← Κύπρος

J & S PETROL STATION LTD ν. FODEN TRUCKS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8089/14, 18/5/2020

J & S PETROL STATION LTD ν. FODEN TRUCKS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8089/14, 18/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8089/14 Μεταξύ: J & S PETROL STATION LTD Εναντίον

  1. FODEN TRUCKS LTD
  2. XXXXX Κωνσταντίνου. Ημερομηνία: 18.5.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χαραλάμπους Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 10 κατηγορίες. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 10 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε 5 επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από 18.9.2009 μέχρι 29.11.2010 οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα» και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρέσχε συνδρομή και/ή συμβούλευσε και/ή παρακίνησε την εν λόγω εταιρεία να μην εξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τζιάνναρος ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία διατηρεί πρατήριο πετρελαιοειδών. Η παραπονούμενη εταιρεία είχε συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 να την προμηθεύει με καύσιμα και στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη τις 5 επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και
  3. Η επιταγή Τεκμήριο 3 εκδόθηκε επί της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €2.606,85 και ήταν πληρωτέα στις 29.11.
  4. Η επιταγή Τεκμήριο 4 εκδόθηκε επί της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €2.775,48 και ήταν πληρωτέα στις 18.9.
  5. Οι επιταγές Τεκμήρια 5, 6 και 7, εκδόθηκαν επί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πιτσιλιάς Λευκωσίας Λτδ, για το ποσό των €1.920,96, €2.420,00 και €2.608,41 και ήταν πληρωτέες στις 24.5.2010, 30.5.2010 και 11.10.2010 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα» και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία παρέλειψε να τις εξοφλήσει μέσα σε 15 ημέρες από την παρουσίασή τους προς πληρωμή. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές αυτές του παραδόθηκαν από τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου συμπληρωμένες και υπογεγραμμένες χωρίς ο ίδιος να ρωτήσει οποτεδήποτε ή να ερευνήσει ποιος τις υπέγραψε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές του παραδόθηκαν από τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου και κατά τον χρόνο της παράδοσής τους ήταν υπογεγραμμένες. Στη συνέχεια συμπληρώθηκε το όνομα του δικαιούχου κάθε επιταγής, η ημερομηνία και το ποσό ολογράφως και αριθμητικά. Όταν του υποδείχθηκαν μία προς μία οι επίδικες επιταγές δεν θυμόταν να αναφέρει ποιος είχε συμπληρώσει σε αυτές τις ημερομηνίες και τα ποσά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 κάποιες φορές κατά την παράδοση των επίδικων επιταγών ήταν παρών ενώ σε κάποιες άλλες όχι. Ισχυρίστηκε πως γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές αλλά ουδέποτε τον είδε όταν τις υπέγραψε. Τέλος σε υποβολή του δικηγόρου των κατηγορούμενων ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε υπόγραψε τις επίδικες επιταγές ο μάρτυρας απάντησε «δεν μπορώ να ξέρω εγώ». Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μάρας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από λογαριασμό τον οποίο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε στη Marfin Laiki Bank η οποία συγχωνεύτηκε μετά το 2013 με την Τράπεζα Κύπρου. Ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως Τεκμήριο 8 και ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία να υπογράφει για τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο της σχετικής απόφασης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 3.3.2008 και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο του δείγματος υπογραφής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με τη σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Λόγω του γεγονότος ότι στην επιταγή Τεκμήριο 3 υπάρχει μια σφραγίδα πάνω στην υπογραφή δεν ήταν σίγουρος ότι η υπογραφή αυτή είναι η ίδια με την υπογραφή που φαίνεται στο έντυπο του δείγματος υπογραφής. Αναφορικά με την υπογραφή στην επιταγή Τεκμήριο 4 ισχυρίστηκε ότι αυτή φαίνεται να είναι «πάρα πολύ κοντά» Η ίδια σφραγίδα ισχυρίστηκε τέλος ότι τέθηκε και στις υπόλοιπες επιταγές Τεκμήρια 5, 6 και
  6. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι την πληρωμή των επίδικων επιταγών τη χειρίστηκε ο υπεύθυνος τραπεζίτης - ταμίας, ο οποίος τον επίδικο χρόνο δεν ήταν εκείνος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν είναι σε θέση να δηλώσει πότε δόθηκε το δείγμα υπογραφής το οποίο φαίνεται στο Τεκμήριο
  7. Όταν του υποβλήθηκε ότι η υπογραφή στα Τεκμήρια 3 και 4 δεν είναι του προσώπου που υπέγραψε το Τεκμήριο 10 και ότι αυτή έχει πλαστογραφηθεί απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χαραλάμπους ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της ΚΕΔΙΠΕΣ η οποία χειρίζεται τους λογαριασμούς των πρώην συνεργατικών ιδρυμάτων. Ισχυρίστηκε ότι τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 είναι επιταγές τις οποίες εξέδωσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού και αντίγραφο του δείγματος υπογραφής του προσώπου το οποίο δικαιούται να υπογράφει στον εν λόγω λογαριασμό το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  8. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 12 τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για να υπογράφουν σε σχέση με τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά την περίοδο 2009 και 2010 ήταν ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου και ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου. Ισχυρίστηκε ότι οι σφραγίδες που τέθηκαν στα Τεκμήρια 5, 6 και 7 σημαίνουν ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν είχε διαθέσιμα ποσά για την πληρωμή τους και ως εκ τούτου οι εν λόγω επιταγές έπρεπε να παρουσιαστούν ξανά για πληρωμή. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι τα τελευταία 2 χρόνια εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ και τα προηγούμενα 8 εργαζόταν στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον χειρισμό των επιταγών Τεκμήρια 5, 6 και 7 ούτε γνωρίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες τέθηκαν σε αυτές οι σφραγίδες που φαίνονται σε αυτές. Όταν του υποβλήθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στις επιταγές δεν είναι του κατηγορούμενου 2 απάντησε ότι δεν είναι αρμόδιος για να το γνωρίζει. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος 2 κ. XXXXX Κωνσταντίνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά την περίοδο από 4.8.2006 έως 2.8.
  9. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνεργαζόταν με την παραπονούμενη εταιρεία λόγω της φιλίας του πατέρα του με τον διευθυντή της παραπονούμενης κ. XXXXX Τζιάνναρου. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 3 έως 7 ούτε συμπλήρωσε οτιδήποτε σε αυτές αναφορικά με την ημερομηνία, το όνομα του δικαιούχου τους ή το ποσό ολογράφως ή αριθμητικά. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει ποιος συμπλήρωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υπογραφή που φαίνεται στις επιταγές έχει πλαστογραφηθεί. Ισχυρίστηκε τέλος πως όταν το 2014 παρέλαβε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης μίλησε με τον λογιστή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο οποίος του ανέφερε ότι όντως υπήρχε κάποια οφειλή προς την παραπονούμενη εταιρεία η οποία όμως δεν αφορούσε το συνολικό ποσό των 5 επίδικων επιταγών αλλά μικρότερο ποσό. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι χρονικά ήταν ο πρώτος διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και διατήρησε το αξίωμα αυτό μέχρι τις 2.8.2011 όταν τον διαδέχθηκε ο άδελφός του Μάριος Κωνσταντίνου. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι οικογενειακή επιχείρηση που ασχολείται με χωματουργικές εργασίες και κατά το διάστημα το οποίο ο ίδιος ήταν διευθυντής της η εταιρεία εργοδοτούσε 3 άτομα, τον ίδιο, τον αδελφό του και τον πατέρα του. Ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο που είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όλες τιμήθηκαν χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν έπρεπε να υπογράψει κάποια επιταγή έβλεπε το υπόλοιπο του λογαριασμού, την υπέγραφε και την παρέδιδε στον λογιστή της εταιρείας και ότι για να υπογράψει οποιαδήποτε επιταγή έπρεπε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο λογαριασμός είχε επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθεί η εν λόγω επιταγή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όσες φορές ο ίδιος ήταν παρών όταν ερχόταν ο υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας και εξέδιδε κάποια επιταγή την παρέδιδε ο ίδιος χέρι με χέρι σε εκείνον και στις περιπτώσεις που απουσίαζε τις υπέγραφε από πριν και τις έδιδε στον αδελφό του για να τις παραδώσει στον δικαιούχο. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 9 και 10 αλλά αρνήθηκε ότι είναι η υπογραφή του στις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 3 έως
  10. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε ο Λοχίας XXXXX κ. XXXXX Χρυσάνθου. Ο κ. Χρυσάνθου κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι ο υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της Αστυνομίας. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκπαίδευσης στην υπηρεσία του και μετεκπαίδευσης σε διάφορες χώρες του εξωτερικού καθώς επίσης ότι είναι κάτοχος πιστοποιητικού διαπίστευσης ISO 17025 που αφορά τη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είναι μέλος του συμβουλίου γραφολόγων του NENFHEX (EUROPEAN NETWORK OF FORENSIC HAND RIGHTING). Ισχυρίστηκε ότι είδε, εξέτασε, φωτογράφισε και σάρωσε τα Τεκμήρια 3 έως
  11. Εξέτασε τις υπογραφές του εκδότη και τη γραφή που παρουσιάζεται στα εν λόγω τεκμήρια και τα συνέκρινε με δειγματικό υλικό το οποίο παρέλαβε από τον κατηγορούμενο
  12. Ετοίμασε σχετική έκθεση για το αποτέλεσμα των γραφολογικών του εξετάσεων την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  13. Στην έκθεσή του καταγράφεται η εξέταση των Τεκμηρίων 3 έως 7, τα δείγματα που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 καθώς επίσης και κάποια άλλα έγγραφα «ανύποπτου χρόνου» όπως τα ονόμασε δηλαδή παλαιά έγγραφα τα οποία φέρουν υπογραφές και μονογραφές του κατηγορουμένου
  14. Συγκεκριμένα έλαβε πέραν των 25 δειγμάτων γραφής και υπογραφής από τον κατηγορούμενο 2 τα οποία κατατέθηκαν σε δέσμη και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
  15. Ως Τεκμήριο 16 κατέθεσε επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 23.10.2008 και ως Τεκμήριο 17 Ομόλογο Επιβάρυνσης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 22.4.
  16. Το συμπέρασμά του ήταν ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές που φαίνονται στις επίδικες επιταγές ήτοι τα Τεκμήρια 3 έως 7 δεν τέθηκαν από τον κατηγορούμενο
  17. Ο Μ.Υ.2 δεν αντεξετάστηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά που οι διάδικοι παρουσίασαν τη μαρτυρία τους η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Χαραλάμπους για την κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε πως η παραπονούμενη εταιρεία έγινε κάτοχος των επίδικων επιταγών κατά τον προσήκοντα τρόπο και εναπόκειτο πλέον στους κατηγορούμενους να αποδείξουν ότι η έκδοσή τους επηρεάζεται από οποιαδήποτε μορφή παρανομίας που αναφέρεται στο άρθρο 30

(2)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.
  1. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι δεν απέσεισαν το βάρος αυτό το οποίο είχαν αφού δεν είναι σαφές κατά πόσο είναι η θέση τους είναι ότι κάποιος έκλεψε και στη συνέχεια συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές και πλαστογράφησε σε αυτές την υπογραφή του κατηγορουμένου
  2. Ο κ. Κιτρομηλίδης από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση των επίδικων επιταγών και στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει δεν συμπεριλήφθηκε το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα των υπογραφών στις επίδικες επιταγές καθώς επίσης και μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με αυτές. Εισηγήθηκε τέλος ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να καταδειχθεί το πρόσωπο του εκδότη των επίδικων επιταγών και κατ' επέκταση ούτε το συστατικό στοιχείο της έκδοσής τους από τους κατηγορούμενους και συνεπώς αυτοί πρέπει να αθωωθούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Σε σχέση με τον ορισμό του συνεργού, στην Αγγλική υπόθεση Ferguson v. Weaving [1951] 1 K.B. 814, λέχθηκε ότι οι λέξεις «παροχή βοήθειας ή παρακίνηση» περιγράφουν την πράξη συγκεκριμένου προσώπου το οποίο είναι παρόν τη στιγμή διάπραξης κάποιου αδικήματος και συμμετέχει με κάποιο τρόπο σε αυτό. Σε μεταγενέστερες αποφάσεις, οι λέξεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν πιο ευρέως ώστε να περιλαμβάνουν πράξεις που έλαβαν χώρα πριν την τέλεση της ένοχης πράξης (National Coal Board v. Gamble [1959] 1 Q.B. 11). Σε σχέση με τη σημασία της φυσικής παρουσίας κάποιου προσώπου κατά την διάπραξη ενός αδικήματος, η Αγγλική νομολογία ξεκαθάρισε ότι πρέπει να υπάρχει κάποια συμμετοχή του φερόμενου συνεργού ώστε αυτός να θεωρηθεί «aider and abettor». Δηλαδή στην περίπτωση που κάποιος είναι παρών ενώ διαπράττεται κάποιο αδίκημα αλλά δεν λαμβάνει κάποιο μέρος σε αυτό και δεν ενεργεί από κοινού με αυτούς που το διαπράττουν τότε δεν θεωρείται ότι παρείχε βοήθεια ή τους παρακίνησε, απλώς επειδή δεν προσπάθησε να αποτρέψει το αδίκημα ή παρέλειψε να συλλάβει αυτούς που το διέπραξαν (R. v. Borthwick
(1779)1 Doug. 207 και Smith v. Baker [1971] R.T.R. 350). Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden (πιο πάνω) προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious». Δηλαδή αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε αυτή το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 τις υπέγραψε. Οι κατηγορούμενοι όμως δεν αρκέστηκαν απλώς στην αμφισβήτηση της υπογραφής των επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 αλλά περαιτέρω προσκόμισαν μαρτυρία από γραφολόγο. Ο γραφολόγος δεν αντεξετάστηκε με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές του παραδίδονταν υπογεγραμμένες αλλά δεν είχε δει ποιος τις υπέγραψε. Κατά την αντεξέτασή του άλλαξε θέση και ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές αλλά ουδέποτε είχε δει ποιος τις υπέγραψε. Κρίνω ότι τα πιο πάνω δεικνύουν πως ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν σταθερός στους ισχυρισμούς του. Κρίνω ότι λόγω των πιο πάνω η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή και πως δεν μπορεί να συναχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές απορρίπτεται αφού είναι αντίθετος με την αναντίλεκτη επί του θέματος μαρτυρία του Μ.Υ.
  1. ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή σε κάθε ένα από τα Τεκμήρια 3 έως 7 δεν τέθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ. 2 κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στην ουσία η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι δεν είναι πραγματογνώμονας γραφολόγος και ότι δεν ήταν παρών όταν υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 3 και
  2. Προκύπτει επίσης ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Ο Μ.Κ.3 κρίνω ότι επίσης ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι δεν είναι το αρμόδιο άτομο για να πιστοποιήσει ότι η υπογραφή που φαίνεται στα Τεκμήρια 5, 6 και 7 ομοιάζει με την υπογραφή που υπάρχει στο δείγμα υπογραφής Τεκμήριο 12 ούτε ήταν παρών όταν τα εν λόγω τεκμήρια υπογράφηκαν. Συνεπώς από τη μαρτυρία του δεν μπορεί να προκύψει ότι η υπογραφή που φαίνεται στα εν λόγω τεκμήρια τέθηκε από τον κατηγορούμενο
  3. Από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 11 και από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν στα Τεκμήρια 5, 6 και 7 προκύπτει ότι οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Ο κατηγορούμενος 2 έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και αποδέχομαι τον εν λόγω ισχυρισμό του ο οποίος όχι μόνο δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία αλλά ακόμα περισσότερο επιβεβαιώνεται και από τη σχετική και αναντίλεκτη επί του θέματος μαρτυρία του Μ.Υ.
  4. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Υ.2 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η μαρτυρία του ή τα συμπεράσματά του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε και παρέθεσε τις θέσεις του με ευκρινή και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο. Αναφέρθηκε στη μεθοδολογία την οποία εφάρμοσε και στα γραφολογικά χαρακτηριστικά στα οποία στηρίχθηκε για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθώς επίσης και από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με πετρελαιοειδή και στα πλαίσια της συνεργασίας τους η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και της παρέδωσε 2 επιταγές επί της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €2.606,85 και €2.775,48 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 29.11.2010 και στις 18.9.2009 αντίστοιχα. Η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε επίσης 3 επιταγές επί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πιτσιλιάς Λευκωσίας Λτδ για το ποσό των €1.920,96, €2.420,00 και €2.608,41 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 24.5.2010, 30.5.2010 και 11.10.2010 αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες μετά την ημερομηνία που κάθε μια από αυτές ήταν πληρωτέα, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Οι εν λόγω επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η διάπραξη των αδικημάτων στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 τις οποίες αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και συνεπώς κρίνω ένοχη την κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και
  5. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Λόγω τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει στον αναγκαίο για ποινική υπόθεση βαθμό ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και συνακόλουθα ούτε τη συνέργειά του στις επίδικες κατηγορίες για τις οποίες κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και
  6. (Υπ.) ................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.