Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χαιράλλα κ.α., Αρ. Υπόθεσης:14254/19, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14254/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Χαιράλλα XXXXX Χαιράλλα Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ρ. Μαπουρίδης Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ (σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1) Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευόμενου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6, 8(Ι), 53, 54 και 59 του Περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 60(Ι)2004, 34(Ι)2010, 79(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 359/04, 312/07 και 492/
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των κανονισμών 2,17 και 72 των περί μηχανοκίνητων οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης κανονισμών ΚΔΠ 68/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κατά παράβαση των άρθρων 2 ,11, και 19 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Η ποινική δίωξη σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 διακόπηκε στις 30.10.
- Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στις 18.3.2019, στην οδό Ανδρέα Κάρυου στον Άγιο Δομέτιο της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX23, κατά τον χρόνο που διαρκούσε η επιβληθείσα, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στέρηση άδειας, η οποία επιβλήθηκε στην υπόθεση 3294/
- Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι η υπόθεση με αριθμό 3294/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας, μη συμμόρφωση σε οδηγίες αστυνομικού, αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση και επιβλήθηκε στέρηση άδειας οδηγού από τις 15.02.19 μέχρι 15.06.
- Η ποινή στην πιο πάνω υπόθεση επιβλήθηκε στις 15.02.
- Τέλος δηλώθηκε ότι ο κατηγορούμενος σήμερα έχει 6 βαθμούς ποινής. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και διαμένει με τους γονείς του και τον αδελφό του στον Άγιο Δομέτιο. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α Τάξη της Α' Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας και το 2010 υπηρέτησε στρατιωτική θητεία 14 μηνών. Το 2018 ξεκίνησε να εργάζεται ως αποθηκάριος σε υπεραγορά. Επιπρόσθετα, προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ευθαρσώς δήλωσε ότι παρόλο που ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από το Δικαστήριο για τις συνέπειες ενδεχόμενης παρακοής του διατάγματος στέρησης της άδειας , εντούτοις απερίσκεπτα, επιπόλαια και χωρίς τη συγκατάθεση του αδελφού του, ιδιοκτήτη του επιδίκου οχήματος, οδήγησε αυτό την επίδικη ημερομηνία. Ακολούθως ο συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος έχει εμπεδώσει τη σοβαρότητα του αδικήματος, το οποίο διέπραξε. Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της αναστολής της ενδεχομένης ποινής φυλάκισης. Τέλος ο κ. Μαπουρίδης παρέπεμψε σε ιατρική έκθεση, η οποία καταγράφει ότι ο Κατηγορούμενος εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Ψυχολογία της οδικής κυκλοφορίας». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Ως προς τα επίδικα αδικήματα σημειώνω ότι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί επιβληθείσα από δικαστήριο στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευόμενου, είναι το πιο σοβαρό από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ο Νόμος προβλέπει φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Σε σχέση, λοιπόν, με την 1η κατηγορία, η οποία, όπως φαίνεται και από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, είναι η σοβαρότερη εκ των κατηγόριων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει, ενώ ίσχυε το διάταγμα για στέρηση της άδειας οδηγού που του είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το εν λόγω αδίκημα έχει ως βάση το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε προς το δικαστικό διάταγμα, το οποίο του στερούσε την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, τo αδίκημα της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα σοβαρό, καθότι πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227,όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Επιπλέον, στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ.
- Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ. 196 αναφέρονται τα εξής: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Στην υπό κρίση υπόθεση, στη βάση των αναφορών του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου, προκύπτει ότι η παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου οφείλεται σε απερισκεψία και επιπολαιότητα του Κατηγορουμένου. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος, ενώ δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος, απερίσκεπτα και επιπόλαια επέλεξε να παρακούσει το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με αδιαφορία και ασέβεια προς τις διαταγές του Δικαστηρίου. Για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, καθώς και τον λόγο παρακοής του επίδικου διατάγματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου την άμεσή του παραδοχή, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από τον συνήγορό του, καθώς, ό,τι άλλο αναφέρθηκε από τον συνήγορό του προς μετριασμό της ποινής του. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου περί της ένταξης του Κατηγορουμένου σε πρόγραμμα ψυχολογικής στήριξης σε σχέση με την οδική ασφάλεια το λαμβάνω υπόψη μου ως στοιχείο που δεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο Κατηγορούμενος επέλεξε, άνευ αποχρώντος λόγου, επιπόλαια και απερίσκεπτα, να οδηγήσει μόλις ένα μηνά μετά από την ημερομηνία που του στερήθηκε για τέσσερις συνολικά μήνες η άδεια οδήγησης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το επίδικο όχημα χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του, ήτοι του αδελφού Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος μπροστά στην επιθυμία του να οδηγήσει αδιαφόρησε τόσο για το διάταγμα του Δικαστηρίου όσο και για τον ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος, αφού δεν μπήκε στο κόπο να εξασφαλιστεί έστω την έγκρισή του. Επομένως, ο Κατηγορούμενος ενήργησε εγωιστικά επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία προς το διάταγμα του Δικαστηρίου, καθώς και τους νόμους και κανονισμούς που διέπουν την οδική συμπεριφορά. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο τεσσάρων μηνών από σήμερα Ως προς την 2η κατηγορία, δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή, καθότι αυτή είναι αποτέλεσμα της 1ης κατηγορίας, εφόσον εξ αντικειμένου ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να κατέχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι τρίτου ενόσω δεν μπορούσε να οδηγεί με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου. Ως προς την 3η και 4η Κατηγορία διατάζω όπως ο Κατηγορούμενος υπογράψει εγγύηση € 1.000 σε έκαστη, ώστε να τηρεί του νόμους και κανονισμούς, για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ Άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το αδίκημα, για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στο Νόμο ποινών και των συνθηκών διάπραξης αυτού, οι οποίες δεικνύουν αδιαφορία προς τις νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου, τους νόμους και κανονισμούς γενικότερα, αλλά και τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη του επιδίκου οχήματος, δεν παρέχεται πεδίο για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο όπως, η άμεση παραδοχή του, οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, καθώς και η έμπρακτη του μεταμέλεια δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών και των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο