Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Γιουσελλή, Αρ. Υπόθεσης: 11504/19, 14/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11504/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Γιουσελλή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Γιουσελλή Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, η μία για αμελή οδήγηση και η άλλη για παράλειψη συμμόρφωση σε σήμα τροχαίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 01.05.2018, στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στην Κοκκινοτριμιθιά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX91 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράκτηκε από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 06.12.2019, κατατέθηκε από κοινού ιατρικό πιστοποιητικό ως Έγγραφο Α και δηλώθηκε ότι τα όσα αυτό αναγράφει γίνονται παραδεκτά γεγονότα. Τα πιο πάνω γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ως παραδεκτά γεγονότα δυνάμει του περί αποδείξεως Νόμου. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μαυρικίου. Ο ΜΚ 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Σε αυτήν αναφέρει ότι επισκέφθηκε την 01.05.2018 τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη περί τις 9:30 της ίδιας μέρας. Κατά την άφιξη του στη σκηνή οι ενεχόμενοι οδηγοί ήταν παρόντες. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο και έτσι ο ΜΚ 1 στην παρουσία του άλλου ενεχόμενου οδηγού, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Επίσης, ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης και οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Επιπλέον, στις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα πλάτους 2,30 μέτρων. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο ήταν 50 χ.α.ω, ενώ η ορατότητα των δύο οδηγών ήταν περί τα 200 μέτρα. Επιπρόσθετα ο ΜΚ 1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ενώ το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε η κατάθεση του παραπονούμενου, ημερομηνίας 15.05.2018, ως Τεκμήριο
- Συμφώνησε με την υποβολή ότι ο οδηγός του οχήματος XXXXX56 ελάττωσε ταχύτητα για να στρίψει δεξιά. Δέχτηκε τη θέση ότι ο έτερος οδηγός δεν έδειξε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Εξήγησε, όμως, ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο οδηγός του οχήματος XXXXX56 θα έμπαινε στη δεξιά λωρίδα της παρόδου που υπήρχε στο σημείο. Τόνισε ότι τα βελάκια που δείχνουν τις κατευθύνσεις επί των σχεδίων, δεν είναι ευρήματα στη σκηνή αλλά τα καταγράφουν βοηθητικά. Επέμεινε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το σημείο Χ όπως καταγράφηκε και στα δύο σχέδια. Σε υποβολή ότι ο οδηγός του έτερου ενεχόμενου οχήματος επιχείρησε να στρίψει δεξιά πριν ολοκληρωθεί η άσπρη συνεχής γραμμή, απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε. Ήταν βέβαιος όμως ότι ο Κατηγορούμενος προσπέρασε πάνω στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν καταμέτρησε το μήκος της άσπρης συνεχούς γραμμής ή αν η διακεκομμένη ξεκινά από τα 23,90 μέτρα ή πριν τα 23,90 μέτρα. Σε σχέση με τη μοτοσικλέτα δήλωσε ότι αυτή είχε μετακινηθεί και δεν ήταν στο σημείο σύγκρουσης αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν λίγα, μέτρα πιο κάτω στο πεζοδρόμιο. Σε ερώτηση πόσο απέχει η πάροδος της οδού Ιωάννη Μακρυγιάννη με την κύρια οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει καθότι δεν την έχει μετρήσει. Ακολούθως συμφώνησε ότι ο οδηγός του οχήματος XXXXX56 βάσει της κατάθεσής του δεν είδε καθόλου τη μοτοσικλέτα. Προσδιόρισε τέλος ο μάρτυρας ότι η ευθύνη του Κατηγορούμενου έγκειται στο ότι δεν κρατούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενό του όχημα. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο ΜΚ 2 XXXXX Χρίστου. Ο ΜΚ2 ήταν ο οδηγός του XXXXX
- Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο
- Επίσης, προσέθεσε ότι αντιλήφθηκε το χτύπημα όταν είχε κάμει ημιστροφή και πέρασε στη διπλανή λωρίδα. Σε ερώτηση πότε αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα που τον χτύπησε, απάντησε ότι την αντιλήφθηκε όταν άκουσε τον θόρυβο. Στην κατάθεσή του Τεκμήριο 4 καταγράφεται η θέση ότι αντιλήφθηκε ένα δυνατό κτύπημα στο δεξί μπροστινό τροχό του οχήματός του. Κατά την αντεξέτασή του, σε ερώτηση να απαντήσει από ποιο σημείο κινείτο προηγουμένως, απάντησε ότι προηγουμένως βγήκε από την πάροδο η οποία υπάρχει εκατό μέτρα πριν. Εξήλθε από την πάροδο και στα 100 με 150 περίπου μέτρα ήταν η στροφή στην οποία θα επιχειρούσε να πάει δεξιά. Εξήγησε ακολούθως ότι δεν έλεγξε πίσω του, καθότι δεν υπήρχε κανένας στον δρόμο. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν ήταν αφηρημένος αλλά είχε στη σκέψη του τη δουλειά του. Σε ερώτηση αν ο Κατηγορούμενος έτρεχε, απάντησε ότι δεν τον είδε. Όταν υπεδείχθη στον μάρτυρα το σχέδιο της σκηνής, απάντησε ότι η σύγκρουση έγινε πιο πίσω από το σημείο που αυτό καταγράφει. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ο ίδιος μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται η θέση ότι το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας του κτύπησε στο δεξί μπροστινό μέρος του άλλου οχήματος και συγκεκριμένα στο σημείο του δεξιού τροχού. Εξήγησε ότι ο ίδιος πρόσεξε το αυτοκίνητο του ΜΚ 2, όταν αυτό εξήλθε από την πάροδο Ιωάννη Μακρυγιάννη. Ο ίδιος βρισκόταν περίπου 70 με 80 μέτρα πίσω από το εν λόγω στρίψιμο. Ανέφερε ακολούθως ότι πριν το ατύχημα ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση περίπου 3 με 5 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του ΜΚ
- Όταν αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ 2 πάτησε φρένα ο ίδιος ξαφνιάστηκε, αφού ο ΜΚ 2 δεν έδειξε την πρόθεση του να στρίψει. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 συμφώνησε ότι υπέγραψε αυτό και συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης. Δήλωσε ακολούθως ότι ήταν πίσω από το όχημα του ΜΚ 2 για περίπου 10 με 15 μέτρα πριν το ατύχημα. Ο ίδιος, όταν αντιλήφθηκε πως ο ΜΚ 2 πάτησε φρένα ξαφνιάστηκε και στην προσπάθειά του να αποφύγει έστριψε προς τα δεξιά. Επίσης, όταν του υπεδείχθη το συμμετρικό σχέδιο, συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης είναι όντως το σημείο Χ που αυτό καταγράφει. Δήλωσε ακολούθως ότι ούτε ο ίδιος, ούτε ο ΜΚ 2 έτρεχε. Επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή του κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 Α με 5 Ζ, δέσμη φωτογραφιών, οι οποίες απεικονίζουν τον επίδικο δρόμο. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι κινείτο πίσω από το όχημα του ΜΚ 2, μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος πάτησε φρένα. Προσδιόρισε ότι ο ΜΚ 2 δεν σταμάτησε, αλλά ελάττωσε για να πιάσει την κατεύθυνση που ήθελε να πάει. Εξήγησε ότι κατά τον χρόνο που ελάττωσε ταχύτητα ο ΜΚ 2, το όχημα του τελευταίου ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Σε ερώτηση γιατί δεν σταμάτησε πίσω από το όχημα του ΜΚ 2, απάντησε ότι δεν μπορούσε. Δέχτηκε ότι παραβίασε άσπρη γραμμή, αλλά εξήγησε ότι αναγκάστηκε να το πράξει. Σε υποβολή ότι τόσο το πρόχειρο σχέδιο όσο και το συμμετρικό είναι ορθά, απάντησε ότι δεν είναι ορθά επειδή παραβίασε και ο ΜΚ 2 τη συνεχή άσπρη γραμμή. Επέμεινε ότι ανέφερε στον Αστυνομικό ότι κρατούσε απόσταση 3 με 5 μέτρα, αλλά ο αστυνομικός έβαλε 3 μέτρα. Τόνισε ότι ήταν μόνοι τους στον δρόμο και δεν μπορούσε να υποθέσει ότι θα έπιανε απότομα φρένα ο ΜΚ
- Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Η κα Γιουσελή , εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι ένεκα της ενέργειας του ΜΚ2 να ελαττώσει ταχύτητα ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να πράξει κάτι για να αποφύγει τη σύγκρουση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Κακούρη. Παραδεκτά Γεγονότα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τη φύση και τη διαδικαστική σημασία των παραδεκτών γεγονότων προχωρώ με αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Επίσης, οι βασικές θέσεις του μάρτυρος όπως το σημείο Χ και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε άσπρη συνεχή ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Επιπλέον, δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του, επί των ουσιωδών γεγονότων. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ 2 Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ2 διαπιστώνω ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα γεγονότα ως τα αντιλήφθηκε. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια. Ο ΜΚ2 ήταν σταθερός στη θέση του ως προς την πορεία που ακολούθησε κατά την επίδικη ημερομηνία και ως προς το ότι πριν το επίδικο ατύχημα ελάττωσε για να στρίψει δεξιά. Άλλωστε το γεγονός πως ο ΜΚ2 ελάττωσε ταχύτητα πριν στρίψει δεξιά, γίνεται δεκτό και από τον Κατηγορούμενο. Επίσης, η θέση του ότι το όχημά του κτυπήθηκε στον δεξιό μπροστινό τροχό συνάδει με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Κατηγορουμένου Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τελικά ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο που καταγράφεται στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε εν τέλει ότι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η θέση του όμως κατά την κυρίως εξέταση ότι κρατούσε απόσταση 3 με 5 μέτρα και όχι περίπου τρία που ανέφερε στην κατάθεσή του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μια τέτοια θέση δεν τέθηκε στον ΜΚ1 για να την σχολιάσει και έτσι η εκ των υστέρων προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού δεν μπορεί να έχει αποδεικτική βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Πιριλίδη ( ανωτέρω). Σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 5Α με 5Ζ αυτές καταγράφουν την εικόνα του δρόμου κατά τον χρόνο που λήφθηκαν και δεν μπορούν να επηρεάσουν τα επίδικα θέματα στην παρούσα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι την 1η .05.2018, περί τις 9:30 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στην Κοκκινοτριμιθιά της Επαρχίας Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην κατεύθυνση από Κοκκινοτριμιθιά προς Λευκωσία. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Επίσης, ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης και οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Επιπλέον, στις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα πλάτους 2,30 μέτρων. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο ήταν 50 χ.α.ω, ενώ η ορατότητα των δύο οδηγών ήταν περί τα 200 μέτρα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX56 προπορευόταν της μοτοσυκλέτας του Κατηγορουμένου. Το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος κρατούσε απόσταση μόλις 3 μέτρων περίπου από το προπορευόμενο όχημα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος ακολουθούσε το πιο πάνω όχημα για απόσταση περί τα 10 με 15 μέτρων. Σε κάποιο στάδιο το όχημα XXXXX56 ελάττωσε ταχύτητα για να στρίψει στην πάροδο της οδού Πραξιτέλους. Τότε ο Κατηγορούμενος για να αποφύγει τη σύγκρουση εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα και κτύπησε στο προπορευόμενο όχημα, το οποίο επιχειρούσε δεξιά στροφή. Η σύγκρουση επήλθε εντός αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε το όχημα του ΜΚ2 στο δεξί μπροστινό μέρος αυτού στο σημείο του τροχού. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Κατηγορούμενος. Μπροστά από το όχημα XXXXX56 δεν κινείτο οποιοδήποτε άλλο όχημα. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
- Όμως, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Διευκρινίζεται ότι αντικείμενο στην ποινική δίκη δεν είναι ο επιμερισμός ευθύνης μεταξύ των οδηγών, αλλά το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος επέδειξε έστω μικρού βαθμού αμέλεια. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Η πρόβλεψη δε συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική. Σχετική είναι η απόφαση Σωκράτους (ανωτέρω). Διαφωτιστική ως προς την έννοια του αναπόφευκτου ατυχήματος είναι η πρόσφατη απόφαση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7/19, ημερομηνίας 20.1.2020, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα : «Η υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος (inevitable accident) συνίσταται, ουσιαστικώς, στην άρνηση αμέλειας και στην εισήγηση ότι το εν λόγω δυστύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο». Στην υπό κρίση υπόθεση η επιλογή του Κατηγορουμένου να ακολουθεί το προπορευόμενο του όχημα από απόσταση 3 περίπου μέτρων είναι εύλογα εμφανές ότι δημιουργούσε προβλεπτό κίνδυνο. Συγκεκριμένα η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν ότι κάποιο όχημα που κινείται στον δρόμο είναι εύλογα πιθανό να επιχειρήσει σε κάποιο στάδιο να στρίψει ή να ελαττώσει ταχύτητα. Συνεπώς, ο μέσος συνετός οδηγός οφείλει να λαμβάνει μέτρα προφύλαξης έναντι του πιο πάνω ενδεχομένου. Επιπλέον, το να κινείται κάποιος οδηγός σε τόση εγγύτητα προς το προπορευόμενό του όχημα είναι εύλογα εμφανές ότι δημιουργεί κίνδυνο στον δρόμο, αφού στερεί από τον ίδιο τη δυνατότητα να σταματήσει έγκαιρα ή να αντιδράσει σε οποιαδήποτε τυχόν ενέργεια του προπορευόμενου του οχήματος. Επιπρόσθετα, η ενέργεια του Κατηγορούμενου να κινείται σε τόσο κοντινή απόσταση από το προπορευόμενό του όχημα ήταν εύλογα εμφανές ότι δημιουργούσε τον κίνδυνο να καθίστατο αδύνατο να αντιδράσει σε τυχόν ενέργεια του προπορευόμενου του οχήματος. Εφόσον ο πιο πάνω κίνδυνος ήταν εύλογα προβλεπτός η παράλειψη του Κατηγορουμένου να λάβει μέτρα προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Ο πιο πάνω κίνδυνος ήταν εμφανής ανεξάρτητα από την κίνηση στον δρόμο, αφού τυχόν επιλογή κάποιου οδηγού να ελαττώσει ταχύτητα ή να επιχειρήσει στροφή σε πάροδο δεν συναρτάται με την κίνηση στον δρόμο. Επομένως, το γεγονός ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στον δρόμο δεν μεταβάλλει τα πράγματα στην υπό κρίση υπόθεση. Προκύπτει, συνεπώς, ότι εάν ο Κατηγορούμενος επιδείκνυε την εύλογη επιμέλεια και προσοχή στο βαθμό που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό το ατύχημα δεν θα συνέβαινε. Επομένως, υπό τίς περιστάσεις της παρούσας δεν μπορεί να κριθεί ότι το επίδικο ατύχημα ήταν αναπόφευκτο, όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό, ήτοι στον βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Η δεύτερη κατηγορία ερείδεται επί του κανονισμού 58 2 (δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 58
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- ............................... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας. . Περαιτέρω, ο Καν. 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Επίσης, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Καν. 2 των Κανονισμών, «σήμα τροχαίας» σημαίνει : «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων∙» Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχε χαραγμένη άσπρη συνεχής γραμμή. Η συνεχής άσπρη γραμμή συνιστά σήμα τροχαίας σύμφωνα με τους κανονισμούς 2 και 71 ( πιο πάνω). Επιπλέον, σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, όπως δημοσιεύεται από τον έφορο, η άσπρη συνεχής γραμμή έχει την έννοια ότι απαγορεύεται στον οδηγό να περάσει πάνω από αυτήν. Επιπλέον, από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή περνώντας πάνω από αυτήν στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η εν λόγω άσπρη συνεχής γραμμή χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκείμενη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), ώστε το γεγονός ότι υπήρχε χαραγμένη τέτοια γραμμή να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αυτή χαράχτηκε από αρμόδια αρχή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Εφόσον, λοιπόν, η επίδικη γραμμή ήταν προσηκόντως χαραγμένη στον επίδικο δρόμο, έπεται ότι η ενεργεία του Κατηγορουμένου να την παραβιάσει στοιχειοθετεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο