Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 16140/19, 5/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16140/19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Χρίστου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05 Φεβρουαρίου , 2020 Εμφανίσεις : Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο κα Β. Γεωργίου ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 257/86 και ΚΔΠ 312/
- Tα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως το κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 2.7.2019 στον δρόμο Λευκωσίας- Τροόδους παρά το Ακάκι της επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX32, με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου, δηλαδή με ταχύτητα 120 χ.α.ω αντί με 50 χ.α.ω. Δηλώθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκό ποινικού μητρώου και δεν έχει συσσωρεύσει βαθμούς ποινής στην άδεια του. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Τα τελευταία 10 χρόνια εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας. Ο Κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος και διαμένει μαζί με τους γονείς του. Ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας μια θυγατέρας ηλικίας σήμερα 20 ετών, η οποία ζει στην Ουκρανία. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής του. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και έδωσε έμφαση στις προσωπικές και επαγγελματικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι οι γονείς του Κατηγορουμένου δεν οδηγούν και εξαρτώνται από τον ίδιο για τις μετακινήσεις τους. Προσέθεσε δε ότι η μητέρα του Κατηγορουμένου αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα «αρθριτικά» της, όπως ανέφερε. Εισηγήθηκε, ότι σε περίπτωση επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορεί να ασκεί του επάγγελμα του ιδιώτη φύλακα. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημερομηνία κλήθηκε από την εργασία του να ελέγξει συγκεκριμένο υποστατικό. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο, ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια, εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Επίσης, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξάρσεως ή μη στην κατηγορία του υπό εξέταση αδικήματος. Σχετική είναι η απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα. Σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα σημειώνεται ότι ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσας το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τα €1.709 ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, να στερήσει στον καταδικασθέντα το δικαίωμά του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που θα κριθεί ορθή υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ασφαλώς, η κρίση περί της σοβαρότητας του επίδικου αδικήματος δεν εξαντλείται στη παράθεση των προβλεπόμενων στον Νόμο ποινών, αλλά συνδέεται και με τις συνθήκες διάπραξης αυτού. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι το αδίκημα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας παρουσιάζει έξαρση και διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, αφού καθημερινά το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται σωρεία υποθέσεων αυτής της φύσεως. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπω στην απόφαση Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118 και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 269. Ένεκα των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της οδήγησης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού μια τέτοια οδική συμπεριφορά έχει αναγνωριστεί ότι αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες πρόκλησης σοβαρών και συχνά θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432. Ιδίως ως προς το αδίκημα της οδήγησης καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας διαφωτιστική είναι η απόφαση Κυριακάκης Εμμανουήλ ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 134, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 15 ημερών και στέρησης του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για 30 ημέρες μετά την αποφυλάκιση στον εκεί κατηγορουμένου για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα 202 χ.α.ώ αντί 100 χ.α.ώ, παρά το ότι δεν είχε προκληθεί κάποιο ατύχημα και το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική ένεκα του ύψους της ταχύτητας, που ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου και του γεγονότος ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές. Επιπλέον, στην απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, επαναλήφθηκε η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε παρόμοιας φύσης αδικήματα. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι : «ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Ταυτόχρονα στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβάσεις τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ευριπίδης Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Επίσης, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, τονίστηκε πως σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από τη μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, για σκοπούς επιμέτρησης, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ως προς τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την άμεση του παραδοχή και την απολογία του ως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και οτιδήποτε άλλο αναφέρθηκε από την συνήγορο του Κατηγορουμένου ως προς τον μετριασμό της ποινής. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου το ύψος της υπέρβασης και την ανάγκη για επιβολή επιτρεπτικών ποινών, αφού οι συνέπειες της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, όπως υποδεικνύει η Νομολογία, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση η ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου ανήλθε σε επίπεδο πέραν του διπλάσιου του νομίμως επιτρεπόμενου. Η επιλογή και μόνο του Κατηγορουμένου να οδηγήσει με ταχύτητα 120 χ.α.ω αντί 50 χ.α.ω συνιστά από μόνη της εγωιστική και επικίνδυνη συμπεριφορά και δεικνύει εγωιστική παραγνώριση τόσο του Νόμου όσο και της ασφάλειας των τρίτων. Το πιο πάνω στοιχείο, σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς κατέληξε στη συγκεκριμένη υπέρβαση, ενώ είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τη δυνατότητα να περιορίσει αυτή στο επιτρεπόμενο όριο, λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή του είδους και του ύψους της επιβαλλόμενης ποινής. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία σε τρίτους, δεν αναιρεί το ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ενείχε δυνητικά σοβαρούς κινδύνους προς τον οποιοδήποτε άλλο τυχόν επέλεγε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Νομολογία, αρκεί για την επιβολή αποτρεπτικής ποινής το ότι προκαλείται δυνητικά κίνδυνος σε όσους χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σχετική είναι η απόφαση Τουμάζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβη το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, κατά την άσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της ποινής, αφού η ασφάλεια όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο υπερτερεί των επαγγελματικών υποχρεώσεων του οποιουδήποτε προσώπου. Επιπρόσθετα, δεν διαπιστώνω ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει διαφορετικές συνέπειες από την επιβολή ποινής προστίμου σε σχέση με την δυνατότητα του Κατηγορουμένου να κατέχει άδεια ιδιώτη φύλακα. Συγκεκριμένα το ζήτημα ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Νόμου του 2007, ως έχει τροποποιηθεί. Το πιο πάνω άρθρο δίδει τη δυνατότητα στον Αρχηγό αστυνομίας να μην χορηγήσει άδεια ιδιώτη φύλακα σε πρόσωπο που έχει καταδικασθεί και δεν έχει αποκατασταθεί στις κατηγορίες που αναφέρει ο Νόμος. Ο αναφερόμενος Νόμος δεν εισάγει διάκριση μεταξύ ποινής φυλάκισης ή προστίμου, αλλά μιλά γενικά για καταδίκη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 και το παράρτημα του περί Απoκαταστάσεως Καταδικασθέvτωv Νόμων τoυ 1981 και 1988, ως έχουν τροποποιηθεί, η περίοδος αποκατάστασης καταδικασθέντα στον οποίο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης στο ύψος που προνοεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τον χρόνο αποκατάστασης που προνοείται για χρηματικό πρόστιμο του ύψους που προνοεί το υπό εξέταση αδίκημα. Συνεπώς, τυχόν ποινή φυλάκισης δεν θα επιφέρει ιδιαίτερα επαχθέστερες συνέπειες στον Κατηγορούμενο από ότι ενδεχόμενη ποινή προστίμου. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, δεν θα επιφέρει συνέπειες διαφορετικής φύσεως από τυχόν επιβολή ποινής προστίμου, ως προς την εργασία του Κατηγορουμένου. Η μόνη διαφοροποίηση θα είναι στο χρόνο που θα ισχύουν οι συνέπειες αυτών. Συνακόλουθα, το επάγγελμα του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της επιβαλλόμενης ποινής. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης, αφού η ενέργεια του Κατηγορουμένου συνιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, εγωιστική συμπεριφορά και δεικνύει πλήρη αδιαφορία προς τον Νόμο και την ασφάλεια των τρίτων. Παράλληλα δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία να συνιστά ειδικό λόγο, ώστε το Δικαστήριο να μην στερήσει την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 15 ημερών, πλέον 5 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 45 ημερών από σήμερα. Νοείται ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
- Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη». Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι ιδιαίτερο σοβαρό. Τα πιο πάνω δεδομένο σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης, οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι των τρίτων και του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο, όπως το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή του και οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα έστελνε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο