Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 23480 / 18, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23480 / 18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής v. XXXXX Θεοδώρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10, Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ε. Ευσταθίου Κατηγορούμενος : παρών. ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει μια κατηγορία για οδήγηση χωρίς ελεύθερα χέρια, μια κατηγορία για οδήγηση χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας, μια κατηγορία για οδήγηση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ακινητοποιημένο και για οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 15.2.2018 στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX33, διαπράττοντας τα κατ΄ ισχυρισμόν αδικήματα. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Γεωργίου, ως ΜΚ
- Ο ΜΚ1, κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε την κατάθεσή του ως Έγγραφο Α. Ανέφερε επίσης ότι αντιλήφθηκε την επίδικη ημερομηνία τον Κατηγορούμενο να περνά από μπροστά του χρησιμοποιώντας κινητό τηλέφωνο. Προσδιόρισε ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε από μπροστά του σε απόσταση δύο με τριών μέτρων. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι πριν εντοπίσει τον Κατηγορούμενο προέβαινε σε καταγγελία άλλου οδηγού. Προσδιόρισε, επίσης, ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα. Εξήγησε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου πέρασε από μπροστά του σε απόσταση δύο με τριών μέτρων και ο ίδιος πρόλαβε να δει τον Κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί το τηλέφωνό του σε απόσταση 30 εκατοστών από το πρόσωπό του. Η όλη παρατήρηση διήρκησε περί τα 3 με 4 δευτερόλεπτα. Δήλωσε, επιπλέον, ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό τηλέφωνο με το αριστερό του χέρι. Ο μάρτυρας ήταν σαφής στο ότι όταν περνά κάποιο πρόσωπο από απόσταση τριών περίπου μέτρων και χρησιμοποιεί κινητό, είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς. Ανέφερε παράλληλα ότι όταν είδε τον Κατηγορούμενο ουσιαστικά τον αντιλήφθηκε να κρατά κάποιο αντικείμενο σε απόσταση περίπου 30 εκατοστών από το πρόσωπό του, το οποίο υπολόγιζε ότι ήταν κινητό τηλέφωνο. Βεβαίως, όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο, διαπίστωσε ότι ήταν κινητό τηλέφωνο που κρατούσε, καθότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να το χρησιμοποιεί και όταν ανακόπηκε. Ως προς τις καιρικές συνθήκες δήλωσε ότι η παρατήρηση έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας περί τις 12 :00 το μεσημέρι και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Προσδιόρισε, επίσης, ότι ακολούθησε τον Κατηγορούμενο με τη μοτοσικλέτα του, πριν να τον ανακόψει, για απόσταση 100 με 150 μέτρα. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας δήλωσε ότι όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι το όχημα που οδηγούσε δεν έφερε πινακίδα εγγραφής μπροστά, αλλά μόνο πίσω. Όταν σταμάτησε το όχημα όμως διαπίστωσε ότι είχε πινακίδα και πάνω στο μπροστινό ταμπλό του οχήματος. Το επίδικο όχημα χρησιμοποιούσε πινακίδες που ανέγραφαν «δοκιμή -test» και έφεραν αριθμό 254-
- Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Νικολαΐδης, ως ΜΚ
- Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Έγγραφο Β την κατάθεσή του. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, ημερομηνίας 15.02.
- Επιπρόσθετα κατέθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τρία φύλα χαρτιού από το Τ.Ο.Μ., ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 2 αποτελείται από έγγραφα του Τ.Ο.Μ και συγκεκριμένα από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος και λεπτομέρειες της άδειας επίδειξης και δοκιμής, της εταιρείας C.A Motors Ltd. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε πως κατά τον χρόνο λήψης της ανακριτικής κατάθεσης δεν ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι διερευνούσε υπόθεση σε σχέση με το αδίκημα της χρήσης κινητού τηλεφώνου. Δήλωσε, όμως, ότι προφορικά του εξήγησε όλα τα τροχαία αδικήματα τα οποία διερευνούσε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Παρασκευά, ΜΚ
- Ο ΜΚ3 εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών από τον Γενάρη του
- Δήλωσε ότι το Τεκμήριο 2 αφορά το όχημα XXXXX
- Εξήγησε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος είναι ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι το επίδικο όχημα είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο την 01.02.2014 με ημερομηνία λήξης ακινητοποίησης την 31.12.
- Η τελευταία ημέρα έκδοσης άδειας κυκλοφορίας ήταν η 15.11.
- Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι την έρευνα που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 δεν την έκαμε ο ίδιος, αλλά κάποιος άλλος συνάδελφός του. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προσφέρει ο ίδιος μαρτυρία και να καλέσει μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο Κατηγορούμενος ως ΜΥ
- Ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται η θέση ότι οδήγησε το επίδικο όχημα για να το μεταφέρει στο ΤΟΜ. Επίσης στο Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι αφού ανακόπηκε, ενώ ο αστυνομικός ήταν κοντά του πήρε το τηλέφωνο του, το οποίο ήταν ακουμπημένο στο αριστερό του πόδι και το έκλεισε. Στη προφορική του μαρτυρία δήλωσε επιπρόσθετα ότι ο ίδιος είναι μηχανολόγος και διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων στη Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμιας. Επίσης, είναι έμπορος αυτοκινήτων και διατηρεί μάντρα πώλησης οχημάτων στη Λεωφόρο Τσερίου. Διατηρεί προς τούτο εταιρεία, η οποία ασχολείται με την εισαγωγή αυτοκινήτων από το εξωτερικό. Η εταιρεία του είναι η Doros K Theodorou Auto Service & Trading Ltd. Ανέφερε ότι οι πινακίδες που είχε αναρτημένες στο αυτοκίνητό του την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν δικές του ή της εταιρείας του, αλλά ανήκαν σε εταιρεία κάποιου συνεργάτη του. Δήλωσε, επίσης, ότι το επίδικο όχημα ήταν όχημα που χρησιμοποιείτο για επίδειξη και το οδηγούσε με σκοπό να το πάρει σε άλλο συνεργείο αυτοκινήτων για να πουληθεί. Εξήγησε ότι τα αυτοκίνητα επίδειξης δεν φέρουν πινακίδες κυκλοφορίας και δεν έχουν άδειες κυκλοφορίας, καθότι κινούνται με πινακίδες δοκιμής. Σύμφωνα με τον ίδιο, την επίδικη ημερομηνία ο ΜΚ1 κινήθηκε δίπλα του και του έκανε νόημα να σταματήσει, δείχνοντάς του την πινακίδα μπροστά. Κατά τον χρόνο που ανακόπηκε και ενώ συζητούσε με τον ΜΚ1 σε σχέση με την πινακίδα του αυτοκινήτου, ταυτόχρονα μιλούσε και στο hands free του αυτοκινήτου του. Ανέφερε ότι τον χρόνο που ανακόπηκε πήρε το τηλέφωνο με το αριστερό του χέρι από κάποιο ντουλαπάκι εντός του οχήματος και συνέχισε να μιλά με τον γιο του στο συνεργείο. Τότε ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι θα τον καταγγείλει σε σχέση με το αδίκημα της χρήσης κινητού. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι το όχημα που οδηγούσε τον επίδικο χρόνο ήταν ακινητοποιημένο, επέμεινε όμως ότι στη Γενική Συνέλευση των εμπόρων αυτοκινήτων τους λέχθηκε ότι μπορούν να μετακινούν τα οχήματά τους χρησιμοποιώντας πινακίδες δοκιμής. Παραλλήλισε την περίπτωσή του με τις περιπτώσεις όπου εισάγεται αυτοκίνητο από το εξωτερικό και κινείται με πινακίδες δοκιμής μέχρις ότου εγγραφεί. Σε ερώτηση σε σχέση με το ποιος του έδωσε άδεια να διακινεί αυτοκίνητο ενώ ήταν ακινητοποιημένο, απάντησε ότι πάντα έτσι πράττουν. Ακολούθως αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Αστυνομικός τον κατήγγειλε σε σχέση με χρήση κινητού, επειδή κρατούσε κινητό με αριστερό του χέρι. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το τηλέφωνο το πήρε στα χέρια του μετά που τον ανέκοψε ο ΜΚ
- Επέμεινε παράλληλα ότι χρησιμοποιούσε το σύστημα hands free. Επέμεινε τέλος ότι επειδή οδηγούσε με πινακίδες δοκιμής μπορούσε να οδηγεί χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και ενόσω το όχημα ήταν ακινητοποιημένο. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Μουρούτης, ΜΥ
- Ο ΜΥ2 είναι ανώτερος τεχνικός στο ΤΟΜ. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι στις 15.02.2018 οι πινακίδες με αριθμούς εγγραφής Δοκιμή Τεστ 254‑6 ανήκαν στην εταιρεία C. A Motors Ltd με αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Ο μάρτυρας κατέθεσε σχετικά έγγραφο με τίτλο «Άδεια επίδειξης και δοκιμής μηχανοκίνητων οχημάτων» ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι δεν γνωρίζει αν στις 15.02.2018 το επίδικο όχημα ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Αντωνίου ως ΜΥ
- Ο ΜΥ3 είναι ο διευθυντής της εταιρείας C.A. Motors Ltd. Η εν λόγω εταιρεία ασχολείται με τις πωλήσεις και επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο δήλωσε ότι τους συνδέει φιλική σχέση, αλλά συνεργάζονται και καθημερινά επαγγελματικά. Σε σχέση με τις πινακίδες «δοκιμή -τεστ» με αριθμούς 254‑6 δήλωσε ότι ο ίδιος στο κατάστημά του έχει 16 πινακίδες. Ανέφερε ότι συνεχώς υπάρχουν στο κατάστημα πινακίδες, ώστε να μπορεί να λειτουργεί η συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο, επειδή ο τελευταίος οδηγεί και οχήματα που ανήκουν στον ΜΥ
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν το επίδικο όχημα δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο, ούτε γνώριζε το κατά πόσο υπήρχαν πινακίδες στο μπροστινό μέρος του επίδικου οχήματος. Επανέλαβε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί πινακίδες της εταιρείας C.A Motors Ltd, οδηγεί και οχήματα που ανήκουν σε αυτή. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο κάθε ένας τη θέση του. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι με βάση τον Νόμο 56
(1)2000 ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να οδηγεί το επίδικο όχημα με πινακίδες δοκιμής και επίδειξης. Εισηγήθηκε σχετικά ότι σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο δεν απαγορεύεται στον αδειούχο έμπορο να εξουσιοδοτεί ή να εργοδοτεί άλλο πρόσωπο για να οδηγεί όχημα για σκοπούς επίδειξης. Στον αντίποδα, η κα Κακούρη εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τους χειρισμούς της Υπεράσπισης προκύπτει ότι δεν έχει αμφισβητηθεί πως ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα την επίδικη ημερομηνία. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι το επίδικο όχημα δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο και δεν είχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας. Επιπλέον, από την μη αμφισβήτηση του Τεκμηρίου 2 και από την κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 1, προκύπτει πως είναι κοινά αποδεκτό ότι το επίδικο όχημα κατά την εγγραφή του έλαβε τους αριθμούς εγγραφής ΚΥΒ
- Αποτελεί, επίσης, κοινό έδαφος ότι την επίδικη ημερομηνία το επίδικο όχημα έφερε πινακίδες « δοκιμή τεστ» με αριθμούς 254-6, οι οποίες δεν ανήκαν στον Κατηγορούμενο ή στην εταιρεία του. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ1 Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Η θέση του ότι το όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε από μπροστά του από απόσταση δύο με τριών μέτρων δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η παρατήρηση διήρκησε 3 με 4 δευτερόλεπτα καθώς επίσης και το γεγονός ότι το συμβάν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της μέρας και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Περαιτέρω, ΜΚ1 ήταν σαφής στο ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να περνά από μπροστά του κρατώντας αντικείμενο σε απόσταση περίπου 30 εκατοστών από το πρόσωπό του, το οποίο αργότερα επιβεβαίωσε ότι ήταν κινητό τηλέφωνο. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 δεν έμεινε στην αρχική παρατήρηση μόνο, αλλά επιβεβαίωσε τα πιο πάνω όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, έχω υπόψη μου ότι η πιο πάνω παρατήρηση ήταν παρατήρηση από επαγγελματία αστυνομικό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, έτσι ώστε εύλογα να αναμένεται ότι ήταν επικεντρωμένος στον σκοπό που είχε να επιτελέσει. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σπανούδη ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Ποινική Έφεση 283/2018, ημερομηνίας 20.11.
- Στην υπό κρίση υπόθεση οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η εν λόγω παρατήρηση και το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτή αλλά την επιβεβαίωσε και κατά τον χρόνο που ανέκοψε τον Κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την ιδιότητα του ως επαγγελματία αστυνομικού, επαρκούν, ώστε το Δικαστήριο να εξάξει σχετικό εύρημα ως οι επίδικες αναφορές του ΜΚ
- Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί και επιβεβαιώνεται από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ2 Ο ΜΚ2 ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του σχετιζόταν γύρω από τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Επίσης, η μαρτυρία του ΜΚ2 ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ 3 Ο ΜΚ3 επίσης ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν από το ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές του ως προς το ότι το επίδικο όχημα ήταν ακινητοποιημένο την επίδικη περίοδο και ότι δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας επιβεβαιώνονται από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ 1 - Κατηγορουμένου Σε σχέση με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου παρατηρώ ότι αυτή χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και προσπάθεια υπεκφυγών. Συγκεκριμένα ενώ στην κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι οδηγούσε το επίδικο όχημα για το μεταφέρει στο ΤΟΜ, στην κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι το οδηγούσε για σκοπούς επίδειξης και το μετέφερε σε άλλο συνεργείο αυτοκινήτων με σκοπό την πώληση. Η πιο πάνω αντίφαση δεν έχει εξηγηθεί από τον Κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, εάν ο λόγος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος το επίδικο όχημα ήταν η επίδειξη δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αναφέρει στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, ότι το μετέφερε στο ΤΟΜ. Επιπλέον, ενώ στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι κατά τον χρόνο καταγγελίας του η συσκευή του κινητού τηλεφώνου βρισκόταν στο αριστερό του πόδι και ο ίδιος έκλεισε τη γραμμή, στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι το κινητό βρισκόταν σε κάποιο τουλαπάκι του οχήματος και συνέχισε να μιλά με τον γιό του κατά τον χρόνο καταγγελίας. Οι πιο πάνω διιστάμενες εκδοχές τέθηκαν σε σχέση με ζητήματα που άπτονται των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η προβολή διιστάμενων και αντιφατικών θέσεων εκ μέρους του Κατηγορουμένου, δεικνύουν την πρόθεσή του να μην πει την αλήθεια σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας η αντίφαση μεταξύ της κατάθεσης του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 1, και των αναφορών του στην κυρίως εξέταση επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Pal Tekinder και Άλλη ν. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ.
- Η πιο πάνω διαπίστωση επηρεάζει συνολικά την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου, αφού η προσπάθεια του να παραπλανήσει σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, δεικνύει την πρόθεση του Κατηγορουμένου να καταφύγει σε δικαιολογίες, ώστε να παρουσιάσει μια ευνοϊκή για τον ίδιο εικόνα. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Αξιολόγηση ΜΥ 2 Ο ΜΥ2 ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση ΜΥ3 Ο ΜΥ3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και σταθερότητα. Η θέση του ότι οι επίδικες πινακίδες δοκιμής τεστ ανήκουν εταιρεία του C.A Motors Ltd συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ο Κατηγορούμενος έχει στην κατοχή του πινακίδες δοκιμής της εταιρείας C.A. Motors Ltd, επειδή οδηγεί και οχήματα που ανήκουν σε αυτή. Ευρήματα. Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος στις 15.2.2018, στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως στον Στρόβολο της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε όχημα μάρκας ΒΜW τύπου Χ5, το οποίο έφερε πινακίδες εγγραφής « δοκιμή - test 254-6». Οι πινακίδες εγγραφής ανήκαν στην εταιρεία C.A. Motors Ltd, ιδιοκτησίας του ΜY3 και όχι του Κατηγορούμενου. Η εταιρεία C.A. Motors Ltd κατείχε άδεια επίδειξης και δοκιμής μηχανοκίνητων οχημάτων. O Κατηγορούμενος συνεργάζεται με τον ΜΥ3 και έχει στην κατοχή του πινακίδες δοκιμής τεστ, οι οποίες ανήκουν στην πιο πάνω εταιρεία, επειδή οδηγεί και οχήματα που ανήκουν σε αυτή. Το επίδικο όχημα είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Κατηγορουμένου προσωπικά και κατά την εγγραφή του στη Δημοκρατία έλαβε αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Επιπλέον, το επίδικο όχημα δηλώθηκε ακινητοποιημένο από 1.2.2014 μέχρι 31.12.
- Επιπρόσθετα, κατά τον επίδικο χρόνο δεν βρισκόταν σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλόλητας σε σχέση με το επίδικο όχημα. Ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το εν λόγω όχημα χρησιμοποιώντας τηλέφωνο με το χέρι. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί σε αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις το επίπεδο απόδειξης βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.179 και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Άλλωστε, η μετάθεση βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου δεν παραβιάζει από μόνη της το τεκμήριο αθωότητας του εκάστοτε κατηγορουμένου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σκούλλου Αυγουστίνος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 87 και στο σύγγραμμα του Λ. Κοτσαλή, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Άνθρωπου & Ποινικό Δίκαιο 1η έκδοση, σελ. 491 Εν πάση περιπτώσει, είτε μετατίθεται το βάρος απόδειξης είτε όχι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Η βασική θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος νομιμοποίητο να οδηγεί το επίδικο όχημα με πινακίδες δοκιμής. Το γεγονός ότι οδηγούσε με πινακίδες δοκιμής επέτρεπε στον Κατηγορούμενο να οδηγεί ακινητοποιημένο όχημα και όχημα για το οποίο δεν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας Προς επίρρωση της θέσης της η Υπεράσπιση παρέπεμψε στον περί Εμπόρων Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Επίδειξη και Δοκιμή) Νόμο 56
(1)του 2000. Σχετικό με τα επίδικα θέματα είναι το άρθρο 3
(3)του πιο πάνω Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Η άδεια επίδειξης και δοκιμής ισχύει για περίοδο δώδεκα
(12)μηνών από 1η Ιανουαρίου μέχρι 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους και παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να χρησιμοποιεί σε οποιοδήποτε δρόμο μη εγγεγραμμένα ή ακινητοποιημένα μηχανοκίνητα οχήματα, τα οποία ο έμπορος εμπορεύεται, για σκοπούς επίδειξης ή δοκιμής σε πιθανούς αγοραστές, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου». ( η υπογράμμιση δική μου). Τέτοια άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του εν λόγω Νόμου, εκδίδεται από τον Έφορο σε έμπορο μηχανοκίνητων οχημάτων, αν ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής είναι στην πραγματικότητα καλόπιστος έμπορος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου "αδειούχος έμπορος" σημαίνει έμπορο στον οποίο έχει εκδοθεί άδεια επίδειξης και δοκιμής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3. Προκύπτει, συνεπώς, πως η άδεια επίδειξης και δοκιμής αφορά οχήματα που ο αδειούχος έμπορος εμπορεύεται. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι οι πινακίδες εγγραφής που έφερε το επίδικο όχημα ανήκουν σε αδειούχο έμπορο, ο οποίος κατείχε άδεια επίδειξης και δοκιμής. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο ο αδειούχος έμπορος εμπορευόταν το επίδικο όχημα. Η γνώση για το πιο πάνω ζήτημα ανάγεται ιδιαζόντως ή αποκλειστικώς στη σφαίρα γνώσης του Κατηγορούμενου. Έτσι το βάρος απόδειξης του πιο πάνω γεγονότος μετατέθηκε σε αυτόν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Από τη μαρτυρία του ΜΥ3 προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος έχει στην κατοχή του πινακίδες εγγραφής της εταιρείας C.A motors Ltd, επειδή οδηγεί και οχήματα που ανήκουν σε αυτή. Όμως, δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η αδειούχος έμπορος εμπορευόταν το επίδικο όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι δυο πρόσωπα συνεργάζονται δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επιτρέπεται να χρησιμοποιείται η άδεια επίδειξης και δοκιμής πέραν των όσων ο Νόμος ορίζει. Στην προκειμένη περίπτωση, αφ΄ ης στιγμής δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η αδειούχος έμπορος εμπορευόταν το επίδικο όχημα, προκύπτει ότι ουδείς δικαιούτο να το χρησιμοποιεί με τις επίδικες πινακίδες «δοκιμή τεστ». Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δικαιούτο να οδηγεί το επίδικο όχημα με πινακίδες «δοκιμής τεστ» με βάση τις πρόνοιες του περί Εμπόρων Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Επίδειξη και Δοκιμή) Νόμο 56
(1)του 2000. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω προχωρώ με εξέταση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Σημειώνω ότι τα επίδικα αδίκημά θεσπίζονται όλα στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, ως έχουν τροποποιηθεί. Σημειώνω, επίσης, ότι ο Καν. 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος. Το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας θεσπίζεται στον Κανονισμό. 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, ως έχει τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Από το λεκτικό του επίδικου Κανονισμού εξάγεται το συμπέρασμα ότι το αδίκημα διαπράττεται, μεταξύ άλλων, όταν κάποιος οδηγός κρατά κινητό τηλέφωνο με το χέρι κατά την οδήγηση. Σύμφωνα δε με τη Νομολογία το επίδικο αδίκημα διαπράττεται με την απόδειξης χρήσης του κινητού τηλεφώνου με τα χέρια. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Θεοδότου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 695. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κρατώντας κινητό τηλέφωνο. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης Κατηγορίας Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεσπίζεται στον Κανονισμό 16
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Τα διακριτικά σημεία της ταυτότητος μηχανοκινήτου οχήματος θέλουν τοποθετηθή επ'αυτού, συμφώνως προς τους παρόντας Κανονισμούς, κατά τρόπον ώστε να είναι κατά πάντα χρόνον ευχερής η διακρίβωσίς των.» Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του εν λόγω κανονισμού ο όρος διακριτικά σημεία ταυτότητας έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν ο Κανονισμός 6, Σύμφωνα δε με τον κανονισμό 6
(7): «Ουδέν μηχανοκίνητον όχημα δύναται να φέρη επ'αυτού διακριτικά σημεία ταυτότητος άλλα, πλην εκείνων, τα οποία παρεχωρήθησαν εις αυτό επί τη εγγραφή του, ή οιανδήποτε επιγραφήν υποδηλούσαν ότι τούτο ανήκει εις οιονδήποτε τύπον ή κατηγορίαν οχημάτων πλην εκείνης, διά την οποίαν εγένετο η εγγραφή του.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι διακριτικά στοιχεία ταυτότητας κάποιου οχήματος είναι τα στοιχειά ταυτότητας που δίδονται κατά την εγγραφή του. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι κατά την εγγραφή του επιδίκου οχήματος αυτό έλαβε τους αριθμούς εγγραφής XXXXX33. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε αυτό για σκοπούς επίδειξης ή ότι, εν πάση περιπτώσει, νομιμοποίητο να το οδηγεί με πινακίδες δοκιμής. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος όφειλε να έχει αναρτημένες τις πινακίδες εγγραφής με τα στοιχεία ταυτότητας του επίδικου οχήματος που δοθήκαν κατά την εγγραφή του και όχι άλλες. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα χωρίς αυτό να φέρει τα διακριτικά σημεία ταυτότητάς του, ως έχει προσδιοριστεί ανωτέρω, επαρκεί για την καταδίκη του στη δεύτερη κατηγορία. Το αδίκημα της τρίτης Κατηγορίας Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας θεσπίζεται από τον Κανονισμό 5Β
(4)Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ή επιτρέπει τη χρήση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το επίδικο όχημα ενόσω αυτό ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο. Το γεγονός ότι χρησιμοποίησε αυτό με πινακίδες δοκιμής δεν μεταβάλει τα πράγματα αφού δεν είχε σχετική άδεια ως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία. Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 65
(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, ως έχουν τροποποιηθεί, ο τεχνικός έλεγχος έκαστου οχήματος είναι υποχρεωτικός. Σύμφωνα δε με το άρθρο 65
(5)των εν λόγω κανονισμών, ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το επίδικο όχημα χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ τέτοιο πιστοποιητικό. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην τέταρτη κατηγορία. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο