Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Busher, Αρ. Υπόθεσης: 8107/18, 17/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8107/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX XXXXX XXXXX Busher Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Σταυρινίδης Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μια κατηγορία για αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 17.12.2016 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX24 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη XXXXX Δημητρίου, ως ΜΚ
- Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή της κατάθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της ημερομηνίας 24.12.2016 Στην κατάθεσή της ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία στις 18:45, έφυγε πεζή από την εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα στον Στρόβολο. Στάθηκε στην άκρια του δρόμου και θα διασταύρωνε τη Λεωφόρο Αθαλάσσας για να κατευθυνθεί προς την οδό Βασίλη Μιχαηλίδη. Έλεγξε τον δρόμο δεξιά της και διαπίστωσε ότι δεν ερχόταν οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Ακολούθως έλεγξε τον δρόμο από την αριστερή πλευρά και διαπίστωσε ότι υπήρχε μικρή ουρά από αυτοκίνητα, όμως τα αυτοκίνητα βρίσκονταν μακριά της. Δήλωσε ότι ο δρόμος ήταν πολύ φωτεινός. Ξεκίνησε να διασταυρώνει τον δρόμο με γοργό βήμα. Όταν πέρασε την πρώτη λωρίδα του δρόμου σταμάτησε και έλεγξε τον δρόμο από αριστερά της. Τότε είδε τα αυτοκίνητα που έρχονταν από αριστερά της να είναι περίπου στο σημείο που βρίσκεται ένα περίπτερο. Θεώρησε ότι ήταν μακριά και σκέφτηκε ότι προλαβαίνει να διασταυρώσει. Τότε ξεκίνησε να τρέχει για να προλάβει να διασταυρώσει. Όταν πέρασε και τη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας και μπήκε στην τρίτη, ξαφνικά έχασε τις αισθήσεις της και το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι ότι ξύπνησε στο νοσοκομείο. Δήλωσε επίσης ότι στο νοσοκομείο την επισκέφθηκε κάποια αστυφύλακας και της υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο υπέγραψε. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία. Επίσης ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση κατατέθηκε και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Στην κυρίως εξέτασή της προσδιόρισε επίσης ότι η ίδια δεν είδε το αυτοκίνητο που τη χτύπησε. Κατά την αντεξέτασή της προσδιόρισε ότι επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο, όταν βρισκόταν έξω από την εκκλησία στην είσοδο αυτής. Επέμεινε ότι ο δρόμος τον επίδικο χρόνο ήταν καθαρός και τα αυτοκίνητα ήταν μακριά. Ανέφερε, επίσης, ότι έβλεπε τα φώτα των αυτοκινήτων, τα οποία κινούντο στον δρόμο. Επέμεινε όμως ότι τα αυτοκίνητα κατά τον χρόνο που επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο βρίσκονταν μακριά της. Προσδιόρισε ότι διασταύρωσε τον δρόμο με γοργό βήμα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι υπάρχει διάβαση πεζών αλλά δεν ήταν βολικό για την ίδια να χρησιμοποιήσει τη διάβαση. Σε υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν δύο διαβάσεις πεζών, απάντησε ότι τότε μόνο μια διάβαση υπήρχε, τώρα υπάρχουν δύο. Αρνήθηκε ακολούθως την υποβολή ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός και μάλιστα δήλωσε ότι στις 18:45 υπήρχε και λίγο φως. Ανέφερε παράλληλα ότι δεν σταμάτησε στη μέση του δρόμου, αλλά κοίταξε ευθύς εξαρχής και επιχείρησε να διασταυρώσει. Ανέφερε ότι στο ενδιάμεσο έριξε μια ματιά στον δρόμο χωρίς να σταματήσει και συνέχισε την πορεία της. Σε σχέση με το όχημα του Κατηγορούμενου δήλωσε ότι δεν πρόσεξε ένα‑ένα τα αυτοκίνητα. Συμφώνησε ακολούθως ότι στη δεύτερη λωρίδα του δρόμου δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο αλλά κατά τον χρόνο που η ίδια βρισκόταν σε εκείνην τη λωρίδα δεν είδε οποιοδήποτε αυτοκίνητο να έρχεται από την τρίτη λωρίδα. Επίσης ανέφερε ότι αν έβλεπε το όχημα του Κατηγορούμενου να βρίσκεται κοντά της ενόσω βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα, θα σταματούσε. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι προηγουμένως την ίδια μέρα έβρεχε αλλά τον χρόνο που επιχειρούσε να διασταυρώσει υπήρχε καλή ορατότητα και τα φώτα του δρόμου ήταν δυνατά. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η αστυφύλακας Κ. Χριστοδούλου 3219, η οποία ήταν η εξεταστής της υπόθεσης, ως ΜΚ
- Η μάρτυρας κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη σχετική κατάθεση. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 17.12.2016 και περί ώρα 19:05 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα περί τις 18:45 στη Λεωφόρο Αθαλάσσα στον Στρόβολο. Εμπλεκόμενα μέρη ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX24 το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και η πεζή Χρύσω Δημητρίου. Στη σκηνή εντοπίστηκε ο XXXXX Κονταρίνης ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας και την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν βροχερός. Η Λεωφόρος Αθαλάσσας στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα φωτίζεται από πασσάλους οδικού φωτισμού οι οποίοι παρέχουν περιορισμένο φωτισμό στη σκηνή, ο επίδικος δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κατεύθυνση προς Λεωφόρο Στροβόλου και δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λεμεσού. Οι λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή, ενώ λίγο πριν το σημείο του δυστυχήματος η γραμμή γίνεται συνεχόμενη. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Επιπρόσθετα, υπήρχε διάβαση πεζών σε απόσταση 115 μέτρων δεξιά ως η πορεία της πεζής και σε απόσταση 147 μέτρων αριστερά ως η πορεία της πεζής. Η άσφαλτος την επίδικη ημερομηνία ήταν βρεγμένη. Η ορατότητα του οχήματος του Κατηγορούμενου καταμετρήθηκε και διαπιστώθηκε ότι ανερχόταν στα 80 μέτρα. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 km ανά ώρα. Η μάρτυρας εντόπισε το σημείο Χ για το οποίο συμφώνησε και η πεζή. Σύμφωνα με τη μάρτυρα το σημείο Χ ήταν στα 9.40 μέτρα από το σημείο που η πεζή εισήλθε στον δρόμο. Δήλωσε, επίσης, ότι η ορατότητα του οδηγού σε σχέση με την πορεία του και ως προς τη θέση που εισήλθε η πεζή στον δρόμο, καταμετρήθηκε στα 25 μέτρα. Ακολούθως η μάρτυρας κατέγραψε διάφορους αριθμητικούς υπολογισμούς στη βάση των οποίων λαμβάνοντας υπόψη την ορατότητα των 80 μέτρων κατέληξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη απόσταση για να δει την πεζή και να εκδηλώσει έγκαιρα αντίδραση, ώστε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο με τίτλο "West Midlands Police Accident Investigation Trading". Κατατέθηκε επίσης έντυπο περιγραφής ζημιών ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατατέθηκε το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής ως Τεκμήριο 4 και ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε η κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 22.12.
- Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε η γραπτή κατηγορία που προσάφθηκε στον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέτασή της αρνήθηκε την υποβολή ότι τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 2 δεν συνδέονται μεταξύ τους. Σε ερώτηση αν από το 1998 που συντάχθηκε το Τεκμήριο 2 μέχρι το 2017 που έγινε το δυστύχημα έγιναν άλλες μελέτες οι οποίες περιλαμβάνουν διαφορετικά συγκριτικά στοιχεία από το Τεκμήριο 2, απάντησε ότι δεν το έχει ψάξει ποτέ, καθότι πάντα χρησιμοποιούν το Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, δέχτηκε ότι στο σημείο πάνω από το δυστύχημα δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός. Εξήγησε επίσης ότι ο ορατότητα των 80 μέτρων εξετάστηκε στη σκηνή και έχει μετρηθεί με τη βοήθεια άλλου συναδέλφου της, ο οποίος περπάτησε στη σκηνή και προέβαινε σε μετρήσεις. Δήλωσε ακολούθως η ίδια δεν έχει μαρτυρία για το κατά πόσον ερχόταν οποιοδήποτε όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση. Επίσης δεν είχε μαρτυρία για την κίνηση που υπήρχε στις τρεις λωρίδες του δρόμου. Κατά την αντεξέτασή της κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση άρθρο με τίτλο "Most older pedestrians are unable to cross the road in time: A cross sectional study". Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Κονταρίνης, ως ΜΚ
- Ο ΜΚ 3 υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 ως την κατάθεσή του ημερομηνίας 14.01.
- Εξήγησε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη μπήκε τρέχοντας στον δρόμο και ο ίδιος αναγκάστηκε να πατήσει φρένα, ώστε να μην χτυπήσει στο μπροστινό του όχημα, δεν θυμόταν τι κίνηση έκανε κατά τον επίδικο χρόνο το μπροστινό του αυτοκίνητο. Θυμόταν, όμως, ότι το μπροστινό του όχημα χρησιμοποίησε τα φρένα του και όπως τα χρησιμοποίησε δεν πρόλαβε να μην χτυπήσει την παραπονούμενη. Σε ερώτηση να αναφέρει σε ποιο σημείο του δρόμου βρισκόταν η πεζή όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τα φρένα του μπροστινού του οχήματος, απάντησε ότι η πεζή πέρασε τη γραμμή που χωρίζει την αντίθετη κυκλοφορία". Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι η παραπονούμενη όταν εισήλθε στον δρόμο έβλεπε ευθεία τρέχοντας σκυφτή μπροστά, δεν είδε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Τόνισε ότι είναι βέβαιος ότι η παραπονούμενη δεν έβλεπε αριστερά. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος κινείτο με ταχύτητα 40 με 50 km ανά ώρα και το προπορευόμενο του όχημα επίσης κινείτο με σταθερή ταχύτητα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα να έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Τόνισε ότι ο ίδιος είδε καθαρά την παραπονούμενη να εισέρχεται στον δρόμο τρέχοντας και είδε τα φώτα πέδησης του μπροστινού του οχήματος και τότε ενεργοποιήθηκε και το σύστημα πέδησης του δικού του αυτοκινήτου. Τότε ήταν που χτύπησε το μπροστινό του όχημα την παραπονούμενη. Δεν ήταν 100% σίγουρος για το πού ακριβώς έγινε το χτύπημα, αλλά ήταν βέβαιος ότι έγινε μετά το σημείο που βρισκόταν ο οδηγός. Ανέφερε περαιτέρω ότι η πεζή φορούσε μια καμπαρντίνα μαύρη. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ο ίδιος ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο
- Πέραν της κατάθεσής του ανέφερε ότι στις 22.12.2016 που έδιδε αυτήν ήταν σε κατάσταση shock από το συμβάν. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η Λεωφόρος Αθαλάσσας είναι ένας δρόμος που χρησιμοποιεί συχνά και δεν είχε κανέναν λόγο να αναμένει ή να πιστεύει ότι θα υπήρχε οτιδήποτε στο πεζοδρόμιο της δεξιάς του πλευράς που θα δημιουργούσε κίνδυνο, καθότι δεν είδε ποτέ κάποιον να προσπαθεί να διασταυρώσει από εκείνο το σημείο. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στις παρόδους αριστερά. Διευκρινίζοντας ότι είχε συνείδηση των αυτοκινήτων πίσω του. Δήλωσε παράλληλα ότι είχε συνείδηση της δεξιάς πλευράς του οχήματός του. Σε ερώτηση για το πότε αντιλήφθηκε την πεζή και πάτησε τα φρένα, απάντησε ότι πριν την χτυπήσει την είδε στη δεξιά πλευρά ενόσω διασταύρωνε και ο ίδιος την χτύπησε στην αριστερή πλευρά του οχήματος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι ο δρόμος φωτιζόταν από τα φώτα άλλων οχημάτων που κινούνταν στον δρόμο. Εξήγησε εκ νέου ότι είδε την πεζή με την περιφερειακή του όραση και πάτησε αμέσως τα φρένα. Επανέλαβε ότι δεν ανέμενε κανέναν να προσπαθήσει να διασταυρώσει τον δρόμο στο συγκεκριμένο σημείο. Σε ερώτηση αν γνώριζε την ύπαρξη εκκλησίας στο σημείο, δέχτηκε ότι γνώριζε πως υπήρχε εκκλησία στο σημείο αλλά δεν περνούσε από το μυαλό του ότι στις 18:30 το απόγευμα θα τελείωνε λειτουργία στην εκκλησία. Σε υπόδειξη ότι στην κατάθεσή του ανέφερε ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη μπροστά και αριστερά ως η πορεία του, απάντησε ότι η κατάθεση του δόθηκε υπό κατάσταση shock. Σε υπόδειξη ότι στην κατάθεσή του ανέφερε ότι δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι κάποιος θα διασταύρωνε από το επίδικο σημείο, απάντησε ότι ο ίδιος είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να πιστεύει πως κάποιος θα βρισκόταν εκεί, αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούσε τη δεξιά πλευρά του δρόμου. Αρνήθηκε επιπλέον την υποβολή ότι εφάρμοσε τα φρένα του μετά τη σύγκρουση. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας την ακροαματικής διαδικασίας τόσο ο κ. Σταυρινίδης όσο και η κα Θεοδότου με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν τις θέσεις τους, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Επιπρόσθετα, διευκρινίζεται ότι η μαρτυρία που δίδεται σχετικά με Τεκμήρια που κατατίθενται προς αναγνώριση παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου αυτά αναγνωριστούν και ενταχθούν έτσι στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης προς αξιολόγηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 396-398 και στην απόφαση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλoίου "Arabella"
(2003)1 ΑΑΔ
- Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση MK3 Ο ΜΚ 3 ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής του ατυχήματος. Η ΜΚ3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, αμεσότητά και σταθερότητα. Επίσης, επί τη ουσίας η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ3 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ1 Η μαρτυρία της ΜΚ1 σε κάποια σημεία της συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση της ότι επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο με γρήγορο βήμα συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και γίνεται δεκτή. Η θέση της, όμως, για το κατά πόσο σταμάτησε στη μέση του δρόμου για να κοιτάξει στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα επί του προκειμένου στην κυρίως εξέτασή της δήλωσε πως όταν πέρασε την πρώτη λωρίδα του δρόμου σταμάτησε και έλεγξε τον δρόμο από αριστερά της. Στην αντεξέτασή της δήλωσε αρχικά ότι δεν σταμάτησε στον δρόμο ενώ ακολούθως δήλωσε ότι απλά έριξε μια ματιά. Η προβολή ταυτόχρονα των τριών αυτών θέσεων επί ενός ουσιώδους ζητήματος αποδυναμώνει την εκδοχή της. Επιπλέον, η θέση της ότι σταμάτησε και κοίταξε αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος ήταν σαφής πως η ΜΚ1 κινείτο στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία της ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Η ΜΚ2 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης και σε γενικές γραμμές προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τςη σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου και το όριο ταχύτητας δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της ως προς το σημείο Χ και ως προς τις μετρήσεις επί του σχεδίου, Τεκμήριο
- Παράλληλα το υπόβαθρο δεδομένων επί του οποίου στήριξε τα συμπεράσματα της δεν αντικρούεται από αντίθετη επιστημονική μαρτυρία, αφού το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση δεν αναγνωρίστηκε τελικά και έτσι έμεινε ανενεργό. Όμως, η βάση επί του οποίου στηρίζει τον ισχυρισμό της για να καταλήξει στο συμπέρασμα ευθύνης δεν μπορεί να δεσμεύει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα η ΜΚ2 εκκινά τον συλλογισμό της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΜΚ1 διήνυσε 9.40 μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Έχοντας το πιο πάνω ως δεδομένο οικοδομεί τον συλλογισμό περί της δυνατότητας του Κατηγορουμένου να σταματήσει έγκαιρα πριν το σημείο χ. Όμως, τα δεδομένα που πρέπει να ληφθούν υπόψη, είναι απόσταση που διήνυσε η ΜΚ1 και ο χρόνος που είχε στη διάθεση του ο Κατηγορούμενος, αφότου γεννήθηκε το καθήκον επιμέλειας του. Τα πιο πάνω συνδέονται με τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου το συμπέρασμα της μάρτυρος σε σχέση με την ευθύνη δεν μπορεί να δεσμεύει το Δικαστήριο. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία της ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Κατηγορουμένου ΜΥ1 Ως προς τη μαρτυρία του ΜΥ1 παρατηρώ ότι μεγάλο μέρος αυτής περιστράφηκε γύρω από το εάν ο ίδιος ανέμενε πως κάποιος θα επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο. Το πιο πάνω ζήτημα δεν μπορεί να επηρεάσει, καθότι το καθήκον επιμέλειας του Κατηγορουμένου θα κριθεί υπό το πρίσμα του μέσου συνετού οδηγού και όχι με βάση την δική του υποκειμενική κρίση. Η θέση του όμως ότι όλα έγιναν ξαφνικά επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ3 και μπορεί να γίνει δεκτή. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Στις 17.12.2016 και περί τις 18:45 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στον Στρόβολο επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα. Τα εμπλεκόμενα μέρη ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX24, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και η πεζή ΜΚ
- το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας και την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν βροχερός. Η πεζή φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Το τροχαίο δυστύχημα επήλθε, όταν η ΜΚ1 επιχειρούσε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο Αθαλάσσας για να κατευθυνθεί προς την οδό Βασίλη Μιχαηλίδη. Η Λεωφόρος Αθαλάσσας στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα φωτίζεται από πασσάλους οδικού φωτισμού, οι οποίοι παρέχουν περιορισμένο φωτισμό στη σκηνή. Ο επίδικος δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κατεύθυνση προς Λεωφόρο Στροβόλου και δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λεμεσού. Οι λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χ.α.ω και ο Κατηγορούμενος κινείτο εντός του νομίμως επιτρεπόμενου ορίου. Η ορατότητα του Κατηγρουμένου σε σχέση με την πορεία του και ως προς τη θέση που εισήλθε η πεζή στον δρόμο, καταμετρήθηκε στα 25 μέτρα. Το συνολικό πλάτος της λεωφόρου Αθαλάσσας είναι 11.90 μέτρα. Η λωρίδα που οδηγεί στη λεωφόρο Στροβόλου είναι πλάτους 5 μέτρων, ενώ οι δύο λωρίδες που οδηγούν στη λεωφόρο Λεμεσού είναι συνολικού πλάτους 6.90 μέτρων. Στον δρόμο υπήρχε διάβαση πεζών σε απόσταση 115 μέτρων δεξιά ως η πορεία της πεζής και σε απόσταση 147 μέτρων αριστερά ως η πορεία της πεζής. Το σημείο επαφής επήλθε σε σημείο 1.8 μέτρων από το πεζόδρομο ως η πορεία του Κατηγουμένου. Το όχημα του Κατηγορουμένου προπορευόταν του οχήματος του ΜΚ3 σε απόσταση περίπου 5 μέτρων. Ο ΜΚ3 πρόσεξε από απόσταση 20 μέτρων την ΜΚ1 να εισέρχεται χωρίς να κοιτάξει και με γοργό βήμα στη κατεύθυνση του δρόμου που οδηγεί στη λεωφόρο Λεμεσού. Το όχημα του Κατηγορουμένου φρέναρε, αλλά η σύγκρουση δεν απεφεύχθη και η ΜΚ1 προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του οχήματος του Κατηγορουμένου. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
- Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Το καθήκον επιμέλειας, όμως, περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. Επίσης, σχετική είναι η απόφαση Ιωάννου ν. Στυλιανού
(1998)1 ΑΑΔ 18861, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Ιωάννου Χρίστος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113, λέχθηκε ότι το γεγονός πως κάποιος πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου δεν συνιστούσε λόγο που εύλογα δημιουργούσε την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο. Προστέθηκε δε ότι κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων. Επίσης, στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, υποδείχθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019, όπου κρίθηκε ότι δεν ήταν λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει πως η απόπειρα να διασταυρώσει η πεζή τον δρόμο ξεκίνησε από το σημείο όπου η τελευταία, βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Στην υπόθεση Ιωάννου (ανωτέρω) το Εφετείο ανέφερε ότι το γεγονός ότι η πεζή ξεπρόβαλε απότομα στον δρόμο επιχειρώντας να διασταυρώσει γρήγορα καθιστούσε τον κίνδυνο μη εμφανή. Στην υπό κρίση υπόθεση πρώτα θα πρέπει να κριθεί το εάν υπήρχε λογικά προβλεπτός κίνδυνος στον δρόμο. Υπό τα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη ξεκίνησε να διασταυρώνει τη λεωφόρο Αθαλάσσας, ενώ βρισκόταν στο αντίθετο, από τον Κατηγορούμενο, ρεύμα κυκλοφορίας. Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος κινείτο στη κατεύθυνση κυκλοφορίας του σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, στον οποίο υπάρχουν δυο διαβάσεις πεζών σε απόσταση 111 και 147 μέτρων αντίστοιχα. Παρά ταύτα η ΜΚ1 ξεπρόβαλε απότομα με γοργό βήμα στην κατεύθυνση του Κατηγορουμένου σε απόσταση 15 με 20 μέτρων. Ο μέσος συνετός οδηγός δεν μπορεί να αναμένει ότι ενώ οδηγεί σε δρόμο με δύο κατευθύνσεις και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, στον όποιο υπάρχουν δυο διαβάσεις πεζών, κάποιος πεζός θα ξεπροβάλλει ερχόμενος διαμέσου της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και θα εισέλθει στην δική του κατεύθυνση κυκλοφορίας. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση το ατύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύκτας, σε συνθήκες περιορισμένου φωτισμού και η πεζή φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Έτσι υπό τα δεδομένα της παρούσας δεν μπορούσε εύλογα να αναμένεται από κάποιο οδηγό να αντιληφθεί ότι βρισκόταν στο πεζοδρόμιο του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας πεζός, ο οποίος επιχειρούσε να διασταυρώσει. Επομένως, η κατάσταση του δρόμου σε συνδυασμό με το ότι η πεζή κινήθηκε απότομα με γοργό βήμα ερχόμενη διαμέσου της αντίθετης φοράς κυκλοφορίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος που προκλήθηκε από την είσοδο της πεζής στον δρόμο δεν ήταν λογικά προβλεπτός και ο Κατηγορούμενος δεν είχε καθήκον λήψης μέτρων προφύλαξης. Ακόμα και εάν κρινόταν ότι ο κίνδυνος να εισέλθει η πεζή στον δρόμο ήταν λογικά προβλεπτός δεν επαρκεί για την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον επιμέλειας που υπείχε. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία για το σημείο που βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου κατά το στάδιο που η ΜΚ1 επιχείρησε να εισέλθει, ευθύς εξ αρχής, στον δρόμο. Αντίθετα προκύπτει ότι δεν ήταν λογικά προβλεπτό ο Κατηγορούμενος να αντιληφθεί ότι σε κάποιο στάδιο βρισκόταν η πεζή στο πεζοδρόμιο της αντίθετης κατεύθυνσης κυκλοφορίας. Ούτε άλλωστε υφίσταται μαρτυρία ότι η πεζή ήταν ορατή στην κατεύθυνση κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, όταν ξεκίνησε να επιχειρεί να διασταυρώσει. Έτσι για την κρίση των ενεργειών του Κατηγορουμένου θα ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του από το σημείο που η πεζή επιχείρησε να εισέλθει στην δική του κατεύθυνση και που υφίσταται σχετική μαρτυρία. Σύμφωνα με την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι η ΜΚ1 εισήλθε απρόσμενα με γοργό βήμα στο δρόμο σε απόσταση 15 με 20 μέτρων μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου και ο τελευταίος επιχείρησε να σταματήσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΜΚ2 και τα επιστημονικά δεδομένα που αυτή παρέθεσε, η ταχύτητα της πεζής ήταν 2.71 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Το πλάτος των δύο λωρίδων στην κατεύθυνση του Κατηγορουμένου ήταν 6.90 μέτρα. Η επαφή επήλθε στα 1.8 από το πεζοδρόμιο ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Επομένως, η ΜΚ1 πρόλαβε και διάνυσε απόσταση 5.1 μέτρων στην κατεύθυνση κυκλοφορίας που κινείτο ο Κατηγορούμενος. Συνεπώς, χρειάστηκε χρόνο 1.88 δευτερολέπτων να φτάσει από την αρχή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου στο σημείο επαφής. Παράλληλα από τα επιστημονικά δεδομένα που παρέθεσε η ΜΚ 2 προκύπτει ότι ο μέσος συνετός οδηγός χρειάζεται χρόνο 1.5 δευτερολέπτων να εκδηλώσει αντίδραση. Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και μόνο, προκύπτει ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο, αφού δεν μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο. Σχετική, ως προς την έννοια του αναπόφευκτου ατυχήματος, είναι η πρόσφατη απόφαση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7/19, ημερομηνίας 20.1.2020. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την απόφαση Ιωάννου ( ανωτέρω), το γεγονός ότι η ΜΚ1 ξεπρόβαλε απρόσμενα εντός του δρόμου σε απόσταση 15 με 20 μέτρων μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου και ο τελευταίος, ο οποίος κινείτο εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, προσπάθησε να σταματήσει, επαρκεί για να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε αμέλεια. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί να κριθεί στον βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο