← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Μ., Αριθμός υπόθεσης: 17203/2015, 13/1/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Μ., Αριθμός υπόθεσης: 17203/2015, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 17203/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν ΧΧΧΧΧ Μ. Κατηγορούμενου 13 Ιανουαρίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο: κ. Χ' Δημητρίου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (άρθρο 280 Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), δημόσιας εξύβρισης (άρθρο 99 Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης (άρθρο 3

(1)
(4)περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) και απειλής βιαιοπραγίας (άρθρο 91(γ) Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154). Τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την εξέλιξη ενός περιστατικού στις 13.2.
  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως τα εξέθεσε στο Δικαστήριο η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 13.2.2015 και περί ώρα 19:
  2. Τότε ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στην οικία της εν διαστάσει συζύγου του για να παραλάβει τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι επειδή η μια θυγατέρα τους είχε σχολική γιορτή στο XXXXX, θα την έπαιρνε στη γιορτή και θα επέστρεφε γύρω στις 21:00 για να παραλάβει και την άλλη τους θυγατέρα. Η παραπονούμενη τον ενημέρωσε ότι είχε κάποια υποχρέωση και έπρεπε να φύγει με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εισέλθει στην οικία που διέμενε η παραπονούμενη βρίζοντας την με τη φράση «πουτάνα, βρομισμένη, σκατοπουτάνα». Όταν η παραπονούμενη είπε στον κατηγορούμενο να περάσει έξω από το σπίτι αυτός άρχισε να την κλωτσά με δύναμη χαμηλά και στα δύο της πόδια. Η παραπονούμενη προσπάθησε να ξεφύγει και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε στον τοίχο και τη χτύπησε πάνω στην πλάτη και τη μέση. Παρούσες κατά την εξέλιξη του περιστατικού ήταν οι δύο ανήλικες θυγατέρες του ζεύγους και η οικιακή βοηθός της παραπονούμενης. Όταν οι θυγατέρες του κατηγορούμενου, βλέποντας το περιστατικό, του ανέφεραν ότι δεν ήθελαν να πάνε μαζί του και τότε ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη με τη φράση «αν ταράξεις έξω πόσσω θα είναι η τελευταία σου νύχτα ρα σκατοπουτάνα, τόλμα αν μπορείς». Η παραπονούμενη κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, της χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο και εξετάστηκε από ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ο οποίος διαπίστωσε ερυθρότητα αριστερής και δεξιάς ποδοκνημικής και δεξιού αγκώνα. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε για κατάθεση απαντούσε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη δεν έχουν ακόμα συμφιλιωθεί. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι ένα σημαντικό μετριαστικό στοιχείο. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που απασχολεί το Δικαστήριο για πρώτη φορά και αυτό του δίδει το δικαίωμα να αναμένει μια πιο επιεική αντιμετώπιση[1]. Τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα πολύ σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος (1η κατηγορία, άρθρο 280 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (2η κατηγορία, άρθρο 99 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 1 μήνα και/ή πρόστιμο Λ.Κ. 75). Η επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (3η κατηγορία, άρθρο 3
(4)περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια και/ή πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.3.
  1. Η απειλή βιαιοπραγίας (4η κατηγορία, άρθρο 91(γ) Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Κατά την επιλογή του είδους και την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή την οποία θα επιβάλει. Πρέπει δηλαδή σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου[2]. Προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από τις λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, με το περιεχόμενο της οποίας συμφώνησε ο δικηγόρος του. Συνοπτικά σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 45 ετών, ήταν στρατιωτικός αλλά έχει συνταξιοδοτηθεί για λόγους υγείας, από τη θέση του XXXXX. Ειδικότερα, μετά το χωρισμό του αντιμετώπισε προβλήματα κατάθλιψης και έχει παρουσιάσει σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Σημειώνω ότι παρακολουθείται τακτικά και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αυτή την περίοδο, λόγω βελτίωσης που παρουσιάζει η κατάσταση της υγείας του, άρχισε να εργάζεται περιστασιακά σε βενζινάδικο που διατηρεί η οικογένεια του. Το 1997 είχε τελέσει γάμο με την πρώην σύζυγο του, παραπονούμενη και απέκτησαν τρείς θυγατέρες, ηλικίας σήμερα 22, 18 και 11 ετών. Το ζευγάρι ήταν σε διάσταση από το 2013 και έλαβε διαζύγιο το
  2. Με την πρώην σύζυγο του δεν διατηρεί οποιεσδήποτε σχέσεις και δεν έχουν επικοινωνία μεταξύ τους. Συνήψε δεσμό με νέα σύντροφο από το 2014 και με τη σύντροφο του απέκτησαν μια θυγατέρα ηλικίας σήμερα 5 ετών. Διαμένουν μαζί και ο ίδιος περιέγραψε τις σχέσεις τους ως άριστες. Η σημερινή σύντροφος του κατηγορούμενου εργάζεται ως νοσοκόμα στο Γενικό Νοσοκομείο XXXXX και τους επόμενους μήνες προγραμματίζουν να νυμφευτούν. Ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει τη φροντίδα της θυγατέρας τους τις ώρες που η σύζυγος του εργάζεται. Είναι ο μόνος που μπορεί αν το πράξει αφού οι γονείς του διαμένουν σε άλλο χωρίο και η μητέρα της συμβίας του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε ότι όταν έγινε το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν πρόσφατα χωρίσει μετά από 20 χρόνια γάμου κατά τη διάρκεια του οποίου είχαν αποκτήσει τρεις θυγατέρες, δύο από τις οποίες ήταν τότε ανήλικες. Η οικία όπου διέμενε η παραπονούμενη και είχαν εξελιχθεί τα επίδικα γεγονότα ήταν, πριν τον χωρισμό τους, η συζυγική εστία. Ο χωρισμός δεν ήταν ομαλός, οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες, υπήρχαν εντάσεις και προστριβές και δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί αίτηση διαζυγίου όταν έγινε το επίδικο περιστατικό. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε ότι όταν ο κατηγορούμενος προσήλθε στην οικία της παραπονούμενης θεωρούσε ότι θα παραλάμβανε τη μεγάλη θυγατέρα τους για να την πάρει στη σχολική γιορτή και, με το πέρα της γιορτής, θα επέστρεφε να παραλάβει και τη μικρότερη θυγατέρα τους. Η παραπονούμενη επέμενε ότι ο κατηγορούμενος θα παραλάμβανε την ίδια ώρα και τα δύο παιδία και «κακώς και παντελώς αδικαιολόγητα» όπως παραδέχεται ο συνήγορος του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος έχασε την ψυχραιμία του και ακολούθησε η διάπραξη των αδικημάτων. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε αυτό ότι που προκάλεσε την απώλεια ελέγχου του κατηγορούμενου εκείνη την ημέρα δεν ήταν η «ασήμαντη», όπως τη χαρακτηρίζει, διαφορά που είχε προηγηθεί αλλά η γενική ένταση που υπήρχε στις σχέσεις τους. Δέχομαι την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι τα πιο πάνω δεδομένα και ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε παρορμητικά κάτω από συναισθηματική φόρτιση[3]. Δεν έχω ενώπιον μου στοιχεία που να δείχνουν ότι ενήργησε με πρόθεση ή προμελέτη, δηλαδή ότι είχε μεταβεί στην οικία της παραπονούμενης εκείνη την ημέρα με σκοπό να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 13.2.2015 και από τότε έχουν παρέλθει 5 περίπου χρόνια. Επί αυτού πρέπει να σημειώσω ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε τις εναντίον του κατηγορίες στις 3.12.2019 και μια 5η κατηγορία που αντιμετώπιζε αναστάληκε στις 7.1.2020, οπόταν μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαραίνει τον ίδιο. Είναι όμως γεγονός ότι καλείται σήμερα το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή για αξιόποινη συμπεριφορά που χρονολογείται από 13.2.
  3. Ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων είναι σημαντικός και για άλλο ένα λόγο. Δεν έχω ένδειξη ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων υπήρξε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Αυτό, σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δείχνουν ότι το επίδικο περιστατικό ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση και ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο που συνηθίζει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο. Σύμφωνα με το συνήγορο του κατηγορούμενου, τις αμέσως επόμενες μέρες του επίδικου περιστατικού ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στις θυγατέρες του για τη συμπεριφορά του και αυτές τον έχουν συγχωρέσει. Οι σχέσεις τους δεν έχουν επηρεαστεί, παραμένουν αρμονικές και δεν έχει επηρεαστεί η επικοινωνία μαζί τους. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στάθηκε ιδιαίτερα στο προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε, αυτά ξεκίνησαν συνεπεία των προβλημάτων στο γάμο του κατηγορούμενου και οδήγησαν στην πρόωρη αφυπηρέτηση του από το στρατό αφού κρίθηκε ανίκανος να εκτελεί τα στρατιωτικά του καθήκοντα από ιατροσυμβούλιο. Προσμετρώ ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα που οδήγησαν τελικά στην πρόωρη αφυπηρέτηση του. Παράλληλα όμως λαμβάνω υπόψη τη φύση και έκταση τραυμάτων παραπονούμενης όπως τα παρέθεσε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής[4]. Επιπρόσθετα, λαμβάνω επίσης υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρώ ότι αυτό δείχνει έμπρακτα τη μεταμέλεια του, την οποία εξέφρασε και στο Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου του. Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω τα οποία ασφαλώς λαμβάνω υπόψη. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξουδετερώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων[5]. Όπως επισήμανα και στην αρχή της απόφαση μου, τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Το πλέον σοβαρό είναι το αδίκημα της 3ης κατηγορίας του άρθρου 3
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Γενικά το αδίκημα της επίθεσης είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στον παραπονούμενο και το κοινό. Στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του θύματος και πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας[6]. Το γεγονός ότι, στην παρούσα περίπτωση, η βία διενεργήθηκε από ένα μέλος της οικογένειας προς άλλο, και μάλιστα στην παρουσία ανήλικων τέκνων και τρίτου προσώπου, προσδίδει μια ιδιαίτερη σοβαρότητα[7]. Οι αρμόζουσες ποινές σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι αρκούντως αυστηρές ώστε να αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και να λειτουργούν αποτρεπτικά. Με τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι η ποινή της φυλάκισης[8]. Οι διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους έχω αναφερθεί δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής. Τους λαμβάνω όμως υπόψη σε σχέση με το ύψος της. Σταθμίζοντας όλα όσα έχω προαναφέρει, στη βάση της αρχής της συνολικότητας της ποινής[9], επιβάλλω στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: (α) 3 μηνών στην 1η κατηγορία, (β) 10 ημερών στην 2η κατηγορία, (γ) 6 μηνών στην 3η κατηγορία, και (δ) 4 μηνών στην 4η κατηγορία. Εξέτασα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης[10]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[11]. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οδηγούμαι σε αυτό το συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου, κάτι που μου δείχνει ότι έχει αναγνωρίσει το λάθος του. Καθοριστικής σημασίας στην απόφαση μου είναι και το πόσο έχουν αλλάξει οι προσωπικές του περιστάσεις από τη διάπραξη των αδικημάτων. Συνταξιοδοτήθηκε λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και πρόσφατα, με συνεχή ιατρική παρακολούθηση και τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει, άρχισε να ανακάμπτει με αποτέλεσμα να έχει ξεκινήσει να εργάζεται ξανά περιστασιακά. Παράλληλα διατηρεί σταθερή σχέση με τη νέα του σύντροφο με την οποία έχει αποκτήσει ακόμα μια θυγατέρα που είναι σήμερα πέντε ετών και την οποία φροντίζει όταν η μητέρα της εργάζεται. Διατηρεί επίσης αρμονικές σχέσεις με τα άλλα τρία παιδία του. Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, προκύπτει ότι πέραν της σύνταξης ανικανότητας που λαμβάνει συμπληρώνει τα εισοδήματα του και από την περιστασιακή εργασία του και με αυτό τον τρόπο μπορεί να συνεισφέρει οικονομικά για την ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας του ενώ συνεισφέρει οικονομικά και στην κάλυψη των εξόδων διαμονής και φοίτησης των ενήλικων θυγατέρων του. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, συνηγορούν στο ότι η επιβληθείσα ποινή πρέπει να ανασταλεί και αναστέλλεται για 3 χρόνια από σήμερα. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 [2] Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 [3] Γενικός Εισαγγελέας ν Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 [4] Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 [5] Ιωάννου άλλως Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 [6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) [7] ΓΕ ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 18 [8] Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 115-118 [9] Παπαχρίστου ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62 [10] Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [11] Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός Εισαγγελέας v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.