← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφάνειου, Αρ. Υπόθεσης 7708 /18, 18/3/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφάνειου, Αρ. Υπόθεσης 7708 /18, 18/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7708 /18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Παπαεπιφάνειου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη : κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος : Παρών. Ενδιάμεση Απόφαση (Δίκη εντός Δίκης) Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η δίκη εντός δίκης που διατάχθηκε στα πλαίσια της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων μία κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, καθώς επίσης και μια κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και για οδήγηση οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών με τρόπο ώστε η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 4.11.2019, επιχειρήθηκε η κατάθεση της έκθεσης εξέτασης, ημερομηνίας 28.06.2017. Η εν λόγω έκθεση εξέτασης αφορούσε ανάλυση αίματος του Κατηγορούμενου σε σχέση με τυχόν ανίχνευση αλκοόλης ή ναρκωτικών στο αίμα του. Η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση στην κατάθεση της εν λόγω εξέτασης για τον λόγο ότι η λήψη αίματος από τον Κατηγορούμενο έγινε κατά παράβαση των άρθρων 7, 5, και 11 του Νόμου 174 του 86. Επίσης, η κατάθεση της εν λόγω εξέτασης αντέβαινε το δικαίωμα δίκαιης δίκης και λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 12 και του άρθρου 30 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα, εγέρθηκε ένσταση σε σχέση με τη θεληματικότητα της κατάθεσης και επί το ότι η κατάθεση λήφθηκε χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η συγκατάθεση που προνοεί το άρθρο 9 παράγραφος 1 του νόμου 174 του 86. Τέλος ο κ. Κάλλης ήγειρε ως λόγο ένστασης το ότι η επίδικη εξέταση αίματος παραβιάζει το δικαίωμα του Κατηγορουμένου στη μη αυτοενοχοποίηση. Επικαλέστηκε σχετικά το άρθρο 12

(4)του Συντάγματος. Αφού το Δικαστήριο καθόρισε το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης με βάση τις δηλώσεις των συνηγόρων, προχώρησε η ενώπιόν μου διαδικασία. Μαρτυρία Κατά τη διαδικασία της διεξαγωγής της δίκης εντός δίκης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Υπαστυνόμος XXXXX Θεμιστοκλέους έδωσε οδηγίες στην Αστυνομικό XXXXX Χριστοδούλου να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και να υποβάλει τους ενεχόμενους οδηγούς σε έλεγχο αλκοόλης. Περαιτέρω δηλώθηκε ότι στον Λοχία XXXXX XXXXX Ορφανού την 29.04.2017 του παραδόθηκε σε φάκελο ένα φιαλίδιο με αίμα το οποίο παραλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο. Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Ορφανού το παρέδωσε στον αστυφύλακα XXXXX με σκοπό να μεταφερθεί για τοξικολογικές εξετάσεις. Επίσης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση στη Δ.Ε.Δ η έκθεση εξέτασης από το Γενικό Χημείο του Κράτους, ημερομηνίας 28.6.
  1. Πρώτη μάρτυρας στη δίκη εντός δίκης κλήθηκε η αστυφύλακας XXXXX XXXXX Χριστοδούλου, Μ.
  2. Η μάρτυρας κατάθεσε ως έγγραφο Α την κατάθεσή της. Η ίδια ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία μετέβη στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών και εντόπισε την XXXXX Χριστοδούλου την οποίαν υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης. Ακολούθως αναζήτησε τον Κατηγορούμενο τον οποίον εντόπισε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν. Μίλησε με τη γιατρό, η οποία της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση λόγω των τραυμάτων του να δώσει δείγμα εκπνοής. Προσδιόρισε ότι στο δωμάτιο όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο βρισκόταν και η γιατρός. Η ίδια ρώτησε τη γιατρό του Κατηγορούμενου αν θα επηρεάσει την υγεία του τυχόν λήψη αίματος. Τότε ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει συγκατάθεση για αίμα. Προσδιόρισε παράλληλα ότι ο Κατηγορούμενος μιλούσε κανονικά και φαινόταν ότι αντιλαμβάνεται τη διαδικασία. Η γιατρός φώναξε κάποια νοσηλεύτρια, η νοσηλεύτρια έλαβε αίμα και το έδωσε στη γιατρό την κυρία Χ'' Κακού. Το έντυπο συγκατάθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη δίκη εντός δίκης. Η ίδια υπέδειξε στο Τεκμήριο 1 την υπογραφή του Κατηγορούμενου. Ανέφερε περαιτέρω ότι στο Τεκμήριο 1 φαίνεται η υπογραφή της γιατρού XXXXX Χ'' Κακού και η δική της. Ανέφερε ακολούθως ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραπονέθηκε για οποιοδήποτε ζήτημα που αφορούσε την υγεία του προτού ληφθεί το αίμα. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι την ίδια δεν την αφορούσε τι είδους τραυματισμούς είχε ο Κατηγορούμενος. Δέχτηκε ότι τις αναφορές της σε σχέση με το ότι διάβασε το έντυπο στον Κατηγορούμενο δεν τις ανέφερε στην κατάθεσή της, αλλά το ανέφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Επίσης στο Τεκμήριο 1, αφού της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι η γιατρός επέτρεψε τη λήψη αίματος από τον Κατηγορούμενο και απλά δεν σβήστηκε το σημείο που γράφει "δεν επιτρέπω". Επέμεινε ότι έλαβε τη συγκατάθεση της γιατρού, όμως εκ παραδρομής δεν έσβησε το σχετικό σημείο επί του εντύπου. Δήλωσε παράλληλα ότι ζήτησε συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο για λήψη δείγματος αίματος παράλληλα με την ερώτηση που υπέβαλε προς τη γιατρό. Προσδιόρισε ότι τα πιο πάνω έγιναν περίπου την ίδια ώρα. Επέμεινε ότι έλαβε συγκατάθεση από τη γιατρό του Κατηγορούμενου για τη λήψη δείγματος αίματος. Επέμεινε παράλληλα ότι η ίδια έδωσε τη δέουσα προειδοποίηση προς τον Κατηγορούμενο προτού ο τελευταίος υπογράψει τη συγκατάθεσή του επί του εντύπου Τεκμήριο
  3. Δέχτηκε ότι η Αστυνομία δεν έδωσε δείγμα της δειγματοληψίας αίματος στον Κατηγορούμενο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Χ'' Κακού, Μ.
  4. Η Μ.2 κατέθεσε ως Έγγραφο Β την κατάθεσή της, ημερομηνίας 29.04.
  5. Η ίδια δεν θυμόταν το πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το αίμα. Κατά τη μαρτυρία της κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση το έντυπο επείγουσας κλήσης ασθενοφόρου. Εξήγησε ότι το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση συμπληρώνεται από τον νοσηλευτή ο οποίος μεταβαίνει στο εκάστοτε συμβάν. Στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είχε έχει άριστο επίπεδο επικοινωνίας. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την ίδια μπορούσε να μιλήσει, να καταλάβει και να επικοινωνήσει. Ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση το ενημερωτικό σημείωμα, εξιτήριο ασθενούς. Στο Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση καταγράφονται οι τραυματισμοί του Κατηγορούμενου. Η μάρτυρας δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αδύνατον να δώσει δείγμα εκπνοής, καθότι είχε βαρύτατες κακώσεις στον πνεύμονα. Επί του Τεκμηρίου 1 αναγνώρισε την υπογραφή της. Σύμφωνα με την ίδια ο ασθενής βρισκόταν στο Τ.Α.Ε.Π και το αίμα λήφθηκε από νοσηλευτή στην παρουσία της. Η ίδια δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος παραπονέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο για τη λήψη αίματος. Δεν θυμόταν, επίσης, αν ο Κατηγορούμενος υπέγραψε επί του Τεκμηρίου
  6. Σε ερώτηση σε σχέση με το Τεκμήριο 1 αν φαίνεται το κατά πόσον επιτρέπει ή δεν επιτρέπει την παροχή δείγματος αίματος, απάντησε ότι ενδεχομένως να το διάβασε και να μην το συμπλήρωσε γιατί ενόψει του φόρτου εργασίας και επειδή απειλείτο η ζωή του ασθενούς, να μην έδωσε σημασία στο τυπικό κομμάτι. Προσδιόρισε παράλληλα ότι η κατάσταση του ασθενούς ήταν σοβαρή. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν θυμάται το κατά πόσον λήφθηκε συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο για λήψη αίματος στην παρουσία της. Ούτε θυμόταν αν του δόθηκε σχετική προειδοποίηση. Ήταν σαφής ότι δεν θυμάται την Αστυνομικό να εφιστά την προσοχή του Κατηγορούμενου σε οτιδήποτε. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά την κρίση της ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να δώσει συγκατάθεση κατά τη λήψη αίματος αφού δεν είχε βλάβη στο κεφάλι. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 18.10.2019, η κατάθεση του αστυφύλακα 754 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και το περιεχόμενο της έγινε δεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Καζαρά Μ.3, η οποία κατάθεσε την κατάθεσή της ημερομηνίας 27.05.2017 ως Έγγραφο Γ στη διαδικασία δίκης εντός δίκης. Η ίδια αναγνώρισε το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση το οποίο κατέστη ακολούθως Τεκμήριο 3 στη διαδικασία. Η Μ.3 δήλωσε ότι η κλίμακα Γλασκόβης ήταν 15 στα
  7. Ως προς τα προσόντα της δήλωσε ότι αποφοίτησε από τη Νοσηλευτική Σχολή και παρακολούθησε πρόγραμμα ασθενοφόρων. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι η ίδια δεν έκαμε έλεγχο αλκοόλης στον Κατηγορούμενο και δεν ήταν παρούσα στη λήψη αίματος από τον Κατηγορούμενο. Επόμενος Μάρτυρας ήταν ο XXXXX Κωνσταντινίδης ο οποίος είναι νοσηλευτής στο Τ.Α.Ε.Π του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ως Μ.
  8. Ο Μ.4 είναι νοσηλευτικός λειτουργός και πτυχιούχος νοσηλευτής, εκπαιδευτής Πρώτων Βοηθειών. Κατάθεσε ως Έγγραφο Δ στη διαδικασία την κατάθεσή του, ημερομηνίας 14.05.
  9. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η επαφή του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν πέραν του ενός λεπτού. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν συμμετείχε καθόλου στη διαδικασία λήψης αίματος από τον Κατηγορούμενο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Χριστοδούλου, Μ.
  10. Η Μ.5 εργάζεται στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας από το
  11. Κατέχει επίσης πτυχίο Νοσηλευτικής. Η Μάρτυρας 5 κατάθεσε ως Έγγραφο Ε στη διαδικασία την κατάθεσή της. Ακολούθως δήλωσε ότι το Τεκμήριο 1 το έχει ξαναδεί. Εξήγησε ότι μετά από οδηγίες της γιατρού Χ'' Κακού έλαβε δείγμα για εξέταση αλκοόλης από τον Κατηγορούμενο. Δεν θυμόταν όμως ποιοι ήταν παρόντες κατά τη διαδικασία λήψης αίματος. Τις οδηγίες δήλωσε ότι τις έλαβε γραπτώς. Δήλωσε ότι υπέγραψε τη σχετική φόρμα ο Κατηγορούμενος και άρα επικοινωνούσε. Δεν θυμόταν όμως αν την υπέγραψε μπροστά της. Κατά την αντεξέτασή της προσδιόρισε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε φορείο μέσα στον θάλαμο των Πρώτων Βοηθειών. Όταν η ίδια είδε το Τεκμήριο 1 όμως ήταν υπογραμμένο τόσο από τη γιατρό όσο και από τον Κατηγορούμενο. Παράλληλα η Μάρτυρας 5 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πού βρισκόταν η αστυνομικός κατά τον χρόνο που γίνονταν οι διαδικασίες λήψης αίματος. Η ίδια δεν την άκουσε να αναφέρει οτιδήποτε στον Κατηγορούμενο. Δεν θυμόταν επίσης να του δίδει προειδοποίηση στα πλαίσια του νόμου. Αξιολόγηση - Ευρήματα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία και κρίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο αυτής και μόνο. Το Δικαστήριο, κρίνει μόνο τα επίδικα ζητήματα της δίκης εντός δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι απολύτως απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου στη δίκη εντός δίκης θέματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177, Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 169 και Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής ότι ενώπιόν μου δεν παρουσιάστηκαν διιστάμενες εκδοχές επί γεγονότων, ώστε το Δικαστήριο να κληθεί να αξιολογήσει επ' αυτών, για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Σε σχέση με τη Μ.1 παρατηρώ ότι ως προς τα ζητήματα που αφορά το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης η μαρτυρία της ήταν σαφής και πειστική. Επίσης, η μαρτυρία της συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Σε σχέση με τη Μ.2 σημειώνω ότι η μαρτυρία της δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και ότι ήταν σαφής και πειστική. Επίσης, η μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια την ιατρική κατάσταση του Κατηγορουμένου. Επιπλέον, ήταν ειλικρινής ότι η ίδια δεν κατέγραψε σαφώς εάν δίδει ή όχι συγκατάθεση επί του Τεκμήριου
  2. Όμως, ήταν σαφής στο ότι η λήψη αίματος δεν θα επηρέαζε την υγεία του Κατηγορουμένου και ότι Κατηγορούμενος δεν εμποδιζόταν να δώσει και ίδιος συγκατάθεση. Η πιο πάνω θέση της δεν αντικρούεται από άλλη ιατρική μαρτυρία. Επίσης, ήταν ξεκάθαρη ως προς το ότι για να δώσει οδηγίες λήψης δείγματος στη νοσοκόμα σημαίνει ότι έδωσε τη συγκατάθεσή της. Η Μ.3 επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και μετέφερε με ειλικρίνεια τα όσα η ίδια έπραξε την επίδικη ημερομηνία. Επίσης, η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη αντίληψη επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.2 Ο Μ.4 ήταν τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η Μ.5 προκάλεσε, επίσης, θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες που η ίδια προέβη και χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Επιπλέον, η θέση της ότι έλαβε το δείγμα αίματος κατόπιν οδηγιών της υπεύθυνης ιατρού δεν αμφισβητήθηκε. Έτσι έχοντας υπόψη τα επίδικα ζητήματα στην δίκη εντός δικής σημειώνω τα ακόλουθα ως ευρήματα, σε σχέση με επίδικα ζητήματα : Στις 28.4.2017 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα. Στο χώρο μετέβη ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε τον Κατηγορούμενο. Κατά τη μεταφορά του Κατηγορουμένου στο Νοσοκομείο ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε εξέταση για να διαπιστωθεί το κατά πόσο είχε αντίληψη. Η αντίληψη του Κατηγορουμένου μετρήθηκε στη κλίμακα Γλασκόβης και ήταν πλήρης. Ο Κατηγορούμενος έφερε βαρύτατες κακώσεις στον πνεύμονα, αλλά είχε πλήρη αντίληψη. Όταν ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η Μ.1 επισκέφθηκε το Νοσοκομείο με σκοπό τη λήψη δείγματος εκπνοής. Λόγω της κατάστασης του Κατηγορουμένου της αναφέρθηκε από την Μ.2 ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παράσχει τέτοιο δείγμα. Τότε η ιδία ζήτησε από τη Μ.2 να δώσει τη συγκατάθεση της για λήψη αίματος. Η Μ.2 ανέφερε στην Μ.1 ότι η λήψη αίματος δεν θα επηρεάσει την υγεία του Κατηγορουμένου. Η Μ.1 έδωσε το Τεκμήριο 1 στην Μ.
  3. Η Μ.2 υπέγραψε το Τεκμήριο
  4. Το εν λόγω Τεκμήριο περιέχει διαζευκτικά την αναφορά «Επιτρέπω/ δεν επιτρέπω», στο σημείο πριν την υπογραφή του έχοντος την επίβλεψη ιατρού. Η Μ.2 υπέγραψε το Τεκμήριο 1, αλλά διέγραψε την αντίστοιχη αναφορά. Η ιατρική κατάσταση του Κατηγορουμένου δεν εμπόδιζε τη λήψη δείγματος αίματος. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το εν λόγω έντυπο στο σημείο που δηλώνεται ότι συγκατατίθεται στη λήψη αίματος. Το δείγμα αίματος λήφθηκε από την Μ.5, κατόπιν οδηγιών της Μ.2, υπεύθυνης ιατρού. Νομική Πτυχή. Στην υπό κρίση υπόθεση η ένσταση του Κατηγορουμένου, όπως προσδιορίστηκε στην αγόρευση του συνηγόρου του, έγκειτο στην παράβαση των προνοιών του Νόμου. Η προβολή ένστασης σε σχέση με τη νομιμότητα λήψης του δείγματος αίματος, το οποίο οδήγησε στην υπό ένσταση έκθεση εξέτασης, θέτει το βάρος απόδειξης στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης αίματος. Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στο κυπριακό δίκαιο υπάρχει διάκριση μεταξύ της μαρτυρίας που λαμβάνεται κατά παράβαση συνταγματικών διατάξεων και της μαρτυρίας που λαμβάνεται κατά παράβαση Νόμου. Στη περίπτωση λήψης μαρτυρίας κατά παράβαση Συνταγματικών προνοιών, ενόψει των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, έχει κριθεί ότι ο αποκλεισμός τέτοιας μαρτυρίας πρέπει να είναι αυτόματος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147 και Στυλιανού κ.ά. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 268/15 κ.ά., ημερ. 13.12.2018. Στην απόφαση Στυλιανού (ανωτέρω) υποδείχθηκε ρητά ότι στην Κύπρο ενόψει των προνοιών των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος ακολουθείται διαφορετική προσέγγιση από την προσέγγιση του κοινοδίκαιου στο εξεταζόμενο ζήτημα. Όταν, όμως, η μαρτυρία λαμβάνεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας. Θεμελιακή, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία υπέστη τραυματισμό σε τροχαίο και έφερε βαρύτατες κακώσεις στον πνεύμονα. Κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο Νοσοκομείο επισκέφθηκε τον χώρο η Μ.1 με οδηγίες να λάβει δείγμα εκπνοής από τον Κατηγορούμενο για εξέταση αλκοόλης. Στο σημείο πληροφορήθηκε από την έχουσα την ευθύνη του Κατηγορουμένου ιατρό, ότι ο τελευταίος λόγω των κακώσεων που υπέστη δεν μπορεί να δώσει δείγμα εκπνοής. Ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που θεσπίζει το άρθρο 7 του Νόμου 174/
  2. Όμως, το πιο πάνω επιχείρημα παραγνωρίζει ότι το άρθρο 7 του Νόμου ρυθμίζει τη λήψη δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, στάδιο που έπεται της λήψης δείγματος εκπνοής για προκαταρτική εξέτασή αλκοόλης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε προηγηθεί το στάδιο λήψης προκαταρτικού δείγματος εκπνοής από τον Κατηγορούμενο και εν πάση περιπτώσει δεν ζητήθηκε η λήψη δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου
  3. Συνεπώς, οι θέσεις του κ. Κάλλη περί παράβασης του άρθρου 7 δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, αφού το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας. Πέραν από τα ανωτέρω ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που θεσπίζει τη λήψη δείγματος αίματος για εξέταση αλκοόλης συμφώνα με το άρθρο 9 του Νόμου 174/
  4. Σε σχέση με τη λήψη αίματος από ύποπτο όντως σχετικό είναι το άρθρο 9 του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα :
(1)∆εν επιτρέπεται να ζητηθή παρά προσώπου ευρισκοµένου εις νοσοκοµείον διά περίθαλψιν, η παροχή δείγµατος εκπνοής ή αίµατος διά τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, εκτός εάν ο ιατρός ο έχων υπό την άµεσον ιατρικήν παρακολούθησίν του το τοιούτο πρόσωπον επιτρέψη, τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), την παραχώρησιν του ζητουµένου δείγµατος και υπό τον όρον ότι η τοιαύτη παραχώρησις του δείγµατος θα πραγµατοποιηθή εντός του νοσοκοµείου εις το οποίον ευρίσκεται διά περίθαλψιν το πρόσωπον.
(2)Ιατρός, έχων υπό την άµεσον αυτού ιατρικήν παρακολούθησιν οιονδήποτε πρόσωπον παρά του οποίου ζητείται η παροχή δείγµατος εκπνοής ή αίµατος διά τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, δύναται όπως αρνηθή να επιτρέψη την υπό του τοιούτου προσώπου παροχήν του ζητουµένου δείγµατος εκπνοής ή αίµατος, µόνον εάν κρίνη ότι, είτε αυτή ταύτη η παροχή του δείγµατος, είτε η προειδοποίησις η οποία προνοείται εις το εδάφιον
(5)του άρθρου 7 δυνατόν να επηρεάσωσιν αρνητικώς την θεραπευτικήν αγωγήν ή την κατάστασιν της υγείας του προσώπου.
(3)∆είγµα αίµατος ζητούµενον δυνάµει των διατάξεων της δευτέρας επιφυλάξεως του εδαφίου
(1)του άρθρου 7, παραχωρείται µόνον τη συγκαταθέσει του προσώπου παρά του οποίου τούτο ζητείται: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ' ην το πρόσωπον παρά του οποίου ζητείται η παραχώρησις δείγµατος αίµατος αρνείται ή δεν είναι εις θέσιν, λόγω της καταστάσεως της υγείας του να συγκατατεθή εις την τοιαύτην παραχώρησιν, δύναται να χρησιµοποιηθή δι' εργαστηριακήν ανάλυσιν δείγµα αίµατος εκ ποσότητος αίµατος το οποίον δυνατόν να έχη ληφθή παρά του προσώπου τούτου διά τας ανάγκας της ιατρικής αυτού παρακολουθήσεως, τούτου πιστοποιουµένου υπό του ιατρού του έχοντος το πρόσωπον υπό την άµεσον αυτού παρακολούθησιν.» Από το λεκτικό του άρθρου 9 προκύπτει ότι για να ζητηθεί έγκυρα η λήψη δείγματος αίματος ή εκπνοής από κάποιο ύποπτο, ο οποίος είναι ασθενής, πρέπει προηγουμένως να ληφθεί συγκατάθεση από τον έχων την επίβλεψη του ιατρό. Ο Νόμος προνοεί για συγκατάθεση, χωρίς να προσδιορίζει ότι αυτή πρέπει να είναι γραπτή ή προφορική. Η συγκατάθεση του έχοντος την επίβλεψη ιατρού αποτελεί προϋπόθεση, ώστε να ζητηθεί έγκυρα από τον ύποπτο να παράσχει δείγματος αίματος. Ο ιατρός μπορεί να αρνηθεί τη διενέργεια λήψης δείγματος αίματος μόνο όταν η λήψη δείγματος ή η προειδοποίηση που προνοεί το άρθρο 7
(5)θα επηρεάσει την κατάσταση υγείας ή την θεραπευτική αγωγή του Κατηγορουμένου. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η συγκατάθεση του έχοντος την επίβλεψη ιατρού αποτελεί μεν προϋπόθεση για το να ζητηθεί έγκυρα η λήψη δείγματος αίματος ή εκπνοής, αλλά ο έχων την επίβλεψη ιατρός μπορεί να αρνηθεί να δώσει συγκατάθεση μόνο στις περιπτώσεις που καταγράφονται στο άρθρο 9
(2). Στα γεγονότα της παρούσας, ως προς τη διαδικασία λήψης δείγματος αίματος σχετικό είναι και το Τεκμήριο 1 στη Δ.Ε.Δ, το οποίο είναι έγγραφο προκατασκευασμένο που συμπληρώνεται ανάλογα. Στο Τεκμήριο 1 περιέχεται η αναφορά «Επιτρέπω/ δεν επιτρέπω», στο σημείο πριν την υπογραφή της υπεύθυνης ιατρού. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει διαγραφεί το αντίστοιχο σημείο, ώστε να προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 1 ότι η ιατρός έδωσε γραπτώς τη συγκατάθεσή της. Η πιο πάνω ατέλεια αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος του επιχειρήματος του κ. Καλλή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι στο σχετικό έντυπο δεν διαγράφηκε η φράση «δεν δίδω τη συγκατάθεση μου» από την υπεύθυνη ιατρό, πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε καθόλου συγκατάθεση. Επιπλέον, ο κ. Καλλής επίσης εισηγήθηκε ότι δεν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου με τον ορθό τρόπο πριν τη λήψη δείγματος αίματος. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας. Κακούρη. Σε σχέση με τα πιο πάνω σημειώνω ότι ο Νόμος δεν προνοεί για γραπτή συγκατάθεση του εκάστοτε υπεύθυνου ιατρού, ώστε η έλλειψη γραπτής συγκατάθεσης ή η εμφάνιση ατέλειας στη συμπλήρωση του σχετικού εγγράφου, να επηρεάζει τη νομιμότητα των ενεργειών. Επομένως, η πιο πάνω ατέλεια δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε ο Νόμος. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση, από τη μαρτυρία των Μ.1, Μ.2, και Μ.5, προκύπτει ότι η ιατρός έδωσε τη συγκατάθεση της για λήψη αίματος, αφού μεταξύ άλλων ήταν αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Μ.5 έλαβε δείγμα αίματος κατόπιν οδηγιών της ιατρού. Αφ΄ ης στιγμής η Μ.5 έλαβε δείγμα αίματος για εξέταση, κατόπιν οδηγιών της ιατρού, είναι προφανές ότι η τελευταία έδωσε τη συγκατάθεσή της. Η πιο πάνω μαρτυρία επαρκεί για την εξαγωγή ευρήματος στον αναγκαίο βαθμό ως προς το ότι δόθηκε η συγκατάθεση του έχοντος την επίβλεψη ιατρού. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση δεν φαίνεται από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η υπεύθυνη ιατρός έκρινε σε οποιαδήποτε στάδιο ότι η διαδικασία λήψης δείγματος αίματος θα επηρέαζε την υγεία ή τη θεραπευτική αγωγή του υπόπτου. Επίσης, δεν προκύπτει και δεν υποβλήθηκε άλλωστε ότι η ιατρός αρνήθηκε ή όφειλε να αρνηθεί να δώσει συγκατάθεση. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι η έχουσα την επίβλεψη του Κατηγορουμένου ιατρός, έδωσε τη συγκατάθεσή της στη λήψη δείγματος αίματος. Το γεγονός ότι δεν διαγράφηκε στο έγγραφο που καταρτίσθηκε το εάν δίδεται ή όχι η συγκατάθεση δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι αυτή δεν δόθηκε. Επομένως, το επιχείρημα του κ. Κάλλη ότι δεν δόθηκε συγκατάθεση από την υπεύθυνη ιατρό και ως εκ τούτου παραβιάστηκε το άρθρο 9
(1)του Νόμου δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Επιπλέον, η αναφορά στο άρθρο 9
(2)του Νόμου στην επίστηση του άρθρου 7
(5)δεν έχει την έννοια που εισηγήθηκε ο κ. Καλλλής. Ο νόμος αναφέρει ότι ο θεράπων ιατρός μπορεί να αρνηθεί τη λήψη δείγματος εκπνοής ή αίματος εάν κρίνει πως η παροχή δείγματος ή η επίστηση του άρθρου 7
(5)μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς την θεραπεία ή την υγεία του Κατηγορούμενου. Είναι έκδηλο από το λεκτικό του άρθρου 9
(2)ότι η αναφορά στο άρθρο 7
(5), γίνεται ως προς την άσκηση της ευχέρειας του ιατρού να αρνηθεί τη λήψη δείγματος εκπνοής ή αίματος και δεν επιβάλει υποχρέωση προς τις ανακριτικές αρχές να επιστήσουν την προσοχή του Κατηγορουμένου πριν τη λήψη δείγματος με το λεκτικό του άρθρου 7
(5)του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, η επίστηση του άρθρου 7
(5)του Νόμου αφορά την επίστηση στην προσοχή στις συνέπειες της άρνησης χορήγησης δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Περίπτωση που δεν συντρέχει στην παρούσα. Συνεπώς, ούτε το επιχείρημα του κ. Καλλή πως δεν έγινε η ορθή επίστηση στην προσοχή του Κατηγορουμένου, κατά παράβαση του Νόμου, μπορεί να γίνει δεκτό. Αντίθετα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε πλήρη αντίληψη, έδωσε τη συγκατάθεσή του στη λήψη δείγματος αίματος, ώστε να διαπιστωθεί το κατά πόσο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Από τα πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί καταπίεσης του Κατηγορουμένου. Ακόμα, όμως, και να δεχόμουν τις θέσεις του κ. Κάλλη περί παράβασης των άρθρων 7 και 9 του Νόμου και τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης επίστησης, δεν θα οδηγούμουν αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η υπό ένταση μαρτυρία πρέπει να αποκλειστεί. Συγκεκριμένα οι κατ' ισχυρισμόν ατέλειες στη διαδικασία συνιστούν παράβαση Νόμου και καθιστούν την επίδικη έκθεση εξέτασης, μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου. Επομένως, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί την υπό ένσταση μαρτυρία. Στο πλαίσιο άσκησης της σχετικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη σχετικότητα και σημασία της ληφθείσας μαρτυρίας αφενός και τυχόν δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη ή επηρεασμό άλλου συνταγματικού του δικαιώματος αφετέρου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Parris (ανωτέρω) και Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. Παρόλο που ο συνήγορος του Κατηγορουμένου στην αγόρευσή του δεν ανέπτυξε το ζήτημα της παράβασης της δίκαιης δίκης και της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης σε σχέση με τη λήψη του δείγματος αίματος, επειδή το ζήτημα τέθηκε γενικά ως λόγος ένστασης, θα εξεταστεί στο πλαίσιο εξέτασης του συνολικού επιχειρήματος της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, από τη δέσμη δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 30 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ, για σκοπούς εξέτασης του προβαλλομένου επιχειρήματος σχετικό μπορεί να είναι το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση, το οποίο επικαλέστηκε ως λόγο ένστασης και ο κ. Κάλλης. Στο σύγγραμμα του έντιμου προέδρου του ΕΔΑΔ, Λ. Α. Σισιλιάνου, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ΄ άρθρο 1η έκδοση σελ. 235, διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση εξετάζεται υπό το φως του άρθρου 6.1 της Σύμβασης, το οποίο αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις της δίκαιης δίκης και όχι υπό το άρθρο 6.2 της Σύμβασής που αφορά το τεκμήριο της αθωότητας. Επομένως, το σχετικό επιχείρημα θα εξεταστεί υπό το πιο πάνω πρίσμα και όχι υπό το πρίσμα της παραβίασης του τεκμήριου της αθωότητας που επικαλέστηκε η Υπεράσπιση στην ένστασή της. Ως προς την εφαρμογή του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση σε σχέση με τη λήψη δειγμάτων αίματος ή εκπνοής, διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ΄ άρθρο (ανωτέρω), σελ.
  2. Στο πιο πάνω σύγγραμμα καταγράφεται η θέση πως το ΕΔΑΔ θεωρεί ότι είναι επιτρεπτή η λήψη δειγμάτων εκπνοής, αίματος ή ούρων στο μέτρο που συνεπάγεται περιορισμένη επέμβαση στη φυσική ακεραιότητα του κατηγορουμένου, και αφορά ουσίες που παράγονται φυσιολογικά από το σώμα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Saunders v. U.K, αίτηση 19187/91, ημερομηνίας 17.12.1996, σκέψη 69 και Jallon v. Germany (G.C), αίτηση 54810/00, ημερομηνίας, 11.7.2006, σκέψη
  3. Επιπλέον, στην απόφαση Saunders (ανωτέρω) το ΕΔΑΔ ανέφερε τα ακόλουθα : «The right not to incriminate oneself is primarily concerned, however, with respecting the will of an accused person to remain silent. As commonly understood in the legal systems of the Contracting Parties to the Convention and elsewhere, it does not extend to the use in criminal proceedings of material which may be obtained from the accused through the use of compulsory powers but which has an existence independent of the will of the suspect such as, inter alia, documents acquired pursuant to a warrant, breath, blood and urine samples and bodily tissue for the purpose of DNA testing.» ( υπογράμμιση δική μου) Προκύπτει, συνεπώς, ότι το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση δεν εκτείνεται σε μαρτυρία που λαμβάνεται μέσω της χρήσης μεθόδων εξαναγκασμού, σε σχέση με τη λήψη ουσιών που υφίστανται ανεξάρτητα από τη βούληση του Κατηγορουμένου, όπως το αίμα ή η αναπνοή. Εφόσον λοιπόν το μείζον, ήτοι η περιορισμένη επέμβαση στη σωματική ακεραιότητα του Κατηγορουμένου και η λήψη, μέσω της χρήσης μεθόδων εξαναγκασμού δείγματος αίματος, δεν συνεπάγεται αυτόματα παράβαση του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση, έπεται ότι και το ελάσσον, ήτοι η απλή παράβαση του Νόμου, ή η ατέλεια στη συμπλήρωση του σχετικού εγγράφου ή η εσφαλμένη επίστηση στην προσοχή του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί παράβασης των αρχών της δίκαιης δίκης. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει σαφώς ότι η λήψη δείγματος αίματος ή η διαδικασία λήψης αίματος δεν έθεταν σε κίνδυνο την υγεία του Κατηγορουμένου. Με το πιο πάνω δεδομένο υπόψη ακόμα και εάν δεχόμουν τη θέση του κ. Κάλλη ως προς τις κατ΄ ισχυρισμόν παρατυπίες στη λήψη αίματος, αυτές θα συνιστούσαν απλή παράβαση Νόμου και δεν θα παραβίαζαν το δικαίωμα του Κατηγορουμένου στη μη αυτοενοχοποίηση. Εφόσον, η κατ' ισχυρισμόν παράβαση Νόμου δεν απορρέει και δεν συνδέεται με παράβαση του επικαλούμενου ατομικού δικαιώματος του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι η αποδοχή του υπό ένσταση στοιχείου μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί. Παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης από τη μη χορήγηση δείγματος στον Κατηγορούμενο για διενέργεια δικής του εξέτασης. Παραβίαση του δικαιώματος αντεξέτασης. Ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι το γεγονός πως δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο το δείγμα αίματος για να προβεί σε δική του ανάλυση παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης και καθιστά ανεπίτρεπτη τη κατάθεση του υπό ένσταση εγγράφου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου βάσισε το επιχείρημα του στη θέση ότι με τη μη χορήγηση δείγματος στον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος δεν μπορεί να αντεξετάσει επί του συγκριμένου στοιχείου μαρτυρίας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του παρέπεμψε στην απόφαση Nicosia Gym. Centre ν. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 ΑΑΔ 181. Το πιο πάνω ζήτημα δεν συνδέεται με την αποδεκτότητα του υπό ένσταση στοιχείου μαρτυρίας, αφού η δυνατότητα κάποιου διαδίκου να προβεί προηγουμένως σε δικές του εξετάσεις πριν αντεξετάσει επί ενός στοιχείου μαρτυρίας, δεν μπορεί να αναχθεί σε κριτήριο αποδεκτότητας του. Το εάν επηρεάστηκε το δικαίωμα του Κατηγορουμένου από τη μη χορήγηση σε αυτόν του δείγματος αίματός θα κριθεί στο τέλος της διαδικασίας και δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, όπου κρίνεται η αποδεκτότητα του υπό ένσταση στοιχείου μαρτυρίας. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω ένσταση απορρίπτεται. Το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση στη Δ.Ε.Δ κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 5 . Υπ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.