← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΡΑΞΙΤΕΛΟΥΣ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 17359/2015, 17/1/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΡΑΞΙΤΕΛΟΥΣ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 17359/2015, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 17359/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. ΧΧΧΧΧ ΠΡΑΞΙΤΕΛΟΥΣ
  2. ΧΧΧΧΧ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
  3. ΧΧΧΧΧ ΠΑΛΛΑΣ Κατηγορούμενοι 17 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο 1: κ. Σπύρου Για κατηγορούμενο 2: κ. Γεωργίου με κα Λοϊζίδου Για κατηγορούμενο 3: κ. Κορέλλης Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού μια κατηγορία για το αδίκημα τα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης στη βάση των άρθρων 210 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως είναι διατυπωμένες στο κατηγορητήριο: «οι κατηγορούμενοι την 24ην Δεκεμβρίου 2012, στο Μαρκί της επαρχίας Λευκωσίας λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφεραν το θάνατο του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, τέως από την Πάφο.» Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους και, συνεπώς, οι κατηγορούμενοι πρέπει να αθωωθούν σε αυτό το στάδιο, χωρίς να κληθούν να προβάλλουν την υπεράσπιση τους[1]. Ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία και δεν συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στην μαρτυρία κατηγορίας. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα στη νομολογία[2]. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον ενός κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος της δίκης. Το δε βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο αυτό δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, από μια προκαταρτική εκτίμηση, να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[3]. Οι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1-3 εξήγησαν την εισήγηση τους σε γραπτές αγορεύσεις και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει τόσο τα επιχειρήματα που εγείρουν όσο και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Συνιστά βασικό επιχείρημα και κοινή τους θέση, από την οποία θα ξεκινήσω ότι η μαρτυρία δεν αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη από μέρους των κατηγορούμενων η οποία να προκάλεσε το θάνατο του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος. Πριν προχωρήσω είναι σημαντικό να αναφέρω το εξής. Η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης των τριών κατηγορούμενων. Δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε η αλήθεια των όσων κατέθεσαν. Οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τους είχαν χαρακτήρα διευκρινιστικό και σκοπό να διαφωτίσουν περαιτέρω σε σχέση με κάποια σημεία της μαρτυρία τους. Σε κανένα μάρτυρα υποβλήθηκε αντίθετη εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα. Περαιτέρω, τα πλείστα τεκμήρια, περιλαμβανομένων καταθέσεων διαφόρων μαρτύρων και εκθέσεων εμπειρογνωμόνων, έγιναν δεκτά από την πλευρά της υπεράσπισης για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μάλιστα, οι συνήγοροι υπεράσπισης, τόσο κατά την εξέλιξη της ακρόασης όσο και στις αγορεύσεις τους σε αυτό το στάδιο, δήλωσαν ότι συμφωνούν και δέχονται ότι την επίδικη ημέρα τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και όπως προκύπτει από τις διάφορες καταθέσεις και άλλα τεκμήρια που παρουσίασε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια. Οι καταθέσεις που έδωσαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι επίσης παρουσιάστηκαν χωρίς ένσταση. Οι συνήγοροι υπεράσπισης δέχονται ότι αποτελούν τις καταθέσεις που είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και δεν προώθησαν ούτε έχουν πρόθεση να προωθήσουν αντίθετες ή ασύμφωνες εκδοχές από αυτές που καταγράφονται στις καταθέσεις. Η πλευρά της κατηγορούσας αρχής παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία τεσσάρων προσώπων ενώ αρκετά γεγονότα και έγγραφα εγκρίθηκαν ως παραδεκτά για τους σκοπούς του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  5. Περαιτέρω, κατατέθηκαν το Δικαστήριο συνολικά 116 τεκμήρια και, όπως έχω ήδη αναφέρει, τα πλείστα από κοινού και αρκετά εξ αυτών για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Έχω ακούσει όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Υπ/μος XXXXX ΧΧΧΧΧ Μελανίδης που υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων και Επιχειρήσεων του Αρχηγείου Αστυνομίας (ΜΚ1). Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Α/Λοχ. 3020 ΧΧΧΧΧ Ορφανός που υπηρετεί στην Τροχαία Λευκωσίας (ΜΚ2). Τρίτος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Πρόεδρο της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά την Αστυνομίας ως ένας εκ των ποινικών ανακριτών για την υπόθεση (ΜΚ3). Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX ΧΧΧΧΧ Μικελλίδης που εργάζεται στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών (ΜΚ4). Παραθέτω στη συνέχει μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία κατηγορίας, δίνοντας έμφαση στο μέρος της μαρτυρίας που έκρινα ιδιαίτερα σημαντικό για σκοπούς της απόφασης μου σε αυτό το στάδιο:
  6. Ο κατηγορούμενος 1, Αστ. XXXXX ΧΧΧΧΧ Πραξιτέλους, κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και ήταν τοποθετημένος στο ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ.
  7. Ο κατηγορούμενος 2, Αστ. XXXXX ΧΧΧΧΧ Μενελάου, κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και ήταν τοποθετημένος στο ΚΕΜ Λευκωσίας.
  8. Ο κατηγορούμενος 3, Ε/Αστ. XXXXX ΧΧΧΧΧ Πάλλας, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον 1ο Ουλαμό Ασφαλείας στην ΜΜΑΔ.
  9. Στις 24.12.2012, τα χαράματα, ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος και δύο άλλα πρόσωπα ξεκίνησαν από την Πάφο όπου διέμεναν, με κατεύθυνση προς Λευκωσία με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX28, μάρκας BMW, χρώματος μαύρου. Το όχημα είχε κλαπεί στις 13.12.2012 από τα Λατσιά. Οι πινακίδες του οχήματος είχαν κλαπεί στην Πάφο στις 18.12.
  10. Περνώντας από τη Λεμεσό έκαναν χρήση φαρμάκων και μετά προχώρησαν προς Λευκωσία με σκοπό να κάνουν διάρρηξη. Ο αποβιώσας ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος ήταν συνοδηγός.
  11. Την ίδια μέρα, στις 06:45: (α) Ο κατηγορούμενος 1 ανέλαβε καθήκον στο ΚΕΜ ΟΥΑΛΕ. Μαζί με τον Αστ. XXXXX Ε. Ευαγγέλου ξεκίνησαν για περιπολία στον τομέα Ε2 στη Λευκωσία με το υπηρεσιακό όχημα XXXXX97, με οδηγό τον Αστ. XXXXX. (β) Ο κατηγορούμενος 2 ανέλαβε καθήκον στο ΚΕΜ Λευκωσίας. Μαζί με τον Αστ. XXXXX Α. Βάρδα ξεκίνησαν για μηχανοκίνητη περιπολία στον τομέα Ε3 στη Λευκωσία. (γ) Ο κατηγορούμενος 3 ανέλαβε καθήκον στη μονάδα του. Μαζί με τον Αστ. XXXXX Μ. Κοπίδη αναχώρησαν από τη μονάδα για περιπολία με το υπηρεσιακό όχημα XXXXX
  12. (δ) Οι Α/Αστ. XXXXX Α. Μουστάκας και Αστ. XXXXX Λ. Χατζηπαύλου ανέλαβαν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. (ε) Οι Αστ. XXXXX Μ. Κυπριανού και Αστ. XXXXX Μ. Στυλιανού της Τροχαίας Λευκωσίας επίσης ανέλαβαν καθήκον.
  13. Την ίδια ημέρα, στις 06:59 λήφθηκε κλήση στον τηλεφωνικό πίνακα του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών στην οποία αναφερόταν, μέσω αυτόματου τηλεφωνητή, μήνυμα για πιθανή διάρρηξη στο κατάστημα Electroline που βρίσκεται στην οδό Καλαμών στα Λατσιά.
  14. Διαφάνηκε αργότερα ότι οι δράστες είχε παραβιάσει μια από τις πόρτες του καταστήματος και είχαν κλέψει περί τους 50 ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα είδη συνολικής αξίας περί τις €56.
  15. Ο Α/Αστ. XXXXX μαζί με τον Αστ. XXXXX ξεκίνησαν αμέσως για το μέρος με το υπηρεσιακό όχημα XXXXX
  16. Οδηγός ήταν ο Α/Αστ. XXXXX και συνοδηγός ο Αστ. XXXXX.
  17. Όταν προσέγγισαν την είσοδο του καταστήματος και ενώ παρατηρούσαν για σημάδια διάρρηξης είδαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX28, μάρκας BMW, χρώματος μαύρου. Ο Α/Αστ. XXXXX πρόσεξε ότι στο πίσω μέρος του οχήματος υπήρχαν κασόνια εμπορευμάτων. Το όχημα αυτό εξήλθε από το πλευρικό μέρος του κτιρίου και εισήλθε με ταχύτητα στη Λεωφόρο Καλαμών, με υποχρεωτική κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Καλαμών.
  18. Ο Α/Αστ. XXXXX και ο Αστ. XXXXX με το περιπολικό XXXXX32, ακολούθησαν το όχημα με αναμμένους φάρους και με τη χρήση της σειρήνας. Ο Αστ. XXXXX, με τη μικροφωνική του οχήματος, κάλεσε επανειλημμένα τον οδηγό του BMW να σταματήσει λέγοντας του «Σταμάτα το αυτοκίνητο αμέσως». Ο οδηγός δεν σταμάτησε αλλά ανέπτυξε ταχύτητα. Ο Αστ XXXXX ενημέρωσε το ΚΕΜ Λευκωσίας μέσω ασυρμάτου.
  19. Ακολούθως, στις 07:04: (α) Δόθηκε μήνυμα μέσω ασυρμάτου από το ΚΕΜ Λευκωσίας στην ΑΔΕ Λευκωσίας, Τμήμα Τροχαίας ότι περίπολο του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών καταδίωκε όχημα το οποίο εμπλεκόταν σε διάρρηξη στα Λατσιά και ότι οι πινακίδες του οχήματος ήταν πλαστές. Δόθηκαν οδηγίες σε όλα τα περιπολικά να κατευθυνθούν στην περιοχή του σταδίου ΓΣΠ. (β) Ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον Αστ. XXXXX άκουσαν, μέσω ασυρμάτου, τα πιο πάνω. Ανταποκρίθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή (γ) Το μήνυμα άκουσαν επίσης μέσω ασυρμάτου στο περιπολικό όπου βρίσκονταν, ο κατηγορούμενος 1 και ο Αστ.
  20. Ανταποκρίθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή. (δ) Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον Αστ. 399 κατευθύνονταν με το περιπολικό τους προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία με κατεύθυνση προς Τρόοδος όταν άκουσαν το μήνυμα. (ε) Ο Αστ. XXXXX Μ. Κυπριανού μαζί με τον Αστ. XXXXX Μ. Στυλιανού της Τροχαίας Λευκωσίας αναχώρησαν αμέσως με υπηρεσιακό όχημα προς βοήθεια των συναδέλφων τους. (στ) Ο Λοχ. XXXXX του 2ου Ουλαμού Ασφαλείας της ΜΜΑΔ έδωσε οδηγίες στον Λοχ. XXXXX Π. Αθανασίου να επιβιβαστεί στο υπηρεσιακό όχημα XXXXX86 μαζί με τον Αστ. XXXXX Γ. Γεωργίου και να κατευθυνθούν στην περιοχή.
  21. Ο Α/Αστ. XXXXX και ο Αστ. XXXXX συνέχιζαν την καταδίωξη και καθοδηγούσαν μέσω ασυρμάτου τους συναδέλφους τους για την πορεία που ακολουθούσαν.
  22. Το καταδιωκόμενο όχημα εισήλθε στην οδό Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση προς Τρόοδος και φτάνοντας στον κυκλικό κόμβο με Τσερίου συνέχισε την πορεία του με κατεύθυνση προς αυτοκινητόδρομο. Φτάνοντας στα φώτα με την Ιωσήφ Χ'Ιωσήφ κινήθηκε δεξιά προς το νέο ΓΣΠ. Έφτασε στον πρώτο κυκλικό κόμβο από τον οποίο εξήλθε ευθεία.
  23. Φτάνοντας στον νέο ισόπεδο κυκλικό κόμβο, το καταδιωκόμενο όχημα βρισκόταν στον χώρο πρασίνου του κόμβου και προσπαθούσε να ξεφύγει ξερογυρίζοντας τα ελαστικά του τα οποία είχαν κολλήσει στην λάσπη. Το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών ακολουθούσε και φτάνοντας στον νέο κυκλικό κόμβο σταμάτησε και ο Α/Αστ. XXXXX πήγε να εξέλθει του οχήματος. Τότε το καταδιωκόμενο όχημα απεγκλωβίστηκε και συνέχισε την πορεία του στην οδό Φιλικής Εταιρείας.
  24. Οι Α/Αστ. XXXXX και Αστ. XXXXX συνέχισαν να καταδιώκουν το όχημα BMW, το οποίο προχωρούσε με κατεύθυνση προς Τσέρι. Πριν το κτίριο του Συνδέσμου Διαιτητών Κύπρου ο Αστ. XXXXX είδε τον συνοδηγό του καταδιωκόμενου οχήματος να πετά εκτός του οχήματος διάφορα κουτιά ηλεκτρονικών συσκευών. Το όχημα συνέχιζε με μεγάλη ταχύτητα και πέρασε το κτίριο του Συνδέσμου Διαιτητών Κύπρου. Ο συνοδηγός συνέχιζε να πετά αντικείμενα έξω από το όχημα.
  25. Ο Αστ. XXXXX, σε μια δεξιά στροφή, αντιλήφθηκε τον συνοδηγό ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, του οποίου η πόρτα ήταν μισάνοικτη, να προτάσσει το χέρι του έξω κρατώντας ένα κυνηγετικό όπλο και να σημαδεύει προς το μέρος του περιπολικού. Τότε ο Αστ. XXXXX φώναξε στον Α/Αστ XXXXX «Κρατά όπλο».
  26. Ακούστηκε πυροβολισμός και ο Α/Αστ. XXXXX έκανε απότομο ελιγμό στα δεξιά με το υπηρεσιακό όχημα για να τον αποφύγει. Ο Αστ. XXXXX ειδοποίησε το ΚΕΜ Λευκωσίας μέσω ασυρμάτου ότι είχαν δεχτεί πυροβολισμό με κυνηγετικό αναφέροντας συγκεκριμένα «Επαίξαν μας. Εν με κυνηγετικό».
  27. Ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον Αστ. XXXXX άκουσαν, μέσω ασυρμάτου, μήνυμα από το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών ότι «επαίξαν μας με κυνηγετικό» και ότι το καταδιωκόμενο όχημα κατευθυνόταν προς Τσέρι.
  28. Ο κατηγορούμενος 3 και ο Αστ. XXXXX άκουσαν επίσης το μήνυμα και ο κατηγορούμενος 3 ζήτησε οδηγίες από τον Λοχία Υπηρεσίας της ΜΜΑΔ Λοχ. XXXXX Χαραλάμπους κατά πόσο να ανταποκριθούν στην κλήση της ΑΔΕ Λευκωσίας για να κατευθυνθούν προς τη σκηνή του συμβάντος. Έλαβε οδηγίες να ανταποκριθούν.
  29. Προσεγγίζοντας την περιοχή της καταδίωξης ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον Αστ. XXXXX, είδαν το καταδιωκόμενο όχημα και το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών, παρά τα φώτα της οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη που ενώνεται με τη Λεωφόρο Τσερίου. Τα ακολούθησαν με το δικό τους περιπολικό. Λίγο μετά τα φώτα της διασταύρωσης της Λεωφόρου Τσερίου με την Πεύκου τους προσπέρασε το περιπολικό της Τροχαίας.
  30. Παρά τα φώτα τροχαίας GGS το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών είδε το περιπολικό της Τροχαίας Λευκωσίας και του έκανε νόημα και χώρο να περάσει . Ο Αστ. XXXXX προσπέρασε και βρέθηκε πίσω από το καταδιωκόμενο όχημα, περί τα 20 μέτρα πίσω του. Με τον Αστ. XXXXX είδαν ότι τα πισινά καθίσματα του καταδιωκόμενου οχήματος ήταν γεμάτα κιβώτια.
  31. Τρίτο στη σειρά καταδίωξης ήταν το περιπολικό XXXXX97 με τον κατηγορούμενο 1 και τον Αστ. 1413 που είχαν στο μεταξύ φτάσει στην περιοχή.
  32. Το περιπολικό στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 3 και ο Αστ. 399 εισήλθε στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση προς Τσέρι με ενεργοποιημένους τους φάρους και τη σειρήνα του οχήματος. Σε σημείο του δρόμου παρά το στρατόπεδο αεροπορίας στη Λακατάμια εντόπισαν το καταδιωκόμενο όχημα να ακολουθείται από περιπολικά που έφεραν διακριτικά της Αστυνομίας. Ακολούθησαν τα άλλα περιπολικά που καταδίωκαν.
  33. Ο Αστ. XXXXX φώναζε συνεχώς από τη μικροφωνική του περιπολικού του στον οδηγό του καταδιωκόμενου οχήματος να σταματήσει αλλά αυτός ανέπτυσσε ταχύτητα και με διάφορους ελιγμούς συνέχιζε την πορεία του.
  34. Σε κάποιο σημείο της καταδίωξης ο Αστ. XXXXX που επέβαινε στο περιπολικό XXXXX43 της Τροχαίας Λευκωσίας είδε τον καπλαμά του αριστερού μπροστινού τροχού του καταδιωκόμενου οχήματος να φεύγει και να καταλήγει στο αριστερό παγκέτο του δρόμου και την ίδια ώρα το όχημα κινήθηκε αριστερότερα προς το παγκέτο και ελάττωσε ταχύτητα.
  35. Τότε ο Αστ. XXXXX που οδηγούσε το περιπολικό XXXXX43 ανέπτυξε ταχύτητα με σκοπό να το προσπεράσει και να το ανακόψει ενώ ο Αστ. XXXXX του φώναζε από τη μικροφωνική του περιπολικού να σταματήσει.
  36. Όταν το περιπολικό XXXXX43 πλησίασε τη δεξιά πλευρά του καταδιωκόμενου οχήματος, ο οδηγός του καταδιωκόμενου οχήματος έστριψε απότομα προς τα δεξιά, προς το μέρος του περιπολικού, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το περιπολικό. Συνεπεία της σύγκρουσης το περιπολικό παρέκκλινε της πορείας του, συγκρούστηκε μετωπικά σε ανάχωμα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και λόγω της βιαιότητας της σύγκρουσης βρέθηκε στον αέρα σε ύψος περί τα τρία μέτρα και προσγειώθηκε στους τροχούς με το μέτωπο του οχήματος να βλέπει στην αντίθετη κατεύθυνση φορά σύμφωνα με την αρχική του πορεία και να ακινητοποιείται στην αριστερή πλευρά του δρόμου.
  37. Το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση με το περιπολικό XXXXX43 και συνέχισε να ακολουθεί το καταδιωκόμενο όχημα το οποίο συνέχισε να κινείται με μεγάλες ταχύτητες.
  38. Ο κατηγορούμενος 3 και ο Αστ. XXXXX ελάττωσαν ταχύτητα για να δουν την κατάσταση των συναδέλφων του όμως όταν τους είδαν να εξέρχονται του περιπολικού, συνέχισαν την καταδίωξη χωρίς να σταματήσουν.
  39. Ο κατηγορούμενος 2 και ο Αστ. XXXXX επίσης ελάττωσαν ταχύτητα και ο κατηγορούμενος 2 κάλεσε ασθενοφόρο. Συνέχισαν την καταδίωξη.
  40. Το σημείο όπου βρισκόταν ακινητοποιημένο το αστυνομικό όχημα μετά τη σύγκρουση προσέγγισε και το περιπολικό της ΜΜΑΔ XXXXX
  41. Ο Λοχ XXXXX πρόσεξε το υπηρεσιακό όχημα ακινητοποιημένο και κτυπημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και σε αντίθετη φορά σύμφωνα με την πορεία του. Ελάττωσε ταχύτητα για να δει την κατάσταση των συναδέλφων του όμως εκείνοι του έκαναν νόημα να συνεχίσει. Ακούγοντας τα μηνύματα από τον ασύρματο κατευθύνθηκε προς το χωρίο Μαρκί δια μέσου του χωριού Τσερίου.
  42. Από το παράθυρο του συνοδηγού του καταδιωκόμενου οχήματος κάποιος συνέχιζε να ρίχνει διάφορα κιβώτια στον δρόμο καθώς και ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά έξω από τα κουτιά τους.
  43. Τότε ο Αστ XXXXX έδωσε το υπηρεσιακό του πιστόλι στον κατηγορούμενο 1 ώστε αυτός να πυροβολήσει τα ελαστικά του καταδιωκόμενου οχήματος. Ο κατηγορούμενος 1 πυροβόλησε 4-5 φορές χωρίς όμως να πετύχει τα ελαστικά. Ο Αστ. XXXXX ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να σταματήσει να πυροβολεί γιατί είχε μόνο ένα γεμιστήρα με δέκα φυσίγγια και, ενόψει του ότι οι καταδιωκόμενοι είχαν όπλο, για δική τους προστασία, θα ήταν καλύτερα να μην χρησιμοποιήσουν όλα τα φυσίγγια.
  44. Στο μεταξύ, το περιπολικό στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 3 και ο Αστ. XXXXX πλησίασε τα άλλα υπηρεσιακά οχήματα και δύο από αυτά τους έδωσαν προτεραιότητα με αποτέλεσμα να βρεθεί το δεύτερο περιπολικό στη σειρά πίσω από το καταδιωκόμενο όχημα.
  45. Ενώ η καταδίωξη ήταν σχεδόν στα μέσα του χωρίου Τσέρι ο κατηγορούμενος 3 άκουσε 4-5 πυροβολισμούς να προέρχονται από μπροστά του και πρόσεξε ότι ο συνοδηγός του μπροστινού περιπολικού είχε προτεταμένο το όπλο του από το παράθυρο προς το καταδιωκόμενο όχημα. Την ίδια στιγμή, ο κατηγορούμενος 3 είχε να θρυμματίζεται ο πισινός ανεμοθώρακας του καταδιωκόμενου οχήματος.
  46. Ο Αστ. XXXXX άκουσε από τον ασύρματο κάποιο να φωνάζει «δεν έχω σφαίρες» και ακολούθως αντιλήφθηκε το περιπολικό της ΜΜΑΔ XXXXX72 να προσπερνά το περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών και το περιπολικό της Άμεσης Επέμβασης.
  47. Όταν το περιπολικό τους βρέθηκε ακριβώς πίσω από το καταδιωκόμενο όχημα, ο κατηγορούμενος 3 με το υπηρεσιακό του όπλο σκόπευσε τους δύο πισινούς τροχούς του καταδιωκόμενου οχήματος.
  48. Καθ' όλη τη διάρκεια της καταδίωξης τα μηνύματα μέσω ασυρμάτων ήταν πάρα πολλά και ανάλογα με τις εξελίξεις.
  49. Ενώ η καταδίωξη ήταν κοντά στο παλαιό δημοτικό Τσερίου, ο κατηγορούμενος 3 είδε το συνοδηγό του καταδιωκόμενου οχήματος ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος να γυρίζει προς τα πίσω από τη δεξιά του μεριά και να προτάσσει με το δεξί του χέρι, όπλο με το οποίο τους σημάδευσε και πυροβόλησε δύο ή τρεις φορές από τον σπασμένο πισινό ανεμοθώρακα χωρίς να τους πετυχαίνει. Ο κατηγορούμενος 3 έσκυψε για κάλυψη ενώ, ταυτόχρονα με τους πυροβολισμούς, ο Αστ. XXXXX που οδηγούσε το περιπολικό έκανε δεξιό ελιγμό προς αποφυγή των πυροβολισμών.
  50. Ο κατηγορούμενος 3 κάλεσε τον Λοχ. Υπηρεσίας της ΜΜΑΔ και τον ενημέρωσε ότι δέχονταν πυροβολισμούς. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 ανταπέδωσε στα πυρά με αριθμό σφαιρών και έπληξε το πίσω αριστερό ελαστικό του καταδιωκόμενου οχήματος.
  51. Ο κατηγορούμενος 2 άκουσε τους πυροβολισμούς και είδε το όχημα της ΜΜΑΔ (στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 3 και ο Αστ. XXXXX) που ήταν μπροστά του να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά και τον κατηγορούμενο 3 να σκύβει στο πλάι προς την αριστερή πλευρά και ακολούθως να ανταποδίδει τα πυρά. Αυτό είδε και ο Αστ. XXXXX που ήταν στο περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών που ακολουθούσε.
  52. Την ώρα εκείνη στον δρόμο υπήρχαν πολίτες πεζοί και σε οχήματα.
  53. Ο κατηγορούμενος 3 ενημέρωσε ξανά τον Λοχ. Υπηρεσίας της ΜΜΑΔ ότι θα κρατούσε κάποια απόσταση γιατί τα δύο αριστερά ελαστικά του καταδιωκόμενου οχήματος ήταν τελείως ξεφούσκωτα και το όχημα κινείτο αργά. Έδωσε το ίδιο μήνυμα και στη συχνότητα της ΑΔΕ Λευκωσίας.
  54. Σε κάποιο σημείο το περιπολικό XXXXX97 στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 1 και ο Αστ. XXXXX, προσπέρασε το περιπολικό της ΜΜΑΔ XXXXX
  55. Από τη θέση του συνοδηγού του καταδιωκόμενου οχήματος εκτοξεύονταν ξανά φορητοί υπολογιστές, τηλέφωνα, διάφορα κουτιά και άλλα αντικείμενα.
  56. Ο Αστ. XXXXX ζήτησε το πιστόλι του από τον κατηγορούμενο 1 και σε ένα σημείο του δρόμου κοντά στο σφαγείο Μιντίκκη με κατεύθυνση το Μαρκί ο Αστ XXXXX πυροβόλησε μια φορά προς το πισινό δεξί ελαστικό του καταδιωκόμενου οχήματος για να ακινητοποιηθεί. Το ελαστικό έσκασε όμως ο οδηγός του καταδιωκόμενου οχήματος συνέχισε την πορεία του προς το χωριό Μαρκί. Ο Αστ XXXXX έδωσε το πιστόλι του ξανά στον κατηγορούμενο
  57. Ο κατηγορούμενος 2 είδε το περιπολικό XXXXX97 να πυροβολεί προς το καταδιωκόμενο όχημα και να του τρυπά το δεξιό πισινό λάστιχο.
  58. Η καταδίωξη συνέχισε περνώντας από το χωριό Μαρκί.
  59. Λίγο μετά το Μαρκί ο οδηγός του καταδιωκόμενου οχήματος έχασε τον έλεγχο, παρέκκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, βγήκε από το δρόμο και ακινητοποιήθηκε σε χωράφι στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο οδηγός και ο συνοδηγός κατέβηκαν από το όχημα και άρχισαν να τρέχουν με βορειοανατολική κατεύθυνση και να απομακρύνονται από τους αστυνομικούς.
  60. Ο Αστ. XXXXX σταμάτησε το περιπολικό που οδηγούσε περί τα 15-20 μέτρα μακριά από το καταδιωκόμενο όχημα. Στο σημείο ήρθε και το περιπολικό της ΜΜΑΔ. Όλοι κατέβηκαν από τα οχήματα τους.
  61. Από το καταδιωκόμενο όχημα βγήκαν δύο άτομα, ένα από την πλευρά του οδηγού και ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος από την πλευρά του συνοδηγού, και άρχισαν να τρέχουν στα χωράφια.
  62. Ο κατηγορούμενος 2 και ο Αστ. XXXXX που ακολουθούσαν κατέβηκαν από το περιπολικό τους και άρχισαν να τους καταδιώκουν με τα πόδια. Άκουσαν συναδέλφους να φωνάζουν «Αστυνομία σταματάτε, Αστυνομία σταματάτε» όμως αυτοί συνέχισαν να τρέχουν.
  63. Ο Αστ. XXXXX ακινητοποίησε το περιπολικό του και έτρεξε με τον κατηγορούμενο 3 προς το ακινητοποιημένο καταδιωκόμενο όχημα. Καθώς έτρεχε άκουσε κάποιο από τους συναδέλφους του που καταδίωκαν τον συνοδηγό ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος να φωνάζει «Αστυνομία Σταμάτα». Όταν αυτός προσέγγισε το ακινητοποιημένο όχημα είδε ότι υπήρχε ανάμεσα σε αρκετά κιβώτια ακόμα ένα πρόσωπο στο αυτοκίνητο. Σταμάτησε και φώναξε «Ρε ελάτε τζιαι έσιει τζιάλλον μες το αυτοκίνητο».
  64. Ο Αστ. XXXXX κυνήγησε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος ο οποίος έτρεχε στο χωράφι με τα δύο χέρια μπροστά του και είχε ελαφρά κλήση προς τα μπρός. Ο Αστ. XXXXX φώναζε «Αστυνομία. Σταματάτε». Σε κάποιο σημείο ο Αστ. XXXXX είδε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος να κοντοστέκεται περί τα 40 μέτρα από το σημείο όπου στεκόταν, να γυρίζει προς το μέρος των αστυνομικών από τα αριστερά και να κρατάει μαύρο αντικείμενο το οποίο έμοιαζε με πιστόλι. Ο Αστ. XXXXX φώναξε «Παιθκιά προσέχετε κρατά πιστόλι».
  65. Ο κατηγορούμενος 3 όταν κατέβηκε από το περιπολικό φώναζε στους ύποπτους «Αστυνομία Σταματάτε». Αυτοί δεν υπάκουσαν και συνέχισαν να τρέχουν. Ο κατηγορούμενος 3 κατευθύνθηκε τρέχοντας προς τη μεριά του οχήματος τους και πρόσεξε ότι ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος κρατούσε κάτι στα χέρια του στο ύψος της κοιλιάς του. Την ίδια στιγμή άκουσε ένα συνάδελφο που βρισκόταν στα δεξιά του να φωνάζει «Παιθκιά προσέχετε κρατά πιστόλι». Ταυτόχρονα είδε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος να ελαττώνει ταχύτητα και να γυρίζει προς τα αριστερά του με κατεύθυνση προς τον κατηγορούμενο 3 και τους άλλους αστυνομικούς.
  66. Ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν τότε σε απόσταση περί τα 40 μέτρα από τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, σκόπευσε προς το μέρος του και έριξε 4-5 προειδοποιητικούς πυροβολισμούς. Ταυτόχρονα άκουγε πυροβολισμούς που προέρχονταν από άλλους αστυνομικούς και πρόσεξε τον ύποπτο να πέφτει στο έδαφος. Ο κατηγορούμενος 3 συνέχισε την καταδίωξη του οδηγού που βρισκόταν περίπου 100 μέτρα μακριά προς τον οποίο έριξε ένα προειδοποιητικό πυροβολισμό στο έδαφος.
  67. Όταν ο κατηγορούμενος 1 άκουσε την προειδοποίηση του Αστ. XXXXX και είδε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος να κάνει στροφή προς τα αριστερά και πίσω. Πυροβόλησε μια φορά.
  68. Ο κατηγορούμενος 2 την ίδια ώρα, έχοντας ακούσει και δει τα ίδια, ανέσυρε το υπηρεσιακό του πιστόλι και πυροβόλησε 2 φορές προς το μέρος του υπόπτου.
  69. Μετά που δέχτηκε τον πυροβολισμό, ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος έκανε δύο-τρία βήματα μπροστά και έπεσε στο έδαφος.
  70. Ο Αστ. XXXXX έτρεξε προς το μέρος του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, διαπίστωσε ότι είχε τις αισθήσεις του και ότι αιμορραγούσε. Είχε ένα τσαντάκι περασμένο στη μέση του και κρατούσε ένα μαύρο φανάρι μήκους 15-20 εκατοστών στο δεξί του χέρι. Ήταν σε απόσταση 34,50 μέτρα από το καταδιωκόμενο όχημα.
  71. Ο Αστ. XXXXX έδωσε μήνυμα μέσω ασυρμάτου για να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο το οποίο ειδοποιήθηκε στις 07:25 και ξεκίνησε για να παραλάβει τον τραυματία. Το ασθενοφόρο έφτασε στην σκηνή στις 0740, παρέλαβε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος και αποχώρησε στις
  72. Στο μεταξύ, στη σκηνή κατέφθασε και το περιπολικό της ΜΜΑΔ XXXXX
  73. Ο Λοχ. XXXXX και ο Αστ. XXXXX είδαν το καταδιωκόμενο όχημα ακινητοποιημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του. Πρόσεξε επίσης τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος πεσμένο στο έδαφος σε απόσταση περίπου 40 μέτρων και ένας συνάδελφος τους ανέφερε ότι ακόμα ένα πρόσωπο που επέβαινε στο καταδιωκόμενο όχημα προσπαθούσε να διαφύγει τρέχοντας σε παρακείμενα χωράφια.
  74. Ο Αστ. XXXXX ετοιμαζόταν να συλλάβει το πρόσωπο που είχε παραμείνει στο καταδιωκόμενο όχημα όμως άκουσε ένα συνάδελφο να του φωνάζει «XXXXX γλήορα έμπα μες το αυτοκίνητο να πάμε να πιάσουμε τον άλλο που βουρά». Τότε ο Αστ. XXXXX έδωσε τις χειροπέδες του σε άλλο συνάδελφο και μπήκε στο περιπολικό που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3 για να κυνηγήσουν τον οδηγό.
  75. Ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τον Αστ. XXXXX, με το περιπολικό κατευθύνθηκαν προς τον οδηγό ο οποίος εξακολουθούσε να τρέχει στα χωράφια. Όταν τον προσέγγισαν ο Αστ. XXXXX του φώναξε «Αστυνομία. Σταμάτα» ενώ χρησιμοποιώντας το ημιαυτόματο όπλο του κατηγορούμενου 3 έριξε αριθμό προειδοποιητικών πυροβολισμών. Ο κατηγορούμενος 3 ανέσυρε το ατομικό του πιστόλι και έριξε 2-3 προειδοποιητικούς πυροβολισμούς προς την άλλη κατεύθυνση. Αφού πλησίασαν τον οδηγό, ο κατηγορούμενος 3 σταμάτησε το περιπολικό, ο Αστ XXXXX κατέβηκε πρώτος, καταδίωξε πεζός τον ύποπτο και τον ακινητοποίησε. Ο κατηγορούμενος 3 τον βοήθησε να διενεργήσει τη σύλληψη του.
  76. Ο Λοχ. XXXXX μαζί με τον Αστ XXXXX κατευθύνθηκαν προς το μέρος που προσπαθούσε να διαφύγει ο οδηγός διαμέσου των χωραφιών. Σε κάποιο σημείο συνάντησαν τους Αστ. XXXXX και τον κατηγορούμενο 3 οι οποίοι είχαν ήδη συλλάβει τον οδηγό και τον παρέδωσαν για μεταφορά στο ΤΑΕ Λευκωσίας.
  77. Η συνολική απόσταση που διανύθηκε από το κατάστημα της Electroline στο οποίο έγινε η διάρρηξη μέχρι το σημείο όπου ακινητοποιήθηκε τελικά το όχημα των δραστών ήταν 22,35 χιλιόμετρα. Η καταδίωξη έγινε και μέσα από κατοικημένες περιοχές.
  78. Κατά την καταδίωξη οι επιβαίνοντες στο καταδιωκόμενο όχημα είναι σπάσει όπλο το οποίο είχαν στην κατοχή τους και πετούσαν κομμάτια κατά τη διάρκεια της διαδρομής, στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τρία κομμάτια ανευρέθηκαν από έρευνες που έγιναν εκ των υστέρων από την Αστυνομία. Η κάννη του όπλου δεν ανευρέθηκε. Πρόκειται για Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο (σχετικό το Τεκμήριο 93) το οποίο διαφάνηκε αργότερα ότι ήταν κλοπιμαίο.
  79. Επίσης κατά τη διάρκεια της διαδρομής οι ηλεκτρικοί υπολογιστές, τηλέφωνα και κουτιά που οι δράστες πετούσαν από το όχημα ήταν από αυτά που είχαν κλέψει από το κατάστημα Electroline.
  80. Σε τρία σημεία της καταδίωξης, επί της Λεωφόρου Τσερίου και της οδού Θ. Πιερίδη, ο Αστ. XXXXX είχε ρίξει πυροβολισμούς εναντίον των ελαστικών του οχήματος των δραστών. Το όχημα των δραστών είχε κτυπηθεί από 24 σφαίρες που είχαν ρίξει οι αστυνομικοί. Δεν εντοπίστηκαν όλοι οι κάλυκες. Μεταξύ άλλων, τέσσερεις κάλυκες είχαν εντοπιστεί παρά το 2ο Δημοτικό Σχολείο Τσερίου.
  81. Ο ΜΚ 1 ειδοποιήθηκε από το ΚΕΜ Λευκωσίας αναφορικά με το περιστατικό στις 24.12.2012 και περί ώρα 0740, ενώ βρισκόταν στο ΤΑΕ Λευκωσίας. έλαβε μήνυμα από το ΚΕΜ Λευκωσίας αναφορικά με τη διάρρηξη. Αναχώρησε τότε από το ΤΑΕ Λευκωσίας μαζί με τον Υπ/νόμο ΧΧΧΧΧ Παπαευρυβιάδη και τον Α/Αστ. XXXXX και μετέβηκαν στη σκηνή στο Μαρκί.
  82. Η σκηνή στο Μαρκί αποκλείστηκε από την αστυνομία και φρουρείτο από μέλη της αστυνομίας με επικεφαλής τον Λοχ. XXXXX Α. Κουντούρη του ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ. Κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εισήλθε εντός της αποκομμένης σκηνής.
  83. Στις 25.1.2013 μεταξύ 0900-1130 έγινε αυτοψία της σκηνής στο Μαρκί και έρευνες σε απόσταση 100-150 μέτρων πέραν του σημείου τραυματισμού του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος προς εντοπισμό του βλήματος που τον έπληξε, χωρίς αποτέλεσμα.
  84. Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε διάφορα σημεία της διαδρομής όπου είχε γίνει η καταδίωξη, έλαβε μετρήσεις, και ετοίμασε σχεδιαγράμματα. Το σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής στο Μαρκί που ετοίμασε ο ΜΚ2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  85. Κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι αποτυπώνει την πραγματική εικόνα της σκηνής με βάση τις μετρήσει που έγιναν από τον ΜΚ2 και από τους αστυνομικούς που προέβηκαν σε υποδείξεις.
  86. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, εκείνη την ημέρα και τις επόμενες ο MK2 ετοίμασε συνολικά 22 σχεδιαγράμματα από διάφορες σκηνές που αφορούν την παρούσα υπόθεση (δέσμη Τεκμήριο 58). Τοποθέτησε τα σχεδιαγράμματα σε αεροφωτογραφία (Τεκμήρια 59 και 60) που περιλαμβάνει εικόνα από τη σκηνή της διάρρηξης μέχρι την τελική θέση του οχήματος των δραστών, στην οποία σημείωσε τις σκηνές που αποτυπώνονται στα 22 σχεδιαγράμματα που ετοίμασε.
  87. Στις 26.12.2012 ο ΜΚ2 διενήργησε εξετάσεις στη διαδρομή όπου είχε γίνει η καταδίωξη. Εντόπισε σημάδια μαυρίσματος ελαστικών σε διάφορα σημεία του δρόμου, του κυκλικού κόμβου νότια τους σταδίου ΓΣΠ, διαμέσω των οδών Φιλικής Εταιρείας, Φιλοπάππου, Καλλιστράτου, Φερεκράτη, Αλεξανδρουπόλεως, Θεόφιλου Γεωργιάδη και στη Λεωφόρο Τσερίου. Σε κάποια σημεία τα ίχνη ήταν συνεχώς στην αριστερή λωρίδα. Σε άλλα σημεία είχαν πορεία ζιγκ-ζαγκ με κατεύθυνση και προς τις δύο πλευρές της λωρίδας.
  88. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης παραλήφθηκε πολύ μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι η παραλαβή, διακίνηση και διάθεση των διαφόρων τεκμηρίων έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο.
  89. Ο ΜΚ4 έλαβε διάφορες φωτογραφίες, μεταξύ άλλων, σε σημεία της πορείας που ακολουθήθηκε κατά την καταδίωξη, στη σκηνή στο Μαρκί και από τα εμπλεκόμενα οχήματα.
  90. Ο ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος απεβίωσε στις 25.12.2012 και ώρα 1032 στην Εντατική Μονάδα Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 26.12.2012 διενεργήθηκε νεκροτομή στη σωρό του αποβιώσαντα από την ιατροδικαστή ΧΧΧΧΧ Αντωνίου (Τεκμήριο 86(α) και 86(δ)). Στη νεκροτομή παρευρέθηκε εκ μέρους της οικογένειας ο ιατροδικαστής Δρ. ΧΧΧΧΧ Ματσάκης. Η ιατροδικαστής κατέληξε ότι ο θάνατος προήλθε από «Πολυτραυματισμό συνεπεία διαμπερούς τραύματος από σφαίρα πυροβόλου όπλου».
  91. Στις 5.1.2013 ο ιατροδικαστής Δρ. ΧΧΧΧΧ Χαραλάμπους σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 89(α)) ανέφερε ότι μετά τη νεκροψία που είχε διενεργηθεί στην σκηνή στις 26.12.2012 «λόγω του ότι το θύμα ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος ήταν εν κινήσει σύμφωνα με τη μαρτυρία και λόγω του ότι οι Αστυνομικοί που ενεπλάκησαν στο περιστατικό ήταν επίσης εν κινήσει και ακροβολισμένοι σε μια ακτίνα 30 μέτρων περίπου στην άκρη του κύριου δρόμου ως μου υπέδειξαν οι ίδιοι, δεν μπορεί να καθοριστεί γενικά το μέλος που έριξε την θανατηφόρα βολή. Επίσης θέλω να αναφέρω ότι λόγω του ότι η βολίδα που έπληξε τον ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος δεν έχει εντοπισθεί δεν μπορεί να καθοριστεί το είδος της καθώς επίσης και να εντοπισθεί το όπλο ή το είδος του όπλου από το οποίο αυτή πιθανώς να ρίφθηκε».
  92. Εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι ο θανών κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα μαύρο φανάρι (Τεκμήριο 42) το οποίο είναι Shocker, δηλαδή είναι συσκευή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας (ηλεκτροφόρο) (Σχετικό το Τεκμήριο 98).
  93. Στις 28.12.2012 ο ΜΚ3 και ο κ. ΧΧΧΧΧ Παπασπύρου διορίστηκαν από τον Πρόεδρο της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας ως ποινικοί ανακριτές για να διερευνήσουν, σε συνεργασία με την Αστυνομία, τις συνθήκες θανάσιμου τραυματισμού του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος, από ρίψη πυροβολισμών έξω από το χωριό Μαρκί στις 24.12.
  94. Στις 3.4.2013 οι ποινικοί ανακριτές ΜΚ3 και κ. ΧΧΧΧΧ Παπασπύρου εξέδωσαν το πόρισμα τους (Τεκμήριο 65). Στο συμπέρασμα τους καταγράφουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «.πιστεύουμε ότι το κύριο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ορθά οι Αστυνομικοί έκαμαν χρήση του υπηρεσιακού τους οπλισμού, την δεδομένη στιγμή. Και η απάντηση πιστεύουμε είναι ότι υπό τας περιστάσεις, ορθά έπραξαν και έκαμαν χρήση του οπλισμού τους, αφού πίστευαν ότι κρατούσε πιστόλι και κινδύνευε η ζωή τους. Όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες, τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε χρόνος ή άλλος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης. Είναι γεγονός ότι πρόκειται περί ενός σοβαρού συμβάντος το οποίο έλαβε χώρα εξ υπαιτιότητος του ιδίου του θύματος και των συνεργατών του Μ.1 και Μ.2 και όχι της Αστυνομίας. Η όλη συμπεριφορά τους και δράση από την στιγμή που εντοπίστηκαν στο σημείο της διάρρηξης μέχρι και του σημείου του τραυματισμού, δεν έδιναν άλλα περιθώρια προς την Αστυνομία να δράσει διαφορετικά. Άφησαν να νοηθεί ότι πρόκειται περί αδίστακτων εγκληματιών που ήταν έτοιμοι ακόμη και ζωή να αφαιρέσουν φτάνει οι ίδιοι να μην έπεφταν στα χέρια της Αστυνομίας. Είχαν υποχρέωση να σταματήσουν και να παραδοθούν από το πρώτο κάλεσμα της Αστυνομίας. Αντί αυτού, οι ενέργειες τους έδωσαν την εντύπωση στην Αστυνομία, ιδιαίτερα μετά την χρήση οπλισμού, ότι ήταν αδίστακτοι και αμετανόητοι και ότι κινδύνευε η ζωή τους. Οι πράξεις του θανόντος και των συνεργατών του καταδεικνύουν κατάφωρη παραβίαση των Δημοκρατικών Αρχών και Νόμων της Δημοκρατίας, αφού με τις πράξεις τους έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, όχι μόνο των Αστυνομικών που τους καταδίωκαν αλλά και αθώων πολιτών, τόσο από τη χρήση του πυροβόλου όπλου όσο και από την κατάφωρα αμελή και επικίνδυνη οδήγηση. Ως εκ τούτου οι ενέργειες των Αστυνομικών στην δεδομένη στιγμή της ρίψης των πυροβολισμών θα πρέπει να κριθούν βάσει του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα (κατάσταση ανάγκης) και να μην καταλογιστεί Ποινική ή Πειθαρχική ευθύνη εναντίον οποιουδήποτε για το θάνατο που προκλήθηκε».
  95. Η έκθεση των ποινικών ανακριτών Τεκμήριο 65, υποβλήθηκε από αυτούς στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Διερεύνησης Παραπόνων που τους είχε διορίσει.
  96. Στις 12.3.2013 οι άλλοι δύο επιβαίνοντες του καταδιωκόμενου οχήματος καταδικάστηκαν από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση ΤΑΕ Λευκωσίας Σ' XXXXX/12, σε 3 ½ χρόνια φυλάκισης.
  97. Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση κατηγορήθηκαν γραπτώς στις 18, 19 και 20 Νοεμβρίου
  98. Όλοι αρνήθηκαν ενοχή. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία κατηγορίας που έχει παρουσιαστεί. Όπως ανέφερα περιορίστηκα σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας που κρίνω ότι είναι σχετικά με την απόφαση μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Απέφυγα να καταγράψω ή να ασχοληθώ σε έκταση με μαρτυρία που αφορούσε τις ενέργειες που ακολούθησαν του περιστατικού. Έδωσα έμφαση και στάθηκα στο μέρος της μαρτυρίας και των γεγονότων που δείχνουν τι είχε προηγηθεί του τραυματισμού του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος την επίδικη ημέρα και των όσων είδαν, βιώσαν και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Όπως προανέφερα, στο παρόν στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρία της. Επαναλαμβάνω όμως ότι έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω ότι το στάδιο αυτό της διαδικασίας έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως «θεμελιώδες». Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέα Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5/2012 κ.α., ημερομηνίας 11.12.2012: «Το «εκ πρώτης όψεως» στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον Κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο «εκ πρώτοις όψεως» στάδιο τη Κατηγορούσα Αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. [Η] κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε το «εκ πρώτης όψεως» βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα Αρχή μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα Αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το «εκ πρώτης όψεως» στάδιο εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Με αυτά κατά νου προχωρώ να εξετάσω την ουσία της εισήγησης των συνηγόρων υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Οι κατηγορούμενο κατηγορούνται ότι διέπραξαν το αδίκημα του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, που προνοεί ότι: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας στοιχειοθετεί, εκ πρώτης όψεως, ότι οι κατηγορούμενοι «λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση» επέφεραν τον θάνατο του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος. Οι όροι «αλόγιστη» (rash), «απερίσκεπτη» (reckless) ή «επικίνδυνη» πράξη υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος[4], όμως ο Ποινικός Κώδικας Κεφ. 154 δεν παρέχει ερμηνεία τους. Όπως προκύπτει από τη νομολογία[5] επαφίεται στο Δικαστήριο να αποδώσει την ορθή έννοια στους όρους αυτούς με βάση τα δεδομένα και περιστατικά της υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Ξεκινώ από τον χαρακτηρισμό «αλόγιστη». Ως «αλόγιστη» μπορεί να θεωρηθεί μια μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή πράξη ή συμπεριφορά η οποία δεν απορρέει από ή δεν συνάδει με την κοινή λογική[6]. Ως έννοια δεν εξισώνεται με αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη[7]. Εμπεριέχει μάλλον την έννοια της επιπολαιότητας, ή μιας πράξης ή συμπεριφοράς βεβιασμένης και σχεδόν εξισώνεται με την έννοια της «απερίσκεπτης» πράξης ή συμπεριφοράς. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν διακρίνω στοιχείο συμπεριφοράς από πλευράς των κατηγορούμενων που θα μπορούσε λογικά κρινόμενο να θεωρηθεί επιπόλαιο ή που να μην συνάδει με την κοινή λογική ή που έχει έστω υφή αμέλειας. Προχωρώ στον όρο «απερίσκεπτη πράξη». Η έννοια αυτή προϋποθέτει ότι πριν ο κατηγορούμενος ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο που ενέχει και δημιουργεί καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης παραλείπε, να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα να δημιουργηθεί τέτοιος κίνδυνος ή την αγνοεί[8]. Στην Μαρίνου Ιωάννου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 140/2014 ημερομηνίας 8.4.2015 το Ανώτατο Δικαστήριο εξηγεί ότι για τη στοιχειοθέτη του αδικήματος, με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς όμως να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου. Αντικειμενικά κρινόμενη στην όψη της, η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί ακόμα και στο βαθμό που απαιτείται για το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν απερίσκεπτα. Η μαρτυρία δεν δείχνει ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αυτοί που ενήργησαν με τρόπο ώστε είτε από πρόθεση είτε από παράλειψη να δημιούργησαν ή να αγνόησαν μια δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση. Οι συνθήκες που δημιούργησαν το δυνητικά επικίνδυνο της κατάστασης ήταν οι ενέργειες των ιδίων των κατηγορούμενων. Οι κατηγορούμενοι απλώς αντέδρασαν στην κατάσταση και γεγονότα με τα οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι. Παραμένει ο όρος «επικίνδυνη πράξη». Η έννοια της «επικίνδυνης πράξης» κρίνεται αντικειμενικά και εμπεριέχει την υφή του «λάθους» (fault)[9]. Στην προκειμένη περίπτωση, το «λάθος» αυτό περιλαμβάνει από την πλευρά ενός κατηγορούμενου μια αποτυχία να τηρήσει το επίπεδο προσοχής και ικανότητας που θα αναμενόταν από ένα ικανό και έμπειρο αστυνομικό όταν ήταν αντιμέτωπος με μια αντίστοιχη κατάσταση όπως την επίδικη. Δεν είναι ανάγκη το «λάθος» αυτό να είναι η κύρια αιτία που δημιούργησε την επικίνδυνη κατάσταση. Επαρκεί, σαν θέμα λογικής, να είναι μια αιτία[10] που συνέτεινε στη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης. Δεν διακρίνω οι κατηγορούμενοι να ενήργησαν λανθασμένα, με τρόπο που να συνέτεινε στη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης ή εκτός ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων τους. Αντίθετα, όπως προανέφερα, η επικίνδυνη κατάσταση δημιουργήθηκε λόγω των ενεργειών, πράξεων και αποφάσεων του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος και των άλλων επιβαινόντων στο καταδιωκόμενο όχημα. Καταλήγοντας, όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η μαρτυρία κατηγορίας πρέπει να στοιχειοθετεί εκ πρώτη όψεως και αντικειμενικά κρινόμενη ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσουν το θάνατο του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος. Για τους λόγους που εξήγησαν κρίνω ότι δεν το επιτυγχάνει. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα και οι ενέργειες, αποφάσεις και πράξεις του ίδιου του αποβιώσαντα ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος και των συνεργών του δημιούργησαν μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση για τους ίδιους, για τους αστυνομικούς που τους καταδίωκαν αλλά και το κοινό. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, όπως και εάν εξεταστεί, οδηγεί μόνο σε αυτό το συμπέρασμα. Δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία η οποία αντικειμενικά να στοιχειοθετεί έστω και εκ πρώτης όψεως ότι ο τρόπος με τον οποίο οι κατηγορούμενοι ενήργησαν καθ' όλη τη διάρκεια κει εξέλιξη των γεγονότων την επίδικη ημέρα ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος. Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την ύπαρξη κάποιο λάθος ή παράλειψη από μέρους τους που να συνέτεινε στη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης η οποία κατέληξε στον τραυματισμό του ΧΧΧΧΧ Ξενοφώντος[11]. Τα ενώπιον μου στοιχεία, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, δείχνουν πως οι κατηγορούμενοι ενήργησαν λελογισμένα, συνετά και εντός των πλαισίων των καθηκόντων τους προς αντιμετώπιση της κατάστασης με την οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι. Αυτή μου η κατάληξη καθορίζει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Πριν ολοκληρώσω σημειώνω και το εξής. Στις γραπτές αγορεύσεις που παρουσίασαν οι συνήγοροι των κατηγορούμενων εγείρουν και άλλους λόγους για τους οποίους ζητούν την αθώωση και απαλλαγή των κατηγορούμενων σε αυτό το στάδιο. Αναφέρθηκαν στο άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος στο κατηγορητήριο. Προβλέπει ότι: «Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα.» Οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι εφόσον δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο που έριξε τη θανατηφόρα βολή στον Σάββα Ξενοφώντος τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο οι τρεις κατηγορούμενοι ενήργησαν με κοινό σκοπό στη βάση του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  99. Συνεχίζουν υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί συναυτουργία μεταξύ των κατηγορουμένων στη βάση του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα. Σε πολυσέλιδη και λεπτομερή ανάλυση της νομολογίας και των αρχών, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 (τις θέσεις του οποίου υιοθέτησαν οι συνήγοροι των άλλων δύο κατηγορούμενων) εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση κοινός επιδιωκόμενος σκοπός των κατηγορούμενων ήταν η σύλληψη του αποβιώσαντα. Ο σκοπός όμως αυτός, συνεχίζει, δεν ήταν παράνομος. Η ιδιότητα των κατηγορουμένων ως αστυνομικοί και οι ενέργειες του θανόντα που είχαν προηγηθεί του θανάτου του εκείνη την ημέρα καθιστούσαν την κοινή επιδίωξη των κατηγορουμένων για σύλληψη του, καθ' όλα νόμιμη και επιβεβλημένη. Συνεπώς ενοχή στη βάση του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα, που προϋποθέτει παράνομη επιδίωξη, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί υπό τις περιστάσεις. Συμφωνώ με την ανάλυση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 αναφορικά με το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και τις εισηγήσεις του σε σχέση με τα στοιχεία εκείνα που πρέπει να αποδεικνύει η μαρτυρία για να αποδειχθεί συναυτουργία στη βάση αυτή. Όμως θεωρώ ότι δεν μπορώ να εφαρμόσω το συλλογισμό του σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Τείνω να συμφωνήσω με τη συγκεκριμένη θέση των συνηγόρων υπεράσπισης. Όμως η ανάλυση και εις βάθος εξέταση της μαρτυρίας που απαιτείται για να καταλήξω σε σχετικό συμπέρασμα θεωρώ ότι εκφεύγει των πλαισίων του παρόντος σταδίου. Ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας τους σε τέτοιο βαθμό και λεπτομέρεια διενεργείται μόνο στο τέλος μιας ποινικής δίκης. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται σε μια εξ όψεως αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε περαιτέρω ότι το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 είναι «εννοιολογικά ασύμβατο» με το άρθρο
  100. Αυτό γιατί το άρθρο 21 υποδηλώνει συνειδητή απόφαση και ενέργεια από μέρους των συναυτουργών ενώ το mens rea του άρθρου 210 είναι η αμέλεια και όχι η πρόθεση. Και πάλιν τείνω να συμφωνήσω με το συγκεκριμένο επιχείρημα. Όμως η φύση του συγκεκριμένου επιχειρήματος απαιτεί επίσης ανάλυση και εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων σε βαθμό που εκφεύγει των πλαισίων του παρόντος σταδίου. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης έχει κριθεί επί άλλων σημείων. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 74

(1)(β), περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2] Ενδεικτικά Azinas and another v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις Practice Note
(1962)1 All E.R. 449, R v Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [3] Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 [4] Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 [5] Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 Α.Α.Δ. 233 [6] Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) [7] Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 [8] R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974,R.v Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473 [9] R. v Gosney [1971] 55 Cr. App.R. 502 [10] Σάββα ν. Αστυνομία
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, R. ν Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, R. ν L. [2011] R.T.R. 19 [11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.