ΚΕΤΩΝΗΣ ν. ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 19376/2015, 5/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19376/2015 XXXXX ΚΕΤΩΝΗΣ -εναντίον- XXXXX ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5/3/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Αρχιμήδης Ανδρέου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Θέμης Θωμά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο κατηγορούμενος, με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, την 30.7.15, εξέδωσε και παράδωσε προς όφελος του παραπονούμενου επιταγή για το ποσό των €30.000 η οποία, κατά την παρουσίαση της για πληρωμή στη Τράπεζα, δεν εξοφλήθηκε λόγω παγοποίησης (αccount frozen) του λογαριασμού του εκδότη της. Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε δύο μάρτυρες, τον XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) δικηγόρο και τον XXXXX Σεργίου (Μ.Κ.2), τραπεζικό λειτουργό στην Ελληνική Τράπεζα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, o ευπαίδευτoς συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αγορεύοντας προφορικά και επιχειρηματολογώντας ως προς την εισήγηση του ανάφερε κατ΄αρχάς ότι η Έκθεση Αδικήματος, στην οποία συμπεριλαμβάνεται το άρθρο 305(Α)2, αφορά την ανάκληση (sτοp payment) επιταγής ενώ άλλες είναι οι λεπτομέρειες του αδικήματος στο κατηγορητήριο οι οποίες παραπέμπουν σε αδίκημα του άρθρου 305(Α)1. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι, η επιταγή που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί αντίγραφο και ότι δεν έχει κατατεθεί το πρωτότυπο αυτής. Δεν δόθηκε οποιοσδήποτε πειστικός λόγος, κατ΄εφαρμογή του περί Αποδείξεως Νόμου και κατά παράβαση του κανόνα της παρουσίασης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, για το λόγο που δεν κατατέθηκε η πρωτότυπη επιταγή εφόσον ως αναφέρθηκε από την μαρτυρία, το πρωτότυπο της επιταγής το είχε στη κατοχή του ο XXXXX Κετώνης, Δερματολόγος στη Λευκωσία. Το εν λόγω πρόσωπο δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω ήταν εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι έχουν κατατεθεί τρία διαφορετικά αντίγραφα της επίδικης επιταγής και συνεπώς υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο εφόσον η μαρτυρία που βρίσκεται είναι αντινομική. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί, από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, ότι η υπογραφή που περιέχεται στη επίδικη επιταγή ανήκει στον Κατηγορούμενο. Τέλος, ήταν θέση του, επίσης, ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για την έκδοση της επίδικης επιταγής υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα. Στη βάση των πιο πάνω ήταν η καταληκτική του εισήγηση ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο και θα πρέπει να τον απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Από την άλλη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο εφόσον έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος της επιχειρηματολόγησε ως προς τις θέσεις του, απάντησε στις θέσεις και εισηγήσεις της υπεράσπισης, παραπέμποντας και το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος Νομολογία. Οι θέσεις του είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά και έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν. Δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Σε σχέση με το ζήτημα ότι στη έκθεση αδικήματος αναγράφεται το άρθρο 305(Α)2 αντί του άρθρου 305(Α)1 ήταν η θέση του ότι εκ παραδρομής και λόγω αβλεψίας αναγράφηκε αυτό αντί του ορθού άρθρου. Ως εκ τούτου υπέβαλε στη βάση των πιο πάνω αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στο αίτημα τροποποίησης αναφέροντας ότι τέτοιο αίτημα δεν μπορεί να υποβληθεί στο στάδιο αυτό εφόσον παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των Μ.Κ 1 και 2 τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε συνοπτικά ότι ο παραπονούμενος αγόρασε μετοχές της εταιρείας Μ&Μ Premium Enterprises Ltd από τον κατηγορούμενο. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα πιο πάνω πρόσωπα είχαν αποφασίσει ότι αυτές οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν πίσω στο κατηγορούμενο. Προς τον σκοπό αυτό υπεγράφη σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 1) μάρτυρας της οποίας ήταν και ο ίδιος προσωπικά, με την οποία ο κατηγορούμενος θα κατέβαλλε στον παραπονούμενο το ποσό των €150.000 μέσω επιταγών. Όταν πληρώνετο μια επιταγή ο παραπονούμενος θα επέστρεφε πίσω και ένα μέρος των μετοχών. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας δόθηκε και η επίδικη επιταγή. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι μετέβη ο ίδιος προσωπικά στο γραφείο του συνηγόρου του κατηγορούμενου όπου εκεί ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή και του την παρέδωσε. Την επίδικη επιταγή επίσης επιβεβαίωσε, ο εν λόγω μάρτυρας, ότι την συμπλήρωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσωπικά. Όταν επεστράφη πίσω η επιταγή ο αδελφός του παραπονούμενου, λόγω του ότι ο παραπονούμενος ζει μόνιμα στη Αμερική, του την προσκόμισε στο γραφείο του για να προχωρήσει με την καταχώριση εναντίον του κατηγορούμενου ποινική υπόθεση. Ο ίδιος έβγαλε αντίγραφο της επίδικης επιταγής ενώ την πρωτότυπη επιταγή την επέστρεψε στον αδελφό του παραπονούμενου για να την φυλάξει. Δυστυχώς όταν πριν λίγες μέρες ειδοποίησε τον παραπονούμενο να του προσκομίσει την επίδικη επιταγή ο τελευταίος του ανέφερε ότι, παρά τις προσπάθειες του να την εντοπίσει, την έχει απωλέσει. Η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί και μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν λογαριασμός της ΣΠΕ Αμμοχώστου ο οποίος ανήκε επ΄ονόματι του κατηγορούμενου. Επιβεβαίωσε ότι η επιταγή αυτή ήταν πληρωτέα την 30.07.15 προς τον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο και όταν παρουσιάστηκε στις 30.07.15 στη Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη ότι «ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή ήταν παγοποιημένος». Επιβεβαίωσε ότι στις 31.03.15 ο λογαριασμός του κατηγορούμενου μπήκε στο ΚΑΠ. Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του κατέθεσε αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) καθώς και αντίγραφο κατάστασης που έλαβε από την Υπηρεσία του ΚΑΠ (Τεκμήριο 4). Κατέθεσε τέλος δύο δείγματα υπογραφών που παρέδωσε ο κατηγορούμενος προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 5). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Οι αρχές, με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως, συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Ο κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ Θα εξετάσω, κατά προτεραιότητα, το αίτημα που υπέβαλε η Κατηγορούσα Αρχή, για τροποποίηση της έκθεσης αδικήματος του κατηγορητηρίου και ειδικότερα την αντικατάσταση του άρθρου 305 Α
(2)με το άρθρο 305Α
(1). Το άρθρο 305 Α
(2)[1] ποινικοποιεί το αδίκημα της ανάκλησης της έκδοσης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το δε άρθρο 305Α
(1)[2] ποινικοποεί το αδίκημα της μη εξόφλησης επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή ότι εκ παραδρομής έχει αναγραφεί το άρθρο 305 Α
(2)του Νόμου. Τούτο δε συνάγεται από το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας σαφώς και παραπέμπουν στο αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1). Από την άλλη, ως έχει αναφερθεί ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο και οποιαδήποτε τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενου ενόψει και του χρονικού σταδίου που επιχειρείται η εν λόγω τροποποίηση. Το δικονομικό πλαίσιο για τροποποίηση κατηγορητηρίου καθορίζεται από τα άρθρα 83 επόμενα του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 83 του Κεφαλαίου 155 αναφέρεται σε μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Το άρθρο 84 αναφέρεται στη διαδικασία ακολούθως τροποποίησης δυνάμει του άρθρου
- Η δε τροποποίηση κατηγορητηρίου που προβλέπεται από το άρθρο 85 του Κεφ.155, συνίσταται σε τροποποίηση μετά το τέλος της δίκης (Παπαγεωργίου Κώστας και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 180), εφόσον με τη μαρτυρία έχει αποκαλυφθεί αδίκημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου να είναι απαραίτητη προκειμένου να καταδικασθεί ο κατηγορούμενο για το αδίκημα αυτό και νοουμένου ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για τέτοια τροποποίηση (Aνθία Xριστάκης Aνδρέου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1),
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 ). Είναι ξεκάθαρο, πως στην υπό εξέταση περίπτωση το Δικαστήριο εκείνο που θα εξετάσει είναι κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 83 του Κεφ.155, δηλαδή για τροποποίηση ελαττωματικού κατηγορητηρίου κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπως διαφαίνεται από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, πριν αποφασίσει το Δικαστήριο πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του ότι αυτό είναι ελαττωματικό (Lanitis Bros Ltd v Ιατρικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 2661). Η ελαττωματικότητα είναι θέμα που αφορά τόσο τα εξωτερικά, τυπικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και της διατύπωσης των κατηγοριών αλλά και θέμα που άπτεται της μαρτυρίας όπως παρουσιάζεται κατά την εξέλιξη της δίκης (Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, Archbold, «Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases» 1993, σελ. 1/87). Ουσιαστικής σημασίας είναι κατά πόσο το κατηγορητήριο ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της διατύπωσης των λεπτομερειών στο κατηγορητήριο και της έκθεσης αδικήματος. Ενώ δηλαδή στις λεπτομέρειες γίνεται αναφορά σε επιταγή, η οποία κατά την παρουσίαση της για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω παγοποίησης (account frozen) του λογαριασμού του εκδότη της, στην έκθεση αδικήματος περιέχεται το άρθρο 305 Α
(2)το οποίο, ως αναφέρθη, ποινικοποεί την ανάκληση (stop payment) της επιταγής. Ενόψει αυτής της διάστασης, καταλήγω ότι υπάρχει αντίστοιχη ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο. Με αυτό το δεδομένο, παραμένει να αποφασιστεί κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Καθοριστικής σημασίας στην απόφαση αυτή είναι εάν συνεπεία της τροποποίησης θα επηρεαστεί δυσμενώς ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπιση του. Η τάση που προκύπτει από τη νομολογία είναι η τροποποίηση να επιτρέπεται πιο εύκολα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και με περισσότερη φειδώ όσο αυτή εξελίσσεται (Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου v Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99). Ο λόγος είναι εμφανής. Όσο πιο νωρίς υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, τόσο μικρότερο είναι το ενδεχόμενο αρνητικού επηρεασμού του κατηγορούμενου και της υπεράσπισης του. Στην παρούσα περίπτωση, αναμφίβολα, το αίτημα υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο και ειδικότερα μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Παρά όμως το γεγονός αυτό, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος εφόσον ο κατηγορούμενος, υπό τις περιστάσεις, κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν θα υποστεί. Και τούτο γιατί ο ίδιος, κατά την στιγμή καταχώρησης του κατηγορητηρίου, γνώριζε εξ αρχής το αδίκημα το οποίο είχε να αντιμετωπίσει ως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος. Γνώριζε ότι κατηγορείται στη βάση του άρθρου 305 Α
(1), ανεξάρτητα αν στην έκθεση αδικήματος έχει αναγραφεί εκ παραδρομής άλλο άρθρο. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι ανατρέχοντας στα σχετικά πρακτικά, η όλη αντεξέταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου περιστράφηκε στο αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1), και αν αυτό έχει στοιχειοθετηθεί και όχι στο αδίκημα του άρθρου 305 Α
(2). Περαιτέρω καμία προδικαστική ένσταση δεν ηγέρθη σε σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά ούτε και ζητήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για ποιό ακριβώς αδικήμα κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος, εξάλλου, με την κλήση του σε απολογία θα μπορεί να προβάλει την υπεράσπιση του σε συνέχεια των θέσεων του που προέβαλε κατά την αντεξέταση του, και ως εκ τούτου ουδεμία δυσμένεια θα υποστεί. Για σκοπούς κατάληξης συνυπολογίζω επίσης τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης. Σημειώνω ότι η επίδικη επιταγή προσδιορίζεται επαρκώς στο κατηγορητήριο αφού στις λεπτομέρειες γίνεται αναφορά στον αριθμό της επιταγής, στο ότι αυτή είναι επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου , στο ποσό της επιταγής, στην ταυτότητα του εκδότη και του δικαιούχου. Συνεπώς, εάν η τροποποίηση επιτραπεί, ο κατηγορούμενος δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια ουσιωδώς διαφορετική υπόθεση εναντίον του. Η φύση της υπόθεσης και η ουσία των λεπτομερειών του αδικήματος παραμένουν ίδια και αυτό που επιδιώκεται είναι η διόρθωση της νομικής βάσης της κατηγορίας που όλα όπως συνηγορούν έχει αναγραφεί εκ παραδρομής άλλο άρθρο. Η νέα κατηγορία που θα τροποποιηθεί είναι συναφής με την μαρτυρία και το υπόβαθρο γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης αδικήματος της κατηγορίας ως το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ο κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ.154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Με κάθε σεβασμό δεν θα συμφωνήσω με τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου και με τις εισηγήσεις του ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του λόγω του ότι η επιταγή που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί αντίγραφο και δεν έχει κατατεθεί το πρωτότυπο αυτής και ότι δεν δόθηκε οποιοσδήποτε πειστικός λόγος κατ΄εφαρμογή του περί Αποδείξεως Νόμου και κατά παράβαση του κανόνα της παρουσίασης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, ότι έχουν κατατεθεί τρία διαφορετικά αντίγραφα της επίδικης επιταγής, ότι η υπογραφή που περιέχεται στη επίδικη επιταγή ανήκει στον Κατηγορούμενο και ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για την έκδοση της επίδικης επιταγής υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα. Και τούτο γιατί αφενός από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και έχοντας παραθέσει τη νομική πτυχή της πιο πάνω υπόθεσης σε συσχετισμό με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τη προσκομισθείσα μαρτυρία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν απουσιάζει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του. Περαιτέρω, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, προκύπτει ότι υπάρχει κάποιου είδους μαρτυρία που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μία πραγματική δυνατότητα. Περαιτέρω τα όσα εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου για να εξετασθούν και το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα θα πρέπει αυτό να προχωρήσει σε αξιολόγηση της ενώπιον του προσκομισθείσας μαρτυρίας κάτι που όπως έχει αναφερθεί δεν ανάγεται στο στάδιο αυτό αλλά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Συνεπώς έχοντας κατά νού τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου τον οποίο και καλώ να προβάλει την υπεράσπιση του. Το Δικαστήριο εξηγεί στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. [2] Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο