ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. L.T.A. PERFECT DENTAL CENTER LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12736/18, 26/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12736/18 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- L.T.A. PERFECT DENTAL CENTER LIMITED
- ΧΧΧ Αθανασιάδης
- ΧΧΧ Αθανασιάδου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Κυριάκου Κατηγορούμενος 2 παρών ---------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Η παρούσα υπόθεση σχετίζεται με άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος από πρόσωπο που δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα. Στο αρχικό κατηγορητήριο Κατηγορούμενοι ήταν τρεις (δύο φυσικά και ένα νομικό πρόσωπο) και αντιμετώπιζαν 42 συνολικά κατηγορίες. Μετά από την παραδοχή από την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, μιας κατηγορίας (κατηγορία 40) και από τον Κατηγορούμενο 2, 13 κατηγοριών (κατηγορίες 10, 11, 16, 17, 19, 21, 22, 25, 27, 29, 31, 35 και 38), όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν αναστάληκαν, όπως και η ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης 3 - συζύγου του Κατηγορούμενου
- Συγκεκριμένα: (α) Η Κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε την κατηγορία 40 που αφορά στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
- Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/09 και 17/9/18, απέκτησε το χρηματικό ποσό των €57.320 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. (β) Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε 13 κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα: - της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 10). Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος την 19/9/12 στη Λευκωσία, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα, δηλαδή παρέδωσε στο Οδοντιατρικό Συμβούλιο Κύπρου τα έγγραφα που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 2, 4 και
- - της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 11). Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 10η κατηγορία, αποπειράθηκε να εξασφαλίσει, με ψευδείς παραστάσεις, εγγραφή στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου, παρουσιάζοντας ως γνήσια τα πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 2, 4 και
- - της άσκησης του επαγγέλματος της οδοντιατρικής, χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 21(β) του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου Κεφ. 249, ως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 16). Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος 2, μεταξύ της 30/4/11 και της 18/9/18, ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο οικείο μητρώο του Οδοντιατρικού Συμβουλίου Κύπρου. - της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 17, 19, 21, 22, 25, 27, 29, 31, 35 και 38). Με βάση τις λεπτομέρειες των υπό αναφορά αδικημάτων ο Κατηγορούμενος 2, εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις επί μέρους κατηγορίες το συνολικό ποσό των €57.320 ως αμοιβή για οδοντιατρικές υπηρεσίες, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πτυχιούχο οδοντίατρο, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν πτυχιούχος οδοντίατρος. Όπως διευκρινίστηκε στα γεγονότα από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, οι υπό αναφορά υπηρεσίες προσφέρονταν μέσω της Κατηγορούμενης 1, η οποία εισέπραττε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα της υπόθεσης, καταγγέλθηκε στην Αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος 2 ασκούσε παράνομα το επάγγελμα του οδοντιάτρου, μέσω της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του Οδοντιατρικού Συμβουλίου και ότι ασκούσε το επάγγελμα χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Επίσης διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 στις 19/09/12 είχε καταθέσει στο Οδοντιατρικό Συμβούλιο διάφορα πιστοποιητικά τα οποία φέρονταν ως πανεπιστημιακοί τίτλοι σπουδών, για να εγγραφεί ως οδοντίατρος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν αποδεκτοί από το Συμβούλιο και του ζητήθηκε να προσκομίσει πιστοποιητικά ισοτιμίας και αντιστοιχίας των συγκεκριμένων πτυχίων από το ΚΥΣΑΤΣ, χωρίς όμως να το πράξει. Η ανακριτική ομάδα είχε απευθυνθεί στις Ρωσικές Αρχές προς εξακρίβωση της αυθεντικότητας των τεσσάρων τίτλων σπουδών που είχε παρουσιάσει και διαφάνηκε ότι κανένας από τους τέσσερεις τίτλους σπουδών δεν είχε απονεμηθεί στον Κατηγορούμενο 2 ενώ είχε επισημανθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από τα συγκεκριμένα Πανεπιστήμια. Ο Κατηγορούμενος 2 όμως παρουσίαζε καθ' όλη τη χρονική περίοδο από το 2009 μέχρι και το 2018 τον εαυτό του ως οδοντίατρο και μέσω της Κατηγορούμενης 1, της οποίας ήταν γραμματέας, προσέφερε υπηρεσίες εισπράττοντας, προς όφελος και δια λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, το συνολικό ποσό των €57.320, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών. Όσον αφορά το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2, σύμφωνα με το αρχείο που τηρείται, είναι λευκό. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 παρατέθηκαν στην Έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Καταγράφεται ότι είναι 46 ετών, κατάγεται από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είναι νυμφευμένος με την XXXXX Αθανασιάδου (πρώην Κατηγορούμενη 3) με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, ηλικίας 22 και 18 ετών, ενώ μαζί τους διαμένει και η αδελφότεκνη της συζύγου του, ηλικίας 18 ετών με τη συγκατάθεση των γονιών της. Διαμένει με τη σύζυγό του και τα δυο 18χρόνα κορίτσια σε ιδιόκτητη κατοικία τεσσάρων υπνοδωματίων στη Λακατάμεια. Από το Σεπτέμβριο 2018 δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και η οικογένεια συντηρείται με το εισόδημα της συζύγου του, που είναι οδοντίατρος. Τα χρέη του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €500.000, για τα οποία δεν καταβάλλει οποιαδήποτε δόση δανείου από το
- Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κύπρο το 1997 και αρχικά εργαζόταν με τη σύζυγό του σε άλλα ιδιωτικά οδοντιατρεία ενώ στη συνέχεια άνοιξαν τη δική τους επιχείρηση, το 2008 παρέχοντας οδοντιατρικές υπηρεσίες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, κ. Κυριάκου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής Έκθεσης που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας για τον Κατηγορούμενο
- Στην εμπεριστατωμένη γραπτή του αγόρευση, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Κυριάκου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν τα ακόλουθα: - Την παραδοχή του, η οποία, παρόλο που δεν ήταν άμεση, εκφράζει την έμπρακτη μεταμέλειά του και θα πρέπει να επενεργήσει στο ύψος της ποινής. Εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ανέμενε την αποστολή εγγράφων από τον Ρωσία τα οποία πιθανόν να άλλαζαν τη γραμμή Υπεράσπισης και τα οποία τελικά οδήγησαν στην αναστολή της ποινικής δίωξης της Κατηγορούμενης 3, συζύγου του Κατηγορούμενου
- - Την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου αφού με την παραδοχή του αποφεύχθηκε η κλήτευση μεγάλου αριθμού μαρτύρων. - Το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι δεν υπέστησαν οποιαδήποτε σωματική βλάβη αφού ο Κατηγορούμενος 2 είχε ευρεία εκπαίδευση στην οδοντιατρική. Παρέδωσε προς τούτο σχετικές βεβαιώσεις παρακολούθησης εκπαιδευτικών σεμιναρίων, καθώς και δίπλωμα μέσης επαγγελματικής εκπαίδευσης στον τομέα της οδοντιατρικής (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 3). - Το λευκό ποινικό του μητρώο και τον καλό του χαρακτήρα, αφού για πρώτη φορά απασχολεί το Δικαστήριο στα 46 του χρόνια. - Τις οικογενειακές του περιστάσεις και ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι πατέρας δυο κοριτσιών και θετός πατέρας ενός τρίτου, τα οποία εξαρτώνται από τον ίδιο. - Την κοινωνική του προσφορά, υποδεικνύοντας ότι έχει προσφέρει επανειλημμένα τις εγκαταστάσεις της εταιρείας G T Radiological Services Ltd, της οποίας είναι διευθυντής, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου για σκοπούς πρακτικής εξάσκησης των ακτινολόγων και φοιτητών ραδιολογίας. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε συνάψει σύμβαση με το Υπουργείο Υγείας για τη χρήση των μηχανημάτων της συγκεκριμένης εταιρείας για την περίοδο 2017 με
- - Την ηθική ζημιά που έχει υποστεί ο Κατηγορούμενος 2, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, λόγω της έκθεσης του στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καθώς και την οικονομική απώλεια που έχει προκληθεί στις εταιρείες του. - Εισηγήθηκε τέλος, όπως η οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2, ανασταλεί, επικαλούμενος τους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έχει αναφερθεί. Αδιαμφισβήτητα οι κατηγορίες που έχουν παραδεχθεί, τόσο η Κατηγορούμενη 1, όσο και ο Κατηγορούμενος 2, είναι πάρα πολύ σοβαρές, λαμβανομένου υπόψη και του ανωτάτου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από το Νόμο γι' αυτά τα αδικήματα. Η μέγιστη ποινή που προβλέπεται στο Νόμο είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρησή της (βλ. μεταξύ άλλων Γ.Ε. ν. Γενεθλίου Ποιν. Εφ. 5/16 ημερ. 01/03/16 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632). Το ανώτατο όριο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατάσσεται στα κακουργήματα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια (άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα) ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το οποίο επίσης συνιστά κακούργημα, επισύρει, σύμφωνα με τα άρθρα 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, φυλάκιση μέχρι 3 έτη. Το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις συνιστά πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια (άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα) ενώ η άσκηση του επαγγέλματος της οδοντιατρικής χωρίς άδεια, τιμωρείται με πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τα €250 ή με φυλάκιση πoυ δεv υπερβαίvει τoυς τρεις μήvες ή και με τις δύο αυτές πoιvές, σύμφωνα με το άρθρο 21
(3)του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου, Κεφ. 249. Τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και της εξασφάλισης χρημάτων ή εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα υποδείξει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στα υπό αναφορά αδικήματα λόγω και της έξαρσης που παρουσιάζουν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». (βλ., επίσης, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200 και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Το πρόστιμο αποτελεί εξαίρεση (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd ed, 2007, σελ. 129-135). Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή η ύπαρξη προσχεδιασμού και αν η επιδειχθείσα συμπεριφορά ήταν επαναλαμβανόμενη (βλ. Michaelides v. Republic
(1965)CLR 113). Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες πράξεις, την οποία αντιμετωπίζει μόνο η Κατηγορούμενη 1, είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 χρόνια ή με ποινή προστίμου μέχρι €500.000 ή και με τις δύο ποινές. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπου η κατηγορία αφορά την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, μόνο χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 298/18 ημερ. 27/06/19: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της. Το Κακουργιοδικείο, ορθά επεσήμανε, πως τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων έχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και περαιτέρω ότι η διάπραξή τους ήταν προϊόν οργάνωσης και προσχεδιασμού με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων - τα οποία ως ιθύνων νους δεν κατονόμασε.». Είναι βέβαια γνωστό πως προηγούμενες αποφάσεις δεν προσδιορίζουν το ορθό μέτρο τιμωρίας σε κάθε μεταγενέστερη υπόθεση. Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 123). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 «δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων». Τούτο γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη. Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα πρέπει παράλληλα να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως, στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Θεωρούμε την κρινόμενη υπόθεση πολύ σοβαρή αφού ο Κατηγορούμενος 2, για 10 σχεδόν χρόνια, χωρίς να είναι κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος οδοντιατρικής, ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου, εκθέτοντας ανυποψίαστους πολίτες σε προφανείς κινδύνους. Είναι φανερό ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, καθιστούν την υπόθεση ιδιαιτέρως σοβαρή, αφού πέραν από το στοιχείο της απάτης, προβάλλει και η ανάγκη για προστασία του κοινού από πρόσωπα που ασκούν νευραλγικά επαγγέλματα που άπτονται της υγείας, της φροντίδας και περίθαλψης των πολιτών, χωρίς άδεια και χωρίς να έχουν τα απαραίτητα προσόντα. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 2, χρησιμοποιώντας την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία του, κατ' εξακολούθηση, εξαπατούσε ανυποψίαστους πελάτες, προσφέροντάς τους οδοντιατρικές, δήθεν, υπηρεσίες, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό να τους αποσπάσει παράνομα το συνολικό ποσό των €57.
- Η ποινή, συνεπώς, που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 θα πρέπει να είναι αυστηρή, ώστε να αντικατοπτρίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την όλη υπόθεση, όπως υποδείχθηκε ανωτέρω. Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ. Μ. Πική, σελ. 3 και Republic v. Georghiou 22 C.L.R. 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών, ικανών να καταστείλουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του νόμου. Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρής τιμωρίας λαμβάνουμε υπόψη, στην έκταση που επιτρέπεται από τη νομολογία, την παραδοχή του Κατηγορούμενου
- Υποδεικνύουμε, βεβαίως πως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, δεν ήταν άμεση αφού ενώ το κατηγορητήριο είχε καταχωριστεί στις 08/11/18 παραδοχή έγινε στις 04/12/19, δηλαδή 1 χρόνο μετά. Δεν παραγνωρίζεται, εντούτοις, ο χρόνος που εξοικονομήθηκε από τη μη διεξαγωγή δίκης (βλ. Χαρτούμπαλλος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 643, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 110/14 ημερ. 15/06/15 και D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd ed.,
(1979), σελ. 196). Η έστω και καθυστερημένη παραδοχή, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό του μητρώο (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40), αποτελούν, υπό τις περιστάσεις, σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες. Οι πολυδιάστατες (ζημιά στη φήμη, οικονομικές και άλλες) δυσμενείς επιπτώσεις της ποινής στον Κατηγορούμενο 2, αλλά και στην οικογένειά του, όπως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, αποτελούν επίσης παράγοντες που δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο. Αν και όχι αποφασιστικής σημασίας, συνιστούν ελαφρυντικούς παράγοντες (βλ. Domotov v. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Sefik Yusuf ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B100, Ποιν. Έφ. Αρ. 46/2014, ημερ. 18.02.2016). Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 όπως αυτές έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από το συνήγορό του και αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Θα λάβουμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι είναι προστάτης των δυο θυγατέρων του, η μία εκ των οποίων είναι φοιτήτρια, ενώ έχει αναλάβει τη φροντίδα και της αναφερθείσας 18χρονης ανεψιάς της συζύγου του. Οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2 είναι πολύ σοβαρά και οι συνθήκες διάπραξης, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, ιδιαιτέρως επιβαρυντικές, για τούτο και καθίσταται αναγκαία η επιβολή αυστηρής τιμωρίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11). Όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331: «σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, αν και παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: (Α) Στην Κατηγορούμενη 1, χρηματική ποινή €100.000 στην κατηγορία 40. (Β) Στον Κατηγορούμενο 2: - Στην κατηγορία 10 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου) ποινή φυλάκισης 1½ έτους. - Στην κατηγορία 11 (απόπειρα εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) ποινή φυλάκισης 1½ έτους. - Στην κατηγορία 16 (άσκηση επαγγέλματος οδοντιατρικής χωρίς άδεια) ποινή φυλάκισης 1 μηνός. - Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 17, 19, 21, 22, 25, 27, 29, 31, 35 και 38 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις) ποινή φυλάκισης 2½ ετών. Οι ποινές θα είναι συντρέχουσες. Έγινε εισήγηση από το συνήγορο του για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72) όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Το νέο άρθρο 3
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η νέα διάταξη έτυχε νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία υποθέσεων. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, με το Ν. 186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί όπως δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο (βλ. επίσης Πωλ Σώζου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 12/2016 ημερ. 29/3/2016, Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 11/2006 ημερ. 17/10/2016 και Κωνσταντίνος Ασσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/16, ημερ. 18/01/2017). Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες το Δικαστήριο επανεξετάζει κάθε παράγοντα που δυνατό να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 3
(2)του σχετικού νομοθετήματος. Έχουμε επανεξετάσει όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφασή μας, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου
- Θεωρούμε πως η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Σε σχέση με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου, πέραν του λευκού του μητρώου, δεν βρίσκουμε να συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείται αναστολή. Υποδεικνύεται πως τόσο το λευκό του μητρώο όσο και οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, στους οποίους γίνεται αναφορά πιο πάνω, λήφθηκαν δεόντως υπόψη στην έκταση της φυλάκισης. Από την άλλη, κρίνουμε ότι οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και ο δόλιος και επικίνδυνος για το κοινό τρόπος με τον οποίο έχει ενεργήσει ο Κατηγορούμενος 2, δεν του δίνουν το δικαίωμα να ζητά μια δεύτερη ευκαιρία, με την αναστολή της φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της φυλάκισης στην κρινόμενη υπόθεση, θα εξέπεμπε, φρονούμε, λανθασμένα μηνύματα, εις ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση παραβατών για αδικήματα της φύσης που ο Κατηγορούμενος 2 έχει διαπράξει. Ενόψει των ανωτέρω, οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες και η έκτισή τους θα αρχίζει από σήμερα, 26/02/
- (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο