Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Gkiourtzidis, Αρ. Υπόθεσης: 14482 / 19, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14482 / 19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Gkiourtzidis Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17, Ιανουαρίου 2020. Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα E. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Βιολάρης Κατηγορούμενος : παρών. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)
(2)(α) και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 33(Ι)/2000, 24(Ι)/06, 89(Ι)/2012 και 56(Ι)/2015, και τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 305/06, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 20Α του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.80(Ι)/
- Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος, στις 03.02.2019, στην οδό Ηρακλέους στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX74, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 102 αντί 09 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών, κατάγεται από τη Γεωργία και βρίσκεται στην Κύπρο από το
- Είναι νυμφευμένος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων. Ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως οικοδόμος σε εργοληπτική εταιρεία, ενώ η σύζυγός του είναι οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία, μαζί με τη σύζυγό του και την οικογένεια του. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού. Ο συνήγορος τόνισε το λευκό ποινικό μητρώου του Κατηγορουμένου, την άμεσή του παραδοχή, καθώς και τη μεταμέλειά του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ βρισκόταν σε φιλικό του σπίτι, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη οικία αυτού. Ο συνήγορος υπέδειξε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε για πολύ μικρή απόσταση, περί το 1 χιλιόμετρο και δεν δημιουργήθηκε οποιοσδήποτε κίνδυνος στον δρόμο. Επιπρόσθετα, ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου κατέθεσε βεβαίωση ως προς την εργασία και τις απολαβές του Κατηγορουμένου. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος υποφέρει από σπονδυλαρθρίτιδα και κατέθεσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Τέλος ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, καθότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις 3.2.2019, ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 5.6.
- Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα, Ως προς το επίδικο αδίκημα σημειώνω ότι ο Νόμος προνοεί πως στην περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα του Κατηγορουμένου υπερβαίνει τα 70 mg/100ml ή τα 159 mg/100ml αντίστοιχα, φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή στέρηση της ικανότητας του Κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Ένεκα των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Επιπλέον, η νομολογία έχει υποδείξει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432, και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Επίσης, στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, η οποία αφορούσε και κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Στην πιο πάνω υπόθεση επιδοκιμαστήκαν τα όσα νομολογήθηκαν στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερομηνίας 5.10.
- Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση Τουμάζου ( ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου.» Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος ως οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος είχε υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Σχετική επί του προκειμένου είναι υπόθεση Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, όπου υποδείχθηκε ότι : «το αυτοκίνητο αποτελεί μέσο ικανό να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο σε κάθε ουσιώδη χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση. Αυτό επιβάλλει καθήκον κάθε οδηγού για προστασία της ασφάλειας τρίτων.» Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και την άμεση παραδοχή του, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία του Κατηγορουμένου, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από τον συνήγορό του. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου το ύψος της υπέρβασης του ορίου αλκοόλης και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού οι συνέπειες της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, όπως υποδεικνύει η Νομολογία, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ιδίως λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε, ενώ η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή του ανήλθε σε ποσοστό πέραν του δεκαπλάσιου του νομίμως επιτρεπόμενου. Η πιο πάνω ενέργεια συνιστά από μονή της εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, παραγνωρίζοντας πλήρως τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς. Το γεγονός ότι δεν οδήγησε και ούτε σκόπευε να οδηγήσει για μεγάλη απόσταση λαμβάνεται υπόψη ως προς τον μετριασμό, αλλά δεν μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας ποινής, αφού δυνητικά κίνδυνος στο δρόμο μπορεί να προκληθεί και κατά την οδήγηση μικρής απόστασης. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Η αναφορά του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, όπως τελικά διαμορφώθηκε μέσα από την κατάθεση σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της ποινής. Συγκεκριμένα, έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του σχετικού Πιστοποιητικού, αλλά δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που να δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, το οποίο δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τη διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Εφεση 153/17, ημερομηνίας 27.9.
- Επιπρόσθετα, δεν διαπιστώνω να υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη ή υπερβολική καθυστέρηση, ώστε εξ αυτής να επηρεάζεται το είδος της αρμόζουσας ποινής. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, αφού η ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς την νομιμότητα και τα δικαιώματα των τρίτων. Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη Νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 20 ημερών, πλέον 5 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 90 ημερών από σήμερα. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι σοβαρό. Το πιο πάνω δεδομένο σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης, οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι των τρίτων και του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο