← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 14471/2017, 24/2/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 14471/2017, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14471/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορούμενος 24 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενο: κ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στη βάση του άρθρου 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι στις 28.6.2017 επιτέθηκε εναντίον του πρώην γαμπρού του. Προς απόδειξη της κατηγορίας, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος, ΧΧΧΧΧ Ευαγγέλου (ΜΚ1). Πριν παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία του, σημειώνω ότι σημαντικό μέρος των γεγονότων που προηγήθηκαν και περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό είναι κοινώς αποδεκτό. Επί αυτού θα επανέλθω. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι την επίδικη ημερομηνία έλαβε χώρα ένα περιστατικό μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου. Η διαφωνία μεταξύ κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης έγκειται στο τι ακριβώς συνέβη κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού και, ειδικότερα, εάν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Επανέρχομαι στη μαρτυρία του παραπονούμενου (ΜΚ1). Ξεκίνησε αναφέροντας ότι ήταν παντρεμένος με τη θυγατέρα του κατηγορούμενου με την οποία έχουν δύο θυγατέρες που είναι σήμερα 6 και 12 ετών. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διευθυντής και γραμματέας στην εταιρεία Just Ladies Fitness Limited που ήταν ιδιοκτήτρια του γυμναστηρίου Just Ladies στη Λακατάμεια. Η πρώην σύζυγος του ήταν επίσης διευθύντρια της εταιρείας. Μέτοχοι ήταν ο ΜΚ1 κατά 30%, η πρώην σύζυγος του κατά 55% και ο κατηγορούμενος κατά 15%. Την επιχείρηση του γυμναστηρίου είχε ξεκινήσει μαζί με την πρώην σύζυγο του κάποια χρόνια ενωρίτερα και το 2015 η επιχείρηση ξεκίνησε να λειτουργεί υπό την εταιρεία που είχαν συστήσει. Η πρώην σύζυγος του είναι γυμνάστρια και ο ίδιος καθηγητής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης ο παραπονούμενος και η πρώην σύζυγος του είχαν συνάψει δάνειο για το ποσό του €1.000.000, το οποίο εξασφαλιζόταν με επιβαρύνσεις σε περιουσία και των δύο. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, μετά τη διάσταση του ζεύγους αυτός ζητούσε πληροφορίες από την πρώην σύζυγο του αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης. Παραπονείται ότι δεν είχε την ενημέρωση και πληροφορίες που ήθελε. Για το λόγο αυτό, από 18.6.2017 είχε ενημερώσει την πρώην σύζυγο του ότι τις επόμενες εβδομάδες θα πήγαινε στο γυμναστήριο να παραλάβει πληροφορίες αναφορικά με τα οικονομικά της εταιρείας. Στο ίδιο κτίριο που στεγαζόταν το γυμναστήριο, βρισκόταν και το διαμέρισμα όπου διέμενε με την πρώην σύζυγο του και τα παιδιά τους, πριν τη διάσταση. Κατά τον επίδικο χρόνιο, στο διαμέρισμα διέμενε η πρώην σύζυγος του με τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Την επίδικη ημέρα, στις 28.6.2017, μετέβη στο γυμναστήριο περί ώρα 9:25μμ. και, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γυμναστηρίου προσπαθούσε να ετοιμάσει καταστάσεις με τα στοιχεία που ήθελε. Ενώ βρισκόταν στο γυμναστήριο δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας και ο αστυνομικός που του τηλεφώνησε τον ρώτησε γιατί ήταν εκεί. Ο ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι εξήγησε στον αστυνομικό ποιος ήταν και γιατί είχε πάει στο γυμναστήριο. Ο αστυνομικός του συνέστησαν να λάβει τις καταστάσεις που ήθελε και να αποχωρήσει χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε επεισόδιο και αυτός συμφώνησε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ενώ ο ίδιος ετοίμαζε τις καταστάσεις που χρειαζόταν, περί τις 9:15μμ «ήρθε στο γυμναστήριο ο πρώην πεθερός μου [κατηγορούμενος] και άρχισε να βρίζει και να μου λέει τι κάμνω δαμέ, εγώ του είπα ότι ήρθα να πιάσω τα reports που ζητώ αφού δεν μου τα δίνετε, και στο κάτω κάτω είμαι ο συνιδιοκτήτης του γυμναστηρίου και ο διευθυντής αφού δεν έχουν γίνει ακόμα διαδικασίες για διαχωρισμό της περιουσίας μας. Τότε ο πρώην πεθερός μου άρπαξε από τα χέρια μου ότι χαρτιά κρατούσα και με έσπρωξε και μου ανάφερε ότι πρέπει να φύγω από το μέρος και όταν εγώ πάλι δεν αντέδρασα τότε με το δεξί του χέρι με χτύπησε με γροθιά μια φορά πάνω στο πρόσωπο, εγώ τότε με ήρεμο τρόπο του είπα να με αφήσει να μπω μέσα για να πιάσω το κινητό μου που ήταν πάνω στον πάγκο του γυμναστηρίου και να μετακινήσει το αυτοκίνητο του που με εμπόδιζε για να φύγω.» Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι αυτό ήταν ο μοναδικός διαπληκτισμός που συνέβη μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου. Δεν υπήρξε άλλος διαπληκτισμός μεταξύ τους, είτε πριν είτε μετά. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είχε χωρίσει με την πρώην σύζυγο του τον Ιούλιο 2016, ενώ ήταν σε διάσταση από το
  2. Δέχτηκε ότι την επίδικη μέρα είχε μεταβεί στο γυμναστήριο, ενώ αυτό ήταν κλειστό και χωρίς να τηλεφωνήσει προηγουμένως στην πρώην σύζυγο του για να την ενημερώσει. Πρόσθεσε ότι το γυμναστήριο έκλεινε κανονικά στις 9:30μμ και αυτός πήγε εκεί στις 9:25μμ, πριν αυτό κλείσει και ενώ εκεί ήταν μόνο οι γυμνάστριες. Επέλεξε να πάει αυτή την ώρα για να μην προκαλέσει αναστάτωση στην ομαλή λειτουργία του γυμναστηρίου ή ένταση με την πρώην σύζυγο του. Αρνήθηκε ότι η παρουσία του στο χώρο δημιουργούσε αναστάτωση στην πρώην σύζυγο του. Εξήγησε ότι το γυμναστήριο είχε ξεχωριστό σύστημα συναγερμού από το διαμέρισμα το οποίο βρισκόταν σε πάνω όροφο και ήταν ανεξάρτητο από το γυμναστήριο. Εξήγησε επίσης, ερωτώμενος σχετικά, ότι παρέμεινε στο γυμναστήριο περίπου για μία ώρα και ετοίμαζε ηλεκτρονικά τις καταστάσεις με τις πληροφορίες που ήθελε. Αρνήθηκε ότι η επίσκεψη του είχε προκαλέσει αναστάτωση στην πρώην σύζυγο του. Πρόσθεσε ότι από τον Ιανουάριο του ιδίου έτους ζητούσε τις καταστάσεις που ήθελε ώστε να ενημερωθεί για την οικονομική κατάσταση του γυμναστηρίου και να βεβαιωθεί ότι το δάνειο πληρωνόταν κανονικά. Τέθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης ότι η πρώην σύζυγος του είχε πρόσφατα διαγνωστεί με κατά πλάκα σκλήρυνση και η αναστάτωση και ένταση που της είχε δημιουργήσει η παρουσία του στο γυμναστήριο ήταν επιβαρυντικές για την υγεία της. Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι η πρώην σύζυγος του αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας. Αρνήθηκε όμως ότι είχε σκοπό να προκαλέσει οποιαδήποτε ένταση και επανέλαβε ότι η κατοικία της πρώην συζύγου του ήταν δύο ορόφους πιο πάνω από το γυμναστήριο, ανεξάρτητη και συνεπώς η παρουσία του δεν επηρέαζε κανένα. Διαφώνησε όταν του τέθηκε ότι μπορούσε να λάβει τις πληροφορίες που ήθελε από τους λογιστές της εταιρείας υποστηρίζοντας ότι οι πληροφορίες που ήθελε έπρεπε να ήταν επικαιροποιημένες, ενώ οι λογιστές και ελεγκτές ετοίμαζαν οικονομικές καταστάσεις με καθυστέρηση. Στα πλαίσια της αντεξέτασης, τέθηκε ότι η μοναδική επιδίωξη του κατηγορούμενου πηγαίνοντας στη σκηνή ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε ένταση η οποία θα αναστάτωνε τη θυγατέρα του και τα εγγόνια του. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένταση και πρόσθεσε ότι όταν έφτασε ο κατηγορούμενος ο ίδιος ήταν έτοιμος να αποχωρήσει από το γυμναστήριο μαζί με τις καταστάσεις που ετοίμασε. Υποδείχθηκαν στον ΜΚ1 κάποιες καταστάσεις με οικονομικά στοιχεία της εταιρείας (Τεκμήριο 3) και του τέθηκε ότι αυτές κρατούσε το συγκεκριμένο βράδυ και υπέδειξε και έδωσε στον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι «αναγνωρίζω ότι είναι reports που βγαίνουν από την εταιρεία μου, είναι της ίδιας ημερομηνίας, όμως δεν ξέρω εάν πάτησα εγώ το print για να τυπωθούν». Συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι όταν ήρθε στο χώρο ο κατηγορούμενος, ο ίδιος βγήκε από το γυμναστήριο κρατώντας τυπωμένες καταστάσεις. Συμφώνησε επίσης πως όταν ερωτήθηκε από τον κατηγορούμενο τι κάνει στο γυμναστήριο, απάντησε ότι «ήρθα να πιάσω τα reports της εταιρείας μου.» Συνέχισε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος τότε του τράβηξε απότομα από τα χέρια τα έγγραφα που κρατούσε, «όπως τα είχα στα χέρια μου, με έναν δυνατό τρόπο τα έπιασε με τη βία από τα χέρια μου». Σε σχέση με τα όσα, κατά τη θέση του ακολούθησαν, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος «με έσπρωξε με σκοπό να με προκαλέσει να αντιδράσω και ευχαριστώ τον Θεό ακόμη που δεν αντέδρασα και για το καλό των μωρών μου, αλλά και για οτιδήποτε άλλο και εφόσον όταν με έσπρωξε δεν αντέδρασα που θα μπορούσε κάλλιστα να αντιδράσω, γιατί αυτός ήταν ο σκοπός που μετέβη στο χώρο, από τη στιγμή που η Αστυνομία δεν μετέβηκε. Εάν η Αστυνομία δεν το θεώρησε σοβαρή απειλή κτλ, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ήρθε ο ίδιος να πάρει το νόμο στα χέρια του και όταν με έσπρωξε και δεν αντέδρασα τότε προχώρησε ακόμα ένα βήμα, να μου ρίξει γροθιά στο πρόσωπο και όταν πάλι δεν αντέδρασα και πάλι ευχαριστώ τον Θεό που δεν αντέδρασα ούτε σε εκείνη την ώρα του ζήτησα ήρεμα να πάω πίσω στο γυμναστήριο να πιάσω τα κλειδιά μου και το κινητό μου, τσεντί, τι είχα, να μετακινήσει το αυτοκίνητο και έφυγα. Μπορούσα να κάνω, ευτυχώς που δεν έκανα χειρότερα πράγματα.» Του τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν τον είχε υβρίσει και απάντησε ότι «με αποκάλεσε ορισμένα πράγματα ναι, αλλά δεν τα συμπεριέλαβα μέσα στην κατάθεση που έδωσα για το συμβάν. γιατί ο σκοπός που πήγα να κάνω την καταγγελία δεν ήταν εάν θα με αποκαλέσει οτιδήποτε άλλο επίθετο, είχε έναν πιο σοβαρό λόγο που πήγα.» Τέθηκε στον ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος είναι υπερήλικας και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την καρδία του και η φυσική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να τον κτυπήσει. Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος πρόβλημα με την καρδία του και είχε βηματοδότη. Συνέχισε λέγοντας ότι «ξέρω ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του .στο συγκεκριμένο συμβάν με έσπρωξε. Εγώ το θεωρώ ότι πήγε να με προκαλέσει για να αντιδράσω, όντως σχεδόν δύο μέτρα στρατονόμος τέλος πάντων και όταν δεν αντέδρασα όπως ήταν η γροθιά του έκανε αυτή την κίνηση, όπως ήταν η γροθιά του έκανε αυτήν την κίνηση και με χτύπησε εδώ (κάνει κυκλική κίνηση με το δεξί χέρι από κάτω προς το πρόσωπο του)». Ερωτήθηκε γιατί έδωσε κατάθεση στην αστυνομία περί τις δύο εβδομάδες μετά το περιστατικό, στις 13.7.2017, και απάντησε ότι έδωσε κατάθεση όταν κλήθηκε από την αστυνομία για το σκοπό αυτό. Πρόσθεσε, «εγώ πήγα την ίδια μέρα. Όταν έφυγα από εκεί, πήρα τηλέφωνο το δικηγόρο μου και του είπαν να πάω να κάνω την καταγγελία και μου λέει πήγαινε στον Αστυνομικό Σταθμό.» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία του ΜΚ
  3. Πριν η κατηγορούσα αρχή κλείσει την υπόθεση της, παρουσιάστηκε και κατατέθηκε από κοινού η κατάθεση του Αστ. 3095 Χ. Τσιαπίνη (Τεκμήριο 6), για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σύμφωνα με αυτή στις 28.6.2017 και περί ώρα 10:30μμ, ενώ ο Αστ. 3095 βρισκόταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, προσήλθε ο ΜΚ1 και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 9:15μμ «δέχτηκε επίθεση από τον πρώην πεθερό του, ΧΧΧΧΧ Κυριάκου, δηλαδή όπως ανάφερε δέχτηκε γροθιά στο πρόσωπο. Κατά την παρουσία του στον Σταθμό ο παραπονούμενος δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις. Τον προμήθευσα με ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί στο Γ. Ν. Λ/σιας αλλά αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει καθ' ότι δεν ήθελε να μεταβεί για ιατρικές εξετάσεις.» Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία στις 29.7.2017 (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτήν την επίδικη ημέρα, γύρω στις 10:00μμ το βράδυ του τηλεφώνησε η θυγατέρα του και του είπε ότι κάτι συνέβαινε στο γυμναστήριο και ότι ο πρώην σύζυγος της ήταν εκεί. Αυτός τη συμβούλεψε να ενημερώσει την αστυνομία και ξεκίνησε και ο ίδιος να μεταβεί το χώρο. Ανέφερε ότι η κόρη του δεν του είχε ζητήσει να πάει στο γυμναστήριο όμως εκείνος αποφάσισε να πάει. Εξήγησε ότι η κόρη του ήταν ανήσυχη και ταραγμένη. Είχε δει από το διαμέρισμα το όχημα του παραπονούμενου παρκαρισμένο κάτω και ήξερε ότι αυτός ήταν στο γυμναστήριο. Η κόρη του υπέφερε από κατά πλάκα σκλήρυνση και εκείνη την ώρα τα παιδιά της κοιμούνταν, ήταν βράδυ και δεν ήξερε τι γινόταν στο γυμναστήριο. Θεώρησε ορθό να πάει για να την καθησυχάσει. Πάρκαρε το όχημα του πίσω από το όχημα του παραπονούμενου, βγήκε έξω από το αυτοκίνητο του και τότε βγήκε και ο παραπονούμενος από το γυμναστήριο. Ο παραπονούμενος στεκόταν στο πεζοδρόμιο και ο κατηγορούμενος στον δρόμο. Τον ρώτησε τι θέλει στο γυμναστήριο, ο παραπονούμενος του είπε ότι ήρθε να πάρει καταστάσεις για τα οικονομικά της επιχείρησης και ο κατηγορούμενος του είπε να αποταθεί στους λογιστές της εταιρείας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 κρατούσε τέσσερις σελίδες (Τεκμήριο 3) στα χέρια του τις οποίες του έδειξε. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΚ1 «έδειξε μου τι πήρε, τι έκανε, δηλαδή έτεινε μου το εν πάση περιπτώσει και το πήρα και του είχα πει 'εν report τούτο να πούμε; Δηλαδή τόση φασαρία για να πιάσεις πόσες κοπέλες είχε μέσα στο γυμναστήριο; Που είναι οι δαπάνες, που είναι τα υπόλοιπα στοιχεία που κάνουν τα reports;' Αυτό του είχα πει, τίποτε περισσότερο». Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι τράβηξε τα έγγραφα από το χέρι του παραπονούμενου. Επέμενε ότι ο παραπονούμενος του έτεινε το χέρι με το οποίο κρατούσε τα έγγραφα και αυτός τα πήρε. Ακολούθως, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος του είπε ότι θα πήγαινε μέσα στο γυμναστήριο να πάρει το τηλέφωνο του και αυτός μετακίνησε το όχημα του για να επιτρέψει στον παραπονούμενο να φύγει. Αρνήθηκε ότι είχε κτυπήσει ή σπρώξει τον παραπονούμενο, αναφέροντας «Δεν τον κτύπησα, δεν τον έσπρωξα σε καμία περίπτωση. Είμαι 80 χρονών άνθρωπος τωρά, δεν έδειρα κανέναν, δεν έσπρωξα κανέναν, έχω άλλους τρόπους. Πιστεύω η παιδεία μου και οι εμπειρίες μου, της ζωής μου, δεν είναι έτσι, δεν λύνουμε τις διαφορές μας με εκείνον τον τρόπο». Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι υποφέρει από καρδιακά προβλήματα και από το 2013 έχει βηματοδότη (Σχετικό το Τεκμήριο 8). Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε επίσης πως παρά το ότι η θυγατέρα του και ο παραπονούμενος είχαν χωρίσει, ο ίδιος διατηρούσε ομαλές σχέσεις μαζί του, δεν είχαν προστριβές και προσπαθούσε να βοηθήσει ώστε ο παραπονούμενος να διατηρήσει καλή σχέση με τις ανήλικες θυγατέρες του. Κατά την αντεξέταση τέθηκε στον κατηγορούμενο ότι ο παραπονούμενος, ως διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας είχε το δικαίωμα να εισέρχεται στο γυμναστήριο. Ο κατηγορούμενος δεν διαφώνησε, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος διατηρούσε κλειδιά για το γυμναστήριο. Υποστήριξε όμως ότι δεν ήταν ορθή η επιλογή του να πάει στο γυμναστήριο στις 10μμ και να ανησυχήσει την πρώην σύζυγο του, την ώρα που κοιμούνταν τα παιδιά τους. Τέθηκε στον κατηγορούμενο ότι μετέβη ο ίδιος στο χώρο γιατί δεν πήγε η αστυνομία που είχε ειδοποιηθεί, με πρόθεση να ζητήσει το λόγο από τον παραπονούμενο. Απάντησε «είχα πει ότι να πάει την ώρα που λειτουργεί το γυμναστήριο, να δει τι γίνεται, να ενδιαφερθεί για τα προβλήματα που έχει το γυμναστήριο το καταλαβαίνω, αλλά να πάω η ώρα 9:30μμ, 9:25μμ έχετε πει ότι πήγε ο κύριος ΧΧΧΧΧ και η ώρα 9:30μμ έκλεινε το γυμναστήριο. Δεν είχε κοπέλες μέσα και έκλεισε 10 λεπτά πιο γρήγορα το γυμναστήριο. Τι ήταν το πρόβλημα δηλαδή; Τι θα έβλεπε εκεί;» Αυτά είναι συνοπτικά τα όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακρόασης. Να προσθέσω ότι στο τέλος της διαδικασίας οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω ακούσει και μελετήσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα τους μάρτυρες και έχω μελετήσει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο των απαντήσεων των μαρτύρων, την αμεσότητα, ευθύτητα και αυθορμητισμό των όσων κατέθεσαν, την εσωτερική συνοχή και λογική των θέσεων τους. Αξιολογώντας τους μάρτυρες, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογική και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Από την παράθεση της μαρτυρίας, όπως επισήμανα στην αρχή της απόφαση μου, προκύπτει σημαντικό κοινό έδαφος αναφορικά με τα γεγονότα. Ειδικότερα, συνιστά κοινό τόπο ότι ο κατηγορούμενος ήταν πρώην πεθερός του παραπονούμενου αφού ο παραπονούμενος ήταν παντρεμένος με την θυγατέρα του κατηγορούμενου. Το ζευγάρι ήταν σε διάσταση από το 2015 περίπου και είχε λάβει διαζύγιο ένα περίπου χρόνο πριν το επίδικο περιστατικό. Από το γάμο τους είχαν αποκτήσει δύο θυγατέρες, ηλικίας σήμερα 12 και 6 ετών. Κάποια χρόνια πριν το περιστατικό είχαν ξεκινήσει τη λειτουργία του γυμναστηρίου, για τους σκοπούς του οποίου έλαβαν από κοινού δάνειο. Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό δεν είχαν επιλυθεί τα όσα αφορούσαν τα περιουσιακά του πρώην ζεύγους. Η πρώην σύζυγος του παραπονούμενου είχε διαγνωστεί πριν τα γεγονότα με κατά πλάκα σκλήρυνση και διέμενε με τα παιδιά του ζεύγους σε διαμέρισμα, στο ίδιο κτίριο, πάνω από το γυμναστήριο. Το διαμέρισμα ήταν ανεξάρτητο από το γυμναστήριο και διέθετε ανεξάρτητο σύστημα συναγερμού. Την περίοδο που προηγήθηκε του περιστατικού ο παραπονούμενος ζητούσε πληροφορίες, από την πρώην σύζυγο του, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης τις οποίες δεν λάμβανε. Αυτά έγιναν ως αναφέρω πιο πάνω, στη συνοπτική αναφορά μου στη μαρτυρία του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Ενόψει του ότι είναι κοινώς αποδεκτά από τις δύο πλευρές, συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Με δεδομένο αυτό το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο, προχωρώ στη μαρτυρία του παραπονούμενου (ΜΚ1). Φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι κατά την περίοδο που εξελίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα, υπήρχε αρνητικό κλίμα και συναισθήματα μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του. Διαφάνηκε ότι είχαν μεταξύ τους διαφορές, τουλάχιστον σε σχέση με τη ρύθμιση των περιουσιακών τους θεμάτων, της επιχείρησης και των οφειλών και υποχρεώσεων τους που προέκυπταν από το δάνειο που είχαν λάβει για το γυμναστήριο. Διέκρινα ότι η επικοινωνία μεταξύ τους δεν ήταν ομαλή και ο παραπονούμενος αισθανόταν ότι η πρώην σύζυγος του τον είχε «αποκλείσει» από την επιχείρηση του γυμναστηρίου. Ανησυχούσε γιατί ο ίδιος παρέμενε υπόλογος αναφορικά με το δάνειο. Σίγουρα η κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί τον δυσαρεστούσε. Σημειώνω ότι επέλεξε να πάει στο γυμναστήριο ώρα που ανέμενε ότι η σύζυγος του δεν θα ήταν εκεί και δεν την είχε ενημερώσει προηγουμένως για την πρόθεση του να επισκεφθεί το γυμναστήριο τη συγκεκριμένη ημέρα. Φάνηκε από τον τρόπο που κατέθετε ότι το βράδυ που είχε εξελιχθεί το περιστατικό ενεργούσε υπό συναισθηματική φόρτιση. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ήταν σε γενικές γραμμές αξιόπιστος μάρτυρας. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ανταποκρίνεται στην αλήθεια και είναι αποδεκτό και από την πλευρά της υπεράσπισης ως αληθινό. Σε αυτό, και τα αντίστοιχα ευρήματα, έχω αναφερθεί ήδη πιο πάνω. Περαιτέρω, αποδέχομαι ως αληθινό το μέρος της μαρτυρίας του για τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν τη συνάντηση του με τον κατηγορούμενο. Όπως όμως αναγνωρίζει η νομολογία, όταν ένας μάρτυρας κριθεί ως αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της ή μερικώς. Στην περίπτωση του παραπονούμενου αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα και δυσπιστία τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τα διαδραματισθέντα όταν ο κατηγορούμενος έφτασε στη σκηνή του επίδικου περιστατικού και σε σχέση με τα όσα του αποδίδει. Θεωρώ ότι το αρνητικό συναισθηματικό φορτίο υπό το οποίο βρισκόταν επιβαρύνθηκε όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα από την αστυνομία ενώ βρισκόταν στο γυμναστήριο. Επιβαρύνθηκε ακόμα περισσότερο όταν αντιλήφθηκε την άφιξη του κατηγορούμενου. Αντιλήφθηκε και εξέλαβε την άφιξη του κατηγορούμενου ως «απειλητική» ή «επιθετική» ενέργεια. Η έντονη φόρτιση υπό την οποία λειτουργούσε τον οδήγησε στο να βγει από το γυμναστήριο για να τον συναντήσει έξω, αφήνονταν πίσω στο γυμναστήριο το πορτοφόλι, το κινητό και τα κλειδιά του. Κρατούσε μόνο τις καταστάσεις που είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει. Τα έντονα συναισθήματα υπό τα οποία ενήργησε, θεωρώ ότι τον ώθησαν στο να υπερβάλλει στις αναφορές του για τα όσα ακολούθησαν. Παρακολουθώντας τον στο εδώλιο, δεν με έπεισε ότι ο ίδιος παρέμεινε αμέτοχος και παθητικός ενώ ο κατηγορούμενος - ως η εκδοχή του - κατάφερε να του αποσπάσει από τα χέρια, απότομα και βίαια, τα έγγραφα που κρατούσε, τον έσπρωξε και τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο. Ο ίδιος ο παραπονούμενος κατέθεσε ότι το επίδικο περιστατικό είναι ο μοναδικός διαπληκτισμός που είχε με τον κατηγορούμενο και ότι, πέραν αυτού, οι σχέσεις τους ήταν ομαλές. Δεν έχω πεισθεί ότι τα γεγονότα του επίδικου περιστατικού, όπως τα περίγραψε ο ίδιος ο παραπονούμενος, είχαν προκαλέσει σε τέτοιο βαθμό τον κατηγορούμενο, 77 ετών τότε, ώστε να τον φέρουν στο σημείο να επιτεθεί και να κτυπήσει με γροθιά στο πρόσωπο τον παραπονούμενο. Η φύση του όλου συμβάντος και τα όσα σχετικά προηγήθηκαν, καθιστούν δυσανάλογες την αντίδραση και ενέργειες του κατηγορούμενου που του αποδίδει ο παραπονούμενος. Σημειώνω ότι ο Αστ. 3095 στην κατάθεση του, η οποία έγινε αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της, είχε δει τον παραπονούμενο λίγα λεπτά μετά το περιστατικό και δεν διαπίστωσε εξωτερικές κακώσεις. Χορήγησε στον παραπονούμενο παραπεμπτικό για να εξεταστεί από ιατρό όμως αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει γιατί δεν ήθελε να μεταβεί για ιατρικές εξετάσεις. Πιστεύω ότι εάν πράγματι είχε δεχτεί γροθιά στο πρόσωπο ως η εκδοχή του, τότε θα επιδίωκε να εξεταστεί από ιατρό. Η στάση του να αρνηθεί να παραλάβει το παραπεμπτικό και να μη θέλει να εξεταστεί από ιατρό μάλλον παραπέμπουν στο ότι δεν χτυπήθηκε ως ισχυρίζεται. Σημειώνω επίσης ότι ο Αστ. XXXXX, περιγράφοντας το παράπονο που δέχτηκε από τον παραπονούμενο αναφέρθηκε στο ότι «δέχτηκε επίθεση από τον πρώην πεθερό του ΧΧΧΧΧ Κυριάκου, δηλαδή όπως ανάφερε δέχτηκε γροθιά στο πρόσωπο». Δεν υπάρχει αναφορά σε σπρώξιμο όπως είναι η εκδοχή του παραπονούμενου. Δεν υπάρχει επίσης αναφορά σε ύβρεις που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, στις οποίες ο παραπονούμενος αναφέρθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του, αλλά όχι στην κατάθεση του. Αυτές οι διαπιστώσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροασφαλές να αποδεχτώ το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Στερείται το εχέγγυο της λογικής που θεωρώ ότι πρέπει να χαρακτηρίζει μια μαρτυρία πριν αυτή κριθεί αξιόπιστη και γίνει αποδεκτή. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ
  4. Στρέφομαι στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Έχω ήδη σημειώσει την ταύτιση που υπάρχει σε μεγάλο μέρος των γεγονότων μεταξύ των όσων έχει καταθέσει και της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Στην εξέλιξη του επίδικου περιστατικού, είναι φανερό ότι ενεργούσε επίσης υπό μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Η θυγατέρα του είχε πρόσφατα διαγνωστεί με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Έμενε μόνη με δύο μικρά ανήλικα παιδιά, τότε 3 και 9 ετών περίπου. Υπήρχαν ακόμα σημαντικές εκκρεμότητες μεταξύ αυτής και του πρώην συζύγου της. Ο κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί ότι η παρουσία του παραπονούμενου στο γυμναστήριο τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα είχε προκαλέσει αναστάτωση στη θυγατέρα του. Ενεργώντας με προστατευτική διάθεση τη συμβούλευσε να καλέσει την αστυνομία και μετέβηκε στο χώρο του γυμναστηρίου. Ο κατηγορούμενος βγήκε από το γυμναστήριο να τον συναντήσει. Μετά από κάποια λόγια που αντάλλαξαν ο κατηγορούμενος έτεινε προς το μέρος του τα έγγραφα που είχε παραλάβει και αυτός τα έπιασε. Παρατηρώντας τον κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο (χωρίς να παραγνωρίζω ότι έχουν παρέλθει περί τα 2 ½ χρόνια από τα γεγονότα), δεν πιστεύω ότι ο κατηγορούμενος θα ήταν σε θέση να αποσπάσει από τα χέρια του παραπονούμενου τα έγγραφα χωρίς τη θέληση του. Η επιδίωξη του κατηγορούμενου ήταν να απομακρυνθεί από το χώρο ο παραπονούμενος και όταν ο παραπονούμενος εξέφρασε την πρόθεση να φύγει ο κατηγορούμενος τον βοήθησε μετακινώντας το όχημα του. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος αναφορικά με την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού είναι η πραγματικότητα. Στέκουν στη βάσανο της λογικής και συνάδουν με το πλαίσιο των γεγονότων που περιέβαλλε τις μεταξύ τους σχέσεις. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε την αλήθεια και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αναφορικά με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα, συνιστά και δικά μου ευρήματα. Με δεδομένα τα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον του παραπονούμενου. Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι: «
  5. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σύμφωνα με τη νομολογία επίθεση διαπράττεται όταν το κατηγορούμενο πρόσωπο παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery)[3]. Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Η προκειμένη περίπτωση αφορά ισχυριζόμενη άσκηση βίας κατά του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο. Η εκδοχή του παραπονούμενου για σπρώξιμο και γροθιά που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποδεχτή για τους λόγους που εξήγησα. Περαιτέρω, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του παραπονούμενου αυτός ανέφερε ότι αισθάνθηκε φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση βία εναντίον του από τον κατηγορούμενο. Με δεδομένα τα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα, οι πράξεις και ενέργειες του κατηγορούμενου, δεν δεικνύουν πρόθεση από μέρους του να προκαλέσει φόβο στον παραπονούμενο ότι θα ασκήσει άμεση βία εναντίον του. Ούτε δεικνύουν απερισκεψία από μέρους του ότι θα προκαλέσει την συγκεκριμένη εντύπωση στον παραπονούμενο. Ενόψει αυτών, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και, συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Χωρίς να αποδειχθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Σχετικές οι Δήμος Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, R. v Venna
(1975)3 All E.R. 788 και Fagan ν Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.