← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9357/16, 6/3/2020

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9357/16, 6/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9357/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. ΧΧΧ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ
  2. ΧΧΧ ΠΑΝΤΗΣ
  3. ΧΧΧ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ
  4. ΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  5. ΧΧΧ ΠΕΤΡΟΥ
  6. ΧΧΧ ΛΟΥΡΟΥΤΖΙΑΤΗΣ
  7. ΧΧΧ ΚΟΥΛΛΑΠΗΣ
  8. ΧΧΧ ΚΟΥΛΛΑΠΗΣ
  9. ΧΧΧ BAQLE
  10. ΧΧΧ ΒΕΡΓΑΣ
  11. ΧΧΧ ΜΑΛΗΚΙΔΗΣ
  12. ΧΧΧ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
  13. ENVIROPLAN ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ & ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Α.Ε (ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ)
  14. ΧΧΧ ΛΩΛΟΣ
  15. HELECTOR CYPRUS LTD
  16. N.E. MIDORIACO LTD Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 06/03/2020 Αίτηση ημερ. 13/02/2020 για Δήμευση Εσόδων των Κατηγορουμένων 1, 2, 6 και 7 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Κέκκος Για Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Δ. Παυλίδης) Για Κατηγορούμενο 2: Καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Α. Πελεκάνος (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χ. Γεωργίου) Για Κατηγορούμενους 7: κ. Α. Κανναουρίδης Για Κατηγορούμενη εταιρεία 15: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενοι 1, 6 και 7 παρόντες Κατηγορούμενος 2 απών με άδεια του Δικαστηρίου --------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, που καταχωρίστηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, επιδιώκεται:
  17. Η διεξαγωγή έρευνας προς διαπίστωση του κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 6 και 7 απεκόμισαν έσοδα από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος.
  18. Η έκδοση διατάγματος δήμευσης για είσπραξη των εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 6 και
  19. Συγκεκριμένα, ζητείται η έκδοση διαταγμάτων δήμευσης: - για τον Κατηγορούμενο 1, για το ποσό των €124.600 - για τον Κατηγορούμενο 2, για το ποσό των €10.000 - για τον Κατηγορούμενο 6, για το ποσό των €138.000 και - για τον Κατηγορούμενο 7, για το ποσό των €100.000 Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 3-13 και 72 των Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007-2019, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από Έκθεση Ισχυρισμών της Κατηγορούσας Αρχής στην οποία παρατίθενται τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η αίτηση. Ό,τι στην ουσία αναφέρεται στην υπό αναφορά Έκθεση, είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση: (α) με τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 6 και 7 και (β) με τα έσοδα που αποκόμισε ο κάθε ένας από αυτούς, όπως καταγράφονται στα επί μέρους ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 07/02/
  20. Πέραν των ανωτέρω, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι στα πλαίσια μονομερούς αιτήσεως που είχε καταχωρίσει ο Γενικός Εισαγγελέας στις 09/03/2017, είχαν εκδοθεί αυθημερόν διατάγματα δέσμευσης και επιβάρυνσης, συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων των Κατηγορουμένων 1, 2, 6 και 7 (βλ. Παράρτημα Α). Οι Κατηγορούμενοι 1, 6 και 7 καταχώρισαν Έκθεση Αντίκρουσης Ισχυρισμών, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11

(2)του Νόμου, ενώ ο Κατηγορούμενος 2, δήλωσε, μέσω των δικηγόρων του, επιφυλάσσοντας πλήρως όλα τα δικαιώματά του, ότι δεν ενίσταται στην έκδοση του διατάγματος δήμευσης όπως ζητείται με την αίτηση. Είχε προηγηθεί η αποστολή επιστολής των συνηγόρων του Κατηγορούμενου 2 (βλ. Έγγραφο «Α») με την οποία έθετε το ποσό των €10.000, το οποίο επιδιώκεται να δημευθεί με την αίτηση, στη διάθεση της ΜΟΚΑΣ, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα να αμφισβητήσουν μέσω της Έφεσης την καταδίκη του Κατηγορούμενου
  1. Τα γεγονότα των Εκθέσεων Αντίκρουσης Ισχυρισμών των Κατηγορουμένων 1, 6 και 7, εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των υπό αναφορά Κατηγορουμένων. Ειδικότερα: I) Ο Κατηγορούμενος 1, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Έκθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αναφέρει ότι τα δύο ακίνητα που έχουν επιβαρυνθεί με την Αίτηση δέσμευσης και επιβάρυνσης, κατέχονται από τον ίδιο και τον υιό του ΧΧΧ, «εδώ και πάρα πολλά χρόνια» και αποκτήθηκαν νόμιμα. Αναφέρει, επίσης, ότι το ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του υιού του, του το έχει μεταβιβάσει «εδώ και αρκετά χρόνια, ως είναι η συνήθης πρακτική οι γονείς να μεταβιβάζουν την περιουσία τους στα παιδιά τους». Υποδεικνύεται πως με βάση το Παράρτημα Α της Έκθεσης Ισχυρισμών, εκδόθηκε διάταγμα επιβάρυνσης επί δύο ακινήτων. Το ένα (χωράφι αρ. εγγραφής ΧΧΧ, τμ/φ/σχ ΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧ), αξίας €49.300, στο χωριό Λετύμβου, είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του Κατηγορούμενου 1 και το δεύτερο (χωράφι αρ. εγγραφής ΧΧΧ, τμ/φ/σχ ΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧ) αξίας €183.300, στο χωριό Δρούσια, στο όνομα του υιού του ΧΧΧ Πατσαλίδη. Ως αναφέρεται στην Έκθεση Ισχυρισμών (Παρ. 8(Ι)(β)) και επιβεβαιώνεται από το Πιστοποιητικό του Κτηματολογίου (Παράρτημα Β), το πιο πάνω ακίνητο μεταβιβάστηκε στον ΧΧΧ Πατσαλίδη δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του - Κατηγορούμενο 1 - στις 28/12/
  2. II) Ο Κατηγορούμενος 6, αναφέρει ότι το ακίνητο το οποίο έχει επιβαρυνθεί (½ μερίδιο διώροφης κατοικίας με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, τμ/φ/σχ ΧΧΧ τεμάχιο ΧΧΧ, στις Πάνω Πλάτρες), αξίας €266.000 το όλο, αποτελεί δωρεά από τον πατέρα του ημερ. 30/06/1989, ως προκύπτει και από το σχετικό πιστοποιητικό του Κτηματολογίου (Παράρτημα Γ και Τεκμήριο 1 στην Έκθεση του Κατηγορούμενου 6). Αναφέρει, επίσης, ότι δεν είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του υπό αναφορά ακινήτου, αλλά συνιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο με την αδελφή του (βλ. Τεκμήριο 2). Υπό τα δεδομένα αυτά, εισηγείται πως δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. III) Ο Κατηγορούμενος 7, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει το διάταγμα δήμευσης του ποσού των €100.000, που ζητείται με την αίτηση εναντίον του, επειδή δεν είναι ο μοναδικός δικαιούχος του γραμματίου που έχει δεσμευθεί στα πλαίσια της αναφερθείσας αίτησης (βλ. Παράρτημα Α). Υποδεικνύεται ότι με το αναφερθέν διάταγμα δέσμευσης και επιβάρυνσης, δεσμεύθηκε ποσό ύψους €100.000 που βρίσκετο κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό που τηρείτο στη ΣΠΕ Μακράσυκας, με δικαιούχους τον Κατηγορούμενο 7, τη σύζυγό του ΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧ Κουλλαπής και τα παιδιά του ΧΧΧ και ΧΧΧ Κουλλαπή. Το υπό αναφορά διάταγμα έχει καταστεί απόλυτο στις 27/03/
  3. Όπως δε αναφέρεται στην Έκθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ο πιο πάνω λογαριασμός, τηρείται σήμερα στην Ελληνική Τράπεζα, με νέα στοιχεία, που καταγράφονται στην παράγραφο 8(IV)(α) της Έκθεσης. Με αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση (Τεκμήρια Α-Γ), ο Κατηγορούμενος 7, υποδεικνύει ότι ο πιο πάνω δεσμευθείς λογαριασμός προήλθε από μεταφορά ποσού ύψους €128.089,14 που διατηρούσε η σύζυγος και ο υιός του σε κοινό λογαριασμό όψεως. Πέραν τούτου, υποστηρίζει ότι ένα μεγάλο μέρος του ποσού του υπό αναφορά λογαριασμού, προήλθε από χρήματα που κέρδισε από την εργασία του ο υιός του ΧΧΧ, καταθέτοντας προς τούτο σχετική δέσμη από αντίγραφα αποδείξεων κατάθεσης και επιταγών (Τεκμήριο Δ). Υποστηρίζοντας την Αίτηση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Κέκκος, επεσήμανε, επιγραμματικά τα ακόλουθα: - Ενόψει του γεγονότος ότι έχει προηγηθεί η έκδοση Απόφασης από το Δικαστήριο, με την οποία έχουν διακριβωθεί τα έσοδα των Κατηγορουμένων από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων, παρέλκει η περαιτέρω έρευνα για να εξακριβωθεί κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι απεκόμισαν έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. - Εις ό,τι αφορά τη ρευστοποιήσιμη περιουσία των Κατηγορουμένων, υπέδειξε ότι έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα δέσμευσης και επιβάρυνσης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων των Κατηγορουμένων, το οποίο έχει καταστεί απόλυτο. - Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων 1, 6 και 7, ότι οι δεσμευθείσες περιουσίες δεν προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες και δεν συνδέονται με τα έσοδα που απέκτησαν από τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κ. Κέκκος υποστήριξε πως τούτο είναι εντελώς άσχετο και δεν εμποδίζει την έκδοση του επιδιωκόμενου με την αίτηση διατάγματος δήμευσης. Τόσο η ακίνητη περιουσία που δεσμεύθηκε με το διάταγμα δήμευσης σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 6, όσο και το χρηματικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο στη ΣΠΕ, αποτελούν ρευστοποιήσιμη περιουσία, όπως ο όρος ερμηνεύεται στο Νόμο και ορθά έχει δεσμευθεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. - Παραπέμποντας σε νομολογία και έγκριτα νομικά συγγράμματα, υπέδειξε πως το διάταγμα δήμευσης αποτελεί διάταγμα πληρωμής συγκεκριμένου ποσού χρημάτων από τον Κατηγορούμενο. Στην περίπτωση, κατέληξε, που ο Κατηγορούμενος παραλείψει να πληρώσει το ποσό του διατάγματος, τότε είναι που ενδεχομένως θα προχωρήσει ο Γενικός Εισαγγελέας με εκτέλεση του διατάγματος δήμευσης. Εάν και εφόσον, κατέληξε ο κ. Κέκκος, η Κατηγορούσα Αρχή προχωρήσει με τη διαδικασία εκτέλεσης των διαταγμάτων δήμευσης, τότε θα μπορούν οι Κατηγορούμενοι και τυχόν άλλα επηρεαζόμενα πρόσωπα να ακουστούν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 1, 6 και 7, υποστήριξαν πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δήμευσης. Ειδικότερα: - Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, κ. Αλεξάνδρου, εισηγήθηκε πως δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία στην αίτηση που καταχώρησε η Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση των οποίων θα μπορούσε να διεξαχθεί έρευνα από το Δικαστήριο για να οδηγηθεί σε (νέα) ευρήματα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 1, απέκτησε παράνομα έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Για το λόγο αυτό, κατέληξε ο συνήγορος, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. - Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 6 κ. Πελεκάνος, υιοθέτησε την εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου, θέτοντας και περαιτέρω διαδικαστικά αλλά και ουσιαστικά, όπως τα χαρακτήρισε, ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να αποτύχει η αίτηση. Αρχίζοντας από το πρώτο σκέλος της αίτησης, που αφορά τη «διεξαγωγή έρευνας», διερωτήθηκε πώς θα μπορούσε η Υπεράσπιση να αμφισβητήσει το υπόβαθρο της αίτησης, δεδομένου ότι στηρίχθηκε στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί, κατά το συνήγορο, σχήμα οξύμωρο το γεγονός ότι το ίδιο Δικαστήριο που έχει εκδικάσει την υπόθεση και έχει καταλήξει σε ευρήματα, καλείται να διεξάγει έρευνα για να διαπιστώσει, στην ουσία, αυτά που έχει ήδη διαπιστώσει στην καταδικαστική του απόφαση. Με τον τρόπο αυτό, εισηγήθηκε ο κ. Πελεκάνος, στερούνται οι Κατηγορούμενοι το δικαίωμα να αμφισβητήσουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα έσοδα που αποκόμισαν. Άλλη εισήγηση του κ. Πελεκάνου, είναι ότι η διαδικασία δήμευσης έχει, δυνητικά τουλάχιστον, ποινικό χαρακτήρα. Εγείρεται ως εκ τούτου ζήτημα παραβίασης της αρχής "ne bis in idem", του κινδύνου δηλαδή διπλής δίωξης ή/και καταδίκης του Κατηγορούμενου. Σε παρέμβαση του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα αυτό διασαφηνίστηκε στην υπόθεση Pal ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, ο κ. Πελεκάκος απάντησε πως δεν έχει ξεκαθαρίσει, παραπέμποντας σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ (Mihalache v. Romania, Appl. No 54102/10, ημερ. 18/7/2019, Καπετάνιος κ.ά. ν. Ελλάδος Appl. 3453/12, 4294/12 και 9028/13, ημερ. 30/4/2015 και άλλες). Επί της ουσίας, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 6, επεσήμανε ότι το ακίνητο το οποίο έχει δεσμευθεί αποτελεί κατοικία και κατέχεται κατά ½ μερίδιο από τον Κατηγορούμενο 6 και την αδελφή του. Εγείρεται, κατά το συνήγορο, ζήτημα παρέμβασης στο συνταγματικό δικαίωμα της περιουσίας, χωρίς καν να δοθεί το δικαίωμα στο επηρεαζόμενο πρόσωπο (αδελφή του Κατηγορούμενου 6) να ακουστεί. Η Κατηγορούσα Αρχή, όφειλε, κατά το συνήγορο, να είχε επιδώσει την αίτηση σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα για να ακουστούν. Ο κ. Πελεκάνος, επεσήμανε, τέλος, τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται οι Κατηγορούμενοι, οι οποίοι, όπως εισηγήθηκε, εάν συγκατατεθούν στην έκδοση του διατάγματος δήμευσης, κινδυνεύουν να απωλέσουν το δικαίωμα έφεσης τους στην καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου με την οποία διαφωνούν. Τούτο, όπως εισηγήθηκε, λόγω της ισχύουσας νομολογίας, με βάση την οποία, η συμμόρφωση, στερεί το δικαίωμα έφεσης από τον Κατηγορούμενο. Επικαλέστηκε προς τούτο την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση χχχ Θεοχάρη κ.ά. ν. Αλουμίνια Αντρέας Χριστοφόρου & Υιοί Λτδ, Ποιν. Έφ. Αρ. 356/2018, ημερ. 20/1/
  1. - Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 7, εισηγήθηκε πως ο κοινός λογαριασμός που έχει δεσμευθεί δεν αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία του Κατηγορούμενου
  2. Υπέδειξε, συναφώς, ότι συνδικαιούχοι είναι ακόμα 3 στενά συγγενικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου 7, το ένα εκ των οποίων, έχει συνεισφέρει το ποσό των €57.000 από το σύνολο των €100.000 που έχει δεσμευθεί. Ο κ. Κανναουρίδης, εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως δεν είναι δυνατό να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης για το συγκεκριμένο ποσό, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για διεξαγωγή έρευνας και για έκδοση διατάγματος δήμευσης, προβλέπεται στα άρθρα 6-13 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Νόμος 188(Ι)/2007), ως έχει τροποποιηθεί (στη συνέχεια «ο Νόμος»). Η καταχώριση της σχετικής αίτησης από το Γενικό Εισαγγελέα, σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙ του Νόμου. Η αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση Ισχυρισμών, στην οποία εκτίθενται τα σχετικά γεγονότα που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να διαπιστώσει τυχόν έσοδα του Κατηγορούμενου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (βλ. άρθρα 6
(1)και 11
(1)του Νόμου). Όπως το άρθρο 6
(1)ορίζει, η έρευνα πρέπει να προηγηθεί χρονικά της επιβολής ποινής από το Δικαστήριο που έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα. Όσον αφορά τους ορισμούς «καθορισμένα» και «γενεσιουργά αδικήματα», με βάση τα άρθρα 3, 4 και 5 του Νόμου, είναι τα «αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» και τα «γενεσιουργά αδικήματα», τα οποία, ως αναφέρεται στο άρθρο 5, είναι οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα που καθορίζονται ως τέτοια από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υποδεικνύεται, βέβαια, πως κατά τους επίδικους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους (2006-2014) «γενεσιουργό αδίκημα», με βάση το άρθρο 5 (πριν από την τροποποίησή του με τον τροποποιητικό Νόμο 13(Ι)/2018) ήταν οποιοδήποτε αδίκημα το οποίο τιμωρείτο με ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους. Δεν χωρεί, συνεπώς, αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, αποτελούν γενεσιουργά αδικήματα, με βάση τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 5, όπως ίσχυε και κατά τους επίδικους χρόνους. Όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, σχετικό είναι το άρθρο 7, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες ή με αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο˙ (β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτόν ή το προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.
(2)Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι— (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ (β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ (γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουμένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματά του.
(3)Οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)δεν εφαρμόζονται αν- (α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουμένου ή (β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουμένου αν εφαρμόζονταν.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις πρόνοιες του εδαφίου
(2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.
(5).........................» Στην υπό εξέταση υπόθεση, στην οποία έχει προηγηθεί καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία, συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Κέκκου πως δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί και αποφασιστεί εκ νέου κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι 1, 6 και 7 αποκόμισαν έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Τούτο, διότι από τα ευρήματα στα οποία καταλήξαμε, μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, συνάγεται ότι οι Κατηγορούμενοι αποκόμισαν έσοδα από τις παράνομες δραστηριότητες τους, ήτοι από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων, στα οποία κρίθηκαν ένοχοι. Διαπιστώθηκαν, επίσης, τα ακριβή ποσά τα οποία παράνομα επωφελήθηκαν, που είναι: - €124.600 ο Κατηγορούμενος 1 - €138.000 ο Κατηγορούμενος 6 και - €100.000 ο Κατηγορούμενος 7 Καθίσταται, ως εκ των ανωτέρω, φανερό πως δεν απαιτείται η διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας για να διαπιστωθούν τα πιο πάνω δεδομένα τα οποία έχουν ήδη διακριβωθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια στην απόφαση ημερ. 07/02/2020. Εκείνο που απομένει να αποφασιστεί είναι εάν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος δήμευσης σε σχέση με τα ποσά τα οποία δύνανται να ρευστοποιηθούν, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Έκθεση Ισχυρισμών της Κατηγορούσας Αρχής, όπως έχουν αντικρουσθεί από τις αντίστοιχες εκθέσεις και ένορκες δηλώσεις των Κατηγορουμένων 1, 6 και 7. Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 12 του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «12.
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(2), το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
(2)Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος το ποσό το οποίο θα ήταν δυνατό να ρευστοποιηθεί είναι μικρότερο του ποσού το οποίο το δικαστήριο υπολόγισε ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το ποσό το οποίο, σύμφωνα με το διάταγμα δήμευσης, πρέπει να ανακτηθεί είναι το ποσό το οποίο, κατά την άποψη του δικαστηρίου, δύναται στην πραγματικότητα να εξασφαλισθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία. Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στο διάταγμα και το ποσό το οποίο έπρεπε να ανακτηθεί ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό το οποίο δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι μικρότερο από το ποσό το οποίο θα έπρεπε να ληφθεί, δύναται να εκδώσει για τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών διάταγμα είτε για τη διαγραφή της διαφοράς είτε για την αναστολή της είσπραξης της, το οποίο, κατά τη γνώμη του και λαμβανομένων υπόψη των λόγων της διαφοράς, κρίνει δίκαιο και σκόπιμο.». Τι συνιστά «ρευστοποιήσιμη περιουσία» καθορίζεται στο άρθρο 13
(1), ως ακολούθως: «13.
(1)Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει- (α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό˙ και (β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά της συγκεκριμένης αυτής περιουσίας ή περιουσία που έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό: Νοείται ότι, για σκοπούς της παραγράφου (β), η απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας περιλαμβάνει το προϊόν του αδικήματος ή άλλη περιουσία η αξία της οποίας είναι ισοδύναμη με το προϊόν του αδικήματος.». «Απαγορευμένες δωρεές», σύμφωνα με το άρθρο 13
(7)του Νόμου είναι: «(α) Όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο κατά τα τελευταία έξι έτη πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του ή (β) ............... (γ) ...............» Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Σάββα Αντρέα Σάββα
(2007)1 Α.Α.Δ. 150, το διάταγμα δήμευσης συνιστά διάταγμα πληρωμής χρημάτων και όχι διάταγμα δήμευσης συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Στην υπό αναφορά απόφαση, ο Δικαστής Αρτέμης, ως ήταν τότε, παραπέμπει στην παράγραφο 5-101 του συγγράμματος Mitchell, Taylor & Talbot on Confiscation and the Proceeds of Crime όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "A confiscation order is an order to pay a sum of money. It is therefore not an order confiscating a particular asset.". Σχετική είναι επίσης η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα THE PROCCEDS OF CRIME των Millington and Sutherland Williams, 3η Έκδοση, παρα 11.01: "A confiscation order is an in personam order against the defendant requiring him to pay a sum of money and is not an in rem order against the property taken into account by the court in making the order". Εις ό,τι δε αφορά τη ρευστοποιήσιμη περιουσία χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο αναφερθέν σύγγραμμα Confiscation and the Proceeds of Crime όπου στην παράγραφο 5-078, αναφέρονται τα ακόλουθα: ″The court must then, and quite separately from the benefits calculation, calculate the amount that might be realised. As a general principle the court cannot order the defendant to pay a confiscation order in an amount greater than he can pay. The court must therefore calculate the amount that might be realised″. Σε μετάφραση: ″Το δικαστήριο πρέπει τότε, και εντελώς ξεχωριστά από τον υπολογισμό του οφέλους, να υπολογίσει το ποσό που πρέπει να ρευστοποιηθεί. Ως μία γενική αρχή το δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει τον κατηγορούμενο να πληρώσει ένα διάταγμα δήμευσης το οποίο αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο από ότι δύναται να πληρώσει. Το δικαστήριο, ακολούθως, πρέπει να υπολογίσει το ποσό που πρέπει να ρευστοποιηθεί″. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι οι περιουσίες που έχουν δεσμευθεί, εμπίπτουν στον ορισμό της ρευστοποιήσιμης περιουσίας, όπως ο όρος έχει ερμηνευθεί από την ανωτέρω νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Αρχίζοντας από τον Κατηγορούμενο 1, υπενθυμίζουμε ότι έχουν δεσμευθεί δύο ακίνητα. Το ένα είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του ιδίου (Τεμάχιο ΧΧΧ στη Λετύμβου) και το δεύτερο (Τεμάχιο ΧΧΧ στη Δρούσια) επ' ονόματι του υιού του ΧΧΧ, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του ημερ. 28/12/2012. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα δύο πιο πάνω κτήματα αποτελούν ρευστοποιήσιμη περιουσία, μέσα στην έννοια που αποδίδεται στις πρόνοιες των άρθρων 13
(1)(α) και (β) και 13
(7)του Νόμου. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τη δωρεά του Τεμαχίου ΧΧΧ στη Δρούσια, από τον Κατηγορούμενο 1 στον υιό του, είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι έλαβε χώρα το έτος 2012, ήτοι εντός της περιόδου των 6 ετών πριν από την δίωξη του, που προβλέπεται στο άρθρο 13
(7)(α) του Νόμου και κατά συνέπεια εμπίπτει στην απαγορευμένη από το Νόμο δωρεά. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 6, η περιουσία που έχει επιβαρυνθεί αφορά το μερίδιο του (½), σε διώροφη κατοικία στις Πλάτρες, συνολικής αξίας €226.
  1. Το γεγονός ότι είναι συνιδιοκτήτρια κατά το υπόλοιπο ½ μερίδιο η αδελφή του, δεν συνιστά εμπόδιο για την έκδοση του διατάγματος σε σχέση με το δικό του μερίδιο. Θα περιοριστούμε, επί του προκειμένου, να επαναλάβουμε όσα σχετικά έχουν λεχθεί στην υπόθεση Σάββα Σάββα (πιο πάνω), ότι δηλαδή το διάταγμα δήμευσης συνιστά διάταγμα πληρωμής συγκεκριμένου ποσού χρημάτων και όχι δήμευση του περιουσιακού στοιχείου. Όπως δε ορθά επισημαίνεται από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, εάν δεν πληρωθεί το ποσό από τον Κατηγορούμενο 6 και προωθηθεί η διαδικασία εκτέλεσης, με την εκποίηση της περιουσίας που έχει επιβαρυνθεί, τότε το τρίτο μέρος που έχει συμφέρον στην περιουσία, θα έχει το δικαίωμα να ακουστεί. Στην αναφερθείσα υπόθεση Σάββα Σάββα, επεξηγείται ότι στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει υποχρέωση να ακουστούν τα επηρεαζόμενα τρίτα πρόσωπα. Γίνεται δε παραπομπή στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα, όπου στην παράγραφο 5-030, αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Είναι αξιοσημείωτο ότι τρίτα πρόσωπα δεν έχουν δικαίωμα ακρόασης στο Crown Court. . Στην υπόθεση Robson το Εφετείο δήλωσε ότι δεν υπήρχε τίποτε στο Νόμο, που έδιδε σε τρίτο πρόσωπο το δικαίωμα να προβάλει ισχυρισμούς στο Crown Court . Αυτό δεν είναι άδικο, αφού το διάταγμα δήμευσης είναι απλώς ένα διάταγμα εναντίον του κατηγορούμενου για να πληρώσει ένα ποσό χρημάτων. Είναι μόνο αν ο κατηγορούμενος δεν πληρώσει το ποσό θεληματικά, που τα πολιτικά δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν διάταγμα για εκποίηση συγκεκριμένης περιουσίας. Σε αυτό το στάδιο είναι που το τρίτο μέρος έχει το δικαίωμα ακρόασης, και πράγματι οποιοδήποτε διάταγμα του Ανώτατου Δικαστηρίου για να εφαρμόσει επιβάρυνση ή να εξουσιοδοτήσει τον παραλήπτη να πωλήσει οποιαδήποτε περιουσία ή να διατάξει τρίτο πρόσωπο να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον παραλήπτη δεν μπορεί να εκδοθεί, μέχρις ότου το ενδιαφερόμενο μέρος θα έχει ακουστεί.». Εις ό,τι αφορά τα άλλα ζητήματα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 6, περί του κινδύνου διπλής τιμωρίας και παραβίασης της αρχής "ne bis in idem" θα περιοριστούμε να παραπέμψουμε στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Pal ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) τα οποία απαντούν τα σχετικά ερωτήματα: «Έχει αποφασιστεί ότι η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης δυνάμει του Νόμου δεν αποτελεί κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να εκδικαστεί, αλλά θεωρείται μέρος της διαδικασίας επιβολής ποινής. (R. v. Benjafield [2002] UKHL 2 και Phillips v. The United Kingdom - ανωτέρω). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime 3η έκδ. σελ. 220-222, ιδιαίτερα στην παρ. 9.191-
  2. Περαιτέρω, είναι σαφές από την ίδια και άλλη συναφή νομολογία, ότι ακριβώς επειδή η διαδικασία της δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής και έπεται της καταδίκης μετά από ακρόαση, δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ούτε βέβαια το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όσον αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό διότι η διαδικασία δήμευσης δεν δημιουργεί νέο ποινικό αδίκημα που προστίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 9.200 του πιο πάνω συγγράμματος: «Rather, confiscation is really no more than a sentencing procedure for an offence that has already been proven. The sole purpose of such hearings is to assess the level of penalty.»» Οι πιο πάνω επισημάνσεις, απαντούν και τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 7. Το γεγονός ότι ο δεσμευθείς λογαριασμός είναι κοινός με 3 άλλα στενά συγγενικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου 7, δεν εμποδίζει την έκδοση του διατάγματος δήμευσης, εφόσον και ο ίδιος είναι συνδικαιούχος. Πέραν τούτου, επαναλαμβάνουμε πως τα υπό αναφορά πρόσωπα, που δυνατό να επηρεάζονται από τον επίδικο κοινό λογαριασμό, θα έχουν το δικαίωμα να ακουστούν στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης του διατάγματος, όταν και εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή αποφασίσει να προχωρήσει με την εκτέλεση του διατάγματος επί του αναφερθέντος κοινού λογαριασμού. Νοουμένου, πάντοτε, ότι ο Κατηγορούμενος 7 δεν θα πληρώσει το χρηματικό ποσό του διατάγματος δήμευσης. Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι οι πιο πάνω περιουσίες των Κατηγορουμένων 1, 6 και 7 που έχουν δεσμευθεί/επιβαρυνθεί, αποτελούν ρευστοποιήσιμες περιουσίες και ουδείς από τους λόγους που έχουν επικαλεστεί για τη μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δήμευσης, ευσταθεί. Εκδίδονται κατά συνέπεια διατάγματα δήμευσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2, 6 και 7, ως οι παράγραφοι 2(Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Αίτησης. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.