Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 22736/18, 8/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22736/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Θεοδώρου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 08 Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Αντωνίου Κατηγορουμένη : Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει μια κατηγορία για αμελή οδήγηση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 31.01.2017 στη Λεωφόρο Λάρνακος στην Αγλαντζιά της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX13 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε την εναντίον της κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX XXXXX Αρναούτ, ως ΜΚ
- Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Α στην κυρίως εξέτασή του την κατάθεσή του. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 κατάθεση της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 03.04.2017, ως Τεκμήριο 2 κατάθεση της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 05.12.
- Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ως Τεκμήριο 4 το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έντυπο περιγραφής ζημιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, περί τις 31.01.2017 και περί η ώρα 18:35 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος. Στην παρουσία της Κατηγορουμένης ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα. Σε αυτό σημείωσε το σημείο Χ. Σύμφωνα με τον ίδιο, την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν αίθριος και το δυστύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο δρόμος φωτιζόταν ικανοποιητικά από λαμπτήρες οδικού φωτισμού, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή, ο δρόμος ευθύς και επίπεδος, ενώ το όριο ταχύτητας ανερχόταν στα 50 χ.α.ω. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, οι κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή, η πλησιέστερη διάβαση πεζών βρίσκεται περί τα 109 μέτρα από το σημείο επαφής του οχήματος με την πεζή. Ανέφερε ότι σε ολόκληρο το όχημα της Κατηγορουμένης υπήρχε σκόνη, ενώ σε κάποιο σημείο πρόσεξε ότι δεν υπήρχε σκόνη. Το σημείο το οποίο δεν υπήρχε σκόνη, κατά τον ίδιο, είναι το σημείο που πιστεύει ότι ήρθε σε επαφή το σώμα της πεζής με το όχημα. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που προσήλθε στη σκηνή υπήρχε αρκετός κόσμος, αλλά δεν υπήρχαν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες στη σκηνή, ούτε αναζήτησε οποιανδήποτε πραγματική μαρτυρία. Ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιανδήποτε ζημιά στο όχημα της Κατηγορουμένης, το μόνο που εντόπισε ήταν αποτύπωμα παλάμης. Σε ερώτηση αν έπραξε οτιδήποτε για να διερευνήσει αν το αποτύπωμα παλάμης ανήκε στην Παραπονούμενη, απάντησε ότι δεν έπραξε οτιδήποτε για να το διαπιστώσει. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν έκανε οποιεσδήποτε δακτυλοσκοπικές εξετάσεις. Δήλωσε επιπρόσθετα ότι εντόπισε και «σκούπισμα» στο φτερό του οχήματος της Κατηγορουμένης. Επιπλέον κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 ημερολόγιο ενεργείας και ως Τεκμήριο 7 η κατάθεση της παραπονουμένης, ημερομηνίας 19.09.
- Δέχθηκε ότι δεν έχει οποιανδήποτε μαρτυρία στη διάθεσή του που να δείχνει ποια ήταν η τελική θέση της πεζής. Προσδιόρισε ότι το μόνο που διαπίστωσε είναι ότι υπήρχε «σκούπισμα» στο όχημα της Κατηγορουμένης, αλλά δεν είναι βέβαιος ότι αυτό προήλθε από την παραπονούμενη. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη, XXXXX Κύπρου, ως ΜΚ
- Η ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι δεν θυμάται τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή της. Σε ερώτηση να αναφέρει το χρώμα του οχήματος της Κατηγορουμένης απάντησε επίσης ότι δεν θυμάται. Ήταν σαφής στο ότι, από τη στιγμή που χτύπησε και έπειτα, δεν θυμάται οτιδήποτε. Ανέφερε, επίσης, ότι στον δρόμο πρόλαβε να κάμει μόνο ένα βήμα πριν τη σύγκρουση. Σε ερώτηση να προσδιορίσει με ποιο σημείο του οχήματος της Κατηγορουμένης συγκρούστηκε, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή ότι στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 7, ανέφερε ότι το όχημα της Κατηγορουμένης την χτύπησε με το δεξιό φτερό, απάντησε ότι και στον Αστυνομικό ανέφερε ότι δεν θυμάται. Επέμεινε ότι στην Αστυνομία ανέφερε επίσης ότι δεν θυμάται τι έγινε, ούτε πώς προέκυψε το επίδικο ατύχημα. Σε υποβολή ότι εισήλθε στον δρόμο όταν το όχημα της Κατηγορουμένης βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, απάντησε ότι δεν έχει να πει τίποτε και επανέλαβε ότι δεν είδε το όχημα που της χτύπησε. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 12.02.2020, κατατέθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό, εκδοθέν από τον Δρα. XXXXX Σιαχλούμπ, ημερομηνίας 02.08.
- Το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού έγινε δεκτό από τους διαδίκους ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του περί Αποδείξεως Νόμου. Η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να παραμείνει σιωπηλή. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Ο κύριος Αντωνίου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στο απαιτούμενο επίπεδο την υπόθεσή της. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κυρίας Κακούρη. Παραδεκτά Γεγονότα Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως ουσιαστικά δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τη φύση και τη διαδικαστική σημασία των παραδεκτών γεγονότων προχωρώ με αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ1 Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του σχετικά με τη κατάσταση στον δρόμο και σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα. Όμως, επί των ουσιαστικών επίδικων θεμάτων η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεχτή για την εξαγωγή ευρημάτων. Συγκεκριμένα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το κατά πόσο το «σκούπισμα» που ανέφερε προήλθε από την πεζή. Περαιτέρω, η θέση του ότι το σημείο του σκουπίσματος ήταν το σημείο επαφής τέθηκε σε υποκειμενική βάση και δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να συνδέσει το αποτύπωμα παλάμης, το οποίο βρέθηκε στο όχημα της Κατηγορουμένης, με την παραπονούμενη. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ2 Η ΜΚ2 ήταν η παραπονούμενη στην υπόθεση. Η ΜΚ2 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και πολλά «Δεν θυμούμαι». Συγκεκριμένα η ΜΚ2, ενώ στην κατάθεσή της δηλώνει ότι εισήλθε στον δρόμο φτάνοντας μέχρι περίπου τη μέση του δρόμου, στην αντεξέτασή της ανέφερε ότι εισήλθε μόνο σε πολύ μικρή απόσταση στον δρόμο. Η προβολή δύο διαφορετικών θέσεων ως προς ουσιώδη ζητήματα που σχετίζονται με τις συνθήκες επέλευσης του δυστυχήματος, αναπόφευκτα αποδυναμώνει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Επίσης, η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι πειστική, καθότι η ίδια αναγνώρισε ότι δεν θυμάται το χρώμα του οχήματος που την χτύπησε, ενώ δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τις συνθήκες επέλευσης του κατ΄ισχυρισμόν ατυχήματος. Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ευρημάτων ως προς το ότι όντως επήλθε το κατ΄ ισχυρισμόν ατύχημα και ως προς τις συνθήκες που αυτό προέκυψε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία της ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Γραπτή Κατάθεση Κατηγορουμένης Η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία διατήρησε το δικαίωμα της σιωπής και ούτε κλήτευσε μάρτυρες. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο δύο γραπτές καταθέσεις της ιδίας ως Τεκμήρια 1 και 2.Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ένοχης από τη σιωπή του Κατηγορούμενου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17.11.2017 και Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11.
- 2020 Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το ότι όντως το όχημα της Κατηγορουμένης κτύπησε την παραπονούμενη. Επίσης, η Κατηγορούμενη στις καταθέσεις της δεν αναφέρει οτιδήποτε ενοχοποιητικό ή δεν προβαίνει σε παραδοχή ότι κτύπησε με το όχημά της την παραπονούμενη. Οι αναφορές της Κατηγορουμένης περιορίζονται στο ότι η ιδία κινείτο στον επίδικο δρόμο την επίδικη ημερομηνία με χαμηλή ταχύτητα και ότι σε κάποιο σημείο η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι κτυπήθηκε από την ιδία. Επιπλέον, αποδέχεται το σχέδιο που ετοίμασε ο Αστυνομικός, ΜΚ
- Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων μόνο στην αναφορά της Κατηγορουμένης ότι την επίδικη ημερομηνία κινείτο στον επίδικο δρόμο με χαμηλή ταχύτητα, ότι η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι την κτύπησε και ότι το συμβάν έλαβε χώρα στο σημείο που κατέγραψε ο Αστυνομικός. Ευρήματα Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Κατηγορούμενη στις 31.01.2017 στη Λεωφόρο Λάρνακος στην Αγλαντζιά της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο επίδικος δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Επίσης ήταν δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Το όριο ταχύτητας ανερχόταν στα 50 χ.α.ω. Η Κατηγορούμενη κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Σε κάποιο στάδιο η παραπονούμενη, η οποία διασταύρωνε τον δρόμο ισχυρίστηκε ότι την κτύπησε το όχημα της Κατηγορουμένης. Η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η παραπονούμενη παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τις 17.2.
- Στο όχημα της Κατηγορουμένης εντοπίστηκε κάποιο αποτύπωμα παλάμης και κάποιο σκούπισμα σκόνης στο μπροστινό δεξί φτερό αυτού. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το επίδικο αδίκημα ερείδεται επί του άρθρου 8 του περί μηχανοκίνητων οχημάτων και τροχαίας κίνησης Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σημειώνεται ευθύς εξ αρχής ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της εκάστοτε συμπεριφοράς στο Άρθρο 8 του Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις. Παράλληλα όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Σχετική, επίσης, είναι και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. MC Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση 38/2015, ημερομηνίας 18.12.
- Τονίζεται, επίσης, ότι σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Λουκά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 187/18, ημερομηνίας 18.9.
- Η έννοια της αμέλειας έχει τύχει ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος. Το καθήκον επιμέλειας, όμως, περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετικές, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459 και Ιωάννου ν. Στυλιανού
(1998)1 ΑΑΔ 18861. Στην υπόθεση Ιωάννου Χρίστος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113, λέχθηκε ότι το γεγονός πως κάποιος πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου δεν συνιστούσε λόγο που εύλογα δημιουργούσε την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο. Προστέθηκε δε ότι κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων. Επίσης, στην υπόθεση Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, υποδείχθηκε ότι κίνδυνος μπορεί να προκύψει, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019, όπου κρίθηκε ότι δεν ήταν λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει πως η απόπειρα να διασταυρώσει η πεζή τον δρόμο ξεκίνησε από το σημείο όπου η τελευταία, βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Στην υπό κρίση υπόθεση πέραν από το ότι η Κατηγορούμενη κινείτο στον επίδικο δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο και ότι η παραπονούμενη διασταυρώνοντας τον δρόμο ισχυρίστηκε ότι την κτύπησε η Κατηγορουμένη, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι υπήρξε όντως σύγκρουση ή επαφή του οχήματος της Κατηγορουμένης με την παραπονούμενη. Σημειώνεται ότι το γεγονός πως βρέθηκε κάποιο αποτύπωμα παλάμης και κάποιο σκούπισμα σκόνης στο όχημα της Κατηγορουμένης, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί ύπαρξης σύγκρουσης με την παραπονούμενη. Ακόμα και εάν αποδεικνυόταν ότι υπήρξε σύγκρουση, δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία ως προς τις συνθήκες επέλευσης του κατ΄ ισχυρισμόν ατυχήματος. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία για το πότε προέκυψε ο κίνδυνος να εισέλθει η πεζή στον δρόμο. Επίσης, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την απόσταση στην οποία ο μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να αντιληφθεί την πρόθεση της πεζής να διασταυρώσει. Τα πιο πάνω σχετίζονται με τη γένεση του καθήκοντος επιμέλειας και την κρίση του κατά πόσο οι ενέργειες της Κατηγορουμένης αφίστανται ή όχι του επιπέδου επιμέλειας που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Είναι προφανές ότι τα πιο πάνω αφήνουν κενό σε σχέση με πρωτογενή γεγονότα που θεμελιώνουν την κατηγορία. Ενόψει του πιο πάνω κενού η κατηγορία παραμένει ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ): ....................................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο