← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μούδουρου, Αρ. Υπόθεσης: 6298/19, 6/2/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μούδουρου, Αρ. Υπόθεσης: 6298/19, 6/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6298/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Μούδουρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06 Φεβρουαρίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Γεωργίου Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μιαν κατηγορία σε σχέση με αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 13.6.2018, στην οδό Περικλέους, της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX59, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η αστυφύλακας XXXXX Χρ. Στεφανίδου, ΜΚ

  1. Κατά την κυρίως εξέταση της ΜΚ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 09.06.2018, ως Τεκμήριο 2 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και ως Τεκμήριο 3 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Η ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή της κατάθεσε ως Έγγραφο Α τη σχετική κατάθεσή της. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 13.06.2018 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα περί τις 10:
  2. Ενεχόμενα μέρη ήταν ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX59 και ο πεζός XXXXX XXXXX Χαραλάμπους. Κατά την άφιξή της στη σκηνή το επίδικο αυτοκίνητο ήταν στην τελική του θέση και ο πεζός είχε ήδη μεταφερθεί σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Η ίδια στην παρουσία του Κατηγορούμενου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, έλαβε διάφορα μέτρα και σημείωσε στο πρόχειρο σχέδιο με σημείο Χ το σημείο επαφής του πεζού με το αυτοκίνητο. Παράλληλα με το γράμμα Χ 1 σημείωσε το σημείο πτώσης του πεζού στην άσφαλτο. Δήλωσε ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Αναφέρθηκε ακολούθως στην κατάσταση του δρόμου και στο όριο ταχύτητας. Εξήγησε ότι ο επίδικος δρόμος είναι μονής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες κατεύθυνσης διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορούμενου δήλωσε ότι η ορατότητά του ως προς τον πεζό διαπιστώθηκε ότι ήταν 130 μέτρα. Ως προς το σημείο Χ εξήγησε ότι αυτό σημειώθηκε μετά την υπόδειξη του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την πορεία του πεζού και του επίδικου οχήματος. Περαιτέρω, η ΜΚ1 στις 09.6.2018, αφού επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στον Νόμο τον κατηγόρησε γραπτώς επί του ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε ατύχημα. Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι παραδέχεται. Επίσης, το Έγγραφο Α συνοδευόταν από έκθεση της ίδιας, η οποία αφορά υπολογισμούς ταχύτητας του πεζού και του οχήματος. Σύμφωνα με αυτούς ο πεζός κάλυψε από το πεζοδρόμιο μέχρι το σημείο Χ 2,50 μέτρα. Το επίδικο όχημα κινείτο με ταχύτητα 30 χ.α.ω και ως εκ τούτου κάλυπτε 8.33 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα ο πεζός κάλυψε την απόσταση των 2,50 μέτρων με ταχύτητα μεταξύ 1.40 με 2,77 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία η απόσταση ακινητοποίησης ενός οχήματος, το οποίο κινείται με ταχύτητα 30 χ.α.ω είναι 13.33 μέτρα. Ακολούθως λαμβάνοντας δεδομένους του χρόνους που χρειάστηκε ο πεζός να διασταυρώσει είτε με κανονικό βήμα είτε τρέχοντας κατέληξε το συμπέρασμα το αυτοκίνητο βρισκόταν πίσω από το σημείο Χ σε απόστασή 14.82 μέτρα ή 7.49 μέτρα. Κατά την αντεξέτασή της σε ερώτηση να απαντήσει πού βασίζει τους υπολογισμούς της σε σχέση με τους χρόνους αντίδρασης κάποιου οδηγού, απάντησε ότι τους βασίζει σε σχετική βιβλιογραφία. Η μάρτυρας παρέπεμψε στη σχετική βιβλιογραφία και κατάθεσε αντίγραφο αυτής ως Τεκμήριο
  3. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 δεν αποτελεί μέρος κάποιου βιβλίου αλλά άρθρο από περιοδικό, απάντησε ότι είναι το Τεκμήριο 4 που χρησιμοποιούν στην Τροχαία Λευκωσίας. Σε ερώτηση να υποδείξει στο Τεκμήριο 4 πού έχει εντοπίσει ότι ο χρόνος αντίδρασης που χρειάζεται κάποιος οδηγός να σταματήσει είναι ένα δευτερόλεπτο, απάντησε ότι δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στο Τεκμήριο
  4. Ακολούθως συμφώνησε ότι ο χρόνος αντίδρασης αλλάζει ανάλογα με την ηλικία έκαστου οδηγού. Σε υποβολή ότι κάποιος οδηγός μεγαλύτερης ηλικίας χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο από ένα δευτερόλεπτο για να ακινητοποιήσει το όχημά του, απάντησε ότι πιθανόν να είναι μεγαλύτερος. Δέχθηκε ακολούθως ότι χρησιμοποίησε τον τελευταίο πίνακα στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
  5. Συμφώνησε, περαιτέρω, ότι ο εν λόγω πίνακας δεν σχετίζεται με την επίδικη περίπτωση. Συμφώνησε ακολούθως ότι τα δεδομένα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 4 δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρη και ότι θα πρέπει να ενισχύονται συνεχώς. Ακολούθως δέχθηκε ότι υπάρχει πιθανότητα με βάση τους μαθηματικούς τύπους που καταγράφονται στο Τεκμήριο 4 η εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι ο πεζός έτρεχε να είναι τελικά αληθής. Δέχθηκε ακολούθως ότι ήταν πιθανόν ο Κατηγορούμενος να μην μπορούσε να αντιδράσει και να μην μπορούσε να σταματήσει το όχημά του. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Χαραλάμπους, ΜΚ
  6. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 την κατάθεσή του, ημερομηνίας 19.06.
  7. Δήλωσε ότι την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν πεζός στην οδό Περικλέους. Ο ίδιος εξήγησε ότι κατά τον χρόνο που επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο κοίταξε δεξιά, αριστερά και δεν είδε οτιδήποτε. Ακολούθως εισήλθε στον δρόμο με κανονικό βήμα για να περάσει απέναντι. Σε ερώτηση τι εννοεί κανονικό βήμα, απάντησε εννοεί πως προσπάθησε να περάσει γρήγορα. Σε ερώτηση αν μπορεί να καθορίσει ταχύτητα, απάντησε πως πάντοτε προσπαθεί να διασταυρώσει τον δρόμο με κάποιαν ταχύτητα. Σε ερώτηση αν θυμάται το κατά πόσον κατά τη διάρκεια που διασταύρωνε ξανακοίταξε δεξιά και αριστερά, απάντησε ότι όταν εισήλθε στον δρόμο και βρισκόταν περίπου στη μέση του δρόμου, κοίταξε αριστερά για να δει αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο. Προσδιόρισε παράλληλα πως όταν κοίταξε δεξιά και αριστερά βρισκόταν σε κίνηση. Εξήγησε, επίσης, ότι μπορούσε να κοιτάξει αρκετά μακριά. Εξήγησε ότι άκουσε το όχημα του Κατηγορούμενου μόνο κατά τον χρόνο που τον χτύπησε. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε την υποβολή ότι εισήλθε στον δρόμο απότομα και βιαστικά. Επίσης, δέχτηκε ότι δεν διασταύρωσε σε διάβαση πεζών. Ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία τήρησε το δικαίωμα σιωπής. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Η κα Γεωργίου, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο. ΜΚ2 να εισέλθει στον δρόμο ήταν τόσο ξαφνική, ώστε ήταν ανθρωπίνως αδύνατο για τον Κατηγορούμενο να τον αποφύγει. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Κακούρη. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ 1 Η ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Προσπάθησε με ειλικρίνεια να παρουσιάσει και να επεξηγήσει τα συμπεράσματά της σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης. Η θέση της ως προς το σημείο Χ δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και επομένως μπορεί να γίνει δεκτή. Ως προς τα δεδομένα επί των οποίων βασίσθηκε για την εξαγωγή των συμπερασμάτων της ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, σημειώνω ότι η θέσης της πως ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου ανερχόταν στα 30 χ.α.ω δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή. Επιπλέον, η θέση της ότι κάποιο όχημα, το οποίο κινείται με ταχύτητα 30 χ.α.ω, διανύει απόσταση 8.33 μέτρα το δευτερόλεπτο δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή. Το θεμέλιο, όμως, επί του οποίου στηρίχθηκε για να εξάξει τα ευρήματά της ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος παρουσιάζει κενά. Συγκεκριμένα η ΜΚ1 απέρριψε την εκδοχή, που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, στηριζόμενη στον χρόνο που θα χρειαζόταν ο πεζός να διανύσει τα 2.50 μέτρα σε συνδυασμό με τον χρόνο αντίδρασης τον οποίο καθόρισε στο ένα δευτερόλεπτο. Οι υπολογισμοί της, όπως ανέφερε η ίδια, στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένη μελέτη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Το περιεχόμενο, όμως, του Τεκμηρίου 4 δεν υποστηρίζει τη θέση της, όπως παραδέχθηκε και η ίδια. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό της για τον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού. Επιπλέον, όπως δέχθηκε και η ίδια, ο πίνακας στον οποίο βασίσθηκε για να εξάξει τα ευρήματά της σε σχέση με την ταχύτητα του πεζού δεν σχετίζεται με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι δύο μεταβλητές που έλαβε υπόψη της η μάρτυρας για την εξαγωγή του συμπεράσματός της επί των γεγονότων δεν υποστηρίζονται από την βιβλιογραφία που παρέπεμψε. Εφόσον, λοιπόν, οι δύο μεταβλητές της εξίσωσης δεν μπορούν να επιβεβαιώνουν, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ούτε το σχετικό συμπέρασμα. Επιπρόσθετα, η ίδια δέχθηκε ότι με βάση τους υπολογισμούς της θα μπορούσαν οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου να ήταν αληθής και το δυστύχημα αναπόφευκτο. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορώ να δεχθώ τις θέσεις της, οι οποίες προκύπτουν από μαθηματικούς υπολογισμούς, και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο πεζός εισήλθε εντός του δρόμου, ενώ το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν 14.82 ή 7.42 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Κατά λογική συνέπεια δεν μπορώ να δεχτώ ούτε τον ισχυρισμό της με τον οποίο απορρίπτει τη θέση του Κατηγορουμένου ότι ο πεζός εισήλθε στο δρόμο περί τα τέσσερα πριν το ατύχημα. Επιπλέον, η θέση της ΜΚ1, ότι κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος παραδέχθηκε, παρέμεινε μετέωρος ισχυρισμός, αφού δεν προσήχθη η σχετική γραπτή κατηγορία. Περαιτέρω, η παράλειψη προσκόμισης της σχετικής γραπτής κατηγορίας δεν επιτρέπει την εξέταση της εμβέλειας της αναφερόμενης παραδοχής και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί μόνο στη προφορική δήλωση της μάρτυρος ότι κατηγόρησε τον Κατηγορουμένου και ο τελευταίος παραδέχθηκε, για να εξάξει εύρημα παραδοχής. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ
  1. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία της ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Οι θέσεις του ΜΚ2 ότι ο ίδιος δεν πρόσεξε το όχημα του Κατηγορουμένου και ότι εισήλθε γρήγορα στον δρόμο ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν και δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Επίσης το ότι κινείτο στο πεζοδρόμιο της οδού Περικλέους δεν αμφισβητήθηκε. Το γεγονός ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά και δεν είδε το όχημα του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με υπερβολική ταχύτητα, αφού δεν υπάρχει οποιοδήποτε αντικειμενικό εύρημα ή μαρτυρία που να κατατείνει σε τέτοιο συμπέρασμα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος στις 13.6.2018, στην οδό Περικλέους, της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο επίδικος δρόμος είναι μονής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν περί τα 130 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος κινείτο με 30 χ.α.ω. Η απόσταση που διανύει κάποιο όχημα το οποίο κινείται με 30 χ.α.ω. είναι 8.33 μέτρα το δευτερόλεπτο. Στο πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού κινείτο πεζός ο ΜΚ2, ο οποίος σε κάποιο στάδιο εισήλθε γρήγορα εντός του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο πεζός κοίταξε δεξιά και αριστερά προτού εισέλθει στον δρόμο και πρόλαβε να διανύσει απόσταση 2.50 μέτρων εντός του δρόμου. Τότε κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.2019. Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R.
  1. Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
  2. Στην υπόθεση Ιωάννου Χρίστος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113, λέχθηκε ότι το γεγονός πως κάποιος πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου δεν συνιστούσε λόγο που εύλογα δημιουργούσε την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο. Προστέθηκε δε ότι κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων. Επίσης, στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, υποδείχθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία για την απόσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο που ο πεζός αποπειράθηκε να διασταυρώσει, ώστε να κριθεί το πότε προέκυψε το δεδομένο που δημιουργούσε εύλογα την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο του πεζού στον δρόμο. Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει κενό αναφορικά με πρωτογενές γεγονός που θεμελιώνει την κατηγορία, ήτοι του σημείου που μπορούσε εύλογα να δημιουργηθεί η πεποίθηση περί κινδύνου στον δρόμο. Στην απουσία του πιο πάνω στοιχείου δεν μπορεί να κριθεί το κατά πόσο οι πράξεις ή παραλείψεις του Κατηγορουμένου, συνιστούν αμέλεια. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ως προς την απόσταση που βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο που ο πεζός εισήλθε στον δρόμο. Το πιο πάνω σε συνδυασμό με ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κάλυπτε απόσταση 8.33 μέτρων ανά δευτερόλεπτο αφήνει κενό ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Η διαπίστωση κενού ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος δεν επιτρέπει την καταδίκη. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, στην υπό κρίση υπόθεση η ΜΚ1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο πεζός να εισήλθε εντός του δρόμου, ενώ το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν τέσσερα μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Το πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κάλυπτε απόσταση 8.33 μέτρα το δευτερόλεπτο καθίστα πιθανό το συμπέρασμα ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο. Η πιο πάνω πιθανότητα δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την ευθύνη του Κατηγορημένου, η οποία πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση του. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε αποδείξει την υπόθεσή της στον βαθμό του περάν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.