← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης 23480/2018, 8/1/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης 23480/2018, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 23480/2018 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Θεοδώρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08, Ιανουαρίου 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Α. Ευσταθίου Ενδιάμεση Απόφαση Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Θεμελιακές επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι οι αποφάσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο αυτό όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι : « στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά εξετάζει μόνο το κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Υπενθυμίζεται, παράλληλα, ότι στο παρόν στάδιο η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειό της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)JSC 145. Οι σχετικές αρχές έχουν συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση E.C. Fresh Meat Ltd ν Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:B524, Π.Ε. 43/2017, ημερομηνίας 5.12.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.» Στην υπό κρίση υπόθεση η συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγεί από την πρώτη κατηγορία, επειδή δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς πριν την έγερση της ποινικής υπόθεσης. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης εισηγήθηκε ότι, ένεκα της πιο πάνω παράλειψης έχει παραβιαστεί ο τρίτος δικαστικός κανόνας. Το πιο πάνω γεγονός σύμφωνα με τη συνήγορο πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή του Κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Επιπλέον, η κα Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι υφίσταται μαρτυρία ότι το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος έφερε πινακίδες δοκιμής. Εφόσον, λοιπόν, έφερε πινακίδες δοκιμής δεν εφαρμόζονται οι Κανονισμοί 6 και 16 των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, οι οποίοι αποτελούν τη βάση της δεύτερης κατηγορίας. Συνακόλουθα, σύμφωνα με την Υπεράσπιση ο Κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγεί από αυτό το στάδιο σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία. Εν πρώτοις, σημειώνεται ότι οι δικαστικοί κανόνες αποτελούν κανόνες πρακτικής και όχι κανόνες δικαίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ahmad Ahmad Al ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, από το λεκτικό του δικαστικού κανόνα ΙΙΙ, στον οποίο παρέπεμψε η κα Ευσταθίου, δεν προκύπτει ότι αυτός επιβάλλει ως προϋπόθεση έγκυρης έγερσης ποινικής δίωξης το να κατηγορηθεί προηγουμένως γραπτώς ο Κατηγορούμενος. Παράλληλα δεν εντοπίζω να υφίσταται οποιοσδήποτε κανόνας που να απαγορεύει την έγερση ποινικής δίωξης, εάν δεν έχει κατηγορηθεί γραπτώς σε προγενέστερο στάδιο ο Κατηγορούμενος. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση της κας Ευσταθίου απορρίπτεται. Παράλληλα κρίνω ότι η ενώπιον μου μαρτυρία αντικειμενικά ορώμενη παρέχει επαρκές έρεισμα, ώστε να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Περαιτέρω, σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία σημειώνω ότι υφίσταται μαρτυρία, η οποία δόθηκε μέσω του ΜΚ3, ότι το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένο. Συγκεκριμένα τέθηκε μαρτυρία ότι το επίδικο όχημα ήταν εγγεγραμμένο και είχε τους αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Το πιο πάνω στοιχείο μαρτυρίας δεν αξιολογείται στο παρόν στάδιο, ώστε να εξαχθεί σχετικό εύρημα, αλλά αναφέρεται ως στοιχείο σε σχέση με το οποίο το Δικαστήριο προβαίνει σε αντικειμενική θεώρηση αυτού. Επί του προκειμένου σημαντικός είναι ο κανονισμός 16
(1)των περί τροχαίας κινήσεως κανονισμών, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Τα διακριτικά σημεία της ταυτότητος μηχανοκινήτου οχήματος θέλουν τοποθετηθή επ'αυτού, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, κατά τρόπον ώστε να είναι κατά πάντα χρόνον ευχερής η διακρίβωσίς των.» Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του εν λόγω κανονισμού ο όρος διακριτικά σημεία ταυτότητας έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν ο Κανονισμός 6. Σύμφωνα δε με τον κανονισμό 6 παράγραφος 7 : «Ουδέν μηχανοκίνητον όχημα δύναται να φέρη επ'αυτού διακριτικά σημεία ταυτότητος άλλα, πλην εκείνων, τα οποία παρεχωρήθησαν εις αυτό επί τη εγγραφή του, ή οιανδήποτε επιγραφήν υποδηλούσαν ότι τούτο ανήκει εις οιονδήποτε τύπον ή κατηγορίαν οχημάτων πλην εκείνης, διά την οποίαν εγένετο η εγγραφή του.» Στα γεγονότα της παρούσας, κρίνω ότι η αναφορά πως το επίδικο όχημα έφερε πινακίδες δοκιμής σε συνδυασμό με την αναφορά ότι, όταν αυτό ενεγράφη του παραχωρήθηκαν οι αριθμοί εγγραφής XXXXX33, αντικειμενικά επαρκούν για τη κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία. Συγκεκριμένα οι πιο πάνω αναφορές δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η οποία πρέπει να απαντηθεί, σε σχέση με το εάν το επίδικο όχημα έφερε διακριτικά σήματα άλλα από αυτά που παραχωρηθήκαν κατά την εγγραφή του. Τέλος μέσα από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, προκύπτει ότι υφίστανται τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. [Υπ.] .................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.