← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης:12526/17, 31/1/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης:12526/17, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12526/17 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Χριστοφή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορούμενη : κ. Χ. Γαβριηλίδης Κατηγορουμένη : Παρούσα. Ενδιάμεση Απόφαση ( Δίκη εντός Δίκης) Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η δίκη εντός δίκης που διατάχθηκε στα πλαίσια της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων και μία κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 21.11.2019, κατά το στάδιο που έδιδε μαρτυρία ο ΜΚ 1 Αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου, εγέρθηκε ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης στην κατάθεση της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 23.08.
  2. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Κατηγορουμένης, η κατάθεση του εν λόγω προτιθέμενου Τεκμηρίου δεν λήφθηκε με βάση τον ορθό δικαστικό κανόνα και ως εκ τούτου η εν λόγω κατάθεση δεν ήταν θεληματική. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε η θέση η υπό ένσταση κατάθεση λήφθηκε με βάση τον δικαστικό κανόνα ΙΙ, ενώ έπρεπε να ληφθεί με βάση τον δικαστικό κανόνα ΙΙΙ. Αφού το Δικαστήριο καθόρισε το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης με βάση τις δηλώσεις των συνηγόρων, προχώρησε η ενώπιόν μου διαδικασία. Μαρτυρία Σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση διαδικασίας, μαρτυρία έδωσαν 3 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου, ο οποίος κατάθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο Α στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης. Η υπό αμφισβήτηση κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β στη διαδικασία. Επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ως Τεκμήριο Δ σχέδιο επί κλίμακος. Επιπρόσθετα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ε η πρώτη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη, ημερομηνίας 03.07.2016 και τέλος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Στ δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον έλεγχο των ιχνών τροχοπέδησης κατά τη διερεύνηση του επίδικου αδικήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ 1 δήλωσε ότι πριν τη λήψη της αμφισβητούμενης κατάθεσης, μελέτησε τον φάκελο και το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε μέχρι εκείνην την ημερομηνία. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε την υποβολή ότι μέχρι τη λήψη της επίμαχης ανακριτικής κατάθεσης η Αστυνομία είχε κάνει σχεδόν όλες τις διαδικασίες εξέτασης που αφορούσαν το επίδικο δυστύχημα. Συμφώνησε, όμως, ότι η Αστυνομία είχε προβεί σε σχέδιο της σκηνής, ότι λήφθηκαν μετρήσεις σε σχέση με τις επιτόπιες εξετάσεις του δυστυχήματος, ότι έγινε φωτογράφηση του δυστυχήματος και ότι είχαν εντοπιστεί ίχνη τροχοπέδησης. Επιπλέον, συμφώνησε ότι στις 19/06 είχε γίνει τεχνικός έλεγχος των ενεχόμενων οχημάτων και ότι στις 29/06 έγινε προσπάθεια να διαβαστεί με διαγνωστικό ο εγκέφαλος του οχήματος της Κατηγορουμένης. Επιπρόσθετα, συμφώνησε ότι λήφθηκαν καταθέσεις από όλους τους εμπλεκόμενους και τους αυτόπτες μάρτυρες. Παρά ταύτα δήλωσε ότι με βάση τα πιο πάνω στοιχεία ήταν πιο σωστό να ληφθεί από την Κατηγορούμενη δεύτερη ανακριτική κατάθεση, η οποία να αφορούσε ερωτήσεις σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στη σκηνή. Σε υποβολή ότι και στις δύο ανακριτικές καταθέσεις τέθηκαν οι ίδιες ακριβώς ερωτήσεις, απάντησε ότι η ερώτηση 12 της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης μοιάζει με την ερώτηση της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης, αλλά υπάρχουν ακόμα 9 ερωτήσεις που είναι διαφορετικές στη δεύτερη κατάθεση. Διευκρίνισε, επίσης, ότι στην πρώτη κατάθεση δεν ήταν γνωστά τα αποτελέσματα της δοκιμής που έγινε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Υπαστυνόμος XXXXX Θεμιστοκλέους. Ο ΜΚ 2 κατάθεσε ως Τεκμήριο Ζ στη διαδικασία την κατάθεσή του. Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι δεν ήταν απαραίτητο να δώσει ο ίδιος οδηγίες για να γίνει η δεύτερη ανακριτική. Η λήψη ανακριτικών καταθέσεων είναι διαδικασία, η οποία γίνεται συνήθως σε όλα τα θανατηφόρα ανάλογα με τη μαρτυρία που θα προκύψει. Εξήγησε ότι κατά τον ίδιο μέχρι τον χρόνο που λήφθηκε η δεύτερη ανακριτική κατάθεση δεν υπήρχε ουσιαστική μαρτυρία που να εμπλέκει την Κατηγορούμενη σε σχέση με το θέμα της ευθύνης. Σε ερώτηση αν θα μπορούσε η Αστυνομία να προχωρήσει σε κατηγορία της Κατηγορούμενης, απάντησε ότι δεν θα μπορούσαν να το πράξουν πριν τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής. Εξήγησε ότι στη δεύτερη ανακριτική τέθηκε στην Κατηγορούμενη η όλη διαδικασία και το αποτέλεσμα της διαδικασίας που έγινε στη σκηνή, στην οποία αρνήθηκε να παρευρεθεί. Έτσι της έγιναν σχετικές ερωτήσεις τις οποίες και απάντησε. Προσδιόρισε ότι σκοπός της δεύτερης ανακριτικής ήταν να τεθεί υπόψη της Κατηγορούμενης το αποτέλεσμα της εξέτασης για τα ίχνη τροχοπέδησης που έγινε στη σκηνή. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι όντως υπήρχαν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που συνηγορούσαν σε πιθανή ευθύνη της Κατηγορούμενης. Εξήγησε όμως ότι υπήρξαν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά δεν υπήρχε απόδειξη ότι όντως ευθύνεται. Σε υποβολή ότι κανένα νέο στοιχείο ή κανένα νέο εύρημα της Αστυνομίας δεν είχε τεθεί στη δεύτερη ανακριτική, απάντησε ότι η Κατηγορούμενη στην πρώτη της κατάθεση σε καμία περίπτωση δεν έθεσε τον εαυτό της ότι κινήθηκε στην εξ αντιθέτου λωρίδα. Από την όλη διαδικασία που έγινε μετά τη λήψη της πρώτης ανακριτικής, διαπιστώθηκε ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν, η Κατηγορούμενη για κάποιον λόγο κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα. Ως εκ τούτου η λήψη μιας δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης ήταν επιβεβλημένη, ώστε να τεθούν ενώπιον της Κατηγορουμένης τα νέα δεδομένα και να της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Συμφώνησε, όμως, ότι τα ίχνη τροχοπέδησης η Αστυνομία τα έλαβε από την πρώτη μέρα του δυστυχήματος. Εξήγησε, όμως, ότι υπήρχαν μεν στη σκηνή, αλλά δεδομένου ότι η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι προκάλεσε ίχνη τροχοπέδησης, θεωρήθηκε επιβεβλημένο να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις τόσον προς όφελος της Κατηγορούμενης όσον και προς όφελος της όλης διαδικασίας. Συμφώνησε ταυτόχρονα ότι στις 21.06.2016, πριν καν τη λήψη της πρώτης ανακριτικής, η Αστυνομία προέβη σε ελέγχους για την τροχοπέδηση. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αρχιλοχίας XXXXX XXXXX Ορφανός. Ο ΜΚ 3 κατέθεσε ως Τεκμήριο την κατάθεσή του. Επιπρόσθετα σε ερώτηση αν υπήρχε λόγος που προέβησαν σε τελευταία δοκιμή ως προς την τροχοπέδηση, απάντησε ότι στη σκηνή τα ίχνη τροχοπέδησης είχαν κλήση προς τα αριστερά, γι' αυτό ήθελαν να διαπιστώσουν αν την ώρα της τροχοπέδησης όταν στρίψει αριστερά το αυτοκίνητο, κατά πόσον αυτό κινείται αριστερά ή συνεχίζει με ευθεία πορεία. Επιπλέον, όταν του ζητήθηκε να δείξει στις φωτογραφίες τα ίχνη τροχοπέδησης που προέκυψαν στη δεύτερη δοκιμή, παρέπεμψε στη φωτογραφία
  3. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η φωτογραφία 52 λήφθηκε στις 31.07.
  4. Ακολούθως συμφώνησε ότι η Αστυνομία την ίδια μέρα που έγινε το ατύχημα κατήρτισε σχέδιο της σκηνής και έλαβε όλες τις απαραίτητες μετρήσεις, έλαβε φωτογραφίες που αφορούν τη σκηνή και εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης. Συμφώνησε, επίσης, ότι ακολούθως η Αστυνομία προέβη σε όλες τις εξετάσεις που αφορούσαν τη λήψη καταθέσεων άλλων μαρτύρων και ότι έγινε τεχνικός έλεγχος στις 19/06 και στις 29/06 έλεγχος με διαγνωστικό. Συμφώνησε, περαιτέρω, ότι έγινε εξέταση τροχοπέδησης στη σκηνή στις 21/
  5. Στις 02.07.2016 έλαβαν τη μοναδική κατάθεση από αυτόπτη μάρτυρα και στις 03.07.2016 έλαβαν την πρώτη ανακριτική από την Κατηγορούμενη. Σε υποβολή ότι μέχρι την ημερομηνία λήψης της δεύτερης ανακριτικής η Αστυνομία κατείχε όλες τις πληροφορίες στα χέρια της για να κατηγορήσει την Κατηγορούμενη για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, απάντησε ότι έγιναν κάποιες εξετάσεις και ακολούθως μετά τη λήψη της πρώτης κατάθεσης έγιναν επιπλέον εξετάσεις και ήταν επάναγκες να ληφθεί και η δεύτερη. Σε ερώτηση ότι και στην πρώτη ανακριτική κατάθεση με την ερώτηση 12 της είχε τεθεί το ίδιο ερώτημα που της τέθηκε στη δεύτερη ανακριτική, απάντησε ότι κατά τον χρόνο της πρώτης ανακριτικής δεν είχε γίνει ο έλεγχος, ώστε να ήταν σίγουροι ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν ήταν της Κατηγορούμενης. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι έγινε αναπαράσταση για την τροχοπέδηση στις 31.07.2016, ώστε η Αστυνομία να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα ίχνη που εντοπίστηκαν ανήκαν στο όχημα της Κατηγορούμενης. Συμφώνησε τελικά ότι η Αστυνομία πριν τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής στις 23.08.2016, είχε τα στοιχεία που οδηγούσαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο ότι η Κατηγορούμενη θα κατηγορείτο στο αδίκημα που κατηγορείται σήμερα. Αξιολόγηση - Ευρήματα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία και κρίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο, κρίνει μόνο τα επίδικα ζητήματα της δίκης εντός δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι απολύτως απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη δίκη εντός δίκης θέματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη

(1997)2 ΑΑΔ 177, Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 169 και Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 Α.Α.Δ. 40. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής ότι ενώπιόν μου δεν παρουσιάστηκαν διιστάμενες εκδοχές επί γεγονότων, ώστε το Δικαστήριο να κληθεί να αξιολογήσει επ' αυτών. Η μόνη ουσιαστική διαφορά αφόρα την κρίση των μαρτύρων σε σχέση με το κατά πόσο πριν την λήψη της υπό ένσταση κατάθεσης, υπήρχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να προσαφθεί η επίδικη κατηγορία προς την Κατηγορουμένη. Μέσα από τη μαρτυρία των τριών μαρτύρων προκύπτει ότι την ίδια μέρα που έγινε το ατύχημα καταρτίστηκε σχέδιο της σκηνής και λήφθηκαν όλες οι απαραίτητες μετρήσεις. Επίσης, λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής και εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Ακολούθως η Αστυνομία προέβη σε όλες τις εξετάσεις που αφορούσαν τη λήψη καταθέσεων άλλων μαρτύρων και ότι έγιναν δύο τεχνικοί έλεγχοι στις 19.06 και στις 29.06 αντίστοιχα. Στις 2.7.2016 λήφθηκε κατάθεση από αυτόπτη μάρτυρα και στις 03.07.2016, λήφθηκε η πρώτη ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη. Στην πρώτη ανακριτική κατάθεση τέθηκε συγκεκριμένη ερώτηση, αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν τη σκηνή. Μάλιστα τέθηκε η θέση στην Κατηγορουμένη ότι τα εν λόγω ίχνη ταιριάζουν με τα ελαστικά και τον τροχό του οχήματός της. Ακολούθως στις 31.7.2016 έγιναν δοκιμές σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης. Στις 23.8.2016 λήφθηκε η υπό ένσταση κατάθεση. Νομική Πτυχή Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική. Στην υπόθεση Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συγκεφαλαιώνονται οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της δεκτότητας κάποιας κατάθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το κριτήριο για τη δεκτότητα κάποιας κατάθεσης είναι η θεληματικότητα αυτής και οι σχετικοί δικαστικοί κανόνες αποτελούν σημαντικό βοήθημα σε σχέση με τη διαπίστωση της θεληματικότητας. Το Δικαστήριο, όμως, διατηρεί ευχέρεια να αποδεχθεί κατάθεση, η οποία λήφθηκε κατά παρέκκλιση των δικαστικών κανόνων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556. Στην υπό κρίση υπόθεση η ένσταση της Υπεράσπισης εγέρθηκε με προμετωπίδα τη θέση ότι, υπό τι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η δεύτερη κατάθεση της Κατηγορουμένης θα έπρεπε να ληφθεί σύμφωνα με τον δικαστικό κανόνα III ενώ λήφθηκε με βάση τον δικαστικά κανόνα ΙΙ. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του έντιμου πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο 1η έκδοση, σελ. 262 υπάρχουν τρία στάδια ανάκρισης. Συγκεκριμένα υπάρχει το στάδιο συλλογής πληροφοριών, το στάδιο συλλογής μαρτυρίας και το στάδιο πρόσαψης κατηγορίας. Όπως προκύπτει από το λεκτικό των εν λόγω κανόνων ο πρώτος κανόνας άπτεται του πρώτου σταδίου, ο δεύτερος του δεύτερου σταδίου και ο τρίτος του τρίτου σταδίου. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω), σελ. 265, η εξέχουσα διαφορά μεταξύ του κανόνα ΙΙ και του κανόνα ΙΙΙ έγκειται στο ότι βάσει του κανόνα ΙΙ είναι επιτρεπτό για την αστυνομία να υποβάλλει ερωτήσεις στον ύποπτο μετά τη προβλεπόμενη προειδοποίηση, ενώ κάτω από τον κανόνα ΙΙΙ η εξουσία της αστυνομίας να υποβάλει ερωτήσεις στον ύποπτο περιορίζεται αυστηρά σε υποθέσεις όπου τέτοια διαδικασία ειδικά προβλέπεται κάτω από τον κανόνα. Σε σχέση με την εφαρμογή του τρίτου δικαστικού κανόνα διαφωτιστική είναι η απόφαση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, όπου έχουν υιοθετηθεί τα όσα έχουν αναφερθεί στην απόφαση The Republic v. Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, ως ακολούθως : «Σημαντική για το θέμα που εξετάζουμε είναι η απόφαση στη The Republic v. Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, στην οποία αποφασίστηκε ότι, εφόσον τα στοιχεία εις χείρας της Αστυνομίας δικαιολογούν, εξ αντικειμένου, την πρόσαψη κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα ΙΙΙ(β), ο οποίος επιτρέπει την υποβολή ερωτήσεων στον κατηγορούμενο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου αυτές είναι αναγκαίες για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση βλάβης, ή ζημίας, ή απώλειας σε τρίτο πρόσωπο, ή στο κοινό, ή προς το σκοπό διευκρίνισης ασάφειας σε προηγούμενη δήλωση του κατηγορουμένου.» Προκύπτει από τα ανωτέρω, ότι το κριτήριο για τη διαπίστωση της υποχρέωσης των ανακριτικών αρχών να εφαρμόσουν τον τρίτο δικαστικό κανόνα είναι αντικειμενικό, αφού επιβάλλεται η χρήση αυτού, όταν εξ αντικειμένου τα στοιχεία εις χείρας της Αστυνομίας δικαιολογούν την πρόσαψη κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου. Επίσης, το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ανακρίσεις κατά τον χρόνο που λαμβάνεται η κατάθεση μπορεί να αποτελέσει δείκτη για το κατά πόσο εξ αντικείμενου δικαιολογείται η λήψη κατάθεσης υπό τον τρίτο ή τον δεύτερο δικαστικό κανόνα. Σχετική είναι η υπόθεση Andrei Tarita κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 106/14, 114/14, ημερομηνίας 8.7.2016, όπου κρίθηκε ορθή η λήψη καταθέσεων υπό τον δεύτερο δικαστικό κανόνα, επειδή η διερεύνηση βρισκόταν σε αρχικά στάδια. Επομένως, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο εξ αντικειμένου δικαιολογείτο η πρόσαψη κατηγορίας στην Κατηγορουμένη, ώστε να κριθεί το κατά πόσο επιβαλλόταν η κατάθεση να ληφθεί υπό τον τρίτο δικαστικό κανόνα, ως εισηγείται η Υπεράσπιση. Υπό τα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι η αστυνομία είχε λάβει ήδη ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, στην οποία η τελευταία έδωσε την θέση της σε σχέση με το εάν εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα. Επίσης, υπήρχαν εις χείρας της αστυνομίας φωτογραφίες για τα ίχνη τροχοπέδησης. Επιπλέον, είχαν ήδη γίνει μετρήσεις στη σκηνή και καταρτίστηκε σχέδιο αυτής. Επιπλέον, έγιναν διαγνωστικοί έλεγχοι στα ενεχόμενα οχήματα και λήφθηκε κατάθεση από αυτόπτη μάρτυρα. Επιπρόσθετα, η αστυνομία είχε υπόψη της εξέταση για τα ίχνη τροχοπέδησης, η οποία έγινε στη σκηνή. Μετά τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης από την Κατηγορουμένη ουδεμία άλλη ανακριτική ενέργεια έλαβε χώρα. Παρά ταύτα η αστυνομία προχώρησε και έλαβε κατάθεση από την Κατηγορουμένη χρησιμοποιώντας τον δεύτερο δικαστικό κανόνα και όχι τον τρίτο δικαστικό κανόνα. Η εξήγηση των μαρτύρων κατηγορίας, επί του προκειμένου, ήταν ότι έλαβαν τη υπό ένσταση κατάθεση γιατί έπρεπε να τεθούν τα αποτελέσματα του ελέγχου τροχοπέδησης υπόψη της Κατηγορουμένης, για να τοποθετηθεί. Το πιο πάνω, όμως, δεν βοηθά την υπόθεσή τους. Συγκεκριμένα οι ανακριτικές αρχές οφείλουν, όταν, εξ αντικειμένου, κατέχουν ικανή μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πρόσαψη κατηγορίας, να το πράττουν. Αυτό είναι το νόημα του τρίτου δικαστικού κανόνα. Η πρόσαψη κατηγορίας δεν εξαρτάται από το πώς θα τοποθετηθεί κάποιος ύποπτος σε σχέση με τα κατ΄ ισχυρισμόν αποτελέσματα κάποιας ανακριτικής ενέργειας. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα. Στην υπό εξέταση υπόθεση προκύπτει ότι όλες οι ανακριτικές ενέργειες έλαβαν χώρα πριν τη λήψη της υπό ένσταση κατάθεσης και μετά από αυτή ουδεμία άλλη ανακριτική ενέργεια έλαβε χώρα. Επίσης, οι ανακριτικές αρχές είχαν τη θέση της Κατηγορουμένης σε σχέση με το ζήτημα, το οποίο αφορούσε ο έλεγχος των ιχνών τροχοπέδησης. Επομένως, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αναζητήσουν την άποψη της κατηγορουμένης υποβάλλοντας την σε σχετική ερώτηση. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας το μόνο που μπορούσε, ενδεχομένως, να προσφέρει η υποβολή ερωτήσεων προς την Κατηγορουμένη, στο στάδιο της επίδικης κατάθεσης, ήταν την παραδοχή της τελευταίας. Η αποφυγή, όμως, τέτοιων συνθηκών ή κινδύνων, αποτελεί τον σκοπό και την ουσία ύπαρξης του τρίτου δικαστικού κανόνα. Συνεπώς, προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση η αστυνομία όφειλε να χρησιμοποιήσει τον τρίτο δικαστικό κανόνα. Αντί αυτού η αστυνομία χρησιμοποίησε στη λήψη της υπό ένσταση κατάθεσης τον δεύτερο δικαστικό κανόνα. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εάν η διαπιστωθείσα απόκλιση από τους δικαστικούς κανόνες αποβαίνει μοιραία για την δεκτότητα της επίδικης κατάθεσης. Επί του προκειμένου διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο ( ανωτέρω), σελ. 279, ως ακολούθως : «Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ο δικαστής λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις παραβίαση των δικαστικών κανόνων στη θεληματικότητα της κατάθεσης, την έκταση της παραβίασης και, ειδικά, κατά πόσο η παρέκκλιση αφορά τυπικό θέμα, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις στην απονομή της δικαιοσύνης από συστηματική παράλειψη των αστυνομικών αρχών να τηρήσουν τους δικαστικούς κανόνες.» Υπό τα δεδομένα της παρούσας, η επιλογή της αστυνομίας να υποβάλει την Κατηγορουμένη σε ερωτήσεις, ενώ υπήρχε στην κατοχή της το σύνολο του μαρτυρικού υλικού περιλαμβανομένης της θέσης της Κατηγορουμένης επί των γεγονότων, παραβιάζει το τρίτο δικαστικό κανόνα και ενείχε τον κίνδυνο να μετατρέψει την Κατηγορουμένη σε μάρτυρα εναντίον του εαυτού της. Συνακόλουθα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η απόκλιση δεν αφορούσε ένα απλό τυπικό θέμα, αλλά ουσιαστικό, το οποίο επηρεάζει το ζήτημα της θεληματικότητας της υπό εξέταση κατάθεσης, αφού λήφθηκε υπό περιστάσεις που δημιουργούσαν τον κίνδυνο η Κατηγορουμένη να ενεργούσε ως μάρτυρας εναντίον της και που δημιουργούν αμφιβολία αναφορικά με τη θεληματικότητα της επίδικης κατάθεσης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν έτυχε της προστασίας που δίδει ο τρίτος δικαστικός κανόνας, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η επίδικη κατάθεση ήταν αναμφίβολα θεληματική. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η κατάθεση, Τεκμήριο Β, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η παρουσίαση της κατάθεσης της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 23.8.2016, δεν επιτρέπεται. Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.