EΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. ΑLIBRI LTD τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9423/2014, 11/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9423/2014 EΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ -εναντίον-
- ΑLIBRI LTD τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη
- XXXXX ΞΕΝΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11/03/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης Για 2ο Κατηγορούμενη: κ. Κώστας Καμένος και κ. Κωνσταντίνος Καμένος Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν, από κοινού, συνολικά 23 κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 έως 2014, Ν.95(I)/2000) (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») καθώς και των περί Φόρων Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π 314/01 και Κ.Δ.Π 51/2002) (στο εξής καλούμενοι «οι Κανονισμοί»). Ειδικότερα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης έως και 13ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής στον Έφορο ΦΠΑ, συνολικού ποσού ύψους €90.441,41, που φαίνεται αντίστοιχα στις φορολογικές δηλώσεις ως καταβλητέος, για τις φορολογικές περιόδους που καλύπτει το χρονικό διάστημα από 1/10/2006 μέχρι και 30/9/09, κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(9)και 20
(1)του Νόμου καθώς και των άρθρων 17
(1)και 29
(2)των σχετικών Κανονισμών. Οι υπόλοιπες 10 κατηγορίες (14η έως και 23η κατηγορία) αφορούν τα αδικήματα της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη καταβολής ΦΠΑ, που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος, συνολικού ποσού ύψους €33.208,71, ο οποίος επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης καθώς και μη εμπρόθεσμης καταβολής ΦΠΑ αναφορικά με τις πιο πάνω φορολογικές περιόδους, κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α) και 48 του Νόμου. Η 1η κατηγορούμενη παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε δεόντως το σχετικό κατηγορητήριο επέλεξε, δια του εκκαθαριστή της, Επίσημου Παραλήπτη, να μην εμφανισθεί στη παρούσα διαδικασία. Ως εκ τούτου η εναντίον της υπόθεση ορίσθηκε για απόδειξη. Αντίθετα η 2η κατηγορούμενη δήλωσε εξ αρχής τη μη παραδοχή της στις κατηγορίες που της προσάπτονται και συνεπακόλουθα η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία. Είναι σημαντικό να λεχθεί εξ αρχής ότι, από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί ο τρόπος και το ύψος του φόρου που θα έπρεπε να καταβληθεί από την 2η κατηγορούμενη, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των χρηματικών επιβαρύνσεων. Άλλωστε, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η επιβολή και το ύψος της επιβληθείσας φορολογίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης εφόσον η ορθότητα και η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη, την εγκυρότητα της οποίας δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο. Η νομιμότητα και η εγκυρότητα αυτής ελέγχεται μόνο μέσα στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου (Άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας) (Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ 128, Αβρααμίδης v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ 75). Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι επί της πιο πάνω διοκητικής απόφασης δεν έχει ασκηθεί οποιαδήποτε προσφυγή και ως εκ τούτου αυτή θεωρείται οριστική και νόμιμη. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (ως του υποκείμενου στο Φ.Π.Α. προσώπου) (Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75). Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η 2η κατηγορούμενη, μέχρι και σήμερα, έναντι της πιο πάνω οφειλής, δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αντίθετα, η 2η κατηγορούμενη, μέσω των ευπαίδευτων συνηγόρων της, προώθησε τις ακόλουθες νομικές υπερασπίσεις, που δεν άπτονται της ουσίας της οφειλής της προς την Υπηρεσία Φ.Π.Α: α) ότι το άρθρο 48
(1)και
(2)του Νόμου, βάση του οποίου κατηγορείται η 2η κατηγορούμενη, υπό την ιδιότητα της διευθύντριας της 1ης κατηγορούμενης, είναι αντισυνταγματικό. Και τούτο γιατί, ως είναι διατυπωμένο, προκύπτει το εν λόγω άρθρο ότι είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης για την 2η κατηγορούμενη σε περίπτωση που κριθεί ένοχη η 1η κατηγορούμενη. Λόγω του ότι για την 1η κατηγορούμενη ορίσθηκε η παρούσα υπόθεση για Απόδειξη και με δεδομένο ότι θα κριθεί ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αυτομάτως θα κριθεί ταυτόχρονα ένοχη και η 2η κατηγορούμενη και συνάμα η οποιαδήποτε υπεράσπιση που θα προβάλει η τελευταία θα είναι άνευ ουσίας. Το γεγονός αυτό παραβιάζει το δικαίωμα της 2ης κατηγορούμενης για δίκαιη δίκη καθώς επίσης αποτελεί σαφή παραβίαση των άρθρων 12
(5)και 33 του Συντάγματος. β) Η 2η κατηγορούμενη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή παράλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της 1ης κατηγορούμενης, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην γνωρίζει κατά πόσο αυτή σήμερα είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Στην απουσία αυτού του στοιχείου συνεπακόλουθα δεν μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή στην 2η κατηγορούμενη. γ) Στη προκειμένη περίπτωση υπάρχει παραβίαση του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, εφόσον δεν προσκομίσθηκε στην υπεράσπιση όλο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και ειδικότερα η αίτηση και η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση και η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση από τον Έφορο Φορολογίας διατάγματος, με το οποίο επιτράπηκε από το Δικαστήριο η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης, λόγω του ότι αυτή βρίσκεται υπό εκκαθάριση. δ) το γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκε στις κατηγορίες 14 εώς 23 το άρθρο 45 του Νόμου, το οποίο ποινικοποιεί τα εν λόγω αδικήματα. Τα άρθρα που περιέχονται στις εν λόγω κατηγορίες απλά επιβάλλουν τις ποινές σε περίπτωση που διαπραχθεί το αδίκημα του άρθρου 45. ε) Αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process) το γεγονός ότι το κατηγορητήριο υπ' αριθμό 984/10, το οποίο καταχωρίστηκε εναντίον των ίδιων κατηγορούμενων στην παρούσα ποινική υπόθεση και το οποίο ανεστάλη μετά από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, περιέχει τις ίδιες κατηγορίες με τις κατηγορίες που περιέχονται στο παρόν κατηγορητήριο. στ) Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής ευθύνης της 2ης κατηγορούμενης αλλά και στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος με δεδομένο ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου έχουν διαπραχθεί κατά τη χρονική διάρκεια των ετών 2006 μέχρι
- Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η 2η κατηγορούμενη δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή εφόσον πάντοτε δήλωνε την ετοιμότητα της για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Επίσης υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση του νέου κατηγορητηρίου εφόσον το προηγούμενο κατηγορητήριο αποσύρθηκε το 2012 ενώ το παρών κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το
- ζ) Υπάρχει κατάχρηση στη καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στη βάση του ότι, μεταξύ των διαδίκων, υπήρξε έγγραφη συμφωνία (Τεκμήριο 29) για εξόφληση της οφειλής των κατηγορουμένων στο ΦΠΑ. Επομένως από την στιγμή που υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών κωλύεται η Κατηγορούσα Αρχή να επαναφέρει τις ίδιες κατηγορίες, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η εν λόγω συμφωνία δεν τηρήθηκε χωρίς όμως υπαιτιότητα της 2ης κατηγορούμενης. Η 2η κατηγορούμενη είναι υπόλογη παραβίασης σύμβασης και έχει αστική ευθύνη ενώ παράλληλα δεν μπορεί να είναι υπόλογη οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης. η) Η 2η κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαχθεί από την 14η κατηγορία εφόσον το άρθρο 46 (10Α) του Νόμου εισήλθε με τον τροποποιητικό Νόμο 129
(1)/2007, ενώ τα αδικήματα της 14ης κατηγορίας χρονολογούνται το 2006 όταν δηλαδή δεν βρισκόταν σε εφαρμογή το εν λόγω άρθρο. Αξίζει να σημειωθεί πως, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η υπόθεση υπ'αριθμό 984/10 ανεστάλη στις 15.07.2013 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα και ότι η 1η κατηγορούμενη τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθάρισης στις 10.6.11 με βάση σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε 3 μάρτυρες, την Μ. Παντελή (Μ.Κ 1), τον XXXXX Μανώλη (Μ.Κ 2) και τον XXXXX Γιαλλούρη (Μ.Κ 3). Κατατέθηκαν συνολικά και 34 Τεκμήρια. Αφού το Δικαστήριο, με ενδιάμεση γραπτή αιτιολογημένη απόφαση του, αποφάσισε να καλέσει σε απολογία την 2η κατηγορούμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, η 2η κατηγορούμενη αποφάσισε να δώσει μαρτυρία ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Λαμβανομένου των κοινών θέσεων των 2 πλευρών, αλλά και των αμφισβητούμενων γεγονότων, η παράθεση της μαρτυρίας αμέσως πιο κάτω, γίνεται με γνώμονα τα επίδικα θέματα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Όπως εξάλλου έχει λεχθεί στην απόφαση G & K Exclusive Fashions Ltd v. Ρόδου Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1 (Α) Α. Α. Δ, 88) το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της. Η Μ.Κ.1, λειτουργός Φ.Π.Α στο Τμήμα Φορολογίας, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, είναι εξουσιοδοτημένη από τον Έφορο Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτόν δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Είναι τοποθετημένη στη μονάδα φορολογικών δηλώσεων και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το χειρισμό φορολογικών δηλώσεων, τον έλεγχο και υπολογισμό του φόρου, του πρόσθετου φόρου, των επιβαρύνσεων και τόκων. Επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX513U από τις 08.04.05 μέχρι και τις 30.12.19, όπου και διαγράφτηκε από το σχετικό μητρώο. Η 1η κατηγορούμενη όφειλε, βάση των προνοιών της νομοθεσίας, όπως το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα, μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου, να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις οι οποίες να περιέχουν εκ του Νόμου όλα τα απαραίτητα στοιχεία και να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο αναφορικά με όλες τις παραδόσεις και πωλήσεις αγαθών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια της φορολογικής περιόδου. Με βάση την νομοθεσία εάν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δεν έχει καταβάλει το ποσό του Φ.Π.Α. που πρέπει να αποδοθεί για τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο, τότε επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ίσος 10% επί του οφειλόμενου ποσού. Στο ποσό αυτό του πρόσθετου φόρου προστίθεται και νόμιμος τόκος από την εν λόγω ημερομηνία που το εν λόγω ποσό κατέστη πληρωτέο. Περαιτέρω σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί από το υποκείμενο στο Φόρο εμπρόθεσμα η φορολογική δήλωση επιβάλλεται και χρηματική επιβάρυνση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο διατάγματος Δικαστηρίου που επιτρέπει την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης, ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό του Εφόρου Φορολογίας (που ετοιμάσθηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου) αναφορικά με τη μη εμπρόθεσμη καταβολή φόρου που φαίνεται σε φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από την 1η κατηγορούμενη, δηλαδή της μη καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου για τις αντίστοιχες περιόδους καθώς και χρηματικής επιβάρυνσης, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων και της μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακυρώσεως της εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α. Διευκρίνισε ότι η 1η κατηγορούμενη, μετά την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, δεν έχει πληρώσει, έναντι των οφειλομένων, οποιοδήποτε ποσό. Έχει καταβάλει εκπρόθεσμα, και πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, το συνολικό ποσό των €4.164,
- Τα ποσά που η 1η κατηγορούμενη οφείλει έχουν διασταυρωθεί από την ίδια προσωπικά τόσο από το μηχανογραφικό σύστημα όσο και από τις πρωτότυπες φορολογικές δηλώσεις. Κατάθεσε περαιτέρω ως Τεκμήρια 4-16 τις φορολογικές δηλώσεις που κατάθεσε η 1η κατηγορούμενη για τις αντίστοιχες φορολογικές περιόδους που αναγράφονται στο σχετικό πιστοποιητικό. Κατέθεσε επίσης δέσμη Πιστοποιητικών (Τεκμήριο 17) του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με το καθεστώς της 1ης κατηγορούμενης αλλά και τους αξιωματούχους αυτής κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η 2η κατηγορούμενη, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ανάφερε η εν λόγω μάρτυρας, έχει περιληφθεί στο κατηγορητήριο ως η διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης, σύμφωνα με τα στοιχεία που διατηρούνται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Τέλος κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 την υπηρεσιακή της ταυτότητα, στην οποία περιέχεται η σχετική εξουσιοδότηση που της παρέχει ο Έφορος Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τις εξουσίες που ο Νόμος του αναθέτει. Η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάσθηκε κατά πόσο είναι εξουσιοδοτημένη από τον Έφορο Φορολογίας να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δίδοντας θετική απάντηση και παραπέμποντας το Δικαστήριο επί του Τεκμηρίου
- Αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ότι ενημερώθηκε για αυτά το 2018 μελετώντας το σχετικό φάκελο. Επίσης έλαβε τις φορολογικές δηλώσεις και διασταύρωσε τις κατηγορίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο καθώς και έλεγξε τα οφειλόμενα ποσά αν όντως αντιστοιχούν με τα δηλωμένα ποσά στις εν λόγω φορολογικές δηλώσεις. Διευκρίνισε ότι οι φορολογικές δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενης υποβλήθηκαν το 2012, παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες αφορούν την χρονική περίοδο από το 2006 και εντεύθεν. Επιβεβαίωσε ότι, πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, καταχωρίστηκε άλλη ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού της 2ης κατηγορούμενης. Ξεκαθάρισε ότι το προηγούμενο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 19), που ηγέρθηκε εναντίον των πιο πάνω προσώπων, αφορά διαφορετικά αδικήματα ενώ οι ημερομηνίες του κατηγορητηρίου είναι ουσιαστικές οι ίδιες με του παρόντος κατηγορητηρίου. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι το παλαιό κατηγορητήριο αφορούσε κατηγορία για μη υποβολή φορολογικής δήλωσης ενώ το παρόν κατηγορητήριο αφορά μη καταβολή του ποσού που είχε δηλωθεί στις φορολογικές δηλώσεις. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο λόγος που τα ποσά διαφέρουν κατά πολύ από το κατηγορητήριο (Τεκμήριο 19) με το παρόν κατηγορητήριο, είναι επειδή στο 1ο κατηγορητήριο, από την 4η κατηγορία και μετέπειτα, περιέχονται κατηγορίες για την μη υποβολή φορολογικής δήλωσης και επομένως δεν έχουν προστεθεί στο εν λόγω κατηγορητήριο οποιαδήποτε ποσά, ενώ το παρόν κατηγορητήριο αφορά τα ποσά που δεν καταβλήθηκαν στο ΦΠΑ μετά που η 1η κατηγορούμενη υπέβαλε τις φορολογικές της δηλώσεις. Επιβεβαίωσε ότι με την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου, η 1η κατηγορούμενη δεν έχει διαγραφεί από το αρχείο του Τμήματος Φόρου Εταιρειών και ότι μέχρι το 2018, ημερομηνίας έκδοσης των σχετικών πιστοποιητικών, η 1η κατηγορούμενη, βρισκόταν υπό καθεστώς εκκαθάρισης από 10.06.
- Τέλος δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο σήμερα έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της 1ης κατηγορούμενης. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις και οι τόκοι έχουν ελεχθεί από την ίδια και είναι ορθοί ως επιβεβαιώνονται και από το σχετικό πιστοποιητικό που έχει καταθέσει. Ο Μ.Κ 2 ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι είναι λειτουργός Φ.Π.Α. και εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και η παραλαβή αιτήσεων που υποβάλλουν υποκείμενα πρόσωπα προς το ΦΠΑ για να εγγραφούν στο μητρώο του. Επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη ενεγράφη στο μητρώο Φ.Π.Α. την 08.04.05 (Τεκμήριο 22) και ότι διαγράφηκε από το μητρώο του Φ.Π.Α. στις 30.12.
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση. Ο Μ.Κ.3, επιθεωρητής λογαριασμών στο Λογιστήριο του Υπουργείου Παιδείας, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η εταιρεία Brutal Holdings Ltd, στην οποία μέτοχος είναι η 2η κατηγορούμενη, διατηρούσε συμβόλαιο με το Υπουργείο Παιδείας για την ενοικίαση ενός κτιρίου (Τεκμήριο 26), το οποίο χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες στέγασης διαφόρων υπηρεσιών του. Ανάφερε ότι αρχικά το ενοίκιο από το Υπουργείο Παιδείας καταβάλλετο στην εν λόγω εταιρεία και ακολούθως αυτό καταβάλλετο προσωπικά στην 2η κατηγορούμενη, κατόπιν δικών της οδηγιών (Τεκμήριο 24), αίτημα και το οποίο έγινε αποδεκτό. Οι πληρωμές αυτές είναι καταγεγραμμένες στο λογιστικό σύστημα FIMAS, το οποίο πραγματοποιεί και καταγράφει τις πληρωμές της Δημοκρατίας προς τους ιδιώτες. Κατέθεσε κατάσταση λογιστικών εγγράφων του Υπουργείου Παιδείας (Τεκμήριο 23) στην οποία γίνεται καταγραφή των ενοικίων που πλήρωνε το εν λόγω Υπουργείο στα πιο πάνω νομικά και φυσικά πρόσωπα, σε σχέση με το πιο πάνω ενοίκιο. Σε αυτό καταγράφεται ότι από τον Μάρτιο του 2012 μέχρι και τον Μάρτιο του 2013, καταβάλλετο ενοίκιο προς την εταιρεία Brutal, από τον 8ο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2014 καταβάλλετο το ενοίκιο προσωπικά προς την 2η κατηγορούμενη και από τον 10ο μήνα του 2014 το ενοίκιο καταβάλλετο προς την Τράπεζα Κύπρου μετά από σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου (Τεκμήριο 25) που εκδόθηκε βάση του οποίου το ποσό του ενοικίου θα έπρεπε να καταβάλλετο την Τράπεζα Κύπρου. Ξεκαθάρισε ότι το ποσό του ενοικίου καταβάλλετο ανά τριμηνία. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε πιο πάνω τα έλαβε από αρχείο και τους φακέλους που διατηρεί το Υπουργείο. Επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αρνήθηκε ότι δεν αναγράφεται στην αρχική κατάσταση όλες οι τριμηνίες πληρωμής των εν λόγω ενοικίων και ότι η σχετική κατάσταση που ετοίμασε είναι ελλιπής. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι όλα τα οφειλόμενα ενοίκια έχουν πληρωθεί και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα εκ μέρους του Υπουργείου. Η 2η κατηγορούμενη, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ανάφερε ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου. Η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ενασχόληση με την εν λόγω εταιρεία και ο διορισμός της, ως διευθύντρια το 2008, ήταν απλά τυπικός. Εξήγησε ότι λόγω διαφόρων προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με τον ιδιοκτήτη του χώρου, όπου στεγάζετο το εστιατόριο της 1ης κατηγορούμενης, αναγκάστηκαν να τερματίσουν την λειτουργία του με αποτέλεσμα να υποστούν μεγάλη οικονομική ζημιά. Επιβεβαίωσε ότι, μέσω του προηγούμενου δικηγόρου τους, προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες ώστε να τερματισθεί η προγενέστερη υπόθεση υπ'αριθμό 984/10 που είχε καταχωριστεί εναντίον τους. Στα πλαίσια αυτά η υπόθεση ανεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα εφόσον συμφωνήθηκε ένας διακανονισμός με την Υπηρεσία Φ.Π.Α για καταβολές του οφειλόμενου ποσού (Τεκμήριο 28). Το ποσό αυτό θα καταβάλλετο στο ΦΠΑ από ενοίκια που λάμβανε η εταιρεία Brutel, της οποίας η ίδια επίσης ήταν διευθύντρια (Τεκμήριο 27). Όμως ξαφνικά, ενώ η άλλη εταιρεία διατηρούσε συμβόλαιο για περίοδο 7 χρόνων με το Υπουργείο Παιδείας, λόγω της οικονομικής κρίσης, το τερμάτισε. Αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 29 είναι το έντυπο χρονοδιαγράμματος που έγινε μεταξύ του Εφόρου Φ.Π.Α με την 2η κατηγορούμενη. Eπιβεβαίωσε ότι κατά την καταχώρηση του η Υπηρεσία δεν της έδωσε οποιοδήποτε αντίγραφο και ότι η υπογραφή που φαίνεται στο εν λόγω έντυπο ανήκει σε μία εκ των δύο λειτουργών, από την Υπηρεσία Φ.Π.Α, που ήταν παρούσες κατά την συνομολόγηση της εν λόγω συμφωνίας. Δεν ήταν σε θέση επίσης να γνωρίζει ποιος αλλοίωσε το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας. Μετά την διακοπή του ενοικιαστηρίου συμβολαίου η ίδια έκανε πολλές ενέργειες για να αποζημιωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς όμως επιτυχία (Τεκμήρια 32, 33, 34). Μετά την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου η ίδια κηρύχθηκε σε πτώχευση (Τεκμήριο 31) στις 28.01.
- Επιβεβαίωσε τέλος ότι μέχρι και σήμερα, από έρευνα που πραγματοποίησε προσωπικά η ίδια, η 2η κατηγορούμενη βρίσκεται σήμερα ακόμη υπό το καθεστώς εκκαθάρισης. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι στα πλαίσια συζητήσεων που είχε για διευθέτηση της προηγούμενης υπόθεσης της μετέβηκε στην Υπηρεσία ΦΠΑ δύο φορές. Η τελευταία φορά ήταν στις 11.7.13 όταν έγινε η σχετική συμφωνία και αφού κατέβαλε προηγουμένως και ένα ποσό για την υλοποίηση της. Ανέφερε ότι ο λόγος που η ίδια δεν υπόγραψε την εν λόγω συμφωνία ήταν γιατί δεν της ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Επιβεβαίωσε ότι δεν έλαβε αντίγραφο αυτής πλην όμως διευκρίνισε ότι η εν λόγω συμφωνία βρισκόταν πάντοτε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν γνωρίζει τον λόγο που δίπλα από την υπογραφή, που η ίδια ισχυρίζεται ανήκει σε λειτουργό του Φ.Π.Α, αναγράφεται ως ημερομηνία υπογραφής η 26.08.13 και επέμενε στη θέση ότι αυτή υπεγράφη στις 11.7.13 ενώπιον της. Θέση της ήταν ότι κάποιο άγνωστο πρόσωπο τροποποίησε μονομερώς, τις ημερομηνίες και τα ποσά. Επανέλαβε ότι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της συμφωνίας ήταν να αποκόπτετο από την εταιρεία Brutal ένα ποσό από το ενοίκιο που λάμβανε η εν λόγω εταιρεία από το Υπουργείο Παιδείας για την αποπληρωμή του Φ.Π.Α που όφειλε η 1η κατηγορούμενη. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιες ήταν οι αρχικές ημερομηνίες που είχαν συμφωνηθεί για καταβολή του ποσού. Ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει ποια ήταν η αρχική συμφωνία που συμφωνήθηκε χωρίς τις παραποιήσεις που περιέχονται στο αντίγραφο της συμφωνίας που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Επιβεβαίωσε ότι το ποσό που συμφώνησε να καταβάλλει με δόσεις προς το ΦΠΑ ανέρχετο περίπου στις €31.000 και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει από ποιες φορολογικές περιόδους και με ποιο τρόπο προκύπτουν αυτά τα ποσά και ούτε ήταν σε θέση να πει αν αυτά τα ποσά συνδέονται με το υφιστάμενο κατηγορητήριο. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι από τον Ιούνιο του 2012 τα ενοίκια του Υπουργείου Υγείας αποστέλλοντο σε δικό της λογαριασμό, χωρίς όμως το Υπουργείο Παιδείας να αποκόπτει οποιοδήποτε ποσό και ακολούθως να το καταβάλει στην Υπηρεσία ΦΠΑ. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία με την Υπηρεσία ΦΠΑ και ότι το Τεκμήριο 18 αποτελεί απλά δέσμευση για σταδιακή αποπληρωμή με σκοπό να ανασταλεί η ποινική της δίωξη και ότι δεν τήρησε τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια με την καταχώριση του κατηγορητηρίου αντιλήφθηκε ότι δεν είχαν αποκοπεί τα εν λόγω ποσά με σκοπό να τηρηθεί η εν λόγω συμφωνία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της.» Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Θα πρέπει να αναφέρω, εξαρχής, ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας που κατάθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής άφησαν πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Δημιούργησαν την εικόνα ειλικρινών ανθρώπων και κατάθεσαν με ευθύτητα, αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Ανάφεραν όσα γνώριζαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Η μαρτυρία τους παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή τους. Απάντησαν χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι πλήρως στο σύνολό της. Υποστηρίζεται δε από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Βασική μάρτυρας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η Μ.Κ 1 η οποία κατέθεσε τις σχετικές φορολογικές δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενης και επιβεβαίωσε, μέσα από το μηχανογραφημένο σύστημα που διατηρεί η Υπηρεσία, τα οφειλόμενα ποσά της 1ης κατηγορούμενης και τις πρόσθετες χρηματικές επιβαρύνσεις. Κρίνω ότι η εν λόγω μάρτυρας ήταν αντικειμενική και δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια για τα όσα γνωρίζει μέσα από την ενάσκηση των καθηκόντων της και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο δικαστήριο με ειλικρίνεια και με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο την εμπλοκή της στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τα όσα ανάφερε επιβεβαιώνονται πλήρως μέσα από το περιεχόμενο των ίδιων των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της θα έλεγα δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας. Στρεφόμενος στη μαρτυρία του Μ. Ε 2 αυτή θα έλεγα ότι ήταν εντελώς τυπική και παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον η πλευρά της υπεράσπισης επέλεξε να μην τον αντεξετάσει. Αποδεκτή επίσης γίνεται στην ολότητα της και η μαρτυρία του Μ.Ε 3 εφόσον δεν διέκρινα να έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, δεν είχε σκοπό να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά και κλήθηκε να καταθέσει όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Από την άλλη η 2η κατηγορούμενη δεν με έπεισε ως προς την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο και νιώθω ότι δεν μπορώ να εξάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν έχω πεισθεί ότι ήταν αληθοφανής και γνήσια ενώ σε κάποια σημεία είναι εντελώς αόριστη και γενική. Στην προσπάθεια της αυτή με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο προωθώντας τη δική της εκδοχή και αφετέρου να αντικρούσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής δεν απέφυγε τις αντιφάσεις, ενώ κάποιοι ισχυρισμοί της αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Σε κρίσιμα δε ερωτήματα που της τέθηκαν απέφυγε να απαντήσει με ευθύτητα προσπαθώντας να υπεκφεύγει. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Η 2η κατηγορούμενη ουδέποτε προέβαλε την θέση ότι κατέβαλε οποιαδήποτε από τα οφειλόμενα ποσά στο ΦΠΑ ως προκύπτουν από το ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορητήριο. Αυτό που ισχυρίστηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως η κύρια της υπερασπιστική γραμμή ήταν ότι η ίδια συμφώνησε εγγράφως (Τεκμήριο 29) με την Υπηρεσία ΦΠΑ για εξόφληση της οφειλής της, ως αυτό προκύπτει βάση του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης αρ. XXXXX/10 (Τεκμήριο 19). Αποδέχθηκε το γεγονός ότι η συμφωνία δεν τηρήθηκε, όχι εξ υπαιτιότητας της ίδιας αλλά λόγω του ότι τα ποσά που θα καταβάλλοντο από την είσπραξη του σχετικού ενοικίου στην βάση ενοικιαστηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 26) δεν αποκόπτετο. Επίσης δεν τήρησε την συμφωνία λόγω του ότι αυτή τερματίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας. Το πρωτότυπο της εν λόγω συμφωνίας έχει κατατεθεί ως Έγγραφο Α στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση). Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο αυτού δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί μια ισχυρή και έγκυρη γραπτή συμφωνία. Και τούτο γιατί απ΄αυτό απουσιάζει οποιαδήποτε υπογραφή των κατηγορουμένων, ως εξάλλου παραδέχεται και η 2η κατηγορούμενη. Ούτε το εν λόγω έγγραφο περιέχει ποιό ήταν το περιεχόμενο την εν λόγω συμφωνίας αλλά ούτε και περιέχει οποιοδήποτε παροχή και αντιπαροχή εκ μέρους των μερών. Ούτε και περιέχει γραπτώς τι ακριβώς συμφώνησαν τα μέρη, το χρονικό σημείο που συμφωνήθηκε αλλά και ποιες ήταν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών. Ούτε και το εν λόγω έγγραφο έχει ως τίτλο «Συμφωνία». Ως είναι διατυπωμένο αποτελεί ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «έντυπο χρονοδιαγράμματος» και απευθύνεται προς τον Έφορο ΦΠΑ. Επίσης στο εν λόγω έγγραφο υπάρχουν τροποποιήσεις και διαγραφές επί του κειμένου, χωρίς η εν λόγω μάρτυρας να έχει δώσει πειστικές και ξεκάθαρες εξηγήσεις, ποια ήταν η αρχική συμφωνία, ποιο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί και πότε, εφόσον αυτή έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της επικαλούμενη το εν λόγω έγγραφο. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ενώ η οφειλή της 2ης κατηγορούμενης ως παραδέχεται και ο συνήγορος της (Τεκμήριο 30) ανερχόταν στο ποσό των €31.086,41 η κατ' ισχυρισμό έγγραφη συμφωνία αναγράφει (τροποποιημένα) ότι η κατηγορούμενη οφείλει το ποσό των €15.626,
- Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί μία έγκυρη και νόμιμη συμφωνία ως η 2η κατηγορούμενη δηλώνει. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι αποτελεί ένα εσωτερικό σημείωμα το οποίο αφορούσε δέσμευση της 2ης κατηγορούμενης να αποπληρώσει τα οφειλόμενα ποσά ώστε να εξασφαλίσει αναστολή της ποινικής της υπόθεσης πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια. Ακόμη όμως και αν γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, υποθετικά μιλώντας ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί συμφωνία εξόφλησης των οφειλομένων ποσών για την υπόθεση αρ. XXXXX/10, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως μπορεί να επηρεαστεί η οποιαδήποτε ευθύνη της 2ης κατηγορούμενης με οποιοδήποτε τρόπο στην παρούσα ποινική υπόθεση. Και τούτο γιατί συγκρίνοντας τις κατηγορίες των δύο υποθέσεων προκύπτουν ότι αυτές είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, τα ποσά στην παρούσα υπόθεση ξεπερνούν τις €100.000 ενώ η συμφωνία αφορά μόνο €15.626,46 σε σχέση με την υπόθεση αρ. 984/
- Ούτε και παραγνωρίζω ότι η ίδια η 2η κατηγορούμενη δεν τήρησε τη συμφωνία, επομένως δεν μπορεί να επικαλείται όφελος η ίδια από αυτήν από την στιγμή που η ίδια δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της που ανέλαβε έναντι του Εφόρου Φορολογίας. Η 2η κατηγορούμενη προσπάθησε να επιρρίψει την ευθύνη για την μη πληρωμή των ποσών και του χρονοδιαγράμματος που δεν τηρήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας. Τα γεγονότα όμως που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε άλλο την απαλλάσσουν από την προσωπική της ευθύνη που φέρει για την μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος. Όπως προκύπτει στις 13.06.2013 (Τεκμήριο 24) η ίδια με επιστολή που απέστειλε ζήτησε όπως τα ποσά του ενοικίου να εμβάζοντο σε προσωπικό της λογαριασμό. Το αίτημα αυτό υπεβλήθη ένα μήνα πριν τεθεί σε ισχύ το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε με τον Έφορο Φορολογίας. Το αίτημα της αυτό εγκρίθηκε. Επομένως η ίδια γνώριζε τα ποσά που εμβάζοντο στο λογαριασμό της και όφειλε να ελέγχει ότι οι δεσμεύσεις της που ανέλαβε τηρούντο στο ακέραιο και εκπληρώνονταν. Το γεγονός ότι δεν είναι γνήσια η εκδοχή της προκύπτει και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιληφθεί τον λόγο γιατί μόλις η ίδια διαπίστωσε ότι δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα δεν κατέβαλε αργότερα τα οφειλόμενα ποσά. Ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ούτε και ισχύει η αναφορά της ότι δεν πληρώθηκαν τα ποσά στο ΦΠΑ λόγω του ότι τερματίσθηκε το ενοικιαστήριο. Και τούτο γιατί, όπως φαίνεται από το Έγγραφο Α και το Τεκμήριο 23, η 2η κατηγορούμενη έλαβε ενοίκια προηγουμένως τα οποία και δεν κατέβαλε μέρος τους στο ΦΠΑ. Εδώ υπάρχει επίσης και η εξής αντίφαση. Η 2η κατηγορούμενη ανάφερε ότι ο λόγος που ζήτησε τα χρήματα να μπουν σε προσωπικό της τραπεζικό λογαριασμό ήταν επειδή δεν ήθελε να πληρώσει την Τράπεζα Κύπρου. Το διάταγμα όμως για αποπληρωμή των ποσών προς την Τράπεζα Κύπρου εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το αίτημα της, δηλαδή στις 12.06.
- Επίσης δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας καθ' ολη την διάρκεια της αντεξέτασης της είχε στραμμένη την προσοχή της στον συνήγορο της, παρά στο Δικαστήριο, γεγονός το οποίο της είχε επισημανθεί επανειλημμένα πλην όμως η ίδια συνέχιζε να πράττει το ίδιο. Αυτό αποτελεί μια ένδειξη, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε να αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Περαιτέρω ενώ η ίδια παρουσίασε τον εαυτό της ότι η ίδια ήταν τυπικά διευθύντρια και ότι η ίδια δεν είχε καμία σχέση με την 1η κατηγορούμενη, εντούτοις όπως προκύπτει η ίδια έκανε τις συζητήσεις με τον Έφορο Φορολογίας, η ίδια προσπάθησε να βρει λύσεις αλλά και η ίδια συμφώνησε να καταβάλει τα χρήματα αυτά. Επομένως και η θέση της αυτή διαψεύσθηκε από τα ίδια τα γεγονότα. Εξάλλου όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σολομωνίδης κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 323/15 κ.α. «Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από την στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον Περί Εταιρειών Νόμο εφ.113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και η νομολογία επί του θέματος». Στην προσπάθεια της επίσης να προωθήσει την εκδοχή της απαντούσε με γενικότητα και αοριστία. Ερωτώμενη για το ποιός υπέγραψε την συμφωνία εκ μέρους του ΦΠΑ δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Ούτε και έδωσε οποιοδήποτε λόγο γιατί ενώ επικαλείται ότι καταρτίσθηκε συμφωνία η ίδια δεν υπόγραψε αλλά ούτε και ζήτησε να λάβει οποιοδήποτε αντίγραφο. Ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί στην συμφωνία που η ίδια επικαλείται ότι έχει καταρτισθεί στις 11.07.13, υπάρχει μονογραφή ημερομηνίας 26.08.
- Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ την σκοπιμότητα, όπως έμμεσα έχει αναφέρει, κάποιος από την υπηρεσία ΦΠΑ να επιχείρησε να τροποποιήσει την συμφωνία. Για ποιό σκοπό και για ποιο λόγο το ερώτημα αυτό έχει μείνει αναπάντητο εφόσον η οποιαδήποτε τροποποίηση δεν είναι προς όφελος του ΦΠΑ αλλά προς όφελος της κατηγορούμενης. Ούτε μπορούσε να αναφέρει με ξεκάθαρο τρόπο ποια ήταν η αρχική συμφωνία, δηλαδή τί όρους αυτή συμπεριλάμβανε πριν τις παραποιήσεις που υπάρχουν στο εν λόγω έγγραφο. Όποτε δεν γνώριζε να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλοντο κατάφευγε στις φράσεις «Δεν θυμάμαι» ή «έχουν περάσει χρόνια» με σκοπό να υπεκφύγει. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γιατί ενώ η ίδια η 2η κατηγορούμενη παραδέχθηκε αλλά και όπως καταμαρτυρά το Τεκμήριο 30 ότι στην υπόθεση αρ.XXXXX/10 το οφειλόμενο από τους κατηγορούμενους ποσό προς την υπηρεσία ΦΠΑ ανέρχεται στο ποσό των €31.000 περίπου, στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία η οποία έγινε στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, να αναγράφεται ότι οφείλεται το ποσό των €15.626,46 και μάλιστα από κάτω να αναγράφεται ότι είναι το ποσό του κατηγορητηρίου. Ποιο όφελος θα είχε το ΦΠΑ να παραποιήσει την συμφωνία σε σχέση με το ζήτημα αυτό; Το ερώτημα αυτό επίσης έχει μείνει αναπάντητο. Αντίθετα η μείωση το ποσού ενεργούσε εναντίον της Υπηρεσίας ΦΠΑ και προς όφελος των κατηγορουμένων. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις αλλά και άλλους αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία της 2ης κατηγορούμενης, για να δικαιολογήσω του εν λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της. Τα όσα προέβαλε δεν άπτονται άμεσα και επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων και δεν την απαλλάσσουν από την οποιαδήποτε ποινική της ευθύνη, ως αναλύω κατωτέρω. Η εκδοχή της 2ης κατηγορούμενης έχει εγγενείς αδυναμίες και κενά που δεν μπορούν να περιβληθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και μέσα από την κατάθεση των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμηρίων μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω συμπεράσματα: Η 1η κατηγορούμενη ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX513U από τις 08.04.05 μέχρι και τις 30.12.19 όπου και διαγράφτηκε. Η 1η κατηγορούμενη τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθάρισης στις 10.6.11 με βάση σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η εκκαθάριση της 1ης κατηγορούμενης δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι και σήμερα. Η 1η κατηγορούμενη οφείλει τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο με τη μη εμπρόθεσμη καταβολή φόρου που φαίνεται σε φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από την 1η κατηγορούμενη και της μη καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου για τις αντίστοιχες περιόδους, καθώς και χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων και της μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακυρώσεως της εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α. Η 1η κατηγορούμενη, μετά την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, δεν έχει πληρώσει έναντι των οφειλομένων οποιοδήποτε ποσό. Έχει καταβάλει εκπρόθεσμα, και πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, το συνολικό ποσό των €4.164,
- Η 1η κατηγορούμενη καταχώρησε εκπρόθεσμα τις φορολογικές της δηλώσεις το έτος 2012 παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες αφορούν την χρονική περίοδο από το 2006 και εντεύθεν. Πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, καταχωρίστηκε άλλη ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού της 2ης κατηγορούμενης η οποία έλαβε τον αριθμό 984/
- Η εν λόγω υπόθεση ανεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 15.7.
- Η εταιρεία Brutal διατηρούσε συμβόλαιο με το Υπουργείο Παιδείας για την ενοικίαση ενός κτιρίου. Αρχικά το ενοίκιο από το Υπουργείο Παιδείας καταβάλλετο στην εν λόγω εταιρεία και ακολούθως αυτό καταβάλλετο προσωπικά στην 2η κατηγορούμενη, κατόπιν δικών της οδηγιών. Ειδικότερα από τον Μάρτιο του 2012 μέχρι και τον Μάρτιο του 2013, καταβάλλετο ενοίκιο προς την Brutal, από τον 8ο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2014 καταβάλλετο το ενοίκιο προσωπικά προς την 2η κατηγορούμενη και από τον 10ο μήνα του 2014 το ενοίκιο καταβάλλετο προς την Τράπεζα Κύπρου μετά από σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου. Όλα τα οφειλόμενα ενοίκια έχουν πληρωθεί και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα εκ μέρους του Δικαστηρίου. Μέσω του προηγούμενου δικηγόρου τους, οι κατηγορούμενοι, προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες ώστε να τερματισθεί η προγενέστερη υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/10 που είχε καταχωριστεί εναντίον τους. Στα πλαίσια αυτά η υπόθεση ανεστάλη, ως αναφέρθη ανωτέρω, μετά από δέσμευση των κατηγορούμενων να αποπληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Μετά την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου η 2η κατηγορούμενη κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 28.1.16 ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση που διέπει την 1η μέχρι και 13η κατηγορία είναι αυτή του άρθρου 46
(9)του Νόμου, ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και που προνοεί τα ακόλουθα: «οποιονδήποτε πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωση του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος». Επίσης, το άρθρο 6 του Νόμου, ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, προνοεί τα ακόλουθα: «Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο με βάση τον παρόντα νόμο» Επίσης τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/2001 προνοούν τα ακόλουθα: «17.
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον ΄Εφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης» «29
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον ΄Εφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.» Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης μέχρι και 13ης κατηγορίας είναι τα ακόλουθα: Α) ο κατηγορούμενος να είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του άρθρου 6 του Νόμου. Β) ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε φορολογική δήλωση για συγκεκριμένη περίοδο. Γ) ότι ο κατηγορούμενος στη φορολογική δήλωση δήλωσε ο ίδιος και φαίνεται ως καταβλητέος φόρος για συγκεκριμένη περίοδο. Δ) ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα το Φ.Π.Α. που δηλώθηκε, σύμφωνα με τους κανονισμούς, δηλαδή όχι αργότερα μετά τη δέκατη μέρα του μήνα που ακολουθεί η φορολογική περίοδος, δηλαδή μετά το τέλος κάθε τριμήνου κάθε εγγεγραμμένο πρόσωπο είναι υποχρεωμένο μέσα σε 40 μέρες, να υποβάλλει τη φορολογική δήλωση και να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο. Μέσα από τη μαρτυρία που αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, ορθή και αληθή και από τα ευρήματα που εξάχθηκαν από αυτή, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά της 1ης μέχρι και 13ης κατηγορίας. Έχει αποδειχθεί δεόντως ότι η 1η κατηγορούμενη υπέβαλε τις σχετικές φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους από 01.10.06 μέχρι 31.12.09 (Τεκμήρια 4 μέχρι 16). Επίσης έχει αποδειχθεί, μέσω των εν λόγω φορολογικών δηλώσεων, ο καταβλητέος φόρος που δηλώθηκε από την ίδια και ότι επίσης η 1η κατηγορούμενη παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα το Φ.Π.Α. που δηλώθηκε, σύμφωνα με τους κανονισμούς. Περαιτέρω, τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από το Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 3) το οποίο κατατέθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου. Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Δημιουργείται μαχητό τεκμήριο εκ του νόμου, το βάρος το οποίο έχει η υπεράσπιση να το ανατρέψει ότι όλα όσα αναφέρονται σε αυτό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πιο πάνω τεκμήριο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η 1η κατηγορούμενη, τέλος, είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου. Συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου είναι ότι η 1η κατηγορούμενη είναι ένοχη στην 1η μέχρι και 13η κατηγορία. Αναφορικά με τη 14η μέχρι και 23η κατηγορία, σχετικό είναι το άρθρο 46
(10)(Α) του Νόμου, ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, που προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος». Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου (β) που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των κανονισμών. Μέσα από τη μαρτυρία που αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, ορθή και αληθή και από τα ευρήματα που εξάχθηκαν από αυτή, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις πιο πάνω κατηγορίες. Σχετικό επί του θέματος αυτού είναι και το Τεκμήριο 3 που κατάθεσε η Μ.Κ.1 προς το σκοπό αυτό, αναλύοντας τον τρόπο που υπολογίστηκαν οι χρηματικές επιβαρύνσεις, οι τόκοι καθώς και ο πρόσθετος φόρος. Τα εν λόγω ποσά επιβλήθηκαν λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης και λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής φόρου που οφείλεται με βάση τις φορολογικές δηλώσεις. Ως αναφέρθηκε οι φορολογικές δηλώσεις κατατέθηκαν εκπρόθεσμα και το ποσό φόρου που αναγράφεται σε αυτές δεν καταβλήθηκε. Έχει αποδειχθεί ότι η 1η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε τις αναλογούσες χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν σε αυτήν συνεπεία της διάπραξης των αδικημάτων της 1ης μέχρι 13ης κατηγορίας. Oι πρόσθετες χρηματικές επιβαρύνσεις και οι τόκοι περιλαμβάνονται στον οφειλόμενο φόρο (Καλαπαλίκκης κ.ά v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός Υπόθεσης 704/96, ημερομηνίας 5/2/99, Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75). Συνεπώς και για τις κατηγορίες αυτές κρίνω ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορούμενη, πλην της 14ης κατηγορίας. Και τούτο γιατί στο σημείο αυτό θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της 2ης κατηγορούμενης ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαχθούν από την 14η κατηγορία εφόσον το άρθρο 46 (10Α) του Νόμου εισήλθε με τον τροποποιητικό νόμο 129
(1)/2007, αφού προηγουμένως το εν λόγω αδίκημα δεν ποινικοποιείτο ενώ τα αδικήματα της 14ης κατηγορίας χρονολογούνται το 2006 όταν δηλαδή δεν βρισκόταν σε εφαρμογή το εν λόγω άρθρο. Επομένως η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται από την 14η κατηγορία. Με βάση τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη η οποία και κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, πλην της 14ης κατηγορίας για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Στρεφόμενος στην ποινική ευθύνη της 2ης κατηγορούμενη, ως έχει αναφερθεί, αυτή κατηγορείται υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της 1ηςκατηγορούμενης. Η ποινική ευθύνη των διευθυντών ενός νομικού προσώπου βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 48 του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «48.-
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.»
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «διευθύνων αξιωματούχος», σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Για να αποδειχθεί η ποινική ευθύνη εναντίον της 2ης κατηγορούμενης η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, πέραν των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, και το γεγονός ότι η 2η κατηγορούμενη ήταν διευθυντής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της 1ης κατηγορούμενης. Το γεγονός ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έχει αναλυθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η 2η κατηγορούμενη ήταν διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων (σχετικό είναι το Τεκμήριο 17). Εξάλλου το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί με κανένα τρόπο από την υπεράσπιση. Το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ύπαρξη ή ανυπαρξίας ένοχης διάνοιας (mens rea) από το Δικαστήριο. Πρόκειται για απόλυτο αδίκημα (absolute offence). Για να στοιχειοθετηθεί η ποινική ευθύνη του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου ενός νομικού προσώπου, δεν απαιτείται, κατά την ταπεινή μου γνώμη και δικαστική μου κρίση, οιαδήποτε συμμετοχή του στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος. Εφόσον διαπραχθεί αδίκημα από το νομικό πρόσωπο, τότε την ευθύνη για το εν λόγω αδίκημα φέρει και ο σύμβουλος ή διευθύνων αξιωματούχος του. Αρκεί δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε το αδίκημα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015). Η πρόνοια του νόμου, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι σαφής και ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε διαφορετικής ερμηνείας. Οι νόμοι ερμηνεύονται σήμερα με αναφορά στην πραγματική σημασία των λέξεων και τον πραγματικό σκοπό του Νομοθέτη (Πέτσα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2014, ημερομηνίας 12/2/16). Η πιο πάνω θέση ενισχύεται και από το γεγονός ότι το άρθρο 48
(1)αντικατέστησε προηγούμενο σχετικό άρθρο, σύμφωνα με το οποίο στα πλαίσια στοιχειοθέτησης ποινικής ευθύνης διευθύνοντος αξιωματούχου ή συμβούλου νομικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος απαιτείτο η απόδειξη συμμετοχής του στη λήψη της σχετικής απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν απαιτείται, πλέον, με την τροποποίηση του Νόμου. Πρόκειται για ευθύνη προσωπική. Η ευθύνη του διευθυντή, με άλλα λόγια, εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητά του και δεν συνδέεται ή προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Στην υπόθεση Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, λέχθηκε ότι: «Πολύ ορθά η δικαστής επισήμανε πως ο αιτητής - κατηγορούμενος στην ποινική διαδικασία, δεν είχε την ιδιότητα του χρεώστη. Χρεώστης ήταν η εταιρεία Diprose Ltd. Ο αιτητής αντιμετώπιζε τις κατηγορίες σύμφωνα με ειδική διάταξη του Νόμου 246/90, άρθρο 54, όπου προνοείται, μεταξύ άλλων, πως σε περίπτωση που διαπράττεται αδίκημα από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα φέρει εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, μεταξύ άλλων, και ο γενικός διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος του νομικού αυτού προσώπου. Σκοπός δηλαδή του νομοθέτη είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας των αξιωματούχων ενός νομικού προσώπου, όταν το τελευταία διαπράττει αδίκημα που προβλέπεται από το Νόμο. Και τούτο, προφανώς, για να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των φυσικών προσώπων, υπευθύνων της λειτουργίας του.» Στην υπόθεση Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412) λέχθηκε ότι: «Ο Εφεσείων 2 μπορεί να μην έχει ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στη Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ 316στη σελ. 320, είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. Ο βαθμός ανάμειξης του Εφεσείοντος 2 δεν ήταν παράγοντας που στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να μειώσει μία ήδη επιεική ποινή.». Συνεπώς, ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι η 2η κατηγορούμενη ήταν τυπική διευθυντρια, ως η ίδια ισχυρίζεται γεγονός το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Ενόψει της κατάληξης περί αθώωσης της 1ης κατηγορούμενης στην 14η κατηγορία για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να αθωωθεί και η 2η κατηγορούμενη από αυτήν. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Και τούτο γιατί ο ευπαίδευτος συνήγορος της 2ης κατηγορούμενης ήγειρε, ως έχει αναφερθεί, διάφορες νομικές υπερασπίσεις τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες από τις εισηγήσεις που προέβαλε έχουν εγερθεί στα στάδιο του εκ πρώτης όψεως και έχουν απαντηθεί από το Δικαστήριο, μέσω της ενδιάμεσης αιτιολογημένης του απόφασης. Συνεπώς σε σχέση με τα ίδια σημεία που έχουν εγερθεί και κατά το τελικό στάδιο θα γίνει παραπομπή στην εν λόγω ενδιαμέση απόφαση του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι η επαναφορά κάποιων από αυτών αποτελεί κατάχρηση. Αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης ότι η καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον της 2ης κατηγορούμενης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και τούτο γιατί η 2η κατηγορούμενη προέβη σε συμφωνια με την Υπηρεσία ΦΠΑ, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης XXXXX/10. Επομένως από την στιγμή που υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών κωλύεται η Κατηγορούσα Αρχή να επαναφέρει τις ίδιες κατηγορίες στο παρόν κατηγορητήριο, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η εν λόγω συμφωνία δεν τηρήθηκε. Η 2η κατηγορούμενη ήταν η εισήγηση του είναι υπόλογη παραβίασης σύμβασης και έχει αστική ευθύνη ενώ παράλληλα δεν μπορεί να είναι και υπόλογη οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης. Με κάθε σεβασμό η εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 και LOUKOS TRADING CO. LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 10543, ημερ. 26.6.2000). Στη προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να διαπιστωθεί οποιαδήποτε κατάχρηση. Καταρχάς ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Lefkaritis Bros Marine Limited v.Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1993)4 Α.Α.Δ, στην οποία πολύ εύστοχα με έχει παραπέμψει ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η φορολογική υποχρέωση ενός προσώπου δεν αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας. Περαιτέρω με την απόρριψη της μαρτυρίας της 2ης κατηγορούμενης το Δικαστήριο δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε εύρημα ότι η 2η κατηγορούμενη όντως κατάρτισε με την Υπηρεσία Φ.Π.Α οποιαδήποτε έγκυρη γραπτή συμφωνία ως η ίδια διατείνει. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου πρόκειται για μία συμφωνία διακανονισμού των οφειλών της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με την υπόθεση αρ.XXXXX/10 η οποία ανερχόταν περίπου στις €31.000. Ο εν λόγω διακανονισμός έγινε με αποκλειστικό σκοπό την αναστολή της ποινικής δίωξης των κατηγορουμένων στην εν λόγω υπόθεση. Ο εν λόγω διακανονισμός, δεν τηρήθηκε από την 2η κατηγορούμενη εξ υπαιτιότητας της, εφόσον όφειλε να ελέγχει ότι τα χρήματα δεν αποκόπτοντο για σκοπούς πληρωμής του Φ.Π.Α. Ούτε και μόλις ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Λόγω του ότι οι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν το σχετικό χρονοδιάγραμμα, στη βάση του οποίου εξασφάλισαν αναστολή της ποινικής τους δίωξης αλλά και λόγω του ότι η 1η κατηγορούμενη κατάθεσε τις φορολογικές της δηλώσεις και δεν πλήρωνε εντός της τασσόμενης προθεσμίας του οφειλόμενου ποσού. καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση που ουσιωδώς διαφέρει από την υπόθεση αρ. XXXXX/10, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες και σαφώς πολύ μεγαλύτερα ποσά. Και τούτο γιατί στη παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για το ότι παρέλειψαν εμπρόθεσμα να καταβάλουν στον Έφορο ΦΠΑ, συνολικό ποσό ύψους €90.441,41, που φαίνεται αντίστοιχα στις φορολογικές δηλώσεις ως καταβλητέος, για τις φορολογικές περιόδους που καλύπτει το χρονικό διάστημα από 01/10/2006 μέχρι και 30/09/09 πλέον χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκους ενώ στην υπόθεση αρ.XXXXX/10 οι κατηγορούμενοι κατηγορούνταν στην μεν 1η κατηγορία για παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος και που αφορούσε φορολογική περίοδο προγενέστερη με τη φορολογική περίοδο του παρόντος κατηγορητηρίου, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούσαν παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και κατηγορίες που αφορούν παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου που επιβλήθηκε λόγω μη υποβολής φορολογικής δήλωσης. Ως αναφέρθη πιο πάνω δεν είναι αυτές τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Με βάση τα πιο πάνω δεν μπορεί να διαπιστωθεί οποιαδήποτε κατάχρηση και οι κατηγορούμενοι υπέχουν ποινικής ευθύνης, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποπλήρωσαν τα οφειλόμενα ποσά της υπόθεσης XXXXX/10 αλλά και λόγω μεταγενέστερων γεγονότων. Έπεται με βάση τα πιο πάνω ότι η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Περαιτέρω η 2η κατηγορούμενη δεν μπορεί να επικαλείται οποιοδήποτε όφελος από την μη τήρηση του σχετικού χρονοδιαγράμματος για να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης ότι το άρθρο 48
(1)και
(2), βάση του οποίου κατηγορείται η 2η κατηγορούμενη, υπό την ιδιότητα της διευθύντριας της 1ης κατηγορούμενης είναι αντισυνταγματικό. Με δεδομένο ότι το εν λόγω άρθρο είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, ως είναι διατυπωμένο, αλλά και ενόψει του ότι η 1η κατηγορούμενη αφέθη χωρίς υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση λόγω της μη εμφάνισης του Επίσημου Παραλήπτη, η οποιαδήποτε υπεράσπιση που προέβαλε η 2η κατηγορούμενη, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είναι άνευ ουσίας με αποτέλεσμα να κριθεί ένοχη σε κάθε περίπτωση. Το γεγονός αυτό παραβιάζει το δικαίωμα της για δίκαιη δίκη. Παρόμοιο ζήτημα ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης υιοθετώ το λεκτικό της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Σε σχέση με τη πιο πάνω εισήγηση αυτό το οποίο θέλω να αναφέρω εν πρώτοις είναι το γεγονός ότι θα ήταν ορθότερο το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 48 του Νόμου να εγειρόταν στο στάδιο, πριν την απάντηση στο κατηγορητήριο, σαν μια από τις ειδικές απαντήσεις που προβλέπονται από τον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155. (Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Α. Λοϊζου, σ. 315). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων συνοψίζονται στην υπόθεση LAPERTAS FISHERIES LTD κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 335 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κάθε νόμος περιβάλλεται από το τεκμήριο συνταγματικότητας. Το βάρος δε απόδειξης ότι πρόνοια του νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει εκείνος που εγείρει τον ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να αποδείξει αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45 λέχθηκε σχετικά ότι σε αστική ή ποινική διαδικασία θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εξετάζονται παρεμπιπτόντως εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και ότι πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα. Επίσης στην Κακούρη ν. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1Α Α.Α.Δ 8 αναφέρεται ότι απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου, με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει. Ως αναφέρθη ανωτέρω, τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό δεν έχει εγερθεί εξειδικευμένα εφόσον δεν έγινε οποιοσδήποτε επακριβής προσδιορισμός σε ποιό άρθρο του Συντάγματος προσκρούει η εν λόγω νομοθετική διάταξη, επομένως η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Σε κάθε όμως περίπτωση, επί της ουσίας, θεωρώ ότι το εν λόγω άρθρο σε καμία περίπτωση δεν είναι αντισυνταγματικό. Σκοπός του Νομοθέτη με τη θέσπιση της εν λόγω νομοθετικής διάταξης ήταν να καταστήσει ποινικά υπεύθυνους για τις πράξεις ή παραλείψεις του νομικού προσώπου που συνιστούν αδίκημα δυνάμει του Νόμου και τους συμβούλους ή διευθύνοντες αξιωματούχους του. Στην υπόθεση Μελάς ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 412 έγινε αναφορά στο άρθρο 54 του καταργηθέντος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν246/90, του οποίου η διατύπωση είναι πανομοιότυπη με αυτήν του άρθρου 48 του Νόμου. Επομένως, όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση για το άρθρο 54 ισχύουν mutatis mutandis για το άρθρο 48 του Νόμου. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα εξής: «Ο Εφεσείων 2 μπορεί να μην έχει ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στη Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320, είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. .............................. Η παράλειψη δημιουργήθηκε, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, από την μη καταβολή του φόρου μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 25
(1)του Νόμου 246/90, οπότε και διαπράττεται το αδίκημα δυνάμει του Άρθρου 53
(8)και αποδίδεται δυνάμει του Άρθρου 54 ευθύνη στους αξιωματούχους του νομικού προσώπου» Ενόψει των πιο πάνω δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης ότι το άρθρο 48 του Νόμου είναι αντισυνταγματικό. Δεν έχω πειστεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 48. Αποτελεί επίσης εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της 2ης κατηγορουμένης ότι με την επιλογή της 1ης κατηγορούμενης να μην εμφανισθεί στη διαδικασία, μέσω του Επίσημου Παραλήπτη, η 2η κατηγορούμενη αφέθη χωρίς υπεράσπιση με αποτέλεσμα η καταδίκη της να είναι άμεσα συναρτώμενη με το αν έχει αποδειχθεί υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορούμενης, η οποία δεν προέβαλε οποιαδήποτε υπεράσπιση. Επί του προκειμένου σημειώνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έπραξε όσα όφειλε να πράξει. Υπάρχει νομότυπη και κανονική επίδοση του κατηγορητηρίου στον Επίσημο Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της 1ης κατηγορούμενης και ο οποίος επέλεξε να μην εμφανισθεί στη διαδικασία. Το Δικαστήριο στη προκειμένη περίπτωση δεν είχε την εξουσία και το καθήκον να υποχρεώσει τον επίσημο Παραλήπτη να εμφανισθεί στη Διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση η εισήγηση αυτή δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.Η υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορούμενης είναι ορισμένη για απόδειξη. Περαιτέρω η 2η κατηγορούμενη μπορεί να προβάλει τις υπερασπίσεις που ο σχετικός Νόμος προβλέπει αλλά και όποιεσδήποτε άλλες υπερασπίσεις και θέσεις έχει. Σημειώνω επίσης ότι τίποτα δεν εμποδίζει αυτή τη στιγμή την 2η κατηγορούμενη να παρουσιάσει την υπεράσπιση της και τη θέση της η οποία μπορεί να είναι άμεσα συναρτώμενη με την οποιαδήποτε υπεράσπιση μπορούσε υποθετικά να προέβαλε η 2η κατηγορούμενη (Κώστα Αντωνίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.132/2014 ημερομηνίας 16/7/15). Δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε νομικό εμπόδιο να θέσει τις προβλεπόμενες υπερασπίσεις που υπάρχουν σε τέτοιες υποθέσεις εφόσον η ίδια ήταν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι και η διευθύντριας της 1ης κατηγορούμενης μέχρι και σήμερα. Αφού έλαβα υπόψιν περαιτέρω το άρθρο 41 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου[1], τις λεπτομέρειες που δίδονται στο κατηγορητήριο και ότι η μαρτυρία κάθε έκαστου κατηγορούμενου εξετάζεται ξεχωριστά κρίνω επομένως ότι η εισήγηση του συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα επηρεασμού της 2ης κατηγορούμενης σε δίκαιη δίκη, επειδή η 1η κατηγορούμενη δεν έχει εμφανισθεί στη διαδικασία. Σημειώνω ότι τέτοιο ζήτημα έχει εγερθεί ήδη προδικαστικά και το οποίο απορρίφθηκε. Αποτελεί κατάχρηση κατά τη γνώμη μου η επαναφορά του.» Θα πρόσθετα δε περαιτέρω ότι η ενοχή της 1ης κατηγορούμενης στη προκειμένη περίπτωση δεν αποφασίσθηκε απλά και μόνο επειδή δεν εμφανίσθηκε στη παρούσα διαδικασία. Κρίθηκε ένοχη στη βάση του ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία διάπραξης των αδικημάτων, πέραν πάσης λογικής αμφισβολίας, από την Κατηγορούσα Αρχή και με δεδομένο ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι η 1η κατηγορούμενη αλλά και η 2η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε από το οφειλόμενο προς την Υπηρεσία ΦΠΑ ποσό. Εξάλλου το Δικαστήριο έχοντας πλέον ως δεδομένο και την υπεράσπιση που η 2η κατηγορούμενη προέβαλε αυτή στο μεγαλύτερο μέρος της είχε άμεση σχέση με την 1η κατηγορούμενη. Και τούτο γιατί η κύρια υπερασπιστική της γραμμή ήταν το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη κατάρτισε συμφωνία με την Υπηρεσία ΦΠΑ για διακανονισμό των οφειλών της. Επομένως από τη στιγμή που προέβαλε αυτή την υπεράσπιση δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποιό τρόπο έχουν πληγεί τα συμφέροντα της 2ης κατηγορούμενης αφενός προβάλλοντας την εν λόγω υπερασπιστική γραμμή και αφετέρου, η 2η κατηγορούμενη, η οποία εξακολουθεί να είναι διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης, να δικαιούτο να προβάλει την οποιαδήποτε υπεράσπιση θα είχε ενδεχομένως προβάλει η 1η κατηγορούμενη. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Σε κάθε περίπτωση, αν η 2η κατηγορούμενη ένιωθε έντονα ότι επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα της, λόγω του ότι δεν εμφανίσθηκε στη δικαστική διαδικασία ο Επίσημος Παραλήπτης, θα μπορούσε αν επιθυμούσε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και παραστάσεις προς τον εκκαθαριστή της 1ης κατηγορούμενης και να εξασφαλίσει σχετική άδεια/ή συγκατάθεση από αυτόν ώστε να υπερασπισθεί εκ μέρους του και την 1η κατηγορούμενη στα πλαίσια μόνο της παρούσας διαδικασίας (άρθρο 233 του περί Εταιρειών Νόμου, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ v. Lakis Georgiou Construction Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A411, Πολιτική Έφεση 214/2012, ημερομηνίας 6.9.2016). Τίποτα δεν έπραξε η 2η κατηγορούμενη και συνεπώς η οποιαδήποτε προβολή αυτή του εν λόγω επιχειρήματος δεν είναι γνήσια και καλόπιστη και έχει ως στόχο να αποφύγει την ενδεχόμενη της ποινική ευθύνη. Συνεπώς ενόψει των πιο πάνω η εν λόγω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης ότι σε καμία περίπτωση η τελευταία δεν μπορεί να κριθεί ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή παράλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της 1ης κατηγορούμενης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην γνωρίζει κατά πόσο αυτή είναι σήμερα υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η 1η κατηγορούμενη ακόμη δεν έχει ολοκληρώσει την εκκαθάριση της και συνεπώς υπάρχει αβεβαιότητα κατά πόσο είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει την 1η κατηγορούμενη και συνεπακόλουθα και την 2η κατηγορούμενη. Το ζήτημα αυτό ηγέρθη επίσης και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όπου, επί του προκειμένου, παραπέμπω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, το οποίο και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό έχει κατατεθεί δέσμη αντιγράφων πιστοποιητικών (Τεκμήριο 17) που εκδόθηκαν από το Έφορο Εταιρειών, ημερομηνίας 14.6.18 βάση των οποίων η 1η κατηγορούμενη είναι υπό εκκαθάριση στις 10.6.11, ότι έχει συσταθεί την 1.11.14, ότι εξακολουθεί μέχρι την 14.6.18 να βρίσκεται εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ότι εγγεγραμμένοι διευθυντές της ήταν από 1/1/2006 μέχρι και σήμερα, μεταξύ άλλων, και η 2η κατηγορούμενη. Προκύπτει επομένως ότι τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων η 1η κατηγορούμενη υπήρχε ως υπαρκτό πρόσωπο και 2η κατηγορουμένη ήταν η διευθύντρια της. Στο παρόν στάδιο εξετάζεται κατά πόσο θα κληθεί σε απολογία η 2η κατηγορούμενη εφόσον αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη η υπόθεση είναι ορισμένη για Απόδειξη, ως έχει προαναφερθεί. Με την προσκόμιση των εν λόγω κατατεθειμένων εγγράφων θεωρώ ότι έχει δημιουργηθεί τεκμήριο κανονικότητας ότι η 1η κατηγορούμενη εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικο πρόσωπο το οποίο τελεί υπό εκκαθάριση. Στην υπόθεση Σάββας Χ'' Γιώρκης & Υιοί Λιμιτεδ v. Αρτοβιομηχανία Μ.Πατής Λιμιτεδ κ.α, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014,179/2014, 24/10/16 λέχθηκαν επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Σ΄ ό,τι αφορά τη νομική οντότητα της εφεσίβλητης είναι προφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε αφενός ότι με την ενώπιον του μαρτυρία είχε εγερθεί το νομικό μαχητό τεκμήριο της κανονικότητας και αφετέρου ότι υπήρξε παραδοχή ότι η εφεσίβλητη ήταν εταιρεία νομότυπα εγγεγραμμένη. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση και στην περίπτωση που καταδεικνύεται ότι συγκεκριμένος διάδικος λειτουργούσε ως εταιρεία, η μαρτυρία αυτή είναι αρκετή για την έγερση του προαναφερθέντος τεκμηρίου (βλ. Khanji v. Latouros Winners Cars Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 996 και Κ.Ν.G. Αutoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689).» Περαιτέρω με το Τεκμήριο 17 που έχει προσκομισθεί ότι δηλαδή μέχρι της 14.6.18 η 1η κατηγορούμενη εξακολουθούσε να ήταν υπό καθεστώς εκκαθάρισης και συνεπώς είναι υπαρκτό πρόσωπο εφαρμόζεται στη προκειμένη περίπτωση η νομική αρχή του «Τεκμηρίου της Συνέχειας». Η απόδειξη ύπαρξης μίας κατάστασης πραγμάτων σε μία ορισμένη στιγμή παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να συμπεράνει ότι η ύπαρξη της εν λόγω κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο (Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, σελ. 240). Στη προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι έχει, με τα ενώπιον μου δεδομένα, δημιουργηθεί μαχητό Τεκμήριο ότι η 1η κατηγορούμενη εξακολουθεί να υφίσταται ως νομική οντότητα με βάση τα έγγραφα τα οποία έχουν προσκομισθεί ενώπιον μου. Επομένως το βάρος μετατίθεται στην άλλη πλευρά να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία που να ανατρέπει το εν λόγω τεκμήριο ότι η εν λόγω εταιρεία έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της και δεν υφίσταται πλέον ως νομικό πρόσωπο. Σημειώνω εκ του περισσού, ανατρέχοντας στη μαρτυρία της Μ.Υ 1 ότι ουδέποτε υποβλήθηκε η θέση ότι η 1η κατηγορούμενη δεν υφίσταται σήμερα ως νομική προσωπικότητα. Το τι ερωτήθηκε η εν λόγω μάρτυρας κατά πόσο γνωρίζει ποιο είναι το υφιστάμενο καθεστώς της εν λόγω εταιρείας σήμερα, κατά το χρόνο που έδιδε η ίδια μαρτυρία, και η εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει». Η 2η κατηγορούμενη θα πρόσθετα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία που να ανατρέπει τα πιο πάνω Τεκμήρια. Αντίθετα θεωρώ ότι οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες του Δικαστηρίου, κατά πόσο σήμερα βρίσκεται ακόμη εν ζωή η 1η κατηγορούμενη, έχουν αρθεί με την παραδοχή της 2ης κατηγορούμενης όπου ενόρκως ανάφερε τα ακόλουθα: «Και εμείς τώρα το μάθαμε, κύριε Πρόεδρο. Με την εταιρεία που κατηγορείται μαζί σου σ΄αυτό το κατηγορητήριο, ξέρεις την εξέλιξη της; Α. Μπήκε σε εκκαθάριση, είναι σε εκκαθάριση από ό,τι ξέρω. Δικαστήριο: Είναι σε εκκαθάριση; Η μάρτυρας συνεχίζει: Α. Μάλιστα. Ε.Το γνωρίζεις; Έχεις πληροφόρηση εσύ; Α.Μπήκα στο κομπιούτερ για να δω και ακόμα είναι σε εκκαθάριση. Ε.Και μιλούμε; Πού μιλούμε δηλαδή; Α. Είναι σε εκκαθάριση, δεν ήξερα πριν τίποτε άλλο». Συνεπώς ενόψει και του γεγονός ότι η 2η κατηγορούμενη επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη βρίσκεται, σήμερα, υπό καθεστώς εκκαθάρισης, το ζήτημα δεν θα απασχολήσει πλέον άλλο το Δικαστήριο εφόσον επιβεβαιώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κατόπιν παραδοχής της, ότι η 2η κατηγορούμενη είναι ακόμα υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Έπεται ότι και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Μια άλλη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης ήταν το γεγονός ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, εφόσον δεν προσκομίσθηκε στην υπεράσπιση όλο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και ειδικότερα η αίτηση και η ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο και στη βάση των οποίων εξασφαλίστηκε διάταγμα (Τεκμήριο 2) με το οποίο επιτρέπετο η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης δια μέσω του εκκαθαριστή της. Παρόμοια εισήγηση έχει εγερθεί και πάλι στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όπου και παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, το οποίο επίσης υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης: «Ως συνάγεται από την υπόθεση Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ κ.α v. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2013, ημερομηνίας 24.5.16, ζήτημα μη αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού στη βάση παραβίασης του άρθρου 7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μπορεί να αποτελέσει λόγο για ακύρωση καταδίκης, εφόσον αποδειχθεί ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς το δικαίωμα των κατηγορουμένων στο να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Στη προκειμένη περίπτωση βρισκόμαστε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Τέτοια εισήγηση είναι πρόωρη στη απουσία παραδεκτών γεγονότων εφόσον δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο. Θα πρέπει να δοθεί η κατάλληλη μαρτυρία από την υπεράσπιση πώς και με ποιό τρόπο επηρεάστηκε η υπεράσπιση της 2ης κατηγορούμενης με το να μην της προσκομισθεί το σχετικό υλικό. Οι υποβολές και θέσεις δικηγόρου ως είναι καλά γνωστό δεν μπορούν και δεν αποτελούν μαρτυρία. Εκ του περισσού αναφέρω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της 2ης κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι η μη προσκόμιση του σχετικού υλικού οδήγησε την 2η κατηγορούμενη να μην γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η εκκαθάριση της εν λόγω εταιρείας. Εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφέρεται μέσα από το Τεκμήριο 17 ότι η 1η κατηγορούμενη τουλάχιστον μέχρι τις 14.6.18 βρισκόταν υπό εκκαθάριση από τις 10.6.11. Έπεται ότι και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται». Στη βάση των πιο πάνω ήταν ο ισχυρισμός του ότι λόγω του ότι δεν προσκομίσθηκαν τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορεί να προσδιοριστεί η ζημιά την οποία η 2η κατηγορούμενη πιθανόν να έχει υποστεί από την μη αποκάλυψη τους στην υπεράσπιση. Με κάθε σεβασμό η εν λόγω εισήγηση είναι γενική, αόριστη και έκθετη σε απόρριψη. Και τούτο γιατί η υπεράσπιση, έχοντας πάντοτε το βάρος απόδειξης στους ώμους της, δεν απέσεισε το εν λόγω βάρος γιατί τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν καταρχάς μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης αλλά και για ποιο λόγο η Κατηγορούσα Αρχή ήταν υποχρεωμένη να της τα προσκομίσει. Ότι συνάγεται και εν προκείμενω ενδιαφέρει είναι το γεγονός ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης η 1η κατηγορούμενη βρισκόταν υπό καθεστώς εκκαθάρισης γεγονός το οποίο γνώριζε πολύ καλά η 2η κατηγορούμενη και που ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αδυνατεί να αντιληφθεί το Δικαστήριο με ποιο τρόπο επηρεάστηκε η υπεράσπιση της 2ης κατηγορούμενης από την μη αποκάλυψη της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για την εξασφάλιση του εν λόγω διατάγματος. Ούτε και τέθηκε πως και με ποιο τρόπο επηρεάστηκε η υπεράσπισης της 2ης κατηγορούμενης, η οποία ήταν συγκεκριμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Αν η 2η κατηγορούμενη θεωρούσε ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν πολύ σημαντικά για την προώθηση της υπεράσπισης της, που σε καμία περίπτωση δεν είναι με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, η ίδια ακόμη και σήμερα είναι η διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης και αν επιθυμούσε μπορούσε να προβεί σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης και να εξασφαλίσει τα σχετικά έγγραφα. Κάτι τέτοιο όμως δεν έπραξε. Έπεται ότι και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της 2ης κατηγορουμένης ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής ευθύνης της 2ης κατηγορούμενης αλλά και στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Η καθυστέρηση αυτή παραβιάζει το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος με δεδομένο ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου έχουν διαπραχθεί την χρονική περίοδο 2006 μέχρι
- Ήταν η θέση του ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση εφόσον πάντοτε δήλωνε την ετοιμότητα της για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Επίσης υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης με δεδομένο ότι η ποινική υπόθεση ανεστάλη από το Γενικό Εισαγγελέα το 2012 ενώ το παρών κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το
- Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός προσώπου εντός εύλογου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2[2] του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
- Ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό η Κυπριακή Νομολογία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Επιπλέον, σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωσή τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 434, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου (Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Ωστόσο στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου έχουν τεθεί ορισμένα κριτήρια που εξετάζονται, τα οποία είναι:
(1)οι συνθήκες και τα περιστατικά της υπόθεσης,
(2)η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης,
(3)η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών,
(4)η συμπεριφορά του κατηγορουμένου,
(5)η στάση του δικαστικού οργάνου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203. Η παραβίαση της συνταγματικής επιταγής να γίνεται διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στη βάση των προαναφερόμενων καθορισμένων από τη νομολογία κριτηρίων, συνδέεται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ και άλλοι
(2005)2 Α.Α.Δ 10). Ανάλογα με την περίπτωση τέτοια διαπίστωση μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε περίπτωση βέβαια που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος. Στην υπόθεση Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Επίσης τονίστηκε ότι η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής ακόλουθα γεγονότα. Την 5.1.2010 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αρ. XXXXX/10 εναντίον των κατηγορουμένων η οποία και ανεστάλη στις 15.7.2013 μετά από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα (Τεκμήριο 20), κατόπιν αιτήματος που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία γιατί διέρρευσε χρονικά διάστημα 3 χρόνων από την καταχώρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης μέχρι την διακοπή της. Το βάρος άνηκε στην υπεράσπιση να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Προφανώς ως συνάγεται σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση βάραινε τους κατηγορούμενος εφόσον είτε δήλωσαν παραδοχή και ζητούσαν χρόνο για συμμόρφωση είτε δήλωσαν μη παραδοχή και υπόθεση ορίσθηκε για Ακρόαση. Εν τω μεταξύ τέλη του 2012 και ειδικότερα στις 23.11.12 (Τεκμήρια 4-16) οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν τις φορολογικές τους δηλώσεις εκπρόθεσμα. Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε στις 28.4.14 ενώ η ποινική υπόθεση ανεστάλη στις 15.07.
- Δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης θεωρείται υπερβολικός χρόνος, και αυτό αποτελεί δικαστική γνώση από την σωρεία των υποθέσεων που καταχωρούνται πολύ συχνά στα Δικαστήρια σε παρόμοιου τύπου υποθέσεις. Θα πρέπει τώρα να εξεταστεί η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης σε συνάρτηση με την στάση της 2ης κατηγορούμενης αλλά και αυτήν του δικαστικού οργάνου. Συγκεκριμένα, η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.7.14 όπου η 2η κατηγορούμενη δεν προσήλθε και εκδόθηκε εναντίον της ένταλμα σύλληψης το οποίο ορίσθηκε για έλεγχο στις 31.10.
- Το ένταλμα σύλληψης εκτελέσθηκε στις 17.7.2014 και η 2η κατηγορούμενη ζήτησε χρόνο να απαντήσει στις κατηγορίες. Η υπόθεση παρέμεινε στις 31.10.14 για Απάντηση . Την εν λόγω ημέρα η 2η κατηγορούμενη δήλωσε τη μη παραδοχή τις στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 16.1.
- Την ημέρα εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 30.3.
- Την ημέρα εκείνη αναβλήθηκε, μετά από αίτημα της κατηγορούσας Αρχής και ορίσθηκε για Ακρόαση στις 17.4.15 όπου αναβλήθηκε λόγω και πάλι έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για Ακρόαση στος 26.6.
- Ακολούθως η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου στις 6.11.
- Στις 6.11.15 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω απόσυρσης του συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης και η παρούσα υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 10.2.16 όπου και αναβλήθηκε, μετά από αίτημα της 2ης κατηγορούμενης γιατί ήθελε χρόνο να διορίσει και πάλι τον ίδιο συνήγορο ώστε να χειριστεί ο ίδιος την παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 23.3.
- Την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή από τον συνήγορο της 2ης κατηγορούμενης λόγω του ότι θα είναι απασχολημένος σε συνεχιζόμενη ακρόαση. Η παρούσα υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 13.5.16 όπου και αναβλήθηκε και πάλι λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε στις 14.11.16 όπου και αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου στις 20.1.
- Την ημέρα εκείνη η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αιτήθηκε αναβολής λόγω αποχώρησης της από την Υπηρεσία Φ.Π.Α και η υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 10.3.17 όπου και αναβλήθηκε λόγω του ότι η 2η κατηγορούμενη ήταν απούσα. Η υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 26.5.17 όπου και αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου στις 7.7.17, 20.10.17 και στις 16.2.
- Στις 15.6.18 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά από αίτημα της κατηγορούσας αρχής κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου και επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 19.10.18 όπου και πάλι αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ακολούθως επαναορίστηκε στις 16.11.18 για Ακρόαση. Στις 16.11.18 ο συνήγορος της 2ης κατηγορούμενης υπέβαλε αίτημα για παραμερισμό του κατηγορητηρίου λόγω ελαττωματικότητας του όπου και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 30.11.
- Η υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 8.2.19 όπου αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 8.3.
- Την εν λόγω ημερομηνία υπεβλήθη αίτημα αναβολής από την 2η κατηγορούμενη λόγω του ότι δεν της δόθηκε από προηγουμένως η γραπτή δήλωση ώστε να την μελετήσει. Η παρούσα υπόθεση επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 4.4.
- Ο συνήγορος της 2ης κατηγορούμενης την εν λόγω ημερομηνία υπέβαλε και 2η προδικαστική ένσταση λόγω μη δίκαιης δίκης της 2ης κατηγορούμενης. Η ένσταση και πάλι απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 17.5.
- Στις 17.5.19 υπεβλήθη αίτημα αναβολής από τον συνήγορο της 2ης κατηγορούμενης διότι προτίθετο να καταχωρήσει προνομιακό ένταλμα, τύπου Certiorari έναντι της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο ως δήλωσε δεν έχει πράξει λόγω οικονομικών δυσκολιών της 2ης κατηγορούμενης. Η υπόθεση ορίσθηκε για Ακρόαση στις 6.6.19 όπου και αναβλήθηκε μετά από αίτημα του συνηγόρου της 2ης κατηγορούμενης λόγω ασθένειας του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση. Η υπόθεση ορίσθηκε για Ακρόαση στις 20.9.19 όπου αναβλήθηκε λόγω απουσίας του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για Ακρόαση στις 21.10.19 όπου και εν τέλει ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Οι τελικές αγορεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 03.03.
- Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης διαπιστώνω ότι και η 2η κατηγορούμενη έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης λόγω της μη παραδοχής της και των αναβολών που αιτήθηκε αλλά και λόγω του ότι ηγέρθηκαν και 2 προδικαστικές ενστάσεις. Επίσης υπήρξε καθυστέρηση λόγω του ότι η 2η κατηγορούμενη υπέβαλε εκπρόθεσμα τις φορολογικές της δηλώσεις. Ως εκ τούτου, η 2η κατηγορούμενη δεν μπορεί να επιχειρεί την οικοδόμηση υπόθεσης για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης την στιγμή που είναι συνυπεύθυνη για την καθυστέρηση της καταχώρησης και ολοκλήρωσης της παρούσας υπόθεσης (Θεοδώρου v Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου (ανωτέρω) , η συμβολή του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Περαιτέρω από το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν έχει διαφανεί ότι η 2η κατηγορούμενη έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο η υπέστη οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Ακόμη μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας προκύπτει ότι η 2η κατηγορούμενη υπερασπίστηκε τον εαυτό της δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσε χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Η υπεράσπιση δεν έδειξε στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ότι μέσα από την καθυστέρηση αυτή η θέση της επηρεάστηκε δυσμενώς. Ο συνήγορος υπεράσπισης εδράζει τη θέση του περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης της 2ης κατηγορούμενης αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση του παρατηρείται, η οποία όμως από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για τη διακοπή της διαδικασίας και αθώωσης του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτή να αθωωθεί. Συνεπακόλουθα και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Τέλος αποτελεί θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι λανθασμένα δεν συμπεριλήφθηκε στις κατηγορίες 14 εώς 23 το άρθρο 45 του Νόμου, το οποίο ποινικοποιεί τα εν λόγω αδικήματα. Τα άρθρα που περιέχονται στις εν λόγω κατηγορίες απλά επιβάλλουν τις ποινές σε περίπτωση που διαπραχθεί το αδίκημα του άρθρου 45. Και το ζήτημα αυτό έχει εγερθεί στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όπου αποφασίσθηκε ότι το εν λόγω άρθρο δεν ποινικοποιεί τη διάπραξη των αδικημάτων (14η-23η κατηγορία) αλλά το άρθρο αυτό, ως συνάγεται και από τον υπότιτλο, αφορά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Κάτι τέτοιο συνάγεται εμμέσως και από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 45
(3)στη βάση του ότι ο Έφορος Φορολογίας απέστειλε επιστολή στο υποκείμενο πρόσωπο επιβάλλοντας πρόσθετο φόρο 10% στη βάση του ότι το εν λόγω υποκείμενο πρόσωπο δεν κατέβαλε το σχετικό φόρο στη βάση της βεβαίωσης οφειλόμενου φόρου. Θα συμφωνήσω στο στάδιο αυτό με την εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι είναι το άρθρο 46
(10)το οποίο ποινικοποιεί τα αδικήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται. Σε κάθε όμως περίπτωση και να μην συμπεριλαμβανόταν το εν λόγω άρθρο σε περίπτωση που αυτό κρινόταν αναγκαίο το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, όπως παραδέχθηκε προς τιμή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της 2ης κατηγορούμενης, να τροποποιήσει από μόνο του την νομική βάση της κατηγορίας στη βάση της διακριτικής του ευχέρειας εφόσον έχουν στοιχειοθετηθεί τα αδικήματα του εν λόγω άρθρου. Κάτι όμως δεν είναι αναγκαίο στη προκειμένη περίπτωση για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω συνεπακόλουθα οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλην της 14ης κατηγορίας στην οποία αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 1. Τα ακόλουθα πρόσωπα δύνανται να περιληφθούν στο ίδιο κατηγορητήριο και να δικαστούν μαζί, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει ότι θα δικαστούν ξεχωριστά, δηλαδή πρόσωπα κατηγορούμενα-(α) για το ίδιο ποινικό αδίκημα(β) για διάφορα ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχτεί κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης (γ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα τα οποία, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος, θεωρούνται ότι έχουν μετάσχει στη διάπραξη του ποινικού αυτού αδικήματος (δ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα κατηγορούμενα για απόπειρα διάπραξης του ποινικού αυτού αδικήματος (ε) για ποινικό αδίκημα που αφορά κλοπή, δόλια κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών ή δόλιο σφετερισμό και πρόσωπα κατηγορούμενα για αποδοχή ή ανάληψη από τα ίδια του ελέγχου ή της διάθεσης του αντικειμένου του ποινικού αυτού αδικήματος. [2] Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο