Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Tita, Αρ. Υπόθεσης 10781/2019, 9/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 10781/2019 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX XXXXX Tita Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09, Μαρτίου 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα E. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κα Ν. Σταροβλαχ Ενδιάμεση Απόφαση Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρηση της διαδικασίας. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο αυτό όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι : « στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Υπενθυμίζεται, παράλληλα, ότι στο παρόν στάδιο η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειό της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)JSC
- Οι σχετικές αρχές έχουν συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση E.C. Fresh Meat Ltd ν Γεωργίου, ECLI:CY:AD:2018:B524, Π.Ε. 43/2017, ημερομηνίας 5.12.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο οπότε και ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τίθεται σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του. Δεν πρέπει συναφώς να διαφεύγει της προσοχής ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό στοιχείο αυτής, με, εκ πρώτης όψεως, βάρος κατά το κλείσιμο της υπόθεσης της, που μετατρέπεται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο τελικό στάδιο.» Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικοι αρκέστηκαν στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων. Συγκεκριμένα δηλώθηκε ότι : «Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφορούσαν δύο ξεχωριστά αδικήματα, τα τροχαία αδικήματα στο σύνολο του Κατηγορητηρίου και ταυτόχρονα είχε γίνει από τα ίδια γεγονότα ποινικό Κατηγορητήριο και είναι η υπόθεση 670/19.Το Κατηγορητήριο της υπόθεσης 670/19 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Οι κατηγορίες στην υπόθεση 670/19 αφορούσαν κοινή επίθεση και αντίσταση ή παρεμπόδιση αστυνομικού οργάνου κατά την κανονική εκτέλεση του Καθήκοντός του. Επιπλέον, κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που αποτελούσαν το σύνολο της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση 670/19, ως Τεκμήριο
- Δηλώθηκε, επίσης, ότι οι καταθέσεις που αποτελούσαν το μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση 670/19 ήταν η κατάθεση του αστυφ. XXXXX και την κατάθεση του αστυφ. XXXXX. Στην δέσμη έγγραφων που συναποτελεί το Τεκμήριο 2 περιλαμβάνεται η γραπτή κατηγορία που προσήφθη στον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα αδικήματα της αλόγιστης οδήγησης και της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Επιπλέον, περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα της προκαταρτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης, καθώς επίσης και η βεβαίωση ότι οι συσκευές διενεργείας των σχετικών εξετάσεων λειτουργούσαν κανονικά. Με την κατάθεση των πιο πάνω η Κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και αμφότεροι οι συνήγοροι, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Μέσα από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση αυτής, προκύπτει ότι υφίστανται τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το ζήτημα της κατάχρησης Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαχθεί και ένεκα κατάχρησης της διαδικασίας, επειδή καταχωρήθηκε προηγουμένως η ποινική υπόθεση 670/19, η οποία εκδικάστηκε και μεταγενέστερα καταχωρήθηκε η παρούσα. Η εισήγησης της κα Στάροβλαχ έγκειτο στο ότι τα αδικήματα που περιέχονται στα επίδικα κατηγορητήρια προέρχονται από την ίδια σειρά γεγονότων και ότι βασίζονται στο ίδιο μαρτυρικό υλικό. Το απάγαυσμα της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης έχει συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη Ποινική Έφεση αρ. 348/2018, ημερομηνίας 31.5.2019, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες». Παράλληλα, είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι η καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί εκ προοιμίου, σε ακυρότητα καμίας δίκης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ν.CP Diamonds Co Ltd ν. Τάκη Ιωαννίδη Λτδ και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 162 και Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ και Άλλων
(2013)2 ΑΑΔ 591. Όμως, μια τέτοια ενέργεια υπό προϋποθέσεις μπορεί να απολήξει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η Αγγλική υπόθεση Connelly ν. Director of Public Prosecutions
(1964)2 All E.R. 401, την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος του Κατηγορουμένου. Στην Κύπρο θεμελιακή επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι η απόφαση Γιαννάκης Π. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, όπου με αναφορά και στην υπόθεση Connelly (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η παράλειψη χρήσης από την κατηγορούσα αρχή των σχετικών διατάξεων του Νόμου «Indictments Act» του 1915, σύμφωνα με τον οποίο κατηγορίες οι οποίες έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων μπορούν να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο, δυνατό να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επεξηγήθηκε, όμως, ότι στην Κύπρο δεν υφίσταται πρόνοια αντίστοιχη με τον Indictment Act και ότι η αναστολή του δεύτερου κατηγορητηρίου μπορεί να προκύψει μετά από εξέταση του υπόβαθρου των κατηγοριών που περιέχονται στα δυο Κατηγορητήρια και της συνάφειας μεταξύ τους. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόρριψη της κατηγορίας λόγω κατάχρησης συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο ασκείται με φειδώ, και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση. Ταυτόχρονα η καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί, εκ προοιμίου, σε ακυρότητα καμίας δίκης. Όμως, εάν τα αδικήματα που περιέχονται στα δύο κατηγορητήρια πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων ή έχουν συνάφεια μεταξύ τους, τότε μπορεί να εγερθεί ζήτημα κατάχρησης. Επομένως, κρίσιμο στοιχείο να προσδιοριστεί είναι η έννοια των όρων «ίδιο πλέγμα γεγονότων» και «συνάφεια μεταξύ των κατηγοριών». Ως προς τις πιο πάνω έννοιες διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Morris στην απόφαση Conelly ( ανωτέρω), σελ. 1305 : «it is necessary to determine whether the evidence which is necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Andrew L-T Choo Abuse of Process and Judicial Stays of Criminal Proceedings, 2η έκδοση, στο κεφάλαιο Prosecutorial Manipulation or Misuse of Process, στην παράγραφο 1.2.5, με αναφορά στην απόφαση Conelly (ανωτέρω) καταγράφονται τα ακόλουθα : «In other words, a trial is barred if the evidence which is necessary to secure a conviction would have secured a conviction of an offence of which the defendant was in peril of conviction in the previous trial.» Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικη, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 158, καταγράφεται η θέση ότι για τη διαπίστωση του κατά πόσο οι κατηγορίες ενέχουν διαφορετικό χαρακτήρα, αναγκαία είναι η θεώρηση των συστατικών στοιχείων του πρώτου και του μεταγενέστερου αδικήματος. Περαιτέρω, στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο συγγραφέας, παραπέμπει στην απόφαση U.S.A. Government v. Atkinson,
(1969)2 AllER 1151, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο τα γεγονότα εξετάστηκαν κατά την πρώτη και δεύτερη δίκη αλλά κατά πόσο τα γεγονότα, αναγκαία για τη θεμελίωση καταδίκης, είναι τα ίδια.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι το ορθό κριτήριο για το κατά πόσο οι εκάστοτε κατηγορίες έχουν συνάφεια ή προκύπτουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων, είναι το κατά πόσο η μαρτυρία, η οποία απαιτείται για να καταδικασθεί ο Κατηγορούμενος στη δεύτερη υπόθεση αρκούσε για την καταδίκη του Κατηγορουμένου και στην πρώτη. Συνεπώς, προκύπτει ότι το κριτήριο δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό και σχετίζεται με τη φύση της μαρτυρίας και τα αδικήματα που έκαστο κατηγορητήριο αφορούσε. Στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι τα αδικήματα του δεύτερου κατηγορητηρίου αφορούν οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και αλόγιστη οδήγηση, ενώ τα αδικήματα του πρώτου αφορούσαν κοινή επίθεση και αντίσταση. Είναι δε προφανές ότι η μαρτυρία σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου και την κατ΄ ισχυρισμόν αλόγιστη οδήγηση, δεν μπορούσε να επαρκεί για καταδίκη του Κατηγορημένου στην πρώτη υπόθεση. Ταυτόχρονα τυχόν μαρτυρία για τη θεμελίωση του αδικήματος της επίθεσης ή της αντίστασης δεν έχει σχέση με την απόδειξη των συστατικών στοιχειών των αδικημάτων που περιέχονται στο υπό εξέταση κατηγορητήριο. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί ότι οι κατηγορίες που αφορούν τα δύο κατηγορητήρια προκύπτουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων ή ότι έχουν τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, ώστε η καταχώρηση δύο κατηγορητηρίων να συνιστά κατάχρηση. Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτουν τέτοια γεγονότα που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στον Κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανιστεί σε δύο ξεχωριστές διαδικασίες ενόψει της έλλειψης συνάφειας μεταξύ των δύο υποθέσεων δεν μπορεί από μόνο του να θεμελιώσει κατάχρηση. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας η καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. [Υπ.] ........................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο