Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ελευθεριάδη, Αρ. Υπόθεσης: 23213/18, 12/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23213/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Ελευθεριάδη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κα Κλεάνθους Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία σε σχέση με αμελή οδήγηση και μία κατηγορία σε σχέση με το ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράκτηκε από την Αρμόδια Αρχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 10.06.2017, στην οδό Θεοδόση Πιερίδη στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX78 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Επίσης, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράκτηκε από την Αρμόδια Αρχή στην πιο πάνω οδό, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν 3 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Ζαού, ΜΚ
- Ο ΜΚ 1 κατά την κυρίως εξέτασή του κατάθεσε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία την κατάθεσή του, ημερομηνίας 25.09.
- Κατά τη μαρτυρία του κατατέθηκε, επίσης, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ο ΜΚ 1 υπέδειξε στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το σημείο το οποίο βρισκόταν με το αυτοκίνητό του κατά τον επίδικο χρόνο. Εξήγησε ότι κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, ο ίδιος ήταν εκτός του αυτοκινήτου του έξω από την πόρτα του Ζορπά και είχε καλή ορατότητα προς τη σκηνή του ατυχήματος. Εξήγησε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου όπως κινείτο στον δρόμο έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει και αμέσως έστριψε. Παράλληλα η επερχόμενη μοτοσικλέτα έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και δεν είχε φώτα. Ο ίδιος πρόσεξε τη μοτοσικλέτα κατά τον χρόνο που χτύπησε στο αυτοκίνητο και δεν την είδε καθόλου πιο πριν, γιατί αυτή δεν είχε φώτα. Εξήγησε ότι δεν είδε οποιοδήποτε εκ των ενεχόμενων οχημάτων να κάνουν οποιανδήποτε κίνηση για να αποφύγουν τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ότι η μοτοσικλέτα έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και ο ίδιος την άκουσε, δεν την έβλεπε. Προσδιόρισε, όμως, ότι ο ίδιος όταν έβγαινε από τον Ζορπά δεν κοίταξε αριστερά ή δεξιά, έβλεπε μόνον ευθεία. Ανέφερε ότι ο ίδιος είπε στον Αστυνομικό ότι η μοτοσικλέτα δεν ήταν στη μέση του δρόμου αλλά προς το παγκέτο, δηλαδή προς τον Ζορπά. Ως σημείο σύγκρουσης παρά ταύτα υπέδειξε το σημείο Χ επί του πρόχειρου σχεδίου. Αρνήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το σημείο Χ 1 και σημείωσε επί του Τεκμηρίου το ακριβές σημείο που κατά τη θέση του ήταν το σημείο Χ. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η μοτοσικλέτα οδηγείτο στη μέση δρόμου. Εξήγησε ότι η μοτοσικλέτα δεν είχε οποιοδήποτε εμπόδιο στον δρόμο της που να την απέτρεπε να κινηθεί αριστερότερα. Εξήγησε ότι η πρόσοψη του οχήματος του Κατηγορούμενου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης έβλεπε προς τον Ζορπά. Δήλωσε ακολούθως ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας μετά το ατύχημα σηκώθηκε και περπάτησε. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ηρακλέους, MK
- Ο μάρτυρας κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Κατάθεσε, επίσης, την κατάθεση του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 30.07.2017, ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία. Ως Τεκμήριο 2 κατάθεσε συμπληρωματική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 24.09.
- Ακολούθως αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και αυτό κατέστη Τεκμήριο 3 στη διαδικασία. Κατάθεσε, επίσης, συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος ως Τεκμήριο
- Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η άσπρη συνεχής γραμμή που περιγράφεται στο Τεκμήριο 4 ήταν ευδιάκριτη κατά τον χρόνο που έγινε η αναπαράσταση του ατυχήματος. Επίσης, προσδιόρισε ότι επικρατέστερο σημείο σύγκρουσης για τον ίδιο είναι το σημείο Χ και το σημείο Χ
- Αντίθετα το σημείο Χ 1 με βάση τα στοιχεία που βρήκε στον δρόμο είναι απομακρυσμένο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, με βάση τα αποτελέσματα που βρήκε στη σκηνή, το όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν 1.20 μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι στις 22.9.2017 περί η ώρα 00:20 μετέβη με τον Κατηγορούμενο στη σκηνή του ατυχήματος, όπου έγινε έλεγχος της ορατότητας. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το σημείο όπου αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ
- Αυτό καταμετρήθηκε και καθορίσθηκε στα 28.33 μέτρα. Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 η γραπτή κατηγορία που προσάφθηκε στον Κατηγορούμενο. Εξήγησε, επίσης, ότι κάποιος οδηγός όταν φτάνει σε δρόμο ο οποίος αριστερά έχει είσοδο, πρέπει να γνωρίζει ότι δεξιά του έχει συνεχόμενη άσπρη γραμμή, τονίζοντας ότι πάντα στους οδικούς δείχτες υπάρχει συνεχόμενη άσπρη γραμμή, ώστε να μην περνά ο ένας οδηγός μπροστά από τον άλλον. Στην υπό εξέταση υπόθεση υπήρχε πάροδος και γι' αυτόν τον λόγο η γραμμή στο επίδικο σημείο δεν ήταν διακεκομμένη. Ως προς το πιο πάνω, παρέπεμψε στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Ακολούθως ο μάρτυρας προέβη σε λεπτομερή ανάλυση των προσόντων του και κυρίως των μαθημάτων που παρακολούθησε με θέμα βασικές γνώσεις λειτουργίας αυτοκινήτων. Σε σχέση με τον δρόμο υπέδειξε ότι ο επίδικος δρόμος είναι ευθύς και στο σημείο μετά τον Ζορπά υπάρχει μικρή καμπύλη προς τα αριστερά. Σημείωσε ότι η καμπύλη στην οποίαν αναφέρεται υπάρχει στην κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο παραπονούμενος. Σε ερώτηση να αναφερθεί στην ορατότητα του Κατηγορουμένου, παρέπεμψε στην κατάθεσή του στην οποίαν ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον μοτοσικλετιστή από απόσταση 28,3 μέτρων. Επανέλαβε ότι στο σημείο υπήρχαν τρεις πάσσαλοι με φώτα οι οποίοι είχαν απόσταση 25 μέτρα μεταξύ τους. Υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα πέραν των 100 μέτρων. Σε σχέση με την ορατότητα του μοτοσικλετιστή, υπέδειξε ότι ο μοτοσικλετιστής είχε ορατότητα σε ευθεία. Εξηγώντας ότι υπήρχαν εκατό μέτρα φωτιζόμενου δρόμου και δεν υφίστατο οποιοδήποτε εμπόδιο στον πορεία του μοτοσικλετιστή. Συμφώνησε, περαιτέρω, με τη θέση ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ3 δεν είχε φώτα. Ακολούθως δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε με ποιαν ταχύτητα κινείτο ο μοτοσικλετιστής. Σε σχέση με το σχέδιο το οποίο κατήρτισε, εξήγησε ότι κατά τη μέρα κατά την οποία μετέβη στη σκηνή εντόπισε διάφορα αντικείμενα και από την πείρα του αναγνώρισε στη σκηνή πράγματα τα οποία αναγνώρισε ότι προέρχονται από την επίδικη μοτοσικλέτα. Ακολούθως εξήγησε ότι το σημείο Χ το οποίο έχει θέσει στο Τεκμήριο 4 είναι το σημείο το οποίο εντόπισε ο ίδιος. Ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που επήλθε η σύγκρουση είχε ήδη εισέλθει στην εξ αντιθέτου λωρίδα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι εντόπισε τον μοτοσικλετιστή στα 28,3 μέτρα, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η ταχύτητά του, ώστε δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε, απάντησε ότι όταν κάποιος μοτοποδηλάτης κινείται με μεγάλη ταχύτητα και χτυπήσει πάνω σε όχημα, δεν θα πέσει δίπλα από τη μοτοσικλέτα να τραυματιστεί αλλά θα περάσει πάνω από το αυτοκίνητο. Ήταν η θέση του μάρτυρος ότι στην επίδικη περίπτωση ο μοτοσικλετιστής δεν είχε χρόνο να αντιδράσει να αποφύγει το ατύχημα. Επέμεινε ότι λόγω της ορατότητας του δρόμου ο Κατηγορούμενος μπορούσε να εντοπίσει τον μοτοσικλετιστή, ακόμα και αν ο τελευταίος δεν είχε φώτα στη μοτοσικλέτα του. Σε υποβολή ότι ο μοτοσικλετιστής κινείτο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ω, απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Σε υποβολή ότι λόγω της κλίσης του δρόμου ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον μοτοσικλετιστή, απάντησε ότι τα 28.33 μέτρα είναι αρκετή απόσταση να εντοπίσει κάποιος οδηγός έναν επερχόμενο μοτοποδηλάτη. Σε ερώτηση αν έχει οποιανδήποτε μαρτυρία ότι οι λαμπτήρες λειτουργούσαν το επίδικο βράδυ, απάντησε ότι η μόνη μαρτυρία είναι η δική του. Σε υποβολή ότι δεν ήταν εμφανής η συνεχής άσπρη γραμμή στο οδόστρωμα, απάντησε ότι στις κατοικημένες περιοχές όλοι οι δρόμοι είναι με συνεχόμενη άσπρη γραμμή και άρα ο Κατηγορούμενος έπρεπε να γνωρίζει ότι στις κατοικημένες περιοχές δεν μπορούμε να διασταυρώσουμε τον δρόμο και να πάμε από δεξιά προς αριστερά. Κατά την επανεξέτασή του εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος διάβασε το Τεκμήριο 5 και υπέγραψε αυτό. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Αντωνίου, ΜΚ
- Ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ημερομηνίας 31.07.
- Σε αυτήν αναφέρει ότι ο ίδιος κατευθυνόταν με τη μοτοσικλέτα του από το χωριό Αναλιόντας προς τον Στρόβολο στην οδό Θεοδόση Πιερίδη παρά το Πρώτο Δημοτικό Σχολείο και πλησίαζε προς τον φούρνο Ζορπά. Η ταχύτητά του ήταν περίπου 45 με 50 χ.α.ω. Όταν έφτασε κοντά στον φούρνο Ζορπά περί τα 10 μέτρα, είδε να εισέρχεται στη λωρίδα του ένα όχημα από το parking του φούρνου με την όπισθεν για να μπει στην αριστερή λωρίδα και να κατευθυνθεί προς το χωριό Αναλιόντα. Το εν λόγω όχημα απέκοψε την πορεία του. Σε ερώτηση αν το σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 3 είναι σωστό, απάντησε ότι δεν θυμάται. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι τα μπροστινά φώτα της μοτοσικλέτας του λειτουργούσαν. Επανέλαβε ακολούθως τη διαδρομή που ακολουθούσε το επίδικο βράδυ. Σε σχέση με την ορατότητά του απάντησε ότι είχε ορατότητα ένα με δύο χιλιόμετρα και δεν είχε οποιοδήποτε εμπόδιο στον δρόμο του. Σε ερώτηση σε σχέση με το πότε είχε δει για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορούμενου, απάντησε ότι το είδε περίπου στα 50 μέτρα και προσδιόρισε ότι η αναφορά του σε 10 μέτρα στην κατάθεσή του ήταν λάθος, αφού ο ίδιος την ώρα που χτύπησε δεν θυμόταν τι έγινε. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν θυμάται γενικά πώς έγινε το επίδικο συμβάν. Σε ερώτηση εάν στις 31.07.2017 που έδωσε κατάθεση ήταν σε θέση να θυμηθεί πώς έγινε το ατύχημα, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση. Σε ερώτηση να απαντήσει σχετικά για το σε ποιο σημείο βρισκόταν το όχημα του Κατηγορούμενου πριν τη σύγκρουση, απάντησε ότι ήταν λοξώς δεξιά με σκοπό να εισέλθει στον Ζορπά. Τόνισε όμως ότι με τον τρόπο που έλαβε χώρα το περιστατικό δεν ήταν σε θέση να κάνει οποιονδήποτε ελιγμό. Αρνήθηκε εκ νέου ότι κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Προσδιόρισε ,επίσης, ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν σε shock. Δήλωσε ευθαρσώς ότι κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, δεν πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος εξέρχετο με την όπισθεν από τον χώρο στάθμευσης του φούρνου Ζορπάς. Σε ερώτηση πώς θεωρούσε πως έγινε το ατύχημα τότε, απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρος. Σε ερώτηση να εξηγήσει τον λόγο που επέλεξε να δώσει την εκδοχή που έδωσε στην Αστυνομία, απάντησε ότι εκείνην τη στιγμή έπρεπε να επιλέξει τη μια ή την άλλην εκδοχή. Κατά τον ίδιο δεν έχει σημασία, αφού σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος του απέκοψε τον δρόμο. Σε ερώτηση αν είδε τον Κατηγορούμενο μετά το συμβάν, απάντησε ότι σε κάποια φάση τον είδε αλλά ακολούθως μετέβη στο νοσοκομείο μαζί με τον πατέρα του. Ήταν θετικός όμως ότι δεν είχε συζητήσει οτιδήποτε με τον Κατηγορούμενο. Σε ερώτηση όμως να απαντήσει γιατί στην κατάθεσή του περιέγραψε ότι είχε συζητήσει με τον Κατηγορούμενο, απάντησε ότι ξεχάνει. Σε ερώτηση αν αναφέρθηκε οτιδήποτε μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου σε σχέση με την ευθύνη για το δυστύχημα, απάντησε ότι δεν θυμάται. Δεν θυμόταν επίσης αν του ανέφερε, όπως ισχυρίζεται στην κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος, ότι ευθύνεται ο τελευταίος. Σε υποβολή ότι τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά συγκρούστηκε με τον μάρτυρα στη μπροστινή αριστερή πλευρά του οχήματός του, συμφώνησε μόνον ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη λωρίδα του. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία έδωσε ο ίδιος ένορκη μαρτυρία. Υιοθέτησε ως μέρος της εξέτασής του το Τεκμήριο
- Επίσης, υιοθέτησε το Τεκμήριο 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Εξήγησε ακολούθως ότι του είχαν υποδειχθεί τα σχέδια Τεκμήρια 3 και 4 και καταγράφηκε με πένα στο Τεκμήριο 3 το σημείο που υπέδειξε ο ίδιος ως σημείο σύγκρουσης. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 δήλωσε ότι συμφωνεί γενικά, αλλά εξήγησε ότι κατά τον ίδιο δεν υπάρχει ευθεία γραμμή. Δέχθηκε, όμως, ότι ο ίδιος υπέγραψε το σχέδιο, καθότι του εξηγήθηκε από τον επί καθήκοντι Αστυνομικό ότι σε κατοικημένη περιοχή απαγορευόταν να στρίψει δεξιά. Επί του Τεκμηρίου 5 αναγνώρισε ότι είναι η υπογραφή του. Εξήγησε ότι υπέγραψε αυτό, αλλά το υπέγραψε επειδή του εξήγησε ο αστυνομικός ότι απαγορεύετο να στρίψει δεξιά. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι στον δρόμο υπάρχει μια καμπή. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν υπήρχε φωτισμός. Ήταν βέβαιος ότι υπάρχουν δύο πάσσαλοι. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι είδε τον μοτοσικλετιστή στα 28,30 μέτρα, αλλά ο τελευταίος έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Κατά τον ίδιο η κατάσταση του δρόμου ήταν τέτοια που ο μοτοσικλετιστής μπορούσε να αποφύγει το χτύπημα. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο μοτοσικλετιστής έτρεχε πάνω από 80 χ.α.ω ανά ώρα. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι η ευθύνη που φέρει κατά την κρίση του συνίσταται στο ότι εισήλθε ένα μέτρο στην αντίθετη λωρίδα, αλλά επέμεινε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση διότι ο μοτοσικλετιστής έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Ανέφερε ακολούθως ότι ο ίδιος μετέφερε στον Αστυνομικό ότι ο μοτοσικλετιστής έτρεχε αλλά ο αστυνομικός δεν το έγραψε. Ανέφερε εκ νέου ότι πριν τη σύγκρουση είδε τον μοτοσικλετιστή στα 28 μέτρα και εντόπισε ότι ο τελευταίος δεν έφερε κράνος, δεν είχε φώτα και όταν πλησίασε κοντά του εντόπισε ότι δεν είχε ούτε πινακίδες εγγραφής. Σε ερώτηση αν είδε τη μοτοσικλέτα πριν εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα, απάντησε κοίταξε αριστερά και δεν είδε οτιδήποτε καθότι υπάρχει καμπή του δρόμου, ο δρόμος είναι σκοτεινός και ο Κατηγορούμενος δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε υποβολή ότι η γραμμή στον δρόμο ήταν ευδιάκριτη και ήταν συνεχής, απάντησε ότι ήταν μισοσβησμένη. Σε υποβολή ότι παραβίασε την άσπρη συνεχή γραμμή, απάντησε ότι ο ίδιος έστριψε εκεί που ήταν το αλτ σε διακεκομμένη γραμμή, αφού νόμιζε ότι δικαιούτο να στρίψει. Όταν του αναφέρθηκε ότι δεν δικαιούτο να στρίψει, απάντησε ότι "απολογούμαι και ότι δεν το ήξερα". Επανέλαβε ακολούθως ότι ο ίδιος δεν ήξερε ότι απαγορεύεται να στρίψει εντός κατοικημένης ζώνης, αν φταίει απολογείται, αλλά ο μοτοσικλετιστής έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Η κα Κλεάνθους, εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει προς τον φούρνο Ζορπά, η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ3 ήταν εντός του οπτικού του πεδίου. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Κακούρη. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας. Όμως κατ΄ εξαίρεση είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιόν του. Σχετική είναι η απόφαση Χρίστου ν. Χρίστου κ.ά, ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολ. Έφεση 250/10, ημερομηνίας 7.5.2015, Shakolas v. Agathangelou & another
(1983)1(B) CLR 1007 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του σε μεγάλο βαθμό δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση του ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ3 δεν είχε αναμμένα φώτα δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος δεν πρόσεξε την επίδικη μοτοσυκλέτα, επειδή αυτή δεν είχε αναμμένα τα φωτά πορείας της. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε η θέση του ότι όλα έγιναν εντός δευτερολέπτων. Παράλληλα η θέση του ως προς το σημείο Χ συνάδει με το σημείο Χ που καθόρισε ο εξεταστής της υπόθεσης. Αντίθετα η θέση του περί υπερβολικής ταχύτητας της μοτοσυκλέτας δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταχύτητα, αλλά ούτε υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο υπό το πρίσμα του οποίου να μπορεί να κριθεί η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας. Επομένως, πλην του ισχυρισμού του μάρτυρος περί υπερβολικής ταχύτητας της επίδικης μοτοσυκλέτας, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ2 O ΜΚ2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και σε κάποια σημεία η μαρτυρία του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση του ότι το ατύχημα επεσυνέβη εντός της λωρίδας που κινείτο ο μοτοσικλετιστής συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας και ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την επερχόμενη μοτοσυκλέτα από απόσταση 28.33 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Ως προς τη θέση του ότι στο σημείο υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή αυτή επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 5 και τη δήλωση του Κατηγορουμένου ότι δεν το γνώριζε και απολογείται. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κατά τον χρόνο αναπαράστασης του ατυχήματος η συνεχής άσπρη γραμμή ήταν χαραγμένη στον δρόμο. Όμως, η θέση του περί της ορατότητας του Κατηγορουμένου τέθηκε επί εσφαλμένης βάσης. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι το μόνο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, κατά την αναπαράσταση, ήταν την απόσταση στην οποία αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ3, ενώ ήταν ήδη εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Η έννοια της ορατότητας, όμως, είναι ευρύτερη και συναρτάται με τη δυνατότητα του οδηγού να αντιληφθεί κάποιο όχημα και δεν ταυτίζεται με το πότε όντως το αντιλήφθηκε. Επομένως, η αναφορά του ΜΚ2 περί ορατότητας 28.33 μέτρων δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο ΜΚ2, επίσης, αναφερόταν στην ορατότητα συνδέοντας την με τη φωτεινότητα στον δρόμο. Ούτε η πιο πάνω θέση μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε εύρημα περί της ορατότητας του Κατηγορουμένου. Τέλος κατά την αντεξέτασή του ο ΜΚ3 δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε 100 και πλέον μέτρα ορατότητα. Η πιο πάνω θέση τέθηκε εντελώς υποκειμενικά χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο που να την υποστηρίζει και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η θέση δε του ΜΚ2 όπως τέθηκε στην κατάθεσή του, έγγραφο Β, περί ικανοποιητικού φωτισμού δεν έχει αμφισβητηθεί. Η θέση του, όμως, ότι οι λαμπτήρες που υπήρχαν στον δρόμο ήταν τρόπον τινά προβολείς είναι υπερβολική και δεν συνάδει με τη λογική, αφού δεν είναι λογικό στον συγκεκριμένο δρόμο να υπήρχαν λαμπτήρες, οι οποίοι ουσιαστικά να εξέπεμπαν όσο φως εκπέμπουν προβολείς. Επίσης, όπως ο ίδιος δέχθηκε δεν γνώριζε εάν κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος λειτουργούσαν όλοι οι λαμπτήρες. Περαιτέρω, οι αναφορές του σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμόν χρόνους αντίδρασης κάποιου οδηγού και τους υπολογισμούς ταχύτητας της επίδικης μοτοσυκλέτας δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, καθότι τέθηκαν χωρίς οποιοδήποτε επιστημονικό ή υποστηρικτικό υπόβαθρο. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μόνο μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ
- Αξιολόγηση ΜΚ3 Ο ΜΚ3 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και υπεκφυγές. Συγκεκριμένα ο ΜΚ3 ενώ στην κατάθεση του προέβαλε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος πριν το ατύχημα εξερχόταν από τον χώρο στάθμευσης του φούρνου Ζορπά, εντούτοις στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε άλλη εκδοχή. Επιπλέον, δήλωσε ότι, όταν έδιδε την πρώτη εκδοχή στην Αστυνομία δεν πίστευε ότι έλεγε αλήθεια. Επίσης, η μαρτυρία του διανθίστηκε με πολλά «δεν θυμούμαι» σε καίριες ερωτήσεις, στοιχείο που επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής του. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 10 Εν πάση περιπτώσει, η αδύνατη μνήμη του μάρτυρα δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον του Κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, ο ίδιος δέχθηκε ότι δεν θυμόταν το πώς έγινε το επίδικο ατύχημα. Συνεπώς, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αυτό που προσπάθησε να αμφισβητήσει ήταν το ότι υπήρχε χαραγμένη στον δρόμο άσπρη γραμμή. Όμως, η πιο πάνω θέση αντικρούεται από το Τεκμήριο 5, στο οποίο αφού κατηγορήθηκε ρητά σε σχέση με το ότι παραβίασε άσπρη συνεχομένη γραμμή, απάντησε ότι απολογείται, έκανε λάθος και ότι δεν το γνώριζε. Έτσι οι εξηγήσεις που προσπάθησε να προβάλει, κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικά με τη πιο πάνω δήλωση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Συγκεκριμένα αφ΄ ης στιγμής ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι προέβη στη πιο πάνω δήλωση, ο τρόπος αμφισβήτησης αυτής ήταν μέσω δικής εντός δικής. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 και Σάκκος Δημήτρης Π. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510. Αντίθετα η πιο πάνω δήλωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Έχοντας υπόψη τη διατύπωση της γραπτής κατηγορίας, η οποία αναφέρεται σε αξιολογικές έννοιες, όπως δέουσα φροντίδα και προσοχή, σε συνδυασμό με ότι η απάντηση του Κατηγορουμένου δόθηκε και ως προς τις δύο κατηγορίες που του προσάφθηκαν στο Τεκμήριο 5 και περιορίστηκε στο «απολογούμαι έκανα λάθος δεν το γνώριζα», κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ επ' αυτής και να εξάξω εύρημα ενοχής του Κατηγορουμένου. Κρίνω δε ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η εξέταση της εμβέλειας της εν λόγω δήλωσης είναι δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη, ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ
- Αναφορικά με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου ως προς την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα που ο οδηγούσε ο ΜΚ3, διαπιστώνω ότι η θέση του συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ2 και δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση του ότι η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 δεν είχε ανάμενα τα φωτά πορείας της συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Αντίθετα η θέση του περί υπερβολικής ταχύτητας δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε στοιχείο και αποτελεί υποκειμενική άποψη του Κατηγορουμένου. Επίσης, δεν αποδέχομαι τη θέση του ως προς το σημείο σύγκρουσης, καθότι αυτή συγκρούεται με τη θέση του αυτόπτη μάρτυρα στη σκηνή. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 10.06.2017, περί η ώρα 00:30, στην οδό Θεοδόση Πιερίδη στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας, o Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX78, με κατεύθυνση από Στρόβολο προς Τσέρι. Στην αντίθετη πορεία, δηλαδή στην κατεύθυνση από Τσέρι προς Στρόβολο, κινείτο η μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX57, η οποία οδηγείτο από τον ΜΚ
- Επιπλέον, στην κατεύθυνση από Τσέρι προς Στρόβολο υπάρχει φούρνος Ζορπά. Ο επίδικος δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός. Ο επίδικος δρόμος, ως η πορεία της μοτοσυκλέτας, σε κάποιο σημείο πριν το σημείο σύγκρουσης παρουσιάζει μια μικρή καμπή. Ο ΜΚ3 οδηγούσε την επίδικη μοτοσυκλέτα χωρίς να έχει ανάμενα τα φώτα πορείας του. Σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, για να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του φούρνου Ζορπά. Κατά τον χρόνο που επιχειρούσε τη στροφή δεξιά ο Κατηγορούμενος, ενώ κοίταξε προς την πορεία της μοτοσυκλέτας, δεν είδε τη επίδικη μοτοσυκλέτα. Ο Κατηγορούμενος, αφού εισήλθε εντός 1.20 μέτρων εντός της αντίθετης λωρίδας, αντιλήφθηκε την επερχόμενη μοτοσυκλέτα να κινείται προς το μέρος του από απόσταση 28.33 μέτρων. Τότε επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Αυτόπτης μάρτυρας ήταν ο ΜΚ1, ο οποίος επίσης δεν πρόσεξε την μοτοσυκλέτα που κινείτο στον δρόμο, επειδή αυτή δεν είχε αναμμένα τα φωτά πορείας της. Το όλο συμβάν διήρκησε μερικά δευτερόλεπτα. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
- Όμως, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Επίσης, έχει νομολογηθεί ότι, όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης. Σχετική, επί του προκειμένου είναι η απόφαση Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696. Το καθήκον επιμέλειας, όμως, περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. Σημειώνεται, επίσης, ότι παράβαση απλά κανόνων της οδικής κυκλοφορίας δεν αρκεί για να εξαχθεί συμπέρασμα αμέλειας. Σχετική είναι η απόφαση Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1516. Επιπλέον, στην υπόθεση Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, κρίθηκε ότι η ενέργεια του Εφεσειόντος να προβεί κίνηση προς τα δεξιά, ενώ η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο στοιχειοθετούσε αμέλεια. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21, κρίθηκε ότι η επιλογή της εφεσείουσας να επιχειρήσει στροφή δεξιά και να αποκόψει την πορεία επερχόμενης μοτοσυκλέτας συνιστούσε αμέλεια γιατί η οδηγός απέτυχε να δει τη μοτοσυκλέτα ενώ είχε τη δυνατότητα να την δει. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι προφανές ότι η επιλογή του Κατηγορουμένου να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, για να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του φούρνου που υπήρχε στην αντίθετη κατεύθυνση, ενείχε εύλογα προβλεπτό κίνδυνο να ανακόψει την πορεία επερχόμενο οχήματος. Επομένως, ο Κατηγορούμενος όφειλε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στον χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το επίδικο ατύχημα επεσύνεβη κατά τη διάρκεια της νύκτας και η μοτοσυκλέτα, η οποία κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από τον Κατηγορούμενο, δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της. Το πιο πάνω γεγονός επηρεάζει ουσιωδώς τα πράγματα, αφού δυσχέραινε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα η επερχόμενη μοτοσυκλέτα να γίνει αντιληπτή. Άλλωστε, ούτε ο αυτόπτης μάρτυρας πρόσεξε την επίδικη μοτοσυκλέτα πριν την σύγκρουση, επειδή τα φώτα πορείας δεν ήταν αναμμένα. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, χωρίς να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσυκλέτα, δεν μπορεί να κριθεί ότι αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας που όφειλε να επιδείξει ο μέσος συνετός οδηγός. Ούτε ήταν λογικό ο Κατηγορούμενος να υποθέσει ότι θα κινείτο κάποιο όχημα στην αντίθετη πορεία, το οποίο δεν θα είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και να λάμβανε προληπτικά μέτρα έναντι ενός τέτοιο ενδεχομένου. Περάν των πιο πάνω στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ως προς την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που επιχείρησε τη στροφή δεξιά. Η απόσταση 28.33 μέτρων που αναφέρθηκε στην υπό κρίση υπόθεση δεν συνιστά την ορατότητα του Κατηγορουμένου, αλλά την απόσταση κατά την οποία, όντας στο σημείο σύγκρουσης, αντιλήφθηκε τη επερχόμενη μοτοσυκλέτα. Το πιο πάνω κενό δεν επιτρέπει να κριθεί το κατά ποσό ο μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι κινείτο οποιοδήποτε όχημα στον δρόμο και συνακόλουθα να κρινόταν υπό το πιο πάνω πρίσμα η επιλογή του Κατηγορουμένου να εισέλθει τον επίδικο χρόνο στην αντίθετη λωρίδα. Επίσης, το πιο πάνω κενό δεν επιτρέπει να κριθεί το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσυκλέτα και ως εκ τούτου η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Γιωργαλλή ( ανωτέρω). Προκύπτει, συνεπώς, ότι η απουσία μαρτυρίας σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου συνιστά κενό αναφορικά με πρωτογενές γεγονός που θεμελιώνει την κατηγορία, το οποίο αφήνει την κατηγορία αθεμελίωτη και εκθέτη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Η δεύτερη κατηγορία ερείδεται επί του κανονισμού 58 2 (δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 58
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- ............................... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας. . Περαιτέρω, ο Καν. 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Επίσης, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Καν. 2 των Κανονισμών, «σήμα τροχαίας» σημαίνει : «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων∙» Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχε χαραγμένη άσπρη συνεχής γραμμή. Η συνεχής άσπρη γραμμή συνιστά σήμα τροχαίας σύμφωνα με τους κανονισμούς 2 και 71 ( πιο πάνω). Επιπλέον, σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, όπως δημοσιεύεται από τον έφορο, η άσπρη συνεχής γραμμή έχει την έννοια ότι απαγορεύεται στον οδηγό να περάσει πάνω από αυτήν. Επιπλέον, από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή περνώντας πάνω από αυτήν στην προσπάθειά του να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η εν λόγω άσπρη συνεχής γραμμή χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκείμενη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), ώστε το γεγονός ότι υπήρχε χαραγμένη τέτοια γραμμή να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αυτή χαράχτηκε από αρμόδια αρχή. Σχετική είναι η υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Εφόσον, λοιπόν, η επίδικη γραμμή ήταν προσηκόντως χαραγμένη στον επίδικο δρόμο, έπεται ότι η ενεργεία του Κατηγορουμένου να την παραβιάσει στοιχειοθετεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο