← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΒΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2927/2017, 2/4/2020

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΒΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2927/2017, 2/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2927/2017 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ -εναντίον- XXXXX ΠΟΛΥΒΙΟΥ Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 2/04/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Κ. Μάρκου Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Β. Ακάμας Κατηγορούμενη: Απούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη, με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες σε σχέση με παραβάσεις του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 4/78 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Ειδικότερα, η κατηγορούμενη, στην 1η μέχρι και 5η κατηγορία κατηγορείται ότι αρνήθηκε ή παράλειψε ή και αμέλησε να υποβάλει δήλωση εισοδήματος για τα έτη 2008 μέχρι και 2012. Στην δε 6η κατηγορία κατηγορείται ότι αρνήθηκε ή παράλειψε ή αμέλησε να υποβάλει κατάσταση κεφαλαίου, κατά παράβαση των άρθρων 5

(3), 5
(4), 20
(3), 27 και 50 του πιο πάνω Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος τις 6ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη από την 21η Μαΐου 2014 μέχρι και σήμερα δεν υπέβαλε κατάσταση ενεργητικού και παθητικού, κατά την 01.01.2005 και 31.12.2013, για περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό, που της είχε ζητηθεί με ασφαλισμένη επιστολή του Εφόρου Φορολογίας, ημερομηνίας 21.02.2014 (μαζί με κατάσταση εξόδων για τα έτη 2008 μέχρι 2013 συμπεριλαμβανομένου). Η κατηγορούμενη δήλωσε την παραδοχή της στην 1η μέχρι και 5η κατηγορία. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ και των δύο πλευρών ότι, εκκρεμούσης της παρούσας ποινικής υπόθεσης, υπήρξε και πλήρη συμμόρφωση της με τις υπό αναφορά κατηγορίες. Αντίθετα η κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή μόνο στην 6η κατηγορία για την οποία διεξήχθη η παρούσα ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (στο εξής «ο Διευθυντής») επέβαλε στην κατηγορούμενη φορολογία εισοδήματος για το έτος
  1. Η κατηγορούμενη, έναντι της πιο πάνω επιβληθείσας φορολογίας καταχώρησε σχετική ένσταση με σκοπό την επανεξέταση και αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Μέσα στα πλαίσια αυτά και προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε από κοινού ως Έγγραφο Α τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, αφού προηγουμένως εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: α) ότι η κατηγορούμενη υπέβαλε ένσταση, ημερομηνίας 24.11.2010, μέσω εξουσιοδοτημένου ελεγκτή αναφορικά με τη φορολογία που της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας για το έτος
  2. β) ότι στις 21.2.2014 συντάχθηκε και υπογράφηκε επιστολή (Τεκμήριο 1) από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τον Έφορο Φορολογίας (τότε Έφορο Φόρου Εισοδήματος), η οποία απευθυνόταν προς την κατηγορούμενη και με την οποία της ζητείτο όπως εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης να υποβάλει δηλώσεις εισοδήματός της για τα έτη 2008‑2012, υπογεγραμμένη κατάσταση που να δείχνει όλες τις λεπτομέρειες του ενεργητικού και του παθητικού της περιουσίας της κατά την 01.01.2005 και 31.12.2013, για περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό, καθώς και προσδιορισμούς φορολογητέου εισοδήματος για κάθε χρόνο ξεχωριστά και κατάσταση εξόδων για κάθε έτος από το 2008 μέχρι και το 2013 συμπεριλαμβανομένου. γ) το σύνολο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 γίνεται αποδεκτό και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του καθώς και το σύνολο των στοιχείων των δεδομένων, των πληροφοριών και των διευθύνσεων που ευρίσκονται επ' αυτού. δ) ότι το Τεκμήριο 1, επ' ονόματι της κατηγορουμένης, δόθηκε στο ταχυδρομείο και ταχυδρομήθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο του Εφόρου Φορολογίας (τότε Εφόρου Φόρου Εισοδήματος) προς την τελευταία δοθείσα διεύθυνση της. Τα πιο πάνω καθίστανται αυτομάτως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ευχαριστώ και τις δύο πλευρές για την από κοινού δήλωση παραδεκτών γεγονότων γιατί με αυτό τον τρόπο βοήθησαν στο να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη και απλή. Και τούτο γιατί μεταξύ των μερών δεν υπήρχε σημαντική απόκλιση ως προς τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Η υπεράσπιση, μέσω της γραμμής αντεξέτασης του ευαπίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης αλλά και μέσω της γραπτής αγόρευσης του, ήγειρε, επί της ουσίας, δύο ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα είναι ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε έχει παραλάβει και ουδέποτε έχει περιέλθει εις γνώση της το Τεκμήριο 1, βάση του οποίου ο Διευθυντής την καλούσε να προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία αναγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Το δεύτερο ζήτημα το οποίο ηγέρθη ήταν αμιγώς νομικό ζήτημα. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι παράνομα και ο εκπρόθεσμα ο Διευθυντής απέστειλε την ειδοποίηση του Τεκμηρίου 1 προς την κατηγορούμενη, κατά παράβαση των ρητών χρονικών περιορισμών που θέτει το άρθρο 20 του Νόμου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο Διευθυντής, μετά την καταχώρηση ένστασης, έχει εξουσία να ζητήσει επιπρόσθετα στοιχεία μόνο μέσα εντός χρονικής περιόδου 12 μηνών ενώ το Τεκμήριο 1 απεστάλη αφού παρήλθαν 39 μήνες. Συνεπακόλουθα, ο Διευθυντής δεν είχε καμία εξουσία και δεν δύνατο να ζητά τα εν λόγω στοιχεία από την κατηγορούμενη. Ταυτόχρονα αυτή δεν είχε καμία υποχρέωση να του τα προσκομίσει. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε δύο μάρτυρες, την XXXXX Σπύρου (Μ.Κ 1), γραμματειακή λειτουργό στο Τμήμα Φορολογίας και τον XXXXX Αθανασιάδη (Μ.Κ 2), επαρχιακό ταχυδρομικό λειτουργό στην Λευκωσία. Κατατέθηκαν συνολικά και 9 Τεκμήρια. Αφού το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του, αποφάσισε να καλέσει σε απολογία την κατηγορούμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, η κατηγορούμενη επέλεξε να παραμείνει σιωπηλή και να μην προσκομίσει οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Λαμβανομένου των κοινών θέσεων των 2 πλευρών, αλλά και των αμφισβητούμενων γεγονότων, η παράθεση της μαρτυρίας αμέσως πιο κάτω, γίνεται με γνώμονα τα επίδικα θέματα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Όπως εξάλλου έχει λεχθεί στην απόφαση G & K Exclusive Fashions Ltd v. Ρόδου Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1 (Α) Α. Α. Δ, 88) το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της. Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής εργάζεται στον Κλάδο αυτοεργοδοτούμενων, φυσικών προσώπων και ενστάσεων του Επαρχιακού Γραφείου του Τμήματος Φορολογίας. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η ετοιμασία επιστολών προς φυσικά πρόσωπα εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας, με τις οποίες ζητούνται διάφορα στοιχεία από τους φορολογούμενους και σε περίπτωση που αυτοί δεν συμμορφώνονται ενημερώνει ακολούθως τον Τομέα Λήψης Δικαστικών Μέτρων. Επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με το προσωπικό φάκελο της κατηγορούμενης που η ίδια έχει στη κατοχή της, αυτή είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Φόρου Εισοδήματος. Επίσης μπορεί να επιβεβαιώσει ότι στις 21.02.2014 αποστάληκε στην κατηγορούμενη συστημένη επιστολή (Τεκμήριο 1), με την οποία της ζητήθηκε όπως, εντός προθεσμίας τριών μηνών, υποβάλει στον Έφορο τα στοιχεία τα οποία καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή. Επιβεβαίωσε ότι το Τεκμήριο 1 το ετοίμασε η ίδια και φέρει την υπογραφή του προισταμένου της. Ανάφερε ότι στο εν λόγω Τεκμήριο συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ο αριθμός φακέλου της κατηγορούμενης, το όνομα της και η τελευταία γνωστή διεύθυνση αλληλογραφίας και κατοικίας της που ήταν καταχωρημένη στο αρχείο του Τμήματος, την οποία η ίδια είχε δηλώσει. Τη διεύθυνση αυτήν είχε δηλώσει επίσης και ο λογιστής της κατηγορουμένης, όταν η τελευταία υπέβαλε ένσταση για τη φορολογία που της είχε επιβληθεί για το έτος 2015 (Τεκμήριο 3). Όταν ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 1 στάλθηκε στις 21.02.2014 μαζί με άλλες επιστολές που αφορούσαν άλλους φορολογούμενους, στο ταχυδρομείο Προδρόμου, για να ταχυδρομηθούν ως συστημένες. Η επιστολή αυτή έλαβε αριθμό συστημένου αντικειμένου RF116056155CY, ο οποίος φαίνεται στο κάτω μέρος του αντιγράφου της επιστολής που έχει καταθέσει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την απόδειξη καταθέσεως συστημένων αντικειμένων, την οποία υπογράφει ταχυδρομικός λειτουργός, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και επιστολή που αποστάλθηκε στην κατηγορούμενη. Η εν λόγω επιστολή δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη στο Τμήμα του Εφόρου. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 5 σχετικό πιστοποιητικό ταχυδρόμησης κυβερνητικής αλληλογραφίας με πληρωμένο το ταχυδρομικό τέλος από το Τμήμα Φορολογίας. Περαιτέρω ανάφερε ότι έχει προβεί και σε έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του ταχυδρομείου, (Τεκμήριο 6) και διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση που υπάρχει σε αυτό, το Τεκμήριο 1 φαίνεται ότι έχει παραληφθεί. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 7 σχετική βεβαίωση από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία, η οποία επίσης αναφέρει ότι, σύμφωνα με το σύστημα εντοπισμού ταχυδρομικών αντικειμένων, το Τεκμήριο 1 παραλήφθηκε από τον δικαιούχο στις 03.03.2014, όμως δεν είναι δυνατή η προσκόμιση της απόδειξης παράδοσης για το εν λόγω αντικείμενο, γιατί οι σχετικές αποδείξεις παράδοσης των αντικειμένων φυλάγονται μόνο για διάστημα ενός μηνός. Ήταν τέλος η θέση της ότι στη βάση της πιο πάνω επιστολής η κατηγορούμενη αν και όφειλε να υποβάλει τα στοιχεία που της ζητήθηκαν, εντός τριών μηνών, εντούτοις δεν το έπραξε και ως εκ τούτου καταχωρίστηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Περαιτέρω, με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στον προσωπικό φάκελο της Κατηγορουμένης, δεν υποβλήθηκε από μέρους της Κατηγορουμένης οποιαδήποτε ένσταση και ούτε προχώρησε σε καταχώρηση προσφυγής, αμφισβητώντας με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Αντεξεταζόμενη αποδέχθηκε το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε στην κατηγορούμενη λόγω της ένστασης που η ίδια υπέβαλε στο Τμήμα Φορολογίας σε σχέση με την φορολογία που της υποβλήθηκε αναφορικά με το έτος
  2. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι η ένσταση της κατηγορούμενης ενώ υποβλήθηκε στις 24.11.2010, το Τεκμήριο 1 αποστάληκε στην κατηγορούμενης 39 μήνες αργότερα. Επιβεβαίωσε το γεγονός, επίσης, ότι από την έρευνα που έχει κάνει η ίδια, μέσω του ταχυδρομείου, το Τεκμήριο 1 έχει παραληφθεί, διευκρινίζοντας όμως ότι ουδέποτε το Τμήμα παρέλαβε οποιαδήποτε απόδειξη, υπογεγραμμένη από την κατηγορούμενη, ότι αυτή πράγματι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, σε σχετική υποβολή που της υποβλήθηκε, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας δικαιούτο να ζητήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία μόνο εντός 12 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης της κατηγορουμένης. Αποδέχθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Νόμου, με την πάροδο τριών χρόνων από την υποβολή, εάν ο Έφορος Φορολογίας δεν ενεργήσει ή ανταποκριθεί σε σχέση με την ένσταση, τότε υποχρεούται με βάση τον Νόμο να αποδεχθεί την ένσταση της κατηγορουμένης. Αποδέχθηκε επίσης, τέλος, το γεγονός ότι ο Διευθυντής δεν ανταποκρίθηκε εντός των τριών ετών, ως προβλέπει ο σχετικός Νόμος. Ο Μ.Κ 2 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι τα καθήκοντά του, μεταξύ άλλων, είναι να προβαίνει σε έλεγχο των διαφόρων επαρχιακών ταχυδρομείων που βρίσκονται εντός της επαρχίας Λευκωσίας. Επιβεβαίωσε ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί κατάθεση συστημένης κυβερνητικής αλληλογραφίας, το οποίο εκδίδεται από το ταχυδρομείο και με βάση αυτήν βεβαιώνεται ότι τα γράμματα και επιστολές που αναφέρονται σε αυτό έχουν κατατεθεί στο ταχυδρομείο στις 21.02.2014 από υπάλληλο του γραφείου του Φόρου Εισοδήματος. Επιβεβαίωσε επίσης ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί το σύνολο των επιστολών οι οποίες έχουν κατατεθεί στη βάση του Τεκμηρίου 4 στο Ταχυδρομείο της Προδρόμου. Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 6 είναι το σύστημα IPS, Web Tracking/Items Events (IPS) και σε αυτό καταχωρούνται όλες οι συστημένες επιστολές και η πορεία τους από την ώρα που θα κατατεθούν στο ταχυδρομείο μέχρι τη στιγμή που θα παραληφθούν. Το ταχυδρομείο ενημερώθηκε ότι παραλήφθηκε το Τεκμήριο 1, βάσει της έρευνας που έχει προβεί ο ίδιος, εφόσον η σχετική επιστολή παραδόθηκε σε χωριό στην XXXXX, μέσω ταχυδρομικού πράκτορα. Εξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείται για την επίδοση από το ταχυδρομείο, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο εκάστοτε πράκτορας θα μεταφέρει την σχετική επιστολή στον παραλήπτη, αυτός θα την υπογράψει με τα στοιχεία του και ο πράκτορας θα στείλει πίσω βεβαίωση στο Ταχυδρομείο ότι παραλήφθηκε. Ακολούθως με την λήψη της σχετικής ενημέρωσης οι ταχυδρομικοί λειτουργοί ενημερώνουν το σύστημά τους περί της παράδοσης. Ερωτηθείς γιατί αναγράφηκε ότι η επιστολή παραδόθηκε 19:42, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο τα ταχυδρομεία λειτουργούσαν και υπερωρίες. Κατέθεσε προς τούτο δείγμα (Τεκμήριο 8) άφιξης ασφαλισμένου αντικειμένου, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει, εφόσον αυτό φυλάγεται μόνο για περίοδο δύο χρόνων. Κατέθεσε ο ίδιος ως Τεκμήριο 9 το αποτέλεσμα έρευνας, που πραγματοποίησε ο ίδιος, από το σύστημα του ταχυδρομείου αναφορικά με την πορεία κατάθεσης της σχετικής επιστολής μέχρι και παράδοσής της. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε στο χωριό Αγία Βαρβάρα, σε αντίθεση με το Τεκμήριο 9, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι αυτό συμβαίνει λόγω αναβάθμισης του εν λόγω συστήματος. Επιβεβαίωσε ότι σε περίπτωση που η επιστολή δεν παραδοθεί, βάσει των κανονισμών του ταχυδρομείου, ο πράκτορας θα την συνεχίσει να την έχει στην κατοχή του για περίοδο 25 ημερων, καταβάλλοντας συνεχείς προσπάθειες επίδοσης του. Σε αντίθετη περίπτωση εάν αποβούν άκαρπες οι εν λόγω προσπάθειες θα την επιστρέψει πίσω. Σε περίπτωση που επιστραφεί, το γεγονός αυτό θα καταγραφεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του ταχυδρομείου. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι, κατά την διάρκεια της σταδιοδρομίας του, ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψή του το γεγονός ότι ενώ αναγράφεται στο ηλεκτρονικό σύστημα του ταχυδρομείου ότι κάποια επιστολή έχει παραδοθεί, στην πραγματικότητα να μην παραδοθεί. Επανέλαβε ότι ο ίδιος, με βάση την ενημέρωση που έλαβε το ταχυδρομείο από τον ταχυδρομικό πράκτορα, η εν λόγω επιστολή όντως παραδόθηκε και η ενημέρωση που το ταχυδρομείο λαμβάνει από τον πράκτορα τεκμαίρεται ότι είναι αληθής. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι για να καταγραφεί η σχετική ενημέρωση από ταχυδρομικό λειτουργό περί επίδοσης της σχετικής επιστολής το απόγευμα, το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι πράγματι οι υπαλλήλοι, τον ουσιώδη χρόνο, δούλευαν υπερωριακή απασχόληση. Τέλος ανάφερε ότι τα όσα επιβεβαίωσε περί παράδοσης της επιστολής είναι μόνο μέσω των σχετικών ενημερώσεων που υπάρχουν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον συνάδελφό του, ο οποίος έκανε τη σχετική καταχώρηση περί παράδοσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της.» Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Θα πρέπει να αναφέρω, εξαρχής, ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας που κατάθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής άφησαν πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Δημιούργησαν την εικόνα ειλικρινών ανθρώπων και κατάθεσαν με ευθύτητα, αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Ανάφεραν όσα γνώριζαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Εκεί όπου δεν είχαν προσωπική γνώση δεν δίστασαν να το αναφέρουν. Η μαρτυρία τους παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή τους. Απάντησαν χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι πλήρως στο σύνολό της. Υποστηρίζεται δε από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Επίσης ήταν μάρτυρες ανεξάρτητοι και αντικειμενικοί και δεν είχαν οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Σε σχέση με την επιλογή της κατηγορούμενης να παραμείνει σιωπηλή περιορίζομαι να αναφέρω ότι η σιωπή (όπως και η ανώμοτη δήλωση) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200 και Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Παράλληλα, η επιλογή ενός κατηγορουμένου να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Το Δικαστήριο, περαιτέρω, δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να αναμενόταν να δοθούν κάποιες εξηγήσεις (Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139). Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και μέσα από την κατάθεση των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμηρίων μπορώ να καταλήξω, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, με ασφάλεια στα πιο κάτω επιπρόσθετα συμπεράσματα: Η κατηγορούμενη είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Φόρου Εισοδήματος. Στις 21.02.2014 αποστάληκε στην κατηγορούμενη συστημένη επιστολή με την οποία της ζητήθηκε όπως, εντός προθεσμίας τριών μηνών, υποβάλει στον Έφορο δηλώσεις εισοδήματός της για τα έτη 2008 μέχρι 2012, υπογεγραμμένη κατάσταση που να δείχνει όλες τις λεπτομέρειες του ενεργητικού και του παθητικού της περιουσίας της κατά την 01.01.2005 και 31.12.2013 και κατάσταση εξόδων από το 2008 μέχρι το
  1. Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στην οδό XXXXX 63, XXXXX XXXXX, διεύθυνση η οποία ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση αλληλογραφίας και κατοικίας της κατηγορούμενης που ήταν καταχωρημένη στο αρχείο του Τμήματος, την οποία η ίδια είχε δηλώσει. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε από λειτουργό του Εφόρου Φορολογίας στο Επαρχιακό ταχυδρομείο της Προδρόμου με σκοπό να ταχυδρομηθεί ως συστημένη λαμβάνοντας τον αριθμό συστημένου αντικειμένου RF116056155CY. Με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα του ταχυδρομείου (IPS, Web Tracking/Items Events) η εν λόγω επιστολή είναι καταχωρημένη ότι έχει παραληφθεί και επιδοθεί στις 3.3.2014 στην πιο πάνω αναγραφόμενη διεύθυνση. Η εν λόγω επιστολή δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη στο Τμήμα του Εφόρου εφόσον το ταχυδρομείο δεν την επέστρεψε πίσω προς το Τμήμα Φορολογίας. Δεν ήταν δυνατή η προσκόμιση της απόδειξης παράδοσης για το εν λόγω αντικείμενο, γιατί οι εν λόγω σχετικές αποδείξεις παράδοσης των αντικειμένων φυλάγονται για διάστημα ενός μηνός. Η κατηγορούμενη, μέχρι και σήμερα, δεν υπέβαλε τα στοιχεία που της έχουν ζητηθεί με βάση την εν λόγω επιστολή. Περαιτέρω η κατηγορούμενη δεν υπέβαλε οποιαδήποτε ένσταση και ούτε προχώρησε σε καταχώρηση προσφυγής σε σχέση με το περιεχόμενο της ειδοποίησης του Τεκμηρίου
  2. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Και οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις οι οποίες ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές για το Δικαστήριο. Η κάθε πλευρά ανέπτυξε τα επιχειρήματα της και της εισηγήσεις της παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή και αναφορά σε αυτές θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το Τεκμήριο 1 έχει, όντως, παραληφθεί από την κατηγορούμενη ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Ως έχει αναφερθεί, αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης, ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε παρέλαβε και έλαβε γνώση της σχετική επιστολής και συνεπακόλουθα δεν μπορεί να κριθεί ποινικά υπεύθυνη για το γεγονός ότι δεν προσκόμισε τα ζητηθέντα έγγραφα. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το άρθρο 47 του Νόμου, το οποίο τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.164/1987, και το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο με τα γενονότα της παρούσας υπόθεσης, βρισκόταν σε ισχύ. Το εν λόγω άρθρο προέβλεπε ότι: «47. Αι ειδoπoιήσεις επιδίδovται πρoσώπω τιvί είτε διά πρoσωπικής επιδόσεως είτε διά συστημέvης επιστoλής απoστελλoμέvης εις τηv τελευταίαv αυτoύ γvωστήv επαγγελματικήv ή ιδιωτικήv διεύθυvσιv( και εις τηv τελευταίαv περίπτωσιv αι ειδoπoιήσεις λoγίζovται επιδoθείσαι εις μεv τηv περίπτωσιv πρoσώπωv διαμεvόvτωv εv τη Δημoκρατία oυχί βραδύτερov της εβδόμης ημέρας αφ' ης η επιστoλή εταχυδρoμήθη, εις δε τηv περίπτωσιv πρoσώπωv μη διαμεvόvτωv εv τη Δημoκρατία oυχί βραδύτερov της τριακoστής ημέρας αφ' ης αύτη εταχυδρoμήθη. Τoιαύτη επίδoσις απoδεικvύεται επαρκώς εάv απoδειχθή ότι η εμπεριέχoυσα τηv ειδoπoίησιv επιστoλή έφερε τηv oρθήv διεύθυvσιv και εταχυδρoμήθη δεόvτως. Σημειώνω ότι το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε εκ νέου με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.97(Ι)/2017[1]. Στην υπόθεση Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 522 ηγέρθη από τον αιτητή ζήτημα ότι η ειδοποίηση φορολογίας που του απέστειλε ο τότε Έφορος Φόρου Εισοδήματος δεν του επιδόθηκε δεόντως. Το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό πλήρη ολομέλεια) απέρριψε την εισήγηση του αναφέροντας τα ακόλουθα τα οποία και παραθέτω αυτούσια: «Με την παρούσα έφεση ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ισχυριζόμενος, ότι το δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι έγινε κανονική επίδοση, αφού στην πραγματικότητα δεν επιδόθηκε σ' αυτόν η σχετική ειδοποίηση, η οποία και δεν περιήλθε σε γνώση του... Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι δεν αποδείκτηκε ότι η ειδοποίηση δόθηκε στον εφεσείοντα ή έστω ότι αφέθηκε στην ορθή του διεύθυνση. Τίθεται επίσης ο ισχυρισμός ότι το τεκμήριο του άρθρου 47 του νόμου είναι μαχητό και ισχύει εφ' όσον δεν αποδειχθεί άλλως.. Σίγουρα το τεκμήριο που τίθεται με το άρθρο 47 σχετικά με την επίδοση της ειδοποίησης είναι μαχητό, γι' αυτό εξ άλλου υπάρχει και η πρόνοια του άρθρου 20 με την οποία ο Διευθυντής παρέχει παράταση αν ικανοποιηθεί ότι λόγω εύλογης αιτίας η ένσταση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα. Δε συμφωνούμε με τον εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έγινε κανονική επίδοση των επίδικων φορολογιών. Όπως είπαμε και πιο πάνω σύμφωνα με το άρθρο 47 η ειδοποίηση τεκμαίρεται ότι επιδόθηκε αν ικανοποιηθούν οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο, δηλαδή η σωστή διεύθυνση και η ταχυδρόμηση του φακέλου. Η ορθή διεύθυνση, παρά τους κάποιους ισχυρισμούς του εφεσείοντος, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, αφού είναι φανερό, όπως προκύπτει εξ άλλου και από το διοικητικό φάκελο, ότι η διεύθυνση στην οποία αποστάληκε η ειδοποίηση ήταν η αληθινή διεύθυνση του εφεσείοντος. .... Η ταχυδρόμηση δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε το παράπονο του εφεσείοντος ότι δεν αποδείκτηκε ότι η ειδοποίηση και η υπενθύμιση της ύπαρξης της συστημένης επιστολής στο Ταχυδρομείο του δόθηκαν, ή ότι έστω αφέθηκαν στην ορθή διεύθυνση δεν ευσταθεί. Ο νόμος δε θέτει στους ώμους της διοίκησης οποιαδήποτε σχετική υποχρέωση. Η μόνη υποχρέωση που έχει το αρμόδιο τμήμα είναι η ταχυδρόμηση της ειδοποίησης στη σωστή διεύθυνση.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Παρόμοιο ζήτημα έχει εγερθεί και εξετασθεί στη μεταγενέστερη υπόθεση Φυτείαι Φοΐζα Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ 1225/99., 31 Οκτωβρίου, 2000 όπου υιοθετήθηκε ο δικαστικός λόγος της υπόθεσης Παφίτη (ανωτέρω). Αναφέρθηκε, επί του προκειμένου, επιπρόσθετα ότι: «Στην παρούσα υπόθεση η ταχυδρόμηση δεν έχει αμφισβητηθεί. ΄Εχει αποδειχθεί ταχυδρόμηση με συστημένη επιστολή γιατί έχει παρουσιασθεί σχετική απόδειξη του Ταχυδρομείου. Ούτε και έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά ότι η διεύθυνση στην οποία είχε ταχυδρομηθεί η ειδοποίηση της φορολογίας δεν ήταν η σωστή διεύθυνση της αιτήτριας. ΄Επεται πως έχουν ικανοποιηθεί οι δύο προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την επαρκή απόδειξη της επίδοσης της ειδοποίησης επιβολης φορολογίας. Ορθά λοιπόν ο Διευθυντής αποφάνθηκε ότι η ένσταση ήταν εκπρόθεσμη και ορθά αρνήθηκε να την εξετάσει εφόσον ήταν εκπρόθεσμη. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί.» Τέλος στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ιωάννα (Φυσούνη) Χριστοφή ν Έφορος Φόρου Εισοδήματος
(2005)4 Α.Α.Δ, όπου και πάλι ηγέρθη ζήτημα κατά πόσο επιδόθηκε σχετική ειδοποίηση του Εφόρου Φορολογίας, λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «Ένα μόνο θέμα ουσιαστικά εγείρεται με την παρούσα προσφυγή. Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο παρέλαβε την επίσημη επιβολή φορολογίας. . Στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένο ότι η επιστολή που περιείχε την επιβολή φορολογίας δεν έφτασε ποτέ στην αιτήτρια. Από την άλλη, όμως, στάληκε τρεις φορές στη διεύθυνση που η ίδια ανέγραψε στη δήλωση φορολογίας της, ως διεύθυνση της κατοικίας της. Η αιτήτρια γνώριζε λοιπόν, το επιδίωξε θα έλεγα, ότι ο Έφορος θα επικοινωνούσε μαζί της στη διεύθυνση που η ίδια έδωσε και ήταν καθήκον της αν, εν τω μεταξύ, άλλαξε διεύθυνση, να ειδοποιήσει. Στην καλύτερη περίπτωση αμέλησε να ειδοποιήσει σχετικά τον Έφορο. Ουσιαστικά, αδιαφόρησε για το αποτέλεσμα της δήλωσής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως και στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, τεκμαίρεται γνώση. Τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία (Hewitt v. Leicester City Council
(1969)2 All E.R. 802) ειδοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιδοθεί σε συγκεκριμένο χρόνο, όταν είναι δεδομένο ότι στην πραγματικότητα δεν επιδόθηκε. Όμως, εδώ, εκτός από το λεκτικό του άρθρου 47 και ιδιαίτερα τη χρήση του ρήματος «λογίζεται» (θεωρείται), η ειδοποίηση στάληκε στη διεύθυνση που η ίδια η αιτήτρια είχε δώσει. Ο Έφορος δεν είχε οποιοδήποτε άλλο τρόπο να επικοινωνήσει με την αιτήτρια και να την πληροφορήσει για την επιβολή της φορολογίας. Στην παρούσα περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι έχουν ικανοποιηθεί και οι δύο προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την επαρκή απόδειξη της επίδοσης της ειδοποίησης επιβολής φορολογίας και νόμιμα ο Έφορος αποφάνθηκε ότι η ένσταση ήταν εκπρόθεσμη (βλέπε και CYEMS Co Ltd v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1269/2000, ημερ. 27.9.
  1. Βλέπε ακόμα και Φυτείαι Φοΐζα Λτδ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1225/99, ημερ. 31.10.2000).» Ως συνάγεται μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις η οποιαδήποτε ειδοποίηση που αποστέλλει ο Έφορος Φορολογίας, στην προκειμένη περίπτωση η επιστολή του Τεκμηρίου 1 που απέστειλε στην κατηγορούμενη, με βάση το άρθρο 47 του Νόμου, τεκμαίρεται και λογίζεται ότι επιδόθηκε αν ικανοποιηθούν οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο, δηλαδή ότι αποστάληκε στην σωστή διεύθυνση του φορολογουμένου και η ταχυδρόμηση του φακέλου. Το εν λόγω τεκμήριο είναι μαχητό και εναπόκειται σε αυτό που το αμφισβητεί να το ανατρέψει, στην προκειμένη περίπτωση στην κατηγορούμενη. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ικανοποίησε, σωρευτικώς, και τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα ασφαλώς και θα πρέπει να είναι καταφατική. Και τούτο γιατί με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 1 ετοιμάσθηκε από την Μ.Κ 1 και υπογράφηκε από τον προϊστάμενο της και ως διεύθυνση της κατηγορουμένης αναγράφηκε η τελευταία γνωστή της διεύθυνση που γνωστοποίησε η ίδια στο Τμήμα Φορολογίας. Αυτό αποτελεί εξάλλου παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω διεύθυνση αποτελεί την τελευταία διεύθυνση που η ίδια η κατηγορούμενη γνωστοποίησε στο Τμήμα. Εν πάσει περιπτώσει ουδόλως το ζήτημα αυτό έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Επιπρόσθετα στην ένσταση που καταχώρησε ο ελεγκτής, εκ μέρους της κατηγορουμένης, και ο ίδιος αναγράφει ως διεύθυνση της κατηγορουμένης την ίδια διεύθυνση. Περαιτέρω μέσα από τη προφορική μαρτυρία του Μ.Κ 2 και της Μ.Κ 1 αλλά και μέσα από το περιεχόμενο των σχετικών Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 4,5,6,7 και 9) συνάγεται το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επιστολή έχει όντως ταχυδρομηθεί στη διεύθυνση που αναγράφεται εντός του Τεκμηρίου 1, δηλαδή στην οδό XXXXX 63, XXXXX XXXXX, Λευκωσία. Επιπρόσθετα με βάση την αποδεκτή μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή απέδειξε όχι μόνο ότι αυτή έχει ταχυδρομηθεί αλλά και ότι αυτή όντως έχει παραληφθεί. Επομένως στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχουν ικανοποιηθεί και οι δύο προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι το Τεκμήριο 1 έχει πράγματι παραληφθεί από την κατηγορούμενη. Η υπεράσπιση δεν ανέτρεψε το εν λόγω μαχητό Τεκμήριο εφόσον αφενός η κατηγορούμενη, όταν κλήθηκε σε απολογία άσκησε το νόμιμο δικαίωμα της σιωπής και αφετέρου δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να ανατρέπει το εν λόγω Τεκμήριο. Συνεπώς η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης ότι δεν παραλήφθηκε η σχετική επιστολή και συνεπώς δεν έλαβε γνώση αυτής απορρίπτεται. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει σε εύρημα και σε σχετικό συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη πράγματι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, έλαβε γνώση αυτής και δεν έχει συμμορφωθεί με το περιεχόμενο αυτής. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΙΧΕ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ Η ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ ΝΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΕΙ ΤΑ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΖΗΤΗΘΕΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Ήταν η περαιτέρω η θέση της υπεράσπισης ότι ο Διευθυντής δεν δύνατο και παράνομα ζήτησε τα ζητηθέντα στοιχεία, ως αυτά καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Νόμου. Και τούτο γιατί δεν είχε τέτοια εξουσία εφόσον η σχετική επιστολή (Τεκμήριο 1) αποστάληκε εκπρόθεσμα, εκτός της χρονικής προθεσμίας που επιβάλλει το πιο πάνω άρθρο. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το εν λόγω ειδικό άρθρο τυγχάνει εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση, εφόσον, ως είναι παραδεκτό η κατηγορούμενη υπέβαλε σχετική ένσταση αναφορικά με την επιβληθείσα φορολογία για το έτος
  2. Από την άλλη ήταν, συνοπτικά η θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι τα άρθρα 4 και 27, αντιστοίχως του Νόμου, δίνουν ευρεία και γενική εξουσία στον Έφορο να ζητήσει οποτεδήποτε ο ίδιος κρίνει επιπρόσθετα στοιχεία από τον κάθε φορολογούμενο. Στη βάση των πιο πάνω άρθρων αποστάλθηκε η σχετική επιστολή. Επιπρόσθετα ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι εάν η κατηγορούμενη διαφωνούσε με την αποστολή και το περιεχόμενο της σχετικής επιστολής θα έπρεπε να αποτείνετο στο Διοικητικό Δικαστήριο καταχωρώντας σχετική προσφυγή. Από τη στιγμή που δεν καταχωρήθηκε τέτοια προσφυγή, η εν λόγω διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη και κανονική και η κατηγορούμενη κωλύεται, μέσα στα πλαίσια της παρούσας ποινικής διαδικασίας, να την αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο όπως πράττει στη προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς η κατηγορούμενη, με το να μη προσκομίσει τα ζητηθέντα στοιχεία, όπως εξάλλου είναι παραδεκτό και από την ίδια διέπραξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το εν λόγω αδίκημα και ως εκ τούτου θα πρέπει να κριθεί ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα το οποίο η κατηγορούμενη κατηγορείται ποινικοποιείται από το άρθρο 50 του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ««50.-
(1)Παv πρόσωπov όπερ αρvείται, παραλείπει ή αμελεί vα δώση ειδoπoίησιv ή vα υπoβάλη δηλώσεις ή καταλόγoυς ή vα παράσχη στoιχεία ή vα εκτελέση oιovδήπoτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ως και παv πρόσωπov όπερ παραβαίvει καθ' oιovδήπoτε έτερov τρόπov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται, εv περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα δεκαεπτά ευρώ δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv oπoίαv συvεχίζεται η άρvησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιv διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τoυς δώδεκα μήνες ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τoιαύτης, εκτός εάv ετέρα τις κύρωσις πρoβλέπηται ειδικώς διά τo τoιoύτov αδίκημα.
(2)Τo Δικαστήριov δύvαται επί πλέov vα διατάξη τo καταδικασθέv πρόσωπov όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιv, κατάλoγov ή στoιχεία oία δυvατόv vα απητήθησαv παρ' αυτoύ υπό της πρoς τov σκoπόv τoύτωv απoσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.» Σχετικά με το εγειρόμενο νομικό επίδικο ζήτημα είναι τα άρθρο 20 και 27 του Νόμου τα οποία και παραθέτω αυτούσια, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρουν: «Εvστάσεις κατά της φoρoλoγίας 20.-
(1)Παv πρόσωπov τo oπoίov αμφισβητεί τηv εις αυτό επιβληθείσαv φoρoλoγίαv, δύvαται, δι' εγγράφoυ ειδoπoιήσεως εvστάσεως, vα απoταθή εις τov Διευθυvτήv πρoς επαvεξέτασιv και αvαθεώρησιv αυτής αλλά oφείλει όπως ταυτoχρόvως απoστείλη εις τov Διευθυvτήv δήλωσιv τoυ αvτικειμέvoυ τoυ φόρoυ εάv δεv έχη υπoβάλει τoιαύτηv, και καταβάλλει τov oφειλόμεvov φόρov βάσει ιδικoύ τoυ υπoλoγισμoύ. Η ειδοποίηση αυτή, εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο, δέον όπως επιδίδεται όχι αργότερα από το τέλος του μήνα, ο οποίος ακολουθεί το μήνα στον οποίο η ειδοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 19 επεδόθη στο πρόσωπο τούτο και στην περίπτωση φορολογίας που επιδίδεται εντός του μηνός Δεκεμβρίου, η ειδοποίηση ένστασης επιδίδεται όχι αργότερα από το τέλος του Φεβρουαρίου του επόμενου έτους: . Νoείται περαιτέρω ότι, o Διευθυvτής, όταv ικαvoπoιηθή ότι, λόγω απoυσίας εκ της Δημoκρατίας, ασθεvείας ή άλλης ευλόγoυ αιτίας, τo αμφισβητoύv τηv φoρoλoγίαv πρόσωπov εκωλύθη τoυ vα δώση τηv ειδoπoίησιv εvστάσεως εvτός της ρηθείσης πρoθεσμίας, χoρηγεί εύλoγov υπό τας περιστάσεις παράτασιv της πρoθεσμίας ταύτης.
(2)Οι δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(1)λόγoι εvστάσεως κατά της επιβληθείσης φoρoλoγίας δύvαvται, εκτός εάv η αvτίθετoς πρόθεσις ρητώς εκτίθηται εv τω επιβαλόvτι τov φόρov vόμω, vα περιλαμβάvoυv και ισχυρισμόv περί εσφαλμέvης ασκήσεως κατά τηv επιβoλήv της φoρoλoγίας oιασδήπoτε διακριτικής εξoυσίας χoρηγηθείσης υπό τoυ επιβαλόvτoς τov φόρov vόμoυ εις τov δημόσιov λειτoυργόv τov εμπεπιστευμέvov με τα της εφαρμoγής τoυ ρηθέvτoς vόμoυ.
(3)Άμα τη λήψει της εv εδαφίω
(1)αvαφερoμέvης εvστάσεως, o Διευθυvτής δύvαται μέσα σε περίοδο δώδεκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης. (α) vα ζητήση παρά τoυ υπoβαλόvτoς τηv έvστασιv πρoσώπoυ όπως εvτός ειδικώς καθoριζoμέvης πρoθεσμίας πρoσαγάγη τoιαύτα στoιχεία πρoς τov σκoπόv εξακριβώσεως τoυ πoσoύ τoυ αvτικειμέvoυ φόρoυ oία o Διευθυvτής ήθελε κρίvει αvαγκαία, ως- (
  1. i)λoγαριασμoύς ικαvoπoιoύvτας τov Διευθυvτήv, oίτιvες εξηλέχθησαv υπό αvεξαρτήτoυ επαγγελματίoυ λoγιστoύ, εγκεκριμέvoυ πρoς τoύτo υπό τoυ Υπoυργoύ Οικovoμικώv δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 29 (
  2. ii)λoγιστικά βιβλία, έγγραφα και λoιπά απoδεικτικά στoιχεία, αvτίγραφα τραπεζικώv και άλλωv λoγαριασμώv αφoρώvτωv εις τo αvτικείμεvov φόρoυ, ή τo αvτικείμεvov φόρoυ πάvτωv τωv εξ αυτoύ εξηρτημέvωv πρoσώπωv και τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ, εφ' όσov στερείται φoρoλoγητέoυ εισoδήματoς (iii) καταστάσεις δεικvυoύσας, καθ' ωρισμέvηv τιvά ημερoμηvίαv, πλήρεις λεπτoμερείας τoυ εvεργητικoύ και παθητικoύ της πρoσωπικής ή επαγγελματικής περιoυσίας, ή αμφoτέρωv, είτε εv τη Δημoκρατία είτε αλλαχoύ, τoυ εvισταμέvoυ πρoσώπoυ παvτός εξ αυτoύ εξηρτημέvoυ πρoσώπoυ, και τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ, εφ' όσov στερείται φoρoλoγητέoυ εισoδήματoς, ως και τoιαύτας ετέρας συμπληρωματικάς απoδείξεις ή άλλας λεπτoμερείας oίας o Διευθυvτής ήθελε κρίvει αvαγκαίας (β) vα καλέση τo εvιστάμεvov πρόσωπov όπως εμφαvισθή εvώπιov αυτoύ πρoς τov σκoπόv όπως εξετασθή αvαφoρικώς πρoς τηv τoιαύτηv έvστασιv τoυ (γ) vα καλέση oιovδήπoτε έτερov πρόσωπov, δυvάμεvov vα παράσχη oιασδήπoτε πληρoφoρίας αvαφoρικώς πρoς γεvoμέvηv φoρoλoγίαv, πληv τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ ή τoυ συγγεvoύς μέχρι πρώτoυ βαθμoύ ή τoυ γραμματέως, υπηρέτoυ ή ετέρoυ πρoσώπoυ έχovτoς εμπιστευτικήv τιvα θέσιv εv τη υπηρεσία τoυ εvισταμέvoυ πρoσώπoυ, ή πρoσώπoυ πρoσφέρovτoς τω εvισταμέvω πρoσώπω εμπιστευτικήv τιvα υπηρεσίαv, όπως εμφαvισθή εvώπιov αυτoύ και τω παράσχη τoιαύτας πληρoφoρίας ή στoιχεία ή/και πρoσαγάγη τoιoύτoυς λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα αvήκovτα εις αυτό oία oύτoς ήθελε κρίvει αvαγκαία διά τov σκoπόv εξακριβώσεως τoυ πoσoύ τoυ αvτικειμέvoυ φόρoυ τoυ εvισταμέvoυ πρoσώπoυ: . Νοείται περαιτέρω ότι, εφόσον ζητηθούν στοιχεία σύμφωνα με την παράγραφο (α) εντός των πιο πάνω καθορισμένων προθεσμιών, ο Διευθυντής μπορεί να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) ή να ζητήσει διευκρινιστικά στοιχεία που προκύπτουν από την εξέταση των υποβληθέντων στοιχείων εντός της προθεσμίας που του παρέχεται στο εδάφιο
(6)για έκδοση της απόφασής του.
(4)Οσάκις επέρχεται συμφωvία μεταξύ τoυ Διευθυvτoύ και τoυ υπoβαλόvτoς τηv έvστασιv διά τηv επ' αυτoύ επιβληθείσαv φoρoλoγίαv πρoσώπoυ αvαφoρικώς πρoς τo πoσόv δι' o τo εvιστάμεvov πρόσωπov υπέχει φoρoλoγικήv υπoχρέωσιv, η φoρoλoγία τρoπoπoιείται αvαλόγως και επιδίδεται εις τo πρόσωπov αυτό ειδoπoίησις περί τoυ υπ' αυτoύ πληρωτέoυ φόρoυ.
(5)Οσάκις παv φoρoλoγηθέv πρόσωπov, τo oπoίov εvέστη εις τηv επιβληθείσαv εις αυτό φoρoλoγίαv, δεv συμφωvεί μετά τoυ Διευθυvτoύ ως πρoς τo πoσόv επί τoυ oπoίoυ υπόκειται εις φoρoλoγίαv, o Διευθυvτής χωρεί εις καθoρισμόv τoυ πoσoύ τoυ αvτικειμέvoυ φόρoυ τoυ εvισταμέvoυ πρoσώπoυ βάσει της διαθεσίμoυ αυτώ μαρτυρίας και πληρoφoρεί καταλλήλως τo εvιστάμεvov πρόσωπov: Νoείται ότι oυδέv τωv εv τω παρόvτι Νόμω διαλαμβαvoμέvωv λoγίζεται ως κωλύov τov Διευθυvτήv vα καθoρίση τo πoσόv τoυ αvτικειμέvoυ φόρoυ τoυ εvισταμέvoυ πρoσώπoυ εις πoσόv μεγαλύτερov της υπό έvστασιv φoρoλoγίας εάv κατόπιv εξετάσεως της εvστάσεως φαvή ότι δικαιoλoγείται τoιαύτη αύξησις.
(6)Η απόφαση του Διευθυντή στην υποβληθείσα με βάση το εδάφιο
(1)ένσταση, εκδίδεται το αργότερο μέσα σε περίοδο τριών χρόνων από την ημερομηνία που το ενιστάμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προσήγαγε ή παρέσχε στο Διευθυντή οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες τα οποία αυτός είχε απαιτήσει και /ή ανταποκρίθηκε θετικά σε οποιοδήποτε αίτημά του, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(3). Σε περίπτωση που η προθεσμία των τριών ετών λήξει χωρίς ο Διευθυντής να έχει εκδώσει την απόφασή του, ο Διευθυντής υποχρεούται να τροποποιήσει την επιβληθείσα φορολογία σύμφωνα με τη δήλωση του αντικειμένου του φόρου του ενιστάμενου προσώπου και να επιδώσει σ' αυτό σχετική ειδοποίηση: . Νοείται περαιτέρω ότι η προθεσμία των τριών ετών παρατείνεται για τη χρονική περίοδο που ο φορολογούμενος καθυστερεί, πέραν της καθορισμένης από το Διευθυντή προθεσμίας, να υποβάλει τα επιπρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες που πιθανό να καταστούν αναγκαία κατά την εξέταση της υπόθεσης.» Σημειώνω προκαταβολικά, ότι το άρθρο 20
(6)πιο πάνω δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, ώς ήταν η αντίθεση θέση της υπεράσπισης, γιατί η προθεσμία των τρίων ετών αρχίζει να προσμετρά από την ημερομηνία που ο φορολογούμενος προσήγαγε τα αναγκαία στοιχεία. Στη προκειμένη περίπτωση είναι κοινός αποδεκτό ότι η κατηγορούμενη δεν προσκόμισε τα στοιχεία που της είχαν ζητηθεί. Επομένως δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι η ένσταση της κατηγορούμενης θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή ως έχει, λόγω του ότι ο Διευθυντής δεν εξέδωσε απόφαση επί της ενστάσεως της. Η προθεσμία των τριών ετών ουδέποτε ξεκίνησε να προσμετρά λόγω του ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε προσκόμισε στον Διευθυντή τα ζητηθέντα με την σχετική ειδοποίηση στοιχεία. Το δε άρθρο 27 του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «Εξoυσία τoυ Διευθυvτoύ όπως απαιτήση τηv παρoχήv στoιχείωv
  1. Ο Διευθυvτής δύvαται, δι' εγγράφoυ αυτoύ ειδoπoιήσεως, vα απαιτήση παρά παvτός πρoσώπoυ όπως τω παράσχη τoιαύτα στoιχεία αvαφoρικώς πρoς τo αvτικείμεvov φόρoυ τoυ πρoσώπoυ τoύτoυ δι' oιovδήπoτε φoρoλoγικόv έτoς oία ήθελεv oύτoς κρίvει αvαγκαία διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ή όπως εμφαvισθή εvώπιov αυτoύ και δώση μαρτυρίαv, αvαφoρικώς πρoς τo τoιoύτov αvτικείμεvov φόρoυ και πρoσαγάγη λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα υπό τηv φύλαξιv ή έλεγχov αυτoύ σχετιζόμεvα με τo ρηθέv αvτικείμεvov φόρoυ.» Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κατηγορούμενη υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο 3) στις 24.11.2010, μέσω εξουσιοδοτημένου ελεγκτή αναφορικά με τη φορολογία που της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας για το έτος
  2. Εξάλλου στο εν λόγω Τεκμήριο περιέχεται σχετική σφραγίδα του Εφόρου Εισοδήματος ότι καταχωρήθηκε σχετική ένσταση. Το γεγονός αυτό είναι επίσης αποδεκτό από την Μ.Κ
  3. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση και πάλι τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και μέσα από τις κοινές θέσεις και των δύο πλευρών, ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε στην κατηγορουμένη στις 21.2.2014, δηλαδή μετά την παρέλευση περίπου 39 μηνών από την καταχώρηση εκ μέρους της κατηγορούμενης της σχετικής ένστασης. Από τη στιγμή που η κατηγορούμενη καταχώρησε ένσταση εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας, όπως εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, αποτελεί θέση του Δικαστηρίου ότι ενεργοποιήθηκε το ειδικό άρθρο 20 του Νόμου, το οποίο αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο του φορολογούμενου, στην προκειμένη περίπτωση της κατηγορουμένης, αλλά και του Εφόρου (Constantinou Α. & Α. Bros Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2000)3 Α.Α.Δ. 43). Το εν λόγω άρθρο, όπως εξάλλου καταμαρτυρά και η επικεφαλίδα του, τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που ένα πρόσωπο αμφισβητεί την επιβληθείσα φορολογία, και προς τούτο καταχωρεί σχετική ειδοποίηση ένστασης, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει ο Έφορος να επανεξετάσει ή αναθεωρήσει την επιβληθείσα φορολογία. Είναι ένα δικαίωμα που ο Νόμος δίδει στον φορολογούμενο. Η κατηγορούμενη καταχωρώντας την σχετική ένσταση ανάφερε ότι ο λόγος της ένστασης της εδράζεται στο ότι η επιβληθείσα φορολογία «δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Δεν υπήρξε εισόδημα από εμπορία». Μαζί με την ένσταση η κατηγορούμενη, σε συμμόρφωση με το άρθρο 20
(1)του Νόμου( «απoστείλη εις τov Διευθυvτήv δήλωσιv τoυ αvτικειμέvoυ τoυ φόρoυ»), κατάθεσε και την δήλωση εισοδήματος της για το έτος 2005. Από τη στιγμή που επομένως έχει καταχωριστεί σχετική ένσταση, ο Έφορος Φορολογίας, με βάση το άρθρο 20
(3), δύνατο μέσα σε χρονική περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία ένστασης, να ζητήσει τα απαιτούμενα στοιχειά που εξαντλητικά απαριθμούνται στο άρθρο 20
(3)(α)(β) και (γ) του Νόμου. Με βάση την σχετική ειδοποίηση αλλά και με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Έφορος Φορολογίας ζήτησε τα απαιτούμενα από την παράγραφο 20
(3)(α) στοιχεία. Η εν λόγω ειδοποίηση αποστάληκε όχι, εντός της προβλεπόμενης από την χρονική περίοδο των 12 μηνών που προβλέπει το σχετικό άρθρο αλλά αποστάληκε μετά την παρέλευση 39 μηνών από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης. Κρίνω από τα ενώπιον μου δεδομένα και αφού έλαβα υπόψη τόσο την έγγραφη αλλά και προφορική ημερομηνία και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο και λεκτικό του άρθρου 20 του Νόμου, ότι ο Έφορος λειτούργησε εκτός των χρονικών περιθωρίων που επιβάλλει το πιο πάνω άρθρο και ως εκ τούτου δεν δύνατο και παράνομα ζήτησε μέσω του Τεκμηρίου 1 τα ζητηθέντα στοιχεία. Και ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20
(3)και των εξουσιών που το εν λόγω άρθρο παρέχει στον Έφορο Φορολογίας. Και τούτο γιατί αφενός, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με την καταχώρηση της σχετικής ένστασης εκ μέρους της κατηγορουμένης, έχει ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός του εν λόγω άρθρου. Αφετέρου στην 1η πρόταση του Τεκμηρίου 1 αναφέρεται ξεκάθαρα ότι «Αναφέρομαι στην ένσταση σας κατά της φορολογίας του εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2005 και καλείστε». Επομένως ο ίδιος ο Έφορος παραδέχεται ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε λόγω του ότι η κατηγορούμενη ενεργοποίησε τον μηχανισμό του ειδικού άρθρου 20 αφού καταχώρησε σχετική ένσταση. Περαιτέρω η Μ.Κ 1 παραδέχθηκε ότι ο λόγος που αποστάληκε η σχετική ειδοποίηση ήταν λόγω της ένστασης που η κατηγορούμενη υπέβαλε. Περαιτέρω στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι αυτή αποστέλλεται, μεταξύ άλλων, και στη βάση του άρθρου 20
(3). H διάταξη του άρθρου 20 είναι ειδική ( lex specialis) και εφαρμόζεται αντί των διατάξεων του άρθρου 27 οι οποίες είναι γενικές (lex generalis) (Αντέννα Λτδ ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)3 Α.Α.Δ. 29). Επομένως το άρθρο 20 ως ειδικώς άρθρο υπερισχύει οποιονδήποτε άλλων γενικών διατάξεων του Νόμου κατ' εφαρμογή της ερμηνευτικής αρχής lex specialis derogat legi generali. Σαν ειδικό άρθρο του Νόμου καμία άλλη διάταξη του δεν μπορεί να υπερισχύσει των διατάξεων του άρθρου 20 σε σχέση με την διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται όταν καταχωρείται ένσταση και της διαδικασίας που προβλέπεται σε αυτή. Στο σημείο αυτό δεν θα συμφωνήσω, με κάθε σεβασμό, προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας Αρχής ότι δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός ώστε να ζητηθούν τα απαιτούμενα από το Τεκμήριο 1 στοιχεία εφόσον ο Νόμος με βάση το άρθρο 27, δίδει ευρεία εξουσία στον Έφορο Φορολογίας να απαιτήσει την παροχή στοιχείων. Η εισήγηση του αυτή θα είχε ενδεχομένως νομικό έρεισμα και η αποστολή τέτοιας ειδοποίησης θα ήταν δικαιολογημένη, εάν η κατηγορούμενη δεν υπέβαλε σχετική ένσταση έναντι της επιβληθείσας φορολογίας. Από τη στιγμή που όμως υπεβλήθη, ο Έφορος είχε τέτοιο δικαιώματα εντός των προθεσμιών που το ειδικό άρθρο του Νόμου, το οποίο αφορά ειδικά τις ενστάσεις, επιβάλλει. Για το λόγο αυτό διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Μάριος Μελίδης v Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, Ποινική Έφεση 248/16, ημερομηνίας 20.2.18 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Και ο λόγος είναι γιατί στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι ο Διευθυντής κέκτηται ευρείας εξουσίας με βάση το άρθρο 27 να ζητήσει στοιχεία, όποτε ο ίδιος το κρίνει αναγκαίο. Στην εν λόγω υπόθεση όμως δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ένσταση από το φορολογούμενο, όπως στη προκειμένη περίπτωση, ώστε να ενεργοποιούνται οι ειδικές διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Είναι αδιάφορο ότι στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε, πέραν του άρθρου 20
(3)και στη βάση του άρθρου 27, εφόσον ώς ανάφερα το εν λογω άρθρο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Για τους ίδιους λόγους ούτε και θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι εάν η κατηγορούμενη διαφωνούσε με το περιεχόμενου του Τεκμηρίου 1 θα έπρεπε να αποταθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο καταχωρώντας σχετική προσφυγή. Από τη στιγμή που δεν καταχωρήθηκε τέτοια προσφυγή, ήταν η περαιτέρω θέση της κατηγορούσας αρχής, η εν λόγω διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη και κανονική και η κατηγορούμενη κωλύεται, μέσα στα πλαίσια της παρούσας ποινικής διαδικασίας, να την αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο όπως πράττει στη προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων ελέγχεται μόνο μέσα στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου (Άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας) (Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ 128, Αβρααμίδης v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ 75). Περαιτέρω αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή ότι κάθε διοικητική πράξη φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση κάθε διοικητική πράξη παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Θα ήταν ορθή η εισήγηση και πάλι του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αν τα ζητηθέντα στοιχεία αποστέλλοντο στη βάση του άρθρου 27 του Νόμου και η κατηγορούμενη δεν τα αμφισβητούσε με οποιοδήποτε τρόπο δηλαδή με την καταχώρηση σχετικής προσφυγής. Θα είχε επίσης νομικό έρεισμα η εν λόγω εισήγηση αν ο Διευθυντής αποφάσιζε για την ορθότητα ή όχι της ένστασης και εξέδιδε απόφαση. Η απόφαση του αυτή θα παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και αν ο φορολογούμενος διαφωνούσε θα είχε το δικαίωμα να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Τεκμήριο 1 όμως, στην προκειμένη περίπτωση, αποτελούσε μία προπαρασκευαστική πράξη, χωρίς να παράγει έννομα αποτελέσματα και χωρίς να αποτελεί αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη (Ηλία v Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ 884, 'Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου', 2006, Σελίδα 86 του Νίκου Χρ. Χαραλάμπους) με σκοπό ο Διευθυντής να αποφασίσει επί της ενστάσεως που η κατηγορούμενη υπέβαλε. Επίσης όπως λέχθηκε ανωτέρω η εν λόγω επιστολή αποστάληκε εφόσον ενεργοποιήθηκε το ειδικό άρθρο του 20. Το δικαίωμα ενός φορολογούμενο να απευθυνθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο, μέσω προσφυγής, ρυθμίζεται από το Νόμο ειδικά από το άρθρο 20(Α). [2] Μελετώντας κανείς το εν λόγω άρθρο διαπιστώνει ότι ένας φορολογούμενος δικαιούται να προσφύγει κατά της τελικής φορολογίας που θα του επιβληθεί από τον Διευθυντή αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπεται από το ειδικό άρθρο 20 του Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο προσφυγή με βάση το άρθρο 46 ή ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο έναντι της απόφασης του διευθυντή μπορεί να καταχωριστεί όταν «Οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από τη φορολογία που του επιβλήθηκε και απέτυχε να έλθει σε συμφωνία με το Διευθυντή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 20..» Στη προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη μετά την καταχώρηση ένστασης, δεν προσήλθε σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Διευθυντή όχι εξ υπαιτιότητας της εφόσον δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση επί του αιτήματος της ενστάσεως που υπεβαλε. Ούτε και ο Διευθυντής έλαβε απόφαση ότι απέρριψε την ένσταση επειδή δεν του προσκομίσθηκαν τα ζητηθέντα στοιχεία. Το άρθρο 20
(5), στο οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 20(Α) προϋποθέτει ότι ο Διευθυντής εξέτασε την ένσταση και αποφάσισε να επιβάλει συγκεκριμένη φορολογία. Κάτι τέτοιο δεν επεσυνεβη στη προκειμένη περίπτωση. Και ούτε μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην κατηγορούμενη ότι ο Έφορος δεν εξέτασε την ένσταση της επειδή δεν προσκόμισε τα ζητηθέντα στοιχεία εφόσον αυτά, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, έχουν ζητηθεί εκπρόθεσμα και συνεπώς ο Έφορος δεν δικαιούτο να τα ζητήσει. Επίσης στην απουσία αυτών θα μπορούσε ο Έφορος να απορρίψει την ένσταση, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 6ης κατηγορίας και συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Η οποιαδήποτε αμφιβολία του Δικαστηρίου θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος της κατηγορούμενης. Η παρούσα υπόθεση ορίζεται την 5.5.2020 για να ακουστούν γεγονότα και να επιβληθεί ποινή σε σχέση με την 1η εώς και 5η κατηγορία. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επίδοση ειδοποιήσεων 47.
(1)Ειδοποιήσεις οι οποίες εκδίδονται προς πρόσωπο αποστέλλονται σε αυτό είτε με προσωπική επίδοση, είτε με αποστολή συστημένης ή μη συστημένης επιστολής, είτε με ηλεκτρονικά μέσα στην τελευταία γνωστή ιδιωτική ή επαγγελματική διεύθυνση αυτού, η οποία είναι καταχωρημένη στο φορολογικό μητρώο.
(2)(α) Σε περίπτωση που η ειδοποίηση εκδίδεται με αποστολή επιστολής, η ειδοποίηση λογίζεται ότι επιδόθηκε: (
  1. i)Στην περίπτωση προσώπου που διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την έβδομη ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτού, (
  2. ii)στην περίπτωση προσώπου που δεν διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής. (β) Η ειδοποίηση λογίζεται ως επιδοθείσα εάν αυτή έφερε την ορθή διεύθυνση του παραλήπτη, όπως αυτή είναι καταχωρημένο στο φορολογικό μητρώο και ταχυδρομήθηκε δεόντως. [2] Προσφυγή εναντίον απόφασης του Διευθυντή 20Α.-
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από τη φορολογία που του επιβλήθηκε και απέτυχε να έλθει σε συμφωνία με το Διευθυντή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 20, έχει το δικαίωμα- (α) Να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, οπότε εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι διατάξεις του άρθρου 21 · ή (β) να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο εναντίον της εν λόγω απόφασης, μέσα σε περίοδο σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της απόφασης με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του αιτητή ή της επίδοσής της σ' αυτόν, που να συνοδεύεται από πλήρη αποδεικτικά στοιχεία: Νοείται ότι το βάρος της απόδειξης ότι η φορολογία για την οποία ασκείται η ιεραρχική προσφυγή είναι υπερβολική φέρει ο αιτητής: Νοείται περαιτέρω ότι το Εφοριακό Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει για εύλογο χρόνο την πιο πάνω περίοδο των σαράντα πέντε ημερών, αν ικανοποιείται ύστερα από γραπτή αίτηση του αιτητή που συνοδεύεται από πλήρη δικαιολογητικά στοιχεία ότι η μη έγκαιρη καταχώριση της ιεραρχικής προσφυγής οφείλεται σε απουσία του αιτητή από τη Δημοκρατία, σε ασθένειά του ή σε άλλη εύλογη αιτία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.