος ποσού. Στο σύγγραμμα των Πική και Λοΐζου «Sentencing in Cyprus», στη σελ. 139 τονίζεται ότι αναμένεται υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης από υπαλλήλους στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικατοπτρίζουν την ανάγκη διασφάλισης αυτής της εμπιστοσύνης, τονίζοντας τη σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και των επιπτώσεων τους στην οικονομία του τόπου. Η ποινή, συνεπώς, που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη θα πρέπει να είναι αυστηρή, ώστε να αντικατοπτρίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την όλη υπόθεση. Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρής τιμωρίας, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή και τη μεταμέλεια της Κατηγορούμενης, συνεκτιμώντας στο πλαίσιο αυτό τη συνεργασία της με την Αστυνομία, ενόψει και του όγκου του υλικού καθώς και του χρόνου που εξοικονομήθηκε από τη μη διεξαγωγή δίκης (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 582, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 110/14 ημερ. 15/06/15 και D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd ed.,
(1979), σελ. 196). Η παραδοχή, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό της μητρώο (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40), αποτελούν, υπό τις περιστάσεις, σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες. Σημειώνουμε ωστόσο ότι η μεταμέλεια της Κατηγορούμενης δεν συνοδεύτηκε με την αποζημίωση της Τράπεζας, αφού ουδέν ποσό έχει μέχρι σήμερα επιστραφεί, παρόλο που η Τράπεζα έχει επιστρέψει όλα τα κλαπέντα ποσά στους πελάτες της. Στο πλαίσιο βέβαια αυτό, δεν παραγνωρίζουμε τα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης σε σχέση με την ανεπιτυχή προσπάθεια της Κατηγορούμενης, να επιστραφούν κάποια ποσά από τον πρώην σύζυγό της, η εταιρεία του οποίου επωφελήθηκε από τις παρανομίες της. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης όπως αυτές με λεπτομέρεια έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από το συνήγορό της και όπως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Θα λάβουμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι είναι κατά κάποιο τρόπο προστάτης της οικογένειας, ήτοι της μητέρας της η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, καθώς και των δυο ενήλικων παιδιών της που είναι φοιτητές. Οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε ότι τα αδικήματα που διέπραξε η Κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρά και οι συνθήκες διάπραξης, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, ιδιαιτέρως επιβαρυντικές, για τούτο και καθίσταται αναγκαία η επιβολή αυστηρής τιμωρίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 57 και Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11. Όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331: «σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, αν και παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε - εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας - τις ακόλουθες ποινές: - Σε κάθε μία από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας (κατηγορίες 1, 4, 7, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 31, 34, 37, 43, 46, 49, 52, 54, 57, 60, 63, 66, 69, 73, 78, 83, 86, 89, 92, 94, 96, 98, 100, 102, 104, 106, 108, 110, 112, 114, 116, 118, 120, 122, 124, 128, 131, 134, 137, 140, 143, 146, 149, 152, 155, 158, 161, 164, 167, 170, 173, 176, 179, 182, 185, 188, 191, 194, 197, 200, 203, 206, 209, 212, 215, 218, 221, 226, 229, 232, 235, 238, 241, 244, 247, 250 και 253) ποινή φυλάκισης 5 ετών. - Στις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, αφού τα γεγονότα που τις συνθέτουν περικλείονται στις κατηγορίες της πλαστογραφίας που εκ της φύσεως τους θεωρούνται σοβαρότερες. - Σε κάθε μία από τις κατηγορίες των ψευδών λογαριασμών (κατηγορίες 3, 6, 9, 10, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 30, 33, 36, 39, 40, 41, 42, 45, 48, 51, 56, 59, 62, 65, 68, 71, 72, 75, 76, 77, 80, 81, 82, 85, 88, 91, 126, 127, 130, 133, 136, 139, 142, 145, 148, 151, 154, 157, 160, 163, 166, 169, 172, 175, 178, 181, 184, 187, 190, 193, 196, 199, 202, 205, 208, 211, 214, 217, 220, 223, 224, 225, 228, 231, 234, 237, 240, 243, 246, 249, 252 και 255) επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. - Στη κατηγορία της κλοπής από υπάλληλο (κατηγορία 256), ποινή φυλάκισης 7 ετών. - Στη κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 257), ποινή φυλάκισης 7 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η έκτισή τους να αρχίζει από σήμερα, 14/02/2020, αλλά θα μειωθεί για το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη βρίσκεται υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ήτοι από τις 10/02/2020. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.