← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 18100 /17, 17/3/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 18100 /17, 17/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18100 /17 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. XXXXX Παναγιώτου
  2. XXXXX Παναγιώτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τους Κατηγορούμενους : κ. Παρασκευά Κατηγορούμενοι : Παρόντες. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για οδήγηση, η μία χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου και η άλλη χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης. Η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει μία κατηγορία σε σχέση με το ότι επέτρεψε τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου και ότι επέτρεψε τη χρήση του επίδικου οχήματος στον Κατηγορούμενο 1 χωρίς ο ίδιος να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις εναντίον τους κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Αγγελίδης, ΜΚ
  3. Ο ΜΚ 1 κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του. Κατέθεσε ακολούθως ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση της Έλλης Παναγιώτου ημερομηνίας 04.03.
  4. Ως Τεκμήριο 2 τη γραπτή κατηγορία εναντίον της Έλλης Παναγιώτου επίσης ημερομηνίας 04.03.
  5. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την κατάθεση του XXXXX Παναγιώτου ημερομηνίας 04.03.2017 καθώς επίσης και τη γραπτή κατηγορία εναντίον αυτού, ημερομηνίας 04.03.
  6. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έγγραφο με τίτλο "δελτίο ατόμου", ενώ ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε έγγραφο με τίτλο "στοιχεία ιδιοκτήτη οχήματος". Δήλωσε τέλος ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν κατείχε ασφαλιστήριο, ώστε να οδηγεί το επίδικο όχημα. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν είδε τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί. Απ' ό, τι γνώριζε η καταγγελία έγινε από την πρώην σύζυγό του. Επίσης, γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος προέβη αρκετές φορές σε καταγγελία εναντίον της πρώην συζύγου του για παρακοή του διατάγματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του. Δήλωσε παράλληλα ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιανδήποτε έρευνα. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αθηνά Πραστίτη, ως ΜΚ
  7. Η μάρτυρας κατάθεσε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία την κατάθεσή της, ημερομηνίας 28.02.
  8. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 28.02.2017, περί τις 15:30 ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμα της, είδε από το παράθυρό της τον πρώην σύζυγό της, Κατηγορούμενο 1, να οδηγεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  9. Εξ 'όσων γνωρίζει ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια οδήγησης. Κατά την αντεξέτασή της δέχτηκε ότι προέβη σε καταγγελία για το ίδιο αδίκημα συνολικά τρεις φορές. Ανέφερε ότι προέβη στην επίδικη καταγγελία διότι ανησυχούσε για το δημόσιο καλό. Δέχτηκε ταυτόχρονα ότι υπάρχει δικαίωμα επικοινωνίας σε σχέση με την επικοινωνία του Κατηγορούμενου 1 με το ανήλικο τέκνο τους. Δέχτηκε ταυτόχρονα ότι δεν τηρεί το σχετικό διάταγμα επικοινωνίας. Προσδιόρισε ότι το δωμάτιο από το οποίο κατ' ισχυρισμό είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας που διαμένει στην οδό XXXXX
  10. Ανέφερε ταυτόχρονα ότι η ίδια συνηθίζει, επειδή έχει αρκετό χρόνο στη διάθεσή της, να παρακολουθεί τον κόσμο από το παράθυρο. Δήλωσε ακολούθως ότι ο δικηγόρος της αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα ώστε να αποσυρθούν οι εκατέρωθεν υποθέσεις. Αρνήθηκε όμως ότι η ίδια υποκινείται από εκδικητικά κίνητρα στην υπό κρίση καταγγελία. Οι Κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να δώσουν οι ίδιοι μαρτυρία. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Κατηγορούμενος 1 ως ΜΥ
  11. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τεκμήριο
  12. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι ήταν νυμφευμένος με την παραπονούμενη ΜΚ 2 και έχουν ένα ανήλικο τέκνο. Κατά την επίδικη περίοδο προέβαινε σε καταγγελίες σε σχέση με την παρακοή των διαταγμάτων επικοινωνίας. Εξήγησε, όμως, ότι όταν έπαυσε ο ίδιος να υποβάλλει καταγγελίες για παρακοή διαταγμάτων, έπαυσε και η ίδια να καταγγέλλει τον ίδιο. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ότι είχε προβλήματα στην επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του. Αρνήθηκε, όμως, την υποβολή ότι ο ίδιος την επίδικη ημερομηνία οδήγησε και εξήγησε ότι μετέβη με τη μητέρα του στο σπίτι της Κατηγορούμενης. Επόμενη μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν η Κατηγορούμενη 2 ως ΜΥ
  13. Η Κατηγορούμενη 2 υιοθέτησε την κατάθεσή της Τεκμήριο
  14. Κατά την αντεξέτασή της αρνήθηκε ότι ο γιος της Κατηγορούμενος 1 οδήγησε την επίδικη ημερομηνία. Τόνισε ότι ήταν η ίδια που οδηγούσε το επίδικο όχημα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η ίδια δεν θα δεχόταν να οδηγήσει ο γιος της μόνος του χωρίς άδεια. Ανέφερε ακολούθως πως όταν δεν του άνοιξε η ΜΚ2 την πόρτα, μετέβηκαν στον Σταθμό για να καταγγείλουν την υπόθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρά ταύτα η μαρτυρία του δεν μπορεί να διαφωτίσει τα επίδικα θέματα, αφού ο ίδιος δεν γνώριζε εξ ίδιας γνώσεως το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 1 οδήγησε το επίδικο όχημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Η ΜΚ2 ήταν η μόνη μάρτυρας που κατ΄ ισχυρισμόν είδε τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το επίδικο όχημα. Η μάρτυρας παράλληλα δέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσαν καταγγελίες σε σχέση με την εφαρμογή του διατάγματος επικοινωνίας που υφίστατο. Δέχθηκε περαιτέρω ότι η ίδια δεν τηρούσε το επίδικο διάταγμα. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί και γίνονται δεκτά. Τα πιο πάνω όμως επιβάλλουν όπως η μαρτυρία της ΜΚ2 προσεγγισθεί με ιδιαίτερη προσοχή, αφού προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία της ιδίας ότι δεν τηρούσε το διάταγμα επικοινωνίας, για το οποίο μετέβη ο Κατηγορούμενος στην οικία της. Επιπλέον, όχι μόνο δεν το τηρούσε αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο ο δικηγόρος της ζήτησε την εκατέρωθεν απόσυρση όλων των παραπόνων. Υπό το φως των πιο πάνω θα πρέπει να προσεγγισθεί με ιδιαίτερη προσοχή ο ισχυρισμός της ότι πρόσεξε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί από τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας που διέμενε, αφού τα πιο πάνω επαρκούν ώστε να χαρακτηρίσουν τη μάρτυρα ως μάρτυρα που διακατέχεται από ιδιοτελή ή αλλότρια κίνητρα. Σχετική είναι η απόφαση Κουσουλίδης ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 10/2018, ημερομηνίας 9.11.
  2. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός της ΜΚ2 ότι παρακολουθεί τον κόσμο που κινείται στον δρόμο, επειδή έχει πολύ ελεύθερο χρόνο αφίσταται της λογικής και δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί επ' αυτού για να εξάξει εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος 1 όντως οδηγούσε. Η θέση ότι κάποιο πρόσωπο κατά συνήθεια παρακολουθεί τον δρόμο και την επίδικη ημερομηνία πρόσεξε από τον τέταρτο όροφο τον Κατηγορούμενο να οδηγεί χωρίς καμία εξήγηση ή λεπτομέρεια ως προς το που βρισκόταν το όχημα που κατ΄ ισχυρισμόν οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θα ανέμενε κανείς όπως η ΜΚ1 εξηγούσε πιο λεπτομερώς τη θέση που βρισκόταν το επίδικο όχημα, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των αναφορών της. Η αόριστη αναφορά ότι είδε από τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας της τον Κατηγορούμενο να οδηγεί δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2 ως προς την εξαγωγή ευρήματος σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το επίδικο όχημα την επίδικη ημερομηνία. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Η θέση του ΜΥ1 ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ1 χαρακτηρίζεται από σαφήνεια σταθερότητα και πειστικότητα και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονισθεί κατά την αντεξέταση. Τέλος η θέση του ότι δεν οδηγούσε το επίδικο όχημα δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2 Σε σχέση με τη μαρτύρια της ΜΥ 2 παρατηρώ ότι αυτή χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, ειλικρίνεια και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Επίσης, η μαρτυρία της δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρίας της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Νομική Πτυχή. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενό της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, το όποιο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Από το λεκτικό της εν λόγω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 1 οδήγησε το επίδικο όχημα κατά την επίδικη ημερομηνία. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της οδήγησης. Επομένως, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 49 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : 1) Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· ή ............................... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το επίδικο όχημα και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη δεύτερη κατηγορία. Η Κατηγορούμενη
  2. Η Κατηγορουμένη 2 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες σε σχέση με το ότι επέτρεψε στον πρώτο Κατηγορούμενο να οδηγήσει χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και χωρίς άδεια οδήγησης. Αφ΄ ης στιγμής δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 έκανε χρήση του επίδικου οχήματος την επίδικη ημερομηνία, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η Κατηγορουμένη 2 επέτρεψε σε αυτόν να το χρησιμοποιήσει. Επομένως, η Κατηγορούμενη 2 απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.