← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 23397/18, 5/3/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 23397/18, 5/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23397/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Νεοφύτου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05 Μαρτίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Αργυρού με κα Πατίου Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία σε σχέση με αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 16.07.18 στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III στην Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX02 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή και επικίνδυνα για το κοινό λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει επί της οδού. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την εναντίον του κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία η αναπληρωτής Λοχίας 961 Χριστίνα Ναύτη ως ΜΚ

  1. Η ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο του ανακριτικού φακέλου που συνέταξε η ίδια και αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι στις 16.07.18 ενώ η ΜΚ1 βρισκόταν εκτός υπηρεσίας και βρισκόταν παρά τα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας Prime στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III στην Κακοπετριά, αντιλήφθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX02 να κινείται διά μέσου της πιο πάνω οδού η οποία είναι η κεντρική οδός του χωριού με μεγάλη ταχύτητα και επικίνδυνο τρόπο. Ο οδηγός δεν μπορούσε να ασκήσει επαρκή έλεγχο σ' αυτό με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κινείται ζικ‑ζακ. Καταγράφεται, επίσης, η θέση ότι το επίδικο όχημα παρολίγον να συγκρουστεί με εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Η ίδια μετά από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτρια του οχήματος ήταν η XXXXX Νεοφύτου. Από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι υπεύθυνος οδηγός ήταν ο Kατηγορούμενος. Όταν η ΜΚ1 συνομίλησε με τον Kατηγορούμενο τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και αυτός απάντησε «Συγγνώμη, έχεις δίκαιο, ήμουν βιαστικός, έκανα λάθος. Μην με καταγγείλεις». Αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο απάντησε «Σε παρακαλώ μην με καταγγείλεις, θα χάσω την άδειά μου». Επιπλέον, προσδιόρισε ότι είδε σε πολύ κοντινή απόσταση τον Kατηγορούμενο, περίπου σε απόσταση τριών μέτρων. Γνωρίζει, επίσης, τον Kατηγορούμενο διότι τον είχε χειριστεί και σε κάποιαν άλλη περίπτωση. Εξήγησε ότι ο επίδικος δρόμος είναι ο κεντρικός δρόμος του χωριού και την επίδικη ημερομηνία υπήρχαν αρκετά οχήματα καθώς και πεζοί. Επίσης, υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα σταθμευμένα πράγμα που καθιστούσε δύσκολο να τρέχει κάποιος οδηγός στον επίδικο δρόμο. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά την αντεξέτασή της επανέλαβε ότι γνωρίζει τον Κατηγορoύμενο, επειδή είναι και η ίδια κάτοικος της ευρύτερης περιοχής. Ανέφερε ότι η περίπτωση που τον χειρίστηκε στο παρελθόν αφορούσε εξώδικη καταγγελία. Σε σχέση με υποβολή ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από επεισόδιο στο οποίο εμπλέκετο και συγγενής της, απάντησε ότι σε εκείνην την υπόθεση δεν είχε ουσιαστική εμπλοκή παρά μόνο κάλεσε τηλεφωνικώς τον Kατηγορούμενο. Συμφώνησε, επιπλέον, ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν εκτός υπηρεσίας. Σε ερώτηση γιατί δεν κατέγραψε στο Έγγραφο Α ότι είδε τον Κατηγορούμενο από απόσταση τριών μέτρων, απάντησε ότι δεν θα άλλαζε κάτι αν το έγραφε. Επέμεινε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί με τρόπο επικίνδυνο. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε. Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρει στο Έγγραφο Α ότι στον δρόμο υπήρχαν ηλικιωμένοι και πεζοί, απάντησε ότι αυτό δεν ήταν σημαντικό και επανέλαβε ότι η ίδια είδε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα. Σε ερώτηση γιατί δεν έλαβε κατάθεση από κάποιον από τους πεζούς, απάντησε ότι δεν χρειάστηκε να πάρει κατάθεση γιατί μίλησε με τον Κατηγορούμενο και αυτός παραδέχθηκε. Σε ερώτηση να προσδιορίσει με ποιον υπήρχε κίνδυνος να συγκρουστεί ο Κατηγορούμενος, απάντησε ότι στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχε πράσινος κάλαθος. Ακολούθως πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα χτυπούσε τον πράσινο κάλαθο ή αν θα χτυπούσε κάποιον ηλικιωμένο ή αν θα χτυπούσε κάποιον πλασιέ ή σε κάποιο αυτοκίνητο. Ακολούθως ανέφερε ότι ουδέποτε είπε ότι ο Κατηγορούμενος θα προκαλούσε ατύχημα με τον πράσινο κάλαθο, αλλά πως ο τρόπος που οδηγούσε και το γεγονός ότι έφευγε από τη λωρίδα του και εισερχόταν στην αντίθετη ήταν επικίνδυνος. Πρόσθεσε ότι σε κάποιο στάδιο τον είδε να φρενάρει απότομα. Ήταν η θέση της ότι ο τρόπος οδήγησης του Κατηγορουμένου δεν άρμοζε στη φύση του όγκου της τροχαίας κίνησης και στην κατάσταση του δρόμου και πως το ότι δεν συνέβηκε οτιδήποτε δεν σημαίνει ότι δεν οδηγούσε επικίνδυνα. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος φρέναρε απότομα και γι' αυτό δεν συνέβη οτιδήποτε. Σε ερώτηση αν υπήρχε κάποιος κίνδυνος και φρέναρε απότομα ο Κατηγορούμενος, απάντησε ότι προφανώς κάποιον κίνδυνο θα αντιμετώπισε και αναγκάστηκε να φρενάρει. Η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει όμως οτιδήποτε περί συγκεκριμένου κινδύνου. Σε ερώτηση αν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα την επίδικη ημερομηνία, απάντησε ότι μετά το σημείο στο οποίο φρέναρε ο Κατηγορούμενος υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα σε μονή συνεχόμενη γραμμή. Προσδιόρισε ότι σταθμευμένα αυτοκίνητα υπήρχαν μόνο στη μια πλευρά του δρόμου και συγκεκριμένα στην πλευρά που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου. Ακολούθως δέχτηκε ότι υπάρχουν κάποια σημεία της επίδικης οδού στα οποία ο δρόμος είναι στενός. Σε υποβολή ότι ένεκα των σταθμευμένων οχημάτων και του πλάτους της οδού κάποιος οδηγός πρέπει να κάνει ελιγμούς για να προχωρήσει, απάντησε ότι τα σταθμευμένα οχήματα ήταν μακριά από το σημείο στο οποίο η ίδια πρόσεξε τον Κατηγορούμενο να κάνει ελιγμό. Δήλωσε δε ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έκανε ελιγμούς στον δρόμο πριν το σημείο όπου υπήρχαν αυτοκίνητα δεν επηρεάζεται από αυτά. Ακολούθως προσδιόρισε ότι όταν η ίδια βρισκόταν έξω από την ασφαλιστική Prime, ο Κατηγορούμενος πέρασε από δίπλα της. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ενήργησε εκδικητικά, επειδή ο κατηγορούμενος σχετιζόταν με υπόθεση, η οποία αφορούσε και συγγενικό της πρόσωπο. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα επί λέξει ακόλουθα : «Όντως τη μέρα που κατηγορήθηκα οδηγούσα το όχημα με τους αναγραφόμενους αριθμούς εγγραφής, αλλά στις κατηγορίες δεν συμφωνώ, δηλαδή το ότι έτρεχα ή οδηγούσα απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για τον λόγο του ότι ναι όντως τη συγκεκριμένη μέρα που ήταν τζιαί καλοκαίρι είσιεν τόσην πολλή τζιαί κίνηση όσον τζιαί άλλους τόσους πεζούς, οπόταν και να ήθελα να κάμω κάτι δεν θα μπορούσα. Οδηγούσα προσεκτικά με τον νόμο γιατί υπήρχαν τζιαί μωρά, υπήρχαν που ούλλα, οπόταν δεν θα μπορούσα τζιαί εγώ ο ίδιος να κάμω κάτι απερίσκεπτο τζιαί να προξενήσω είτε σωματική βλάβη κάποιου, είτε δυστύχημα. Όσον αφορά για την τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με την αστυφύλακα, σε καμία περίπτωση δεν παραδέχτηκα ή απολογήθηκα για κάτι το οποίο δεν έκαμα. Δηλαδή που μου είχε πει η αστυνομικός ότι απολογούμαι τζιαί κάμνω τζιαί φκιάζω, σε καμία περίπτωση δεν είχα απολογηθεί.» Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. Ο κ. Αργυρού εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν αναξιόπιστη και ότι η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Θεοδότου. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
  2. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  3. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Κατηγορούμενος στις 16.07.18 στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III στην Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  4. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν ο ισχυρισμός ότι οδηγούσε αυτό αλόγιστα απερίσκεπτα ή επικίνδυνα. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση ΜΚ1 Η ΜΚ1 με τη μαρτυρία της προσπάθησε να στοιχειοθετήσει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα, αλόγιστα ή απερίσκεπτα. Βέβαια η ΜΚ1 ως μάρτυρας γεγονότων όφειλε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα γεγονότα. Η ΜΚ1 παρά το ότι επανέλαβε αρκετές φορές ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα, όταν καλείτο να αναφέρει σχετικά γεγονότα η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, υπεκφυγές και υπερβολές. Συγκεκριμένα, ενώ στο έγγραφο Α ανέφερε ότι υπήρξε κίνδυνος ο Κατηγορούμενος να συγκρουστεί με διερχόμενο όχημα, στην αντεξέτασή της ανέφερε ότι ο υπήρχε κίνδυνος να συγκρουστεί με κάποιο πράσινο κάλαθο. Ακολούθως υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και εισερχόταν στην αντίθετη λωρίδα και για αυτό υπήρχε κίνδυνος γενικά να προκαλέσει ατύχημα και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο Κατηγορούμενος μπορούσε να συγκρουστεί με όχημα ή με κάλαθο ή με πεζό. Η προβολή, όμως, και των τριών εκδοχών ως προς ουσιώδη γεγονότα, που συγκροτούν το επικίνδυνο ή αλόγιστο της οδήγησης, δεν μπορεί να είναι πειστική, αφού η μάρτυρας είτε αντιλήφθηκε κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να συγκρουστεί με διερχόμενο όχημα, είτε με κάλαθο, είτε ο κίνδυνος ήταν θεωρητικός. Η προσπάθεια της μάρτυρος να υποστηρίξει και τα τρία ενδεχόμενα ταυτόχρονα, επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής της. Επιπλέον, ενώ παρέθεσε ως μέρος του αλόγιστου ή επικίνδυνου της οδήγησης του Κατηγορουμένου το ότι αυτός φρενάρισε απότομα, εντούτοις δεν γνώριζε τον λόγο που το έπραξε και απάντησε σε θεωρητική βάση. Η προβολή θεωρητικών εξηγήσεων, χωρίς να υπάρχουν γεγονότα ως προς την κατάσταση του δρόμου, καθιστά ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί επ' αυτών για την εξαγωγή ευρήματος περί κινδύνου. Επιπρόσθετα, ενώ η μάρτυρας στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε πως αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου υπήρχε διπλή κίτρινη γραμμή, στην αντεξέτασή της ανέφερε ότι αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου υπήρχε μονή άσπρη γραμμή. Η προβολή δυο διαφορετικών εκδοχών ως προς τη σήμανση επί του δρόμου αποδυναμώνει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Τα πιο πάνω δεικνύουν τη διάθεση της μάρτυρος να προσδώσει μια εικόνα υπερβολής ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, την κατάσταση του δρόμου και τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αναπόφευκτα η συνολική αξιοπιστία της εκδοχής της. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην αναφορά της μάρτυρος περί το ότι Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε την εναντίον του κατηγορία και προέβη ουσιαστικά σε παραδοχή. Συγκεκριμένα η αναφορά της μάρτυρος, ότι προφορικά ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για κάποιο αδίκημα, χωρίς η ίδια να προσδιορίσει για ποιο συγκεκριμένα, σε συνδυασμό με την κατ΄ ισχυρισμόν απάντηση του Κατηγορουμένου, ότι απολογείται και ότι ήταν βιαστικός, καθιστά την εξέταση της εμβέλειας της εν λόγω δήλωσης δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217. Επιπλέον , η πιο πάνω κατ' ισχυρισμόν ενέργεια γεννά ερωτηματικά ως προς τις ενέργειες της μάρτυρος την επίδικη ημερομηνία. Ειδικότερα, αφού όπως η ίδια δήλωσε μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για περαιτέρω εξετάσεις, γιατί δεν προέβη στα δέοντα, ώστε να κατηγορηθεί γραπτώς ο Κατηγορούμενος και να είναι σαφές τι παραδέχεται και τι όχι και περιορίστηκε μόνο σε προφορική συνομιλία μαζί του. Τα πιο πάνω, καθιστούν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί επί της μαρτυρίας της ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία κάποιας ανώμοτης δήλωσης είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική, αφού δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα μέσω μαρτυρίας. Στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Vroukos v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση Υπό το φως του συνόλου των ενώπιόν μου γεγονότων κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην υπό εξέταση ανώμοτη δήλωση. Ευρήματα Ο Κατηγορούμενος στις 16.07.18 στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III στην Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Σ κάποιο σημείο του δρόμου ο Κατηγορούμενος φρέναρε απότομα. Νομική Πτυχή. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στου ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 7 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος είναι η αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση. Συνεπώς, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί η έννοια των πιο πάνω όρων. Ως προς την ερμηνεία των όρων απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." 'Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μιά τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961).» Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18. Επιπρόσθετα, ως προς την έννοια των όρων αλόγιστη και απερίσκεπτη οδήγηση διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2020, κεφάλαιο 32 - Motor Vehicle Offences, παράγραφος 32-52, υπό τον τίτλο Meaning of careless, or inconsiderate driving. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «person is to be regarded as driving without due care and attention if (and only if) the way he drives falls below what would be expected of a competent and careful driver.
(3)In determining for the purposes of subsection
(2)above what would be expected of a careful and competent driver in a particular case, regard shall be had not only to the circumstances of which he could be expected to be aware but also to any circumstances shown to have been within the knowledge of the accused.
(4)A person is to be regarded as driving without reasonable consideration for other persons only if those other persons are inconvenienced by his driving.» Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 32-55, καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τι πρέπει να αποδειχθεί σε σχέση με την κατηγορία της αλόγιστης οδήγησης: «On a charge of driving without reasonable consideration the question at issue is whether other road users were actually inconvenienced by the inconsiderate driving of the defendant: Dilks v Bowman-Shaw [1981] R.T.R. 4, DC. » Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για την απόδειξη της αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι προκλήθηκε κάποια δυσχέρεια στους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice (ανωτέρω) στην παράγραφο 32- καταγράφονται τα ακόλουθα, ως προς την έννοια του όρου επικίνδυνη οδήγηση : "dangerous" refers to danger either of injury to any person or of serious damage to property; and in determining for the purposes of those subsections what would be expected of, or obvious to, a competen and careful driver in a particular case, regard shall be had not only to the circumstances of which he could be expected to be aware but also to any circumstances shown to have been within the knowledge of the accused.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου ενέπιπτε στον όρο της επικίνδυνης ή αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Το γεγονός πως σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος φρέναρε απότομα από μόνο του δεν επαρκεί για να καταστήσει την οδήγηση του Κατηγορουμένου, επικίνδυνη. Συνεπώς, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι στον βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ).............................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.