Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Κώστα, Αρ. Υπόθεσης: 11691/18, 28/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11691/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Κώστα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Σ. Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μιαν κατηγορία σε σχέση με αμελή οδήγηση και μια σε σχέση με οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνία 14.11.2019, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία σε σχέση με οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και παρέμεινε επίδικη μονό η κατηγορία σε σχέση με την αμελή οδήγηση. Ταυτόχρονα διακόπηκε η τρίτη κατηγορία, η οποία αφορούσε κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 21.1.2017, στη Λεωφόρο Ελευθερίας, της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX67, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Λοχίας XXXXX XXXXX Θεοκλέους, ΜΚ
- Ο ΜΚ1 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως υπεύθυνος του τεχνικού ελέγχου μηχανοκινήτων οχημάτων της Τροχαίας Λευκωσίας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε την έκθεσή του ημερομηνίας 25.01.17 ως Έγγραφο Α. Το Έγγραφο Α αποτελεί έκθεση σε σχέση με τον μηχανικό έλεγχο που έγινε στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με αυτήν η πρώτη επαφή βρισκόταν στο μπροστινό μέρος πάνω στον προφυλακτήρα σε ύψος 22‑ 45 εκατοστά από το έδαφος και 75 εκατοστά μετρούμενο από δεξιά προς αριστερά. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι οι αποστάσεις μετρούνται από τη θέση του οδηγού και συμφώνησε ότι η δεξιά πλευρά για σκοπούς της εκτίμησής του ήταν η θέση του οδηγού. Δήλωσε παράλληλα ότι το επίδικο όχημα δεν το έχει μετρήσει. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Θεοδόσης Μιχαήλ, MK
- Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του που έδωσε στην Αστυνομία στις 13.03.
- Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Επίσης ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του ανέφερε ότι, προτού εισέλθει στο δρόμο αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να έρχεται από μακριά. Επειδή, όμως, ήταν μακριά εισήλθε εντός του δρόμου. Ακολούθως, αφού εισήλθε στο δρόμο και έφτασε περί το μέσο της λωρίδας κοίταξε δεξιά και αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να κινείται ζιγκ ζαγκ με μεγάλη ταχύτητα. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να προχωρήσει και τότε τον κτύπησε το όχημα του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή του υπέδειξε στο Τεκμήριο 1, ότι προτού διασταυρώσει βρισκόταν στο σημείο που φαίνεται το βέλος δίπλα από το γράμμα Β επί του Τεκμηρίου
- Όταν βρισκόταν στο πιο πάνω σημείο κοίταξε δεξιά και αριστερά. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι προτού διασταυρώσει κοίταξε δεξιά και αριστερά και μετά θυμόταν ότι βρέθηκε κάτω στον δρόμο. Δήλωσε ότι το όχημα του κατηγορουμένου ερχόταν από μακριά, έτρεχε και κινείτο ζικ‑ζακ. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσα χιλιόμετρα έτρεχε, αλλά δήλωσε ότι ήταν πολλά. Ήταν θετικός στο ότι ο οδηγός του επίδικου οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος αφού τον είδε. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι είναι σήμερα ηλικίας 36 ετών και ύψος
- Τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχαν άλλοι στον δρόμο, αλλά ήταν μόνος του. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει σε πόση απόσταση βρίσκονται τα καφενεία από το σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα, απάντησε ότι βρίσκονται κοντά στο περίπτερο και ότι ο ίδιος βρισκόταν πιο πίσω από το περίπτερο. Διευκρίνισε ότι κινείτο προς τη λεωφόρο Ελευθερίας και ότι το περίπτερο που αναφέρει ήταν στα αριστερά του όπως κινείτο. Συμφώνησε ότι πριν από το περίπτερο υπάρχει διάβαση πεζών και ότι συνηθίζει να χρησιμοποιεί εκείνην τη διάβαση. Σε ερώτηση γιατί δεν τη χρησιμοποίησε εκείνο το βράδυ, απάντησε ότι επειδή είδε πως μπορούσε να περάσει και προσπάθησε να περάσει. Εξήγησε, επίσης, ότι εκείνο το βράδυ ήταν βιαστικός. Σε ερώτηση γιατί, ενώ είδε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να κινείται επικίνδυνα επιχείρησε να διασταυρώσει, απάντησε απλώς ότι το επιχείρησε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν κοίταξε καθόλου πριν εισέλθει στον δρόμο. Σε υποβολή ότι ήταν τόσο βιαστικός, ώστε δεν κοίταξε καθόλου αν ερχόταν ή όχι αυτοκίνητο, απάντησε ότι κοίταξε δεξιά, αριστερά, εισήλθε βιαστικά στον δρόμο και τότε τον χτύπησε το αυτοκίνητο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα. Προσδιόρισε ότι με την αναφορά του στην κατάθεσή του περί το ότι ήταν στη μέση του δρόμου, όταν είδε το όχημα να έρχεται κατά πάνω του, εννοούσε ότι έκανε δύο βήματα μέσα στον δρόμο. Σε ερώτηση να απαντήσει σε ποιο σημείο είδε το όχημα να κινείτο ζικ‑ζακ, απάντησε ότι ήταν μακριά και ερχόταν. Συμφώνησε με την υποβολή ότι όταν εισήλθε στον δρόμο το όχημα του κατηγορουμένου ήταν πολύ κοντά του. Τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Χατζηπιερή, MK
- Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 06.03.
- Κατέθεσε ακολούθως τη γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου ημερομηνίας 06.03.17, ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας, αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, δήλωσε ότι βάσει αυτού κατήρτισε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο ίδιος μετέβη στη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος την επίδικη ημερομηνία. Στη σκηνή εντόπισε το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στην τελική του θέση και τον πεζό να βρίσκεται ξαπλωμένος στο έδαφος στην άκρη του πεζοδρομίου παρά το ζαχαροπλαστείο Τουλίπα. Σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες ανέφερε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός στον δρόμο. Ως προς την κατάσταση του δρόμου ανέφερε ότι η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. και υπήρχε διασταύρωση πεζών 200 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Η ορατότητα του οδηγού μετρήθηκε στη σκηνή. Με βάση τα φώτα του αυτοκινήτου του και τον οδικό φωτισμό διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν πολύ καλή και ήταν πέραν των 200 μέτρων. Ως προς το σημείο σύγκρουσης ανέφερε ότι αυτό καθορίστηκε από τον ίδιο, αφού έλαβε υπόψη το σημείο στο οποίο έπεσε στο έδαφος ο πεζός από τη σύγκρουση. Στον εντοπισμό του σημείου Χ λήφθηκε υπόψη η ταχύτητα του επίδικου οχήματος η οποία ήταν περίπου 50 χ.α.ω. Περαιτέρω, λήφθηκε υπόψη το σημείο πρόσκρουσης του πεζού με το όχημα του Κατηγορουμένου. Ακολούθως δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Τόνισε ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή και ούτε εντοπίστηκε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση να εξηγήσει πόσην απόσταση κάλυψε ο Κατηγορούμενος από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την ακινητοποίηση του οχήματός του, απάντησε ότι κάλυψε απόσταση 31.40 μέτρα. Ακολούθως δέχθηκε ότι η απόσταση ήταν περίπου 26 μέτρα. Συμφώνησε ακολούθως ότι η ταχύτητα με την οποίαν κινείτο ο Κατηγορούμενος ήταν χαμηλή. Εξήγησε ότι κατά τον ίδιο ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό πριν ο τελευταίος ξεκινήσει να διασταυρώνει και παρά ταύτα δεν κατάφερε να ελαττώσει ταχύτητα. Συμφώνησε ακολούθως ότι σημείωσε τη θέση του αυτοκινήτου ως θέση Α 2 σύμφωνα με τις υποδείξεις του πεζού. Δέχτηκε ακολούθως ότι ο πεζός ανέφερε ότι είδε το αυτοκίνητο πριν ακόμα σκεφτεί να διασταυρώσει. Επιπρόσθετα, δέχθηκε ότι το περίπτερο απέχει 60 μέτρα από το σημείο Χ. Ακολούθως δέχθηκε ότι η απόσταση που μπορεί να διανύσει κάποιο όχημα ανάλογα με την ταχύτητα προκύπτει μέσα από μαθηματικούς τύπους. Σχετικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, πίνακας αποστάσεων που καλύπτει κάποιο αυτοκίνητο σε διάφορες ταχύτητες. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 5 κάποιο όχημα όταν κινείται με 40 χ.α.ω διανύει απόσταση 11.12 μέτρων ανά δευτερόλεπτο, ενώ όταν κινείται με ταχύτητα 50 χ.α.ω διανύει απόσταση 13.90 μέτρων ανά δευτερόλεπτο. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο πεζός για να διανύσει απόσταση 2.45 μέτρων χρειάστηκε 2 δευτερόλεπτα. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι το όλο συμβάν έγινε σε δευτερόλεπτα. Σε ερώτηση ακολούθως αν μπορούσε εντός 2 δευτερολέπτων ο Κατηγορούμενος να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να πατήσει φρένα, απάντησε ότι θα μπορούσε. Δέχθηκε ακολούθως ότι, εάν ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 50 χ.α.ω, σημαίνει ότι κατά τον χρόνο που εισήλθε ο ΜΚ2 στον δρόμο, αυτός βρισκόταν 27.80 μέτρα, πριν το σημείο σύγκρουσης. Σε ερώτηση αν στο Τεκμήριο 1 υπήρχαν διορθώσεις, απάντησε ότι οι διορθώσεις έγιναν στη σκηνή του δυστυχήματος και τις έκανε ο ίδιος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι διορθώσεις έγιναν μετά που υπέγραψε ο Κατηγορούμενος το πρόχειρο σχέδιο. Δέχθηκε ακολούθως ότι οι ζημιές στο όχημα του Κατηγορούμενου ήταν προς τη δεξιά πλευρά του οχήματος. Κατατέθηκε σχετικά ως Τεκμήριο 6 έγγραφο με τίτλο "έγγραφο περιγραφής ζημιών". Μετά την υπόδειξη του Τεκμηρίου 6 ο μάρτυρας δέχτηκε ότι το σημείο πρόσκρουσης ήταν στο μέσο του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 2 ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε στα αριστερά του κάποιο πεζό. Ο πεζός στεκόταν στην άκρη του πεζοδρόμιου. Αφού προχώρησε ακόμα λίγο ο πεζός εισήλθε στον δρόμο. Κατά την κυρίως εξέτασή του προσέθεσε περαιτέρω ότι στον δρόμο υπάρχουν και κυρτώματα. Κατάθεσε, επιπλέον, δέσμη αποτελούμενη από 6 φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν τον δρόμο ως Τεκμήριο
- Προσδιόρισε ότι πριν οδηγήσει ήπιε 2 με 3 ποτηράκια ουίσκι. Εξήγησε ακολούθως ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τον πεζό μόλις πέρασε το περίπτερο και όπως ο ίδιος προχωρούσε, ο πεζός ξαφνικά εισήλθε στον δρόμο. Ανέφερε ότι ο πεζός δεν έκανε οποιοδήποτε νόημα ότι ήθελε να εισέλθει στον δρόμο για να διασταυρώσει. Ισχυρίστηκε ότι όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 1, κάποιες σημειώσεις δεν υπήρχαν. Δήλωσε ότι το σημείο Χ ήταν πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι τις φωτογραφίες Τεκμήριο 7 τις έλαβε μερικές εβδομάδες πριν δώσει μαρτυρία. Αρνήθηκε όμως την υποβολή ότι οι συνθήκες στον δρόμο είναι διαφορετικές από αυτές που επικρατούσαν την 21.01.
- Σε σχέση με τις αποστάσεις στις οποίες βρίσκονται τα κυρτώματα, δέχτηκε ότι δεν είναι ειδικός για να τις μετρήσει, αλλά ήταν σίγουρος ότι βρίσκονται κοντά στο σημείο που έγινε το ατύχημα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος ένιωθε μια χαρά και δεν επηρεάστηκε από το αλκοόλ που κατανάλωσε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η αλκοόλη που βρέθηκε στην εκπνοή του ελάττωνε την ικανότητα για ασφαλή οδήγηση. Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή ότι οδηγούσε ζιγκ‑ζαγκ μέσα στον δρόμο πριν το ατύχημα. Αρνήθηκε επιπρόσθετα την υποβολή ότι ο πεζός ήταν ήδη εντός δρόμου πριν το ατύχημα. Προσδιόρισε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τον πεζό να στέκεται στο πεζοδρόμιο 40 με 50 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Επανέλαβε ότι όταν αντιλήφθηκε αρχικά τον πεζό αυτός στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Επέμεινε παράλληλα ότι δεν γνώριζε που έβλεπε ο πεζός όταν στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Γνώριζε παράλληλα ότι ο πεζός ήταν κωφάλαλος. Επέμεινε ότι ο πεζός εισήλθε σε τόσο κοντινή απόσταση στον δρόμο, ώστε δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε. Ως προς το σημείο σύγκρουσης, δήλωσε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν πιο μέσα, δηλαδή πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Η κα Θεμιστοκλέους, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι η ενέργεια του ΜΚ2 να εισέλθει στον δρόμο ήταν τόσο ξαφνική, ώστε ήταν ανθρωπίνως αδύνατο για τον Κατηγορούμενο να τον αποφύγει. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Κακούρη. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ
- Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ 1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ταυτόχρονα η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά ούτε και αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Η μαρτυρία του ΜΚ2 σε κάποια σημεία δεν αμφισβητείται και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα οι θέσεις του ότι πρόσεξε το όχημα του Κατηγορημένου, όταν αυτό βρισκόταν στο σημείο του περιπτέρου, καθώς επίσης και το ότι το είχε αντιληφθεί, προτού επιχειρήσει να εισέλθει στον δρόμο δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι τον επίδικο χρόνο ήταν βιαστικός. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι στεκόταν στην άκρη του πεζοδρόμιου επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο
- Επιπλέον, η θέση του ότι στο σημείο υπήρχε διάβαση πεζών συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας. Περαιτέρω, η θέση του ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά, όταν στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου παρέμεινε σταθερή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Επίσης, η θέση που του υποβλήθηκε ότι δεν κοίταξε προτού εισέλθει στον δρόμο παρέμεινε αόριστος ισχυρισμός, αφού δεν προσήχθη αντίστοιχη μαρτυρία. Επομένως η σχετική θέση του ΜΚ2 γίνεται δεκτή. Αντίθετα η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα δεν συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας, αλλά αντικρούεται τόσο από τη μαρτυρία του ΜΚ3 εξεταστή της υπόθεσης όσο και το Κατηγορουμένου. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ3 Ο ΜΚ3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο καθορισμός του σημείου Χ συνάδει με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή και έγινε δέκτη από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς, οι οποίοι υπέγραψαν το σχέδιο. Ο ΜΚ2 έχει επεξηγήσει με σαφήνεια το πως κατέληξε στο προσδιορισμό του σημείου Χ, εξηγώντας ότι άχθηκε στο σχετικό συμπέρασμα με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα που υπήρχαν στη σκηνή. Συνεπώς, προκύπτει ότι το σημείο χ αναδύεται μέσα από τα πραγματικά ευρήματα στη σκηνή. Επιπλέον, η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 40 με 50 χ.α.ω συνάδει με τη μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορουμένου και συνάδει με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή και τα δεδομένα που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω, οι θέσεις του ότι το περίπτερο απείχε 60 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και ότι το όλο συμβάν έλαβε χώρα εντός δευτερολέπτων δεν αμφισβητήθηκαν. Άλλωστε οι πιο πάνω θέσεις συνάδουν με το περιεχόμενο του Τεκμήριο
- Στη βάση του Τεκμηρίου 5, εάν ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 40 χ.α.ω ανά ώρα, θα διένυε την απόσταση των 60 μέτρων σε 5.3 δευτερόλεπτα, ενώ, εάν κινείτο με ταχύτητα 50 χ.α.ω, θα διένυε την πιο πάνω απόσταση σε χρόνο 4.3 δευτερολέπτων. Επομένως η θέση του ΜΚ3 ότι το όλο συμβάν έλαβε χώρα εντός κάποιων δευτερολέπτων υποστηρίζεται από την ολότητα της μαρτυρίας και το Τεκμήριο
- Κατά τα λοιπά οι θέσεις του ότι σε σχέση με το χρόνο που χρειάστηκε ο ΜΚ2 να διανύσει τα 2.45 μέτρα τέθηκαν χωρίς οποιοδήποτε επιστημονικό υπόβαθρο και δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Επομένως κρίνω ότι, μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ3 για την εξαγωγή ευρημάτων Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Ο Κατηγορούμενος ήταν σταθερός και πειστικός ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος ενήργησε και ως προς τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος. Η θέση του ότι πρόσεξε τον ΜΚ2 να στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου, μόλις πέρασε το περίπτερο, συνάδει με τη θέση του ΜΚ2 ότι πρόσεξε τον όχημα του Κατηγορουμένου όταν αυτό βρισκόταν στο ύψος του περιπτέρου. Το ότι πρόσεξε τον πεζό από απόσταση συγκεκριμένα 50 μέτρων τέθηκε κατά προσέγγιση. Επί του προκειμένου υπάρχει συγκεκριμένη μέτρηση από τον ΜΚ3 , η οποία δεν αμφισβητήθηκε και δεικνύει ότι η απόσταση του εν λόγω περιπτέρου από το σημείο Χ είναι 60 μέτρα. Επιπλέον, η θέση του ότι περίπου 20 με 25 μέτρα πριν ο ατύχημα ο ΜΚ2 εισήλθε στον δρόμο και ότι το όλο συμβάν διήρκησε μερικά δευτερόλεπτα δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία και συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Οι θέσεις του, όμως, ως προς το σημείο Χ τέθηκαν αόριστα και δεν υποστηρίζονται από την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή. Επομένως, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στις 21.1.2017, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX67, στη Λεωφόρο Ελευθερίας στην Ανθούπολη. Κατά την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός στον δρόμο, ενώ παράλληλα η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. και υπήρχε διασταύρωση πεζών 200 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν πολύ καλή και ήταν πέραν των 200 μέτρων. Στο πεζοδρόμιο της εν λόγω λεωφόρου κινείτο πεζός ο ΜΚ
- Ο ΜΚ2 πρόσεξε το όχημα του Κατηγορουμένου, όταν αυτό βρισκόταν στο σημείο του περίπτερου, το οποίο υπήρχε στον δρόμο. Από το ίδιο σημείο περίπου πρόσεξε και ο Κατηγορούμενος τον πεζό να στέκεται στην άκρη του δρόμου. Η απόσταση του εν λόγω περιπτέρου από το σημείο Χ είναι 60 μέτρα. Ο ΜΚ2 στεκόταν στην άκρη του πεζοδρόμιου μπροστά από το σημείο που αργότερα επήλθε η σύγκρουση και κοίταξε δεξιά και αριστερά προτού επιχειρήσει να εισέλθει εντός του δρόμου. Όταν ο Κατηγορούμενος πρόσεξε για πρώτη φορά τον πεζό, αυτός στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου. Σε κάποιο στάδιο ο ΜΚ2 εισήλθε βιαστικά στον δρόμο και κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορουμένου. Το ατύχημα επεσυνέβη 2.45 μέτρα εντός του δρόμου. Ο ΜΚ 2 εισήλθε εντός του δρόμου, όταν το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν 20 με 25 μέτρα μακριά. Επιπλέον, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 40 με 50 χ.α.ω, εντός του ορίου ταχύτητας, το οποίο ήταν 50 χ.α.ω. Επίσης, η επαφή του ΜΚ2 με το όχημα του Κατηγορουμένου έγινε περίπου στο μέσο του μπροστινού προφυλακτήρα, ήτοι 75 εκατοστά από τα δεξιά προς τα αριστερά. Στην σκηνή δεν εντοπιστήκαν ίχνη τροχοπέδησης. Το όλο συμβάν έλαβε χώρα εντός τεσσάρων με πέντε δευτερόλεπτων. Από το επίδικο ατύχημα ο ΜΚ2 υπέστη σωματικές βλάβες και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018 , ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.2019. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R.
- Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Στην υπόθεση Ιωάννου Χρίστος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113, λέχθηκε ότι το γεγονός πως κάποιος πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου δεν συνιστούσε λόγο που εύλογα δημιουργούσε την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο. Προστέθηκε δε ότι κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων. Επίσης, στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, υποδείχθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019. Επομένως, κρίσιμο σε κάθε περίπτωση είναι να διαπιστωθεί το πότε αποπειράθηκε ο ΜΚ2 να διασταυρώσει τον δρόμο. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι δεν ήταν λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει πως η απόπειρα να διασταυρώσει η πεζή τον δρόμο ξεκίνησε από το σημείο όπου η τελευταία, βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Στην υπό κρίση υπόθεση από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει, ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό να στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου περί τα 60 μέτρα πριν σημείο του ατυχήματος. Επίσης, προκύπτει ότι ο πεζός όταν βρισκόταν στην άκρη του δρόμου κοίταξε δεξιά και αριστερά. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε πεζός στην άκρη του πεζοδρομίου έπρεπε να θέσει τον Κατηγορούμενο σε εγρήγορση, ότι ο πεζός θα επιχειρούσε ή ότι προτίθετο να επιχειρήσει να εισέλθει εντός του δρόμου. Το γεγονός ότι ο πεζός στεκόταν στην άκρη του δρόμου διαφοροποιεί την παρούσα από τις περιπτώσεις, οπού ο πεζός κινείται απλά στο πεζοδρόμιο. Η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν ότι κάποιο πρόσωπο που στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου είναι πιθανό να επιδιώξει να διασταυρώσει. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση ο πεζός δεν στεκόταν μόνο στην άκρη του πεζοδρομίου, αλλά κοίταζε δεξιά και αριστερά. Η πιο πάνω ενέργεια του πεζού δεικνύει ότι αυτός κατά τον χρόνο που βρισκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου ξεκίνησε να αποπειράται να διασταυρώσει. Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, γεννήθηκε καθήκον επιμέλειας έναντι του πεζού, αφού ο κίνδυνος αυτός να εισέλθει εντός του δρόμου ήταν εύλογα εμφανής και λογικά πιθανός. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει προληπτικά μέτρα. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος τίποτα δεν έπραξε, ενώ θα μπορούσε είτε να ελαττώσει ταχύτητα είτε να σταματήσει και να παράσχει στον πεζό τη δυνατότητα να διασταυρώσει. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος ουδέν εκ των πιο πάνω έπραξε και ουδέν μέτρο προφύλαξης έλαβε. Η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι ο πεζός εισήλθε εντός του δρόμου στα 25 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από την ευθύνη του. Επίσης, το γεγονός ότι το σημείο επαφής του πεζού με το όχημα του Κατηγορημένου ήταν προς το μέσο του προφυλακτήρα, ήτοι 75 εκατοστά από το δεξιό προφυλακτήρα, κατατείνει στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα δεν ήταν αναπόφευκτο. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι το γεγονός πως η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εφεσείων ήταν πολύ χαμηλή και, με δεδομένο ότι η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητο ήταν στον μπροστινό δεξί προφυλακτήρα, δεν επέτρεπε κατάληξη ότι επρόκειτο για αναπόφευκτο δυστύχημα. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση το γεγονός ότι Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό να στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου 60 περίπου μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης και ενόψει του ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος δεν ήταν υπερβολική σε συνδυασμό με το ότι ο πεζός εισήλθε εντός του δρόμου 20 με 25 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης και η σύγκρουση επήλθε στον μπροστινό προφυλακτήρα 75 εκατοστά από τα δεξιά προς το κέντρο, δεν επιτρέπει κατάληξη ότι επρόκειτο για αναπόφευκτο ατύχημα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι, παρά το γεγονός ότι και οι ενέργειες του πεζού ενδεχομένως να συνιστούν αμέλεια, εντούτοις και η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου στοιχειοθετεί αμέλεια. Εφόσον και μικρού βαθμού αμέλεια επαρκεί για την καταδίκη στο υπό εξέταση αδίκημα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι στον βαθμό του περάν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο