ΚΕΤΩΝΗΣ ν. ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 19376/2015, 28/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19376/2015 XXXXX ΚΕΤΩΝΗΣ -εναντίον- XXXXX ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28/5/2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Αρχιμήδης Ανδρέου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Θέμης Θωμά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, με βάση το τροποποιημένο κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, την 30.7.15, εξέδωσε και παράδωσε προς όφελος του παραπονούμενου επιταγή για το ποσό των €30.000 η οποία, κατά την παρουσίαση της για πληρωμή στη Τράπεζα, δεν εξοφλήθηκε λόγω παγοποίησης (αccount frozen) του λογαριασμού του εκδότη της. Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος κατάρτισαν γραπτή συμφωνία βάση της οποίας ο παραπονούμενος θα πωλούσε τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία Μ.Μ Premium Enterprises Ltd στον κατηγορούμενο επίσης μέτοχο στην πιο πάνω εταιρεία για το συνολικό ποσό των 150.000. Στα πλαίσια αυτά της εν λόγω συμφωνίας εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) δικηγόρο και τον XXXXX Σεργίου (Μ.Κ.2), τραπεζικό λειτουργό στην Ελληνική Τράπεζα. Κατατέθηκαν συνολικά και 8 Τεκμήρια. Αφού το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενο προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης τον XXXXX Εγγλέζο, εκπαιδευτικό στο επάγγελμα. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεσή της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, συνοπτικά, ότι ο παραπονούμενος αγόρασε μετοχές της εταιρείας Μ&Μ Premium Enterprises Ltd από τον κατηγορούμενο. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα πιο πάνω πρόσωπα είχαν αποφασίσει ότι αυτές οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν πίσω στο κατηγορούμενο. Προς τον σκοπό αυτό υπεγράφη σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 1), μάρτυρας της οποίας ήταν και ο ίδιος προσωπικά, με την οποία ο κατηγορούμενος θα κατέβαλλε στον παραπονούμενο το ποσό των €150.000 μέσω επιταγών. Όταν πληρώνετο μια επιταγή ο παραπονούμενος θα επέστρεφε πίσω και ένα μέρος των μετοχών. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας δόθηκε και η επίδικη επιταγή. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι μετέβη ο ίδιος προσωπικά στο γραφείο του συνηγόρου του κατηγορούμενου όπου εκεί ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή και του την παρέδωσε. Την επίδικη επιταγή επίσης επιβεβαίωσε, ο εν λόγω μάρτυρας, ότι την συμπλήρωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσωπικά. Όταν επεστράφη πίσω η επιταγή ο αδελφός του παραπονούμενου, λόγω του ότι ο παραπονούμενος ζει μόνιμα στη Αμερική, προσκόμισε την πρωτότυπη στο γραφείο του για να προχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου την ποινική υπόθεση όπως και έπραξε. Ο ίδιος έβγαλε αντίγραφο της επίδικης επιταγής ενώ την πρωτότυπη επιταγή την επέστρεψε στον αδελφό του παραπονούμενου για να την φυλάξει. Δυστυχώς όταν πριν λίγες μέρες ειδοποίησε τον παραπονούμενο να του προσκομίσει την επίδικη επιταγή ο τελευταίος του ανέφερε ότι, παρά τις προσπάθειες του να την εντοπίσει, την έχει απωλέσει. Η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί και μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν λογαριασμός της ΣΠΕ Αμμοχώστου ο οποίος ανήκε επ΄ονόματι του κατηγορούμενου. Επιβεβαίωσε ότι η επιταγή αυτή ήταν πληρωτέα την 30.07.15 προς τον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο και όταν παρουσιάστηκε στις 30.07.15 στη Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη ότι «ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή ήταν παγοποιημένος». Επιβεβαίωσε ότι στις 31.03.15 ο λογαριασμός του κατηγορούμενου μπήκε στο ΚΑΠ. Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του κατέθεσε αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) καθώς και αντίγραφο κατάστασης που έλαβε από την Υπηρεσία του ΚΑΠ (Τεκμήριο 4). Κατέθεσε τέλος δύο δείγματα υπογραφών που παρέδωσε ο κατηγορούμενος προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 5). Ο κατηγορούμενος προέβη, ως έχει αναφερθεί σε ανώμοτη δήλωση (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο ίδιος αναφέρει ότι δεν ονομάζεται XXXXX Πετροπουλάκης, και ότι δεν είναι βέβαιος αν σε οποιανδήποτε από τις επιταγές που κατατέθηκαν (Τεκμήριο 2, Τεκμήριο 6, Τεκμήριο 7) φέρουν την υπογραφή του. Ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του ότι οποιαδήποτε επιταγή του δεν τιμήθηκε ούτε αν παρουσιάστηκε τέτοια επιταγή ή αντίγραφο αυτής σε οποιανδήποτε τράπεζα και εν πάση περιπτώσει κανένας δεν τον ειδοποίησε. Σε καμία περίπτωση ο ίδιος υπέγραψε το Τεκμήριο 1 και ουδέποτε παρέδωσε στον Μ.Κ. 1 οποιανδήποτε επιταγή, αλλά ούτε και υπέγραψε στην παρουσία του τέτοια επιταγή. Ουδέποτε έχει δώσει, έχει υπογράψει και έχει δει από το 2012 ούτε τον XXXXX ούτε την XXXXX, αλλά ούτε και τον XXXXX Κετώνη. Κανένας δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ώστε να αναφέρει πού κατατέθηκε στο πρωτότυπο της επιταγής και σε ποιον λογαριασμό έχει κατατεθεί. Επομένως δεν έχει δοθεί ποτέ στον Παραπονούμενο οποιαδήποτε επιταγή ή αντίγραφο επιταγής και ως εκ τούτου δεν υπάρχει καν κάτοχος της επίδικης επιταγής. Ο Μ.Υ. 1 ανάφερε ότι εργάζεται ως εκπαιδευτικός και στις ελεύθερες του ώρες μετέβαινε το ξενοδοχείο του Κατηγορούμενου όπου και τον βοηθούσε κυρίως με εξωτερικές δουλειές. Επιβεβαίωσε ότι ο παραπονούμενος ήταν συνεργάτης με τον κατηγορούμενο και επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος μετέφερε επιταγές, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου, όπου και ακολούθως τις παρέδωσε στον δικηγόρο του κατηγορούμενου, σε κλειστό φάκελο, χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο ώστε να μην αναφέρει την αλήθεια. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση ότι έχουν παρουσιαστεί τρία αντίγραφα επιταγών και ότι ουδέποτε έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρωτότυπο της επίδικης επιταγής. Δεν δόθηκε, κατά παράβαση προνοιών του Περί Αποδείξεως Νόμου, οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιον λόγο δεν κατατέθηκε η πρωτότυπη επιταγή ούτε και πώς αυτή έχει απωλεσθεί και ούτε προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου ο XXXXX Κετώνης, ο οποίος αναγράφεται ως διευθυντής της εταιρείας η οποία ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (Τεκμήριο 1), ώστε να αναφέρει στο Δικαστήριο πώς και με ποιον τρόπο την απώλεσε, κατά πόσο αυτή έχει κατατεθεί, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιον λόγο δεν προσήλθε ο ίδιος σήμερα στο Δικαστήριο να εξηγήσει πού βρίσκεται το πρωτότυπο αυτής. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ουδείς είδε τον Κατηγορούμενο να υπογράφει την επίδικη επιταγή ούτε προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο ο XXXXX Μουσιούτας ο οποίος αναγράφεται στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ότι είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Παραπονούμενου και το πώς υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία και κάτω από ποιες συνθήκες αυτή έχει υπογραφτεί. Η μη κλήτευση του κύριου Κετώνη στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει αξιόπιστο κάτω από ποιες συνθήκες έχει χαθεί η πρωτότυπη επιταγή. Υπάρχει ασάφεια στη βάση των πιο πάνω και σε συσχετισμό ότι έχουν κατατεθεί τρία διαφορετικά αντίγραφα της ίδιας επιταγής. Επίσης δεν υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος μαρτυρίας πού είχε κατατεθεί η επίδικη επιταγή, ποιος την έχει καταθέσει και σε ποιον λογαριασμό ούτε και ποιος ήταν ο κάτοχος της επιταγής εφόσον ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή του Παραπονούμενου. Επομένως ο παραπονούμενος δεν είναι κάτοχος και δεν πληρείται η προϋπόθεση προνοιών του περί Συναλλαγμάτων Νόμου. Επομένως δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι ούτε στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της επίδικης επιταγής, εφόσον οι μετοχές βρίσκονται ακόμα και σήμερα στο όνομα του παραπονούμενου εφόσον αυτές ουδέποτε μεταβιβάστηκαν στο όνομα του κατηγορούμενου. Αντίθετα, ήταν η θέση του συνηγόρου του παραπονούμενου ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο, μέσω της γραπτής αγόρευσης του, να καταδικάσει τον κατηγορούμενο εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Τα όσα και οι δύο πλευρές έχουν εισηγηθεί έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά στις θέσεις της κάθε πλευράς θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ. 1 στην ολότητα της εφόσον αυτή είναι αληθοφανής και έχει λογική συνοχή. Ήταν βέβαιος για αυτά για τα οποία κατάθετε και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος και την άμεση εμπλοκή του με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Επιβεβαίωσε με θετική μαρτυρία ότι η επίδικη επιταγή φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου, ότι αυτή συμπληρώθηκε δεόντως από τον κατηγορούμενου και ότι αυτή παραδόθηκε σε αυτόν επίσης από τον κατηγορούμενο. Ο εν λόγω μάρτυρας παρά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι'αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Πλήρης αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 2 εφόσον έχει αφήσει θετικές εντυπώσεις με τις απαντήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Η μαρτυρία του ήταν λογική και σταθερή και δεν κλονίσθηκε, σε κανένα σημείο, κατά την αντεξέταση του. Οι οποιεσδήποτε αναφορές του επιβεβαιώνονται σε μεγάλο βαθμό από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Επίσης δεν έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα μέσα από αυτήν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δηλώνει εξ αρχής ότι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα του . Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σύμφωνα με τη νομολογία η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Αξιολογώντας λοιπόν την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο γιατί τα όσα περιέχονται σε αυτή έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα όσα ανάφεραν οι Μ.Κ 1 και 2, τους οποίους η μαρτυρία τους κρίθηκε απόλυτα αξιόπιστη. Ως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να ανατρέψει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία τέθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης σε αντίθεση με τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε. Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία ή οποία να αποσείει αυτό το βάρος έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο ίδιος αναφέρει καταρχάς ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι στο αντίγραφο της επίδικης επιταγής είναι η δική του υπογραφή. Ο Μ.Κ 1 ανάφερε ότι η επίδικη επιταγή υπογράφθηκε στη παρουσία του από τον κατηγορούμενο και ότι αυτή αποτελεί αντίγραφο της πρωτότυπης επιταγής. Περαιτέρω η υπογραφή που υπάρχει στην επίδικη επιταγή επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ 2 ότι ανήκει στον κατηγορούμενο και ότι προσομοιάζει με το δείγμα υπογραφής που διατηρεί στην κατοχή της η εκδότρια τράπεζα για τον εν λόγω λογαριασμό από τον οποίο αυτή εκδόθηκε. Περαιτέρω η υπογραφή φαίνεται ολοκάθαρα, έστω και αν αυτή είναι σε αντίγραφο. Η υπεράσπιση κατάθεσε η ίδια αντίγραφα της επιταγής (Τεκμήρια 6 και 7) για τις οποίες έδωσε σαφή εξήγηση ο Μ.Κ 2 γιατί αυτές έχουν πιο λίγες σφραγίδες χωρίς ουδέποτε να υποβληθεί η θέση από την υπεράσπιση ότι η υπογραφή αυτή δεν ανήκει στον κατηγορούμενο. Προβάλει επίσης τη θέση ότι το Τεκμήριο 1 ουδέποτε το υπέγραψε και ότι υπέγραψε παρόμοιο έγγραφο. Πέραν του γεγονότος ότι ουδέποτε αρνήθηκε η υπεράσπιση και ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίες ότι δεν υπέγράφη τέτοια συμφωνία μεταξύ των μερών αλλά και ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει την υπογραφή του και πέραν του γεγονότος ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 1 αυτή υπογράφτηκε στη παρουσία του και ο ίδιος ως μάρτυρας επιβεβαιώνει ότι υπεγράφη από τον κατηγορούμενο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε αντίγραφο της παρόμοιας συμφωνίας που έχει υπογράψει ώστε να καταρρίψει και να αντικρούσει τις θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνω και την ύπαρξη αντικρουόμενων ισχυρισμών ανάμεσα στις δύο καταθέσεις της Κατηγορουμένης. Ειδικότερα, στην πρώτη κατάθεση είχε αναφερθεί ότι η Κατηγορούμενη είδε τα φώτα που βρίσκονταν κοντά της ως η πορεία της να αλλάζουν και να γίνονται πορτοκαλί όταν βρισκόταν γύρω στα 10 με 15 μέτρα πριν τη διασταύρωση. Στην 2η Κατάθεση ανάφερε ότι βρισκόταν γύρω στα 5 μέτρα πριν την διασταύρωση όταν το φως έγινε από πράσινο πορτοκαλί. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης, θεωρούμενοι σε συνδυασμό με το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Αποδέχομαι επίσης σε γενικές γραμμές τη μαρτυρία του Μ.Υ. 2. Μπορεί ο εν λόγω μάρτυρας να περιέπεσε σε ορισμένες αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα για το πότε ο ίδιος δημιούργησε νέα εταιρεία πέραν της Agasta, ώστε να διεξάγει τις εργασίες του αλλά και να ανέδειξε με την μαρτυρία του μία έντονη πικρία σε σχέση με την συνεργασία που είχε με την παραπονούμενη, εντούτοις όμως δεν έχω διαπιστώσει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο ώστε να μην αναφέρει την αλήθεια. Αποδέχομαι όμως τη θέση του, σε ό,τι αφορά τα επίδικα θέματα, ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέδωσε τα προϊόντα στη 1η κατηγορούμενη ως ήταν η υποχρέωση της Agasta και ότι ορθώς η 1η κατηγορούμενη ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. Τα όσα ανάφερε όμως σε σχέση με τις διαφορές που η Agasta έχει με την παραπονούμενη δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα επίδικα θέματα αυτής. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω επιπρόσθετα, πέραν των πιο πάνω, ως έχει αναφερθεί ευρήματα: ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση ότι έχουν παρουσιαστεί τρία αντίγραφα επιταγών και ότι ουδέποτε έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρωτότυπο της επίδικης επιταγής. Δεν δόθηκε, κατά παράβαση του Περί Αποδείξεως Νόμου, οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιον λόγο δεν κατατέθηκε η πρωτότυπη επιταγή ούτε και πώς αυτή έχει απωλεσθεί και ούτε προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου ο XXXXX Κετώνης ο οποίος αναγράφεται ως διευθυντής της εταιρείας η οποία ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (Τεκμήριο 1) ώστε να αναφέρει στο Δικαστήριο πώς και με ποιον τρόπο την απώλεσε, κατά πόσο αυτή έχει κατατεθεί, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιον λόγο δεν προσήλθε ο ίδιος σήμερα στο Δικαστήριο να εξηγήσει πού βρίσκεται το πρωτότυπο αυτής. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ουδείς είδε τον Κατηγορούμενο να υπογράφει την επίδικη επιταγή ούτε προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο ο XXXXX Μουσιούτας ο οποίος αναγράφεται στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ότι είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Παραπονούμενου και το πώς υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία και κάτω από ποιες συνθήκες αυτή έχει υπογραφτεί. Η μη κλήτευση του κύριου Κετώνη στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει αξιόπιστο κάτω από ποιες συνθήκες έχει χαθεί η πρωτότυπη επιταγή. Υπάρχει ασάφεια στη βάση των πιο πάνω και σε συσχετισμό ότι έχουν κατατεθεί τρία διαφορετικά αντίγραφα της ίδιας επιταγής. Επίσης δεν υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος μαρτυρίας πού είχε κατατεθεί η επίδικη επιταγή ποιος την έχει καταθέσει και σε ποιον λογαριασμό ούτε και ποιος ήταν ο κάτοχος της επιταγής εφόσον ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή του Παραπονούμενου εφόσον ουδέποτε την έλαβε στην κατοχή του, κάτοχος ήταν μόνο ο XXXXX Κετώνης ο οποίος δεν ήταν ο Παραπονούμενος και ούτε υπό ποια ιδιότητα την έχει λάβει. Επομένως ο Παραπονούμενος δεν είναι κάτοχος και δεν πληρείται η προϋπόθεση προνοιών του περί Συναλλαγμάτων Νόμου. Επομένως δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ούτε και ειδοποιήθηκε ο Παραπονούμενος στην προκειμένη περίπτωση ότι η παρούσα επιταγή δεν έχει τιμηθεί. Ούτε στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της επιταγής επιταγής, εφόσον οι μετοχές βρίσκονται ακόμα και σήμερα στο όνομα των Παραπονούμενων και ότι αυτές ουδέποτε μεταβιβάστηκαν στο όνομα του Κατηγορούμενου. Αντίθετα, ήταν η θέση του συνηγόρου των Παραπονούμενων ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο μέσω γραπτής αγόρευσης του να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ.154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ως έχει αναφερθεί, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305(Α)
(1)του Κεφαλαίου 154. Το εν λόγω άρθρο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)...
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του...» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Έχοντας παραθέσει τη νομική πτυχή της πιο πάνω υπόθεσης σε συσχετισμό με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τη προσκομισθείσα μαρτυρία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν απουσιάζει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Περαιτέρω, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει τεθεί μαρτυρία αφενός για το ποιος ήταν ο εκδότης των επίδικων επιταγών και αφετέρου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από τον λογαριασμό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στη ΣΠΕ Μακράσυκας. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω να αναφέρω ότι δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι οι επιταγές εκδόθηκαν και υπογράφτηκαν από τον κατηγορούμενο. Και τούτο γιατί δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το Τεκμήριο 3. Ως έχει αναφερθεί το εν λόγω Τεκμήριο αφορά την κατάθεση των επίδικων επιταγών από την Agasta προς την παραπονούμενη. Στο εν λόγω Τεκμήριο αναφέρεται ρητά ότι εκδότης των επίδικων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος. Επομένως από τη στιγμή που έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι εκδότης των επίδικων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι είναι και το πρόσωπο το οποίο τις έχει υπογράψει. Εξάλλου σημειώνω παρενθετικά ότι το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν είναι ο κατηγορούμενος που δεν έχει υπογράψει τις επίδικες επιταγές, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση των μαρτύρων. Η σημασία των παραδεκτών γεγονότων είναι βεβαίως νομολογιακά, πέρα της νομοθετικής πρόνοιας, σαφής, και έχει εξηγηθεί σε αριθμό υποθέσεων όπως στην υπόθεση Ανδρέα και Άλλων v Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 498, όπου λέχθηκε ότι, κατάθεση που γίνεται παραδεχτή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 86/86, αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός. Κατ' αναλογία τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω υπόθεση εφαρμόζονται και στην παρούσα. Επίσης, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, πληρείται και το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, που είναι η παρουσίαση των επίδικων επιταγών στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου έχουν εκδοθεί. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο Μ.Κ 1 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί ηλεκτρονικά από την παραπονούμενη προς την πληρώτρια τράπεζα, ήτοι την ΣΠΕ Μακράσυκας. Επίσης ανάφερε ότι ενημερώθηκε η παραπονούμενη από την πληρώτρια τράπεζα ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου έχει τοποθετηθεί στο ΚΑΠ και ότι κάποιες από τις επιταγές είχαν ανεπαρκή υπόλοιπα. Επίσης η Μ.Κ 2 σε σχέση με το ζήτημα αυτό προσκόμισε σχετική βεβαίωση ότι ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου την 1.8.12, τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν η εισήγησή της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου, ως έχει αναφερθεί παραπάνω, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιασθεί στο πιστωτικό ίδρυμα επί των οποίων αυτές εκδόθηκαν, κατά παράβαση του Άρθρου 305 (Α)
(3). Και τούτο γιατί οι επίδικες επιταγές δεν φέρουν σφραγίδα της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκαν, δηλαδή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας, αλλά ούτε και παρουσιάστηκε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να φαίνεται ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο για πληρωμή. Ως όμως αναφέρθη από τους πιο πάνω μάρτυρες και ειδικότερα από τον Μ.Κ 1 οι επίδικες επιταγές έχουν κατατεθεί ηλεκτρονικά. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 305(Α)
(4)το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.» Στην υπόθεση VRONTIS BUILDERS LTD κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/6/2016 λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «Για την απόδειξη των υπολοίπων στοιχείων του υπό αναφορά αδικήματος, ο νομοθέτης έχει προβλέψει συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία, εφόσον ακολουθείται, διευκολύνει το έργο αυτό της κατηγορούσας αρχής, προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας, (βλ. Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, σελίδα 561). Η διαδικασία αυτή αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της, χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί, για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 305Α. Ειδικά, το εδάφιο
(4)του εν λόγω άρθρου προβλέπει για την περίπτωση που η παρουσίαση της επιταγής γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα, αναφέρει δε, σχετικά, τα εξής:- «..................................................................................................» Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση των λόγων για τους οποίους οι επιταγές δεν έχουν πληρωθεί, όπως αυτοί φαίνονται στις σφραγίδες οι οποίες έχουν εναποτεθεί σε αυτές. Προπαντός, δεν έχει αμφισβητηθεί ο λόγος ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», ένδειξη η οποία έχει, βασικά, την έννοια ότι ο λογαριασμός είναι κλειστός, αφού δεν επιτρέπεται η πληρωμή επιταγών που εκδίδονται από αυτόν. Η πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει και από τις εξηγήσεις τις οποίες ο Λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κ. Νικόλαος Τροπάρης, (Μ.Κ.5), έδωσε, διά της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας του, σε σχέση με τη λειτουργία του Κ.Α.Π. Είναι δε αξιοσημείωτο πως, για την πτυχή αυτή, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των εφεσειόντων. Επομένως, παραμένει αλώβητο το σχετικό τεκμήριο του εδαφίου 4(γ) του άρθρου 305Α και, συνακόλουθα, το αληθές της σχετικής σφραγίδας επί των επιταγών. Να σημειωθεί πως ο πιο πάνω λόγος μη πληρωμής των επιταγών είναι ο ίδιος με το λόγο που αναφέρεται στις κατηγορίες, ως μέρος των λεπτομερειών των αδικημάτων στα οποία αυτές αφορούν. Περαιτέρω, ούτε και ως προς το θέμα της παρουσίασης των επιταγών στην τράπεζα επί της οποίας αυτές είχαν εκδοθεί προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους των εφεσειόντων. Αυτοί περιορίστηκαν στην αμφισβήτηση των σχετικών ευρημάτων του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, επιτυχία, για το λόγο που έχει προαναφερθεί. Επομένως, ούτε και για το στοιχείο αυτό έχει διασαλευθεί το τεκμήριο, σχετικά, του προαναφερθέντος εδαφίου. Τέλος, να σημειωθεί πως δεν έχει προσβληθεί, με σχετικό λόγο έφεσης, η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης για αναζήτηση υποστήριξης, σε σχέση με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του υπό αναφορά αδικήματος, στα εν λόγω μαχητά τεκμήρια. Εν' όψει των πιο πάνω, και με βάση τη μαρτυρία, στοιχειοθετείται στο βαθμό του εκ πρώτης όψεως και αντικειμενικά το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, εφόσον ως έχει αναφερθεί, οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιαστεί ηλεκτρονικώς στη ΣΠΕ Μακράσυκας, η οποία με την σειρά της πληροφόρησε την παραπονούμενη για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ακολούθως, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του σχετικού εδαφίου 4 του εν λόγω άρθρου, υπάρχει μαρτυρία, η οποία φαίνεται και επί των επίδικων τεκμηρίων, ότι η παραπονούμενη τοποθέτησε ενυπογράφως σφραγίδες στο πρωτότυπο των επιταγών, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής τους, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης των επιταγών προς πληρωμή, με βάση την σχετική ενημέρωση, ως ανάφερε, που έλαβε από την πληρώτρια τράπεζα. Με βάση την παράγραφο (γ) του σχετικού εδαφίου 4, η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα που έχει παρουσιάσει την επιταγή, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελεί μαχητό Τεκμήριο, επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Επομένως, η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου απορρίπτεται και το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Σε σχέση με το 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή «τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της» έχει τεθεί μαρτυρία τόσο από τον Μ.Κ 1, όσο και από τη Μ.Κ 2, για τον λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκαν οι επίδικες επιταγές, ως εξάλλου φαίνεται και από τις σφραγίδες που περιέχονται σε αυτές οι οποίες με βάση το άρθρο 305 γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου και αποτελούν μαχητό τεκμήριο επί του αληθούς του περιεχομένου τους. Επομένως τέθηκε μαρτυρία και στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με το εν λόγω συστατικό του αδικήματος. Επίσης πληρείται και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό δηλαδή της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή τους στην τράπεζα επί της οποίας αυτές έχουν εκδοθεί. Επί του προκειμένου τέθηκε μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί ακόμη μέχρι και σήμερα. Επομένως νοείται και ότι δεν έχουν πληρωθεί για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα επί της οποίας έχουν εκδοθεί. Εξάλλου σημειώνω ότι σε κανένα σημείο η υπεράσπιση δεν προέβαλε τη θέση ότι οι επίδικες επιταγές έχουν πληρωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έχει ειδοποιηθεί από το πιστωτικό ίδρυμα ότι οι σχετικές επίδικες επιταγές δεν έχουν τιμηθεί και ως εκ τούτου δεν πληρείται το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Δεν θα συμφωνήσω, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση αυτή. Τέτοια ενημέρωση προς τον κατηγορούμενο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος με βάση το ίδιο το λεκτικό του. Αν υπήρχε τέτοια υποχρεώση για ενημέρωση του κατηγορουμένου ο νομοθέτης θα το έλεγε ρητώς. Αυτό που έχει σημασία κατά τη γνώμη μου είναι το γεγονός ότι οι επίδικές επιταγές δεν έχουν πληρωθεί εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Αυτό συνάγεται, εμμέσως, και από το δικαστικό λόγο της υπόθεσης Iσιδώρου Σιδέρης ν. GM Christofi Enterprises Ltd και Άλλης
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Σε κάθε όμως περίπτωση σημειώνω ότι έχει τεθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εφόσον κατατέθηκε προς τούτο επιστολή της Συνεργατικής Μακράσυκας (Τεκμήριο 11) με την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι ο λογαριασμός του έχει καταχωρηθεί στο ΚΑΠ από την 1.8.
- Επίσης με βάση τα άρθρα 48 και 49 του Κεφ.262 η παραπονούμενη ως ο νομιμοποιημένος κομιστής των επίδικων επιταγών ενημέρωσε, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια (Τεκμήρια 10) την εταιρεία Agasta ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν τιμηθεί. Η οποιαδήποτε, περί του αντιθέτου εισήγηση, ότι δεν έλαβε ενημέρωση ο κατηγορούμενος, σε κάθε όμως περίπτωση είναι τουλάχιστον πρόωρη εφόσον για να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε γνώση θα πρέπει να προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που όπως έχει αναφερθεί δεν ανάγεται στο στάδιο αυτό. Σε σχέση με το ζήτημα που έχει εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν επί ανύπαρκτου νομικού προσώπου ή λανθασμένου νομικού προσώπου, του οποίου η ταυτότητα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν έχει εξακριβωθεί σημειώνω τα ακόλουθα: Όπως, σχετικά πρόσφατα, επαναβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Σαββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ., κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, η ύπαρξης διαδίκου και δη μίας νομικής οντότητας, που αποτελεί βεβαίως προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση μέσα από τη δικαστική διαδικασία, μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία κατά την δίκη. Αν μέσα από την μαρτυρία, προκύπτει ότι, συγκεκριμένος διάδικος, λειτουργούσε ως εταιρεία, η μαρτυρία αυτή, είναι αρκετή για την έγερση του νομικού μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας, ήτοι, ότι ο διάδικος είναι πρόσωπο υπαρκτό. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία η προσκόμισης ειδικής μαρτυρίας για την εγγραφή του νομικού προσώπου ( Χαραλάμπίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση με Αρ. 199/2017). Προκύπτει συνεπώς από την αποδεκτή μαρτυρία, ότι, η Agasta είναι και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπαρκτή νομική οντότητα, ήταν η αντισυμβαλλόμενη της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου και ο δικαιούχος των επίδικων επιταγών που εξέδωσε ο κατηγορούμενος. Σε ότι αφορά τώρα το ζήτημα αυτό, ήτοι της επωνυμίας της Παραπονούμενης, σχετιζόμενο με την έκδοση των επίδικων επιταγών, ήτοι, αντί στην πλήρη επωνυμία της, στην επωνυμία Agasta και Agasta Ltd, αποτελεί ζήτημα, που, ως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, επιβάλλεται όπως εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο όπου κρίνεται το κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ανάλογο θέμα απασχόλησε προσφάτως το Εφετείο στην υπόθεση IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD v. ACTION CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:D77, Ποιν. Εφ. 184/2014, ημερ. 10 Φεβρουαρίου
- Στην εν λόγω υπόθεση στις επιταγές οι οποίες είχαν κατατεθεί, αναφερόταν το όνομα των εφεσειόντων ως «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επιταγή καθότι δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις πιο πάνω επωνυμίες. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση στη βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας, η οποία συνέδεε την παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή στη βάση της οποίας είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές, τονίζοντας ότι η ύπαρξη ή όχι της εταιρείας των παραπονουμένων ήταν θέμα πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου, διέταξε την επανεκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης." Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αντικρύσει υπό τη σωστή διάστασή τους τα ενώπιόν του δεδομένα και να καταλήξει ότι επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας, η οποία συνέδεε τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τις συναλλαγές επί των οποίων εδραζόντουσαν οι κατηγορίες. Λανθασμένη περιγραφή που δεν επιδρούσε, εν πάση περιπτώσει, στην ορθή αντίληψη του πραγματικού παραπονούμενου, ούτε και επηρέαζε δυσμενώς τους Εφεσίβλητους.». Στην προκείμενη περίπτωση, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες που κατέθεσαν τα γεγονότα για την παραπονούμενη προκύπτει ότι δικαιούχος των επίδικων επιταγών ήταν η Agasta. Όπως εξάλλου προκύπτει από το πίσω μέρος της επιταγής η εταιρεία Agasta οπισθογράφησε τις επίδικες επιταγές με το πλήρες όνομα της. Επομένως και η εισήγηση αυτή της συνηγόρου του κατηγορουμένου απορρίπτεται. Συνεπακόλουθα θεωρώ ότι με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία έχουν στοιχειοθετηθεί για σκοπούς εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς κατηγορούμενου. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αλλά και όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί μεταχρονολογημένα. Αυτό δήλωσε ο Μ.Κ 1 ρητά και ξεκάθαρα και ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή, επίσης, υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η έκδοση είναι συστατικό στοιχείο της κάθε κατηγορίας ενώ σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έκδοσης πολύ ουσιαστικό στοιχείο ώστε να αποφασισθεί κατά πόσο υπήρξε πρόθεση του κατηγορουμένου για την διάπραξη των αδικημάτων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑ v ΘΩΜΑ Δ. ΚΩΣΤΑΠΠΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, ημερομηνίας 11.9.2017 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία του αδικήματος, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή, είναι απαραίτητη και η ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης του αδικήματος από πλευράς Κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, παρατήρησε ότι, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και μη έχοντας άλλη μαρτυρία για το ζήτημα του χρόνου υπογραφής και έκδοσης των επιταγών, ήταν αδύνατο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσον, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, ο Εφεσίβλητος γνώριζε επ΄ακριβώς τα υπόλοιπα στο λογαριασμό του ή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα ή ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί, λόγω ΚΑΠ, από τις 25.2.2011, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της αξιόπιστης ΜΚ1. .. Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των ικανών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Είναι ορθό ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι συνταγμένη η πρωτόδικη απόφαση μπορεί να οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για το γεγονός της έκδοσης των δύο επίδικων επιταγών και τούτο, παρά το σαφές εύρημα του ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος του Παραπονούμενου τις δύο συγκεκριμένες επίδικες επιταγές. Εκείνο, όμως, που, στην πραγματικότητα, αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του (σελ. 19 και 20) είναι ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος έκδοσης των επιταγών, ο οποίος είναι ουσιώδης για την απόδειξη της διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη Militos (ανωτέρω). Κρίνουμε ότι, οι λόγοι έφεσης 1 και 4 είναι αβάσιμοι. Η απόφαση στην Militos (ανωτέρω) είναι απόλυτα σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ήταν δεσμευτική επί του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επομένως, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, την εφάρμοσε επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και κατέληξε στο συμπέρασμα πως, εφόσον δεν αποδείχτηκε ο χρόνος υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφασίσει και το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών, αποδείχθηκε η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων (mens rea).» Στην υπόθεση Militos Trading Ltd v Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, στην οποία έγινε παραπομπή στην πιο πάνω υπόθεση, λέχθηκαν επίσης τα εξής σχετικά: «Το δικαστήριο είχε σημειώσει προηγουμένως ότι η συνδρομή της εφεσίβλητης στην έκδοση κάθε μιας από τις επίδικες επιταγές είναι αξιόποινη μόνο αν αυτή, κατά το χρόνο της υπογραφής είχε πρόθεση να επιφέρει αυτό που η πράξη της επάγεται. Εφ' όσον ο χρόνος αυτός είναι άγνωστος, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς της, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως η εφεσίβλητη γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Το γεγονός, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο, της υπογραφής των επίδικων επιταγών εκ μέρους της εταιρείας, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, δεν είναι αρκετό. Απαιτείται επιπλέον μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή κάθε επιταγής. Μόνο έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση άλλων γεγονότων και συμπεριφορών για να εξαχθεί η γνώση και η πρόθεση της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της εκάστοτε συνέργειας, κατά το χρόνο της εκάστοτε κατ' ισχυρισμό αδικοπραγίας. Υποθέσεις ή υποψίες περί της γνώσης της εφεσίβλητης δεν είναι αρκετές. Ακόμα και η εύλογη υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία (Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16). Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας προβαίνοντας σε συμπεράσματα τα οποία καταφαίνονται ως εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από αξιόπιστη μαρτυρία. Το δικαστήριο, επισημαίνουν, ενώ αποδέχτηκε τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη και έκρινε ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από την εφεσίβλητη, την απάλλαξε γιατί δεν αποδείχθηκε ο χρόνος κατά τον οποίο υπογράφηκε κάθε μια από τις επιταγές. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ο χρόνος υπογραφής των επιταγών αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Αποδεικνύεται ότι όταν κάποιες επιταγές που είχε εκδώσει πριν η εταιρεία έληξαν, ο Μ.Κ.1 τις πήρε στην εφεσίβλητη η οποία εξέδωσε νέες, επίσης μεταχρονολογημένες. Το πρωτόδικο δικαστήριο, καταλήγουν οι εφεσείοντες, πλημμελώς απέρριψε το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Δεν είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι η ημερομηνία υπογραφής των επιταγών είναι η 23.11.2006. Αυτή είναι η ημερομηνία η οποία εμφαίνεται στις επιταγές και αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέες, μια και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη του εξέδωσε νέες μεταχρονολογημένες επιταγές. Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι υπήρξε περιστατική μαρτυρία που αποδεικνύει το χρόνο υπογραφής των συγκεκριμένων επιταγών και την ύπαρξη πρόθεσης της εφεσίβλητης. Κανένα από τα προβαλλόμενα επιχειρήματα στο δεύτερο λόγο έφεσης δεν απαντά στο βασικό ερώτημα του χρόνου υπογραφής των επιταγών.» Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εφαρμόζοντας τα όσα δεσμευτικά λέχθησαν για το παρόν Δικαστήριο, μέσα από το δικαστικό λόγο των πιο πάνω υποθέσεων, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για το πότε ακριβώς έχουν εκδοθεί και υπογραφεί οι εν λόγω μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κενό αυτό κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι μοιραίο. Ενόψει της απουσίας μαρτυρίας για το ζήτημα του χρόνου υπογραφής και έκδοσης των επιταγών είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει, στο τελικό στάδιο, σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσον, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, ο κατηγορούμενος γνώριζε επ΄ακριβώς τα υπόλοιπα στο λογαριασμό του ή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα ή ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί, λόγω ΚΑΠ καθώς και όσον αφορά στην πραγματική ικανότητα του τραπεζικού λογαριασμού του κατηγορουμένου να καλύψει τις επιταγές αυτές κατά τον χρόνο έκδοσης τους. Εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή για τον χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει και το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών, αποδείχθηκε η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων (mens rea). Τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω δεν εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος διώκεται υπό την ιδιότητα του συνεργού. Όσα λέχθηκαν ανωτέρω τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και για τον κατηγορούμενο, με βάση τα όσα λέχθηκαν κατ'αναλογία στην υπόθεση ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑ v ΘΩΜΑ Δ. ΚΩΣΤΑΠΠΗ (ανωτέρω) στην οποία ο εκεί κατηγορούμενος διώκετο ως ο εκδότης των επιταγών, ως είναι και ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία υπάρχουν ουσιώδη κενά εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με βάση το άρθρο 305Α
(1). Στην απουσία των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο δεν έχει ίχνος μαρτυρίας έστω και σε αυτό το στάδιο ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να μην εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές. Η μαρτυρία για την μη εξόφληση τους λόγω του ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης βρισκόταν στο ΚΑΠ δεν αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 305Α
(1)απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών στοιχεία τα οποία δεν έχουν τεθεί από την κατηγορούσα αρχή. Με βάση τα όσα η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε η μαρτυρία δεν είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα. Επομένως δεν υπάρχει οποιοδήποτε νόημα ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Τα γεγονότα της υπόθεσης σαφώς και διαφοροποιούνται από τα γεγονότα στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/
- Στη προαναφερόμενη υπόθεση οι εφεσείοντες-κατηγορούσα αρχή αμφισβήτησαν ην ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την υπόθεση κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, κρίνοντας λανθασμένα, κατά τους εφεσείοντες, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, στο βαθμό που απαιτείται σ΄ αυτό το στάδιο, τις επίδικες κατηγορίες εναντίον των εφεσιβλήτων 1 και
- Κρίση, που λανθασμένα μορφώθηκε στην αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής, να αποδείξει τον ακριβή χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών και κατ΄ επέκταση, την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι 1 και 2- εφεσίβλητοι 1 και 2 να αθωωθούν και να απαλλαγούν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω, όπως διαπιστώνουμε από την πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο άφησε εκτός της εικόνας παραδεκτά γεγονότα και σαφή αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, κυρίως μαρτυρία του ΜΚ1, (Έγγραφο αρ. 1) όσον αφορά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών και ειδικότερα, την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο 2 γνώση, ο οποίος χειριζόταν προσωπικά και αποκλειστικά τους λογαριασμούς και υποθέσεις των εφεσιβλήτων 1 και 2, την οποία εντοπίσαμε, ανατρέχοντας και στα πρακτικά, όπως μας παρέπεμψε και ο δικηγόρος των εφεσειόντων.Στην πολυσέλιδη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο αρ. 1) που απετέλεσε την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ1 αναφέρεται ρητώς σε μια έκαστη των επίδικων επιταγών - αντιστοιχώντας τις με τα εκδοθέντα από την παραπονούμενη εταιρεία τιμολόγια - που συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο 2, διευθυντή της κατηγορουμένης 1, πριν παραδοθούν στον ίδιο, εντός της ίδιας ημέρας και κατά την παράδοση στην εφεσίβλητη των πωληθέντων προϊόντων... Από τα πρακτικά, προκύπτει, ότι ο χρόνος έκδοσης των μεταχρονολογημένων επίδικων επιταγών διευκρινίστηκε και διασαφηνίστηκε περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από το συνήγορο των εφεσιβλήτων, με αναφορά στις καταθέσεις που διενεργούσαν οι τελευταίοι στον επίδικο λογαριασμό, κατά τον ουσιώδη χρόνο.» Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε είτε εγγράφως είτε προφορικώς που να συνδέει τις επιταγές με τα εκδοθέντα τιμολογία της Agasta ώστε να προσδιορισθεί ο χρόνος έκδοσης των μεταχρονολογημένων επιταγων. Τα τιμολόγια της Agasta ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία για το πότε εκδόθηκαν τα τιμολόγια της Agasta αλλά και πότε παραδόθηκαν σε στον κατηγορούμενο ώστε να προσδιορισθεί ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών. Δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη του Τεκμηρίου 3 το οποίο, ως αναφέρθη ανωτέρω, αφορά δέσμη εγγράφων και πινάκια αναφορικά με την κατάθεση των επιταγών από την Agasta προς την παραπονούμενη. Οι επιταγές κατατείθοντο στην παραπονούμενη προτού αυτές καταστούν πληρωτέες. Όμως το γεγονός αυτό και πάλι δεν αποδεικνύει τον χρόνο έκδοσης τους και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες και πιθανολογήσεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην απουσία κατάθεσης των σχετικών τιμολογίων αλλά και στην απουσία κατάθεσης οποιουδήποτε μάρτυρα εκ μέρους της Agasta. Τέτοια υπόθεση, ακόμη και εύλογη, δεν επιτρέπεται δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπ'όψιν (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ούτε και παραγνωρίζω την αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει το βάρος της προσκόμισης μαρτυρίας που άπτεται της νοητικής λειτουργίας ενός κατηγορουμένου και ότι το στοιχείο της γνώσης αποδεικνύεται με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση (Υοussef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Στην προκειμένη όμως περίπτωση απουσιάζουν εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε μία πιθανή καταδίκη τον κατηγορούμενο. Συνεπώς ενόψει των ανωτέρω θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν καλούσε τους κατηγορούμενους σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί τους ώμους τους να αποδείξουν την αθωότητα τους, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει «δήλωση» με βάση το άρθρο 23 του Νόμου που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε διαδικασία, πολιτική ή ποινική και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται στη δήλωση. Με την αναφορά σε «αρχική δήλωση» νοείται η δήλωση του προσώπου που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος. Για σκοπούς του ίδιου νόμου και ο όρος «δήλωση» με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.9, σημαίνει οποιαδήποτε παρουσίαση ή περιγραφή ή παράσταση γεγονότος ή παρουσίαση ή έκφραση γνώμης η οποία γίνεται προφορικά ή εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Με την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 32
(1)/2014 στον Νόμο Περί Αποδείξεως, Κεφ.9, η εξ' ακοής μαρτυρία, είναι πλέον αποδεκτή ως μαρτυρία, σε αντίθεση με τον αποκλεισμό της ως τέτοια με βάση τον προηγούμενο της τροποποίησης νόμο, ήτοι μια τέτοια μαρτυρία πλέον δεν αποκλείεται εκ προοιμίου από οποιαδήποτε διαδικασία για τον μόνο λόγο ότι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 24, Κεφ.9). Ιδιαίτερη σημασία έχει με βάση και τα όσα ο ίδιος ο Νόμος αλλά και η νομολογία έθεσε ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία που οδηγεί στην κατάληξη επί της βαρύτητας που θα της προσδώσει τελικά το Δικαστήριο. Με βάση τις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου με αναφορά στο άρθρο 27 τίθενται τα κάτωθι σε σχέση με την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ' ακοής μαρτυρίας: «27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 27 αναφέρει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης δεν παρατίθενται εξαντλητικά αλλά μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημαντική βέβαια η αναφορά του ίδιου του νομοθέτη στο εδάφιο
(3)για την υποχρέωση του διαδίκου να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και αν δεν το έπραξε για ποιους λόγους προέκυψε αυτό. (βλέπε Κολάνη ν. Ταμπουρά, Πολιτική Έφεση 151/2007, 12.7.2010). Προκύπτει ότι αδυναμία συνιστά η απουσία εξήγησης για τη μη κλήτευση του μάρτυρα που προέβη στην αρχική δήλωση και παραπέμπω για τον ζήτημα αυτό στην απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Στυλιανού, Πολιτική Έφεση 319/2006, 22.1.2009. Με βάση την νομολογία που προέκυψε από την σχετική τροποποίηση του 2004 και μετέπειτα έχουν τεθεί διάφορα κριτήρια επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να βασισθεί κατά το στάδιο εξέτασης και αξιολόγησης της εξ' ακοής μαρτυρίας με γενικό κανόνα ότι η βαρύτητα με την οποία θα πιστώσει το Δικαστήριο την μαρτυρία αυτή εξετάζεται μέσα από τα περιστατικά, γεγονότα και ιδιαιτερότητα της κάθε υπόθεσης. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω σε σχέση με την εξ΄ ακοής μαρτυρία καταλήγω ότι η μαρτυρία που γενικά παρουσιάστηκε από πλευράς Ενάγουσας είναι ελλιπής ενώ παρουσιάζει μια εκδοχή αδύναμη από άποψη στοιχείων, σε τέτοιο βαθμό που εμποδίζει το Δικαστήριο από του να της προσδώσει σημαντική βαρύτητα. Σημειώνω ότι κάθε μαρτυρία εκάστου μάρτυρα εκ μέρους της ενάγουσας θα εξεταστεί κατωτέρω ξεχωριστά, οφείλω όμως ενόψει του είδους και της φύσης της μαρτυρίας, να αναφέρω ότι το σύνολο της παρουσιάζει προβλήματα που άπτονται της αξιοπιστίας της και επηρεάζουν την βαρύτητα που δύναμαι να της προσδώσω. - Αναφέρω ότι ουδεμία δικαιολογία δόθηκε, κατά πρώτο λόγο, ως προς τα ακριβή αίτια απουσίας του αναφερόμενου από όλους τους μάρτυρες προσώπου που έχει την ιδιότητα του Διευθυντή της Ενάγουσας και το οποίο σύμφωνα με όλους προέβη στην αρχική δήλωση. - Η αναφορά κάποιων εκ των μαρτύρων σε προβλήματα υγείας του προσώπου αυτού παρέμεινε ως αναφορά, γενική και αόριστη χωρίς προσδιορισμό σε χρόνο και σε λεπτομέρειες που να έδιδαν έστω και έμμεσα δικαιολογία για την απουσία του. Πέραν των γενικών τούτων αναφορών σε προβλήματα υγείας και απουσία του εκτός Κύπρου, ουδέν στοιχείο που να το βεβαιώνει αυτό παρουσιάστηκε αλλά ούτε και κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό που να επεξηγεί για ποιο λόγο το πρόσωπο αυτό αδυνατούσε να προσέλθει στην Κύπρο και να καταθέσει προωθώντας της υπόθεση του. - Πέραν των πιο πάνω που λαμβάνονται υπόψη ως προς την βαρύτητα που τελικά θα προσδώσει το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία η παντελής απουσία του προσώπου που κατά το νόμο και τους μάρτυρες εκπροσωπεί την Ενάγουσα προβλημάτισε το Δικαστήριο και ως προς το κατά πόσο αυτό το πρόσωπο τελικά προώθησε την παρούσα υπόθεση και αν τελικώς προωθήθηκε η αγωγή ενώπιον μου δεόντως. - Πέραν των ανωτέρω κριτήριο αξιολόγησης της δοθείσας εξ' ακοής μαρτυρίας αποτελεί και ο συσχετισμός και ταύτιση της με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε. Η εκδοχή που παρουσιάστηκε για σύναψη, μεταγενέστερα του Τεκμηρίου 1, μια ξεχωριστής και αυτόνομης συμφωνίας, μεταξύ Ενάγουσας και εναγόμενων 1 και 2 δεν στηρίζεται από οιοδήποτε έγγραφο. Πέραν της αρχικής συμφωνίας μεταξύ εναγόμενων και εργολάβου, ουδέν έγγραφο και άλλο στοιχείο στηρίζει την εκδοχή περί σύναψης προφορικής μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων, το περιεχόμενο αυτής και το είδος της. Επιπλέον και αντίθετα με την εκδοχή που παρουσιάστηκε αρκετά εκ των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν ακόμα και από τους ίδιους τους μάρτυρες της Ενάγουσας είναι σε αντίθεση με την δική τους εκδοχή. Για παράδειγμα η ύπαρξη επιταγής και πληρωμής επ' ονόματι του διευθυντή της Ενάγουσας δεν αποτελεί ενισχυτική της θέσης τους μαρτυρία ενόψει του ότι υπάρχει παράλληλα μαρτυρία ότι γίνονταν πληρωμές από τους εναγόμενους προς τον εργολάβο με επιταγές στις οποίες το όνομα του δικαιούχου παρέμενε κενό. Ο ΜΕ2 ανάφερε το γεγονός αυτό ότι ήτο μια συνήθης πρακτική καθότι αυτές τις επιταγές θα τις εκχωρούσαν σε τρίτα πρόσωπα για αγορά υλικών αλλά και σε υπεργολάβους. Αυτό σε συνάρτηση με την έλλειψη άλλων στοιχείων όπως η απουσία άμεσης ή άλλης ικανής μαρτυρίας αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο συνάφθηκε η ισχυριζόμενη συμφωνία, οι όροι αυτής, το περιεχόμενο σε σχέση με την αμοιβή, αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό την ισχύ της εξ' ακοής μαρτυρίας που σε συνδυασμό με την εκδοχή των εναγόμενων, των οποίων η μαρτυρία παρουσιάζει, ως κατωτέρω θα διαφανεί, αληθοφάνεια, οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη του περί του ότι δεν μπορεί να προσδώσει σημαντική βαρύτητα στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε ως εξ' ακοής. εν λόγω μάρτυρας τελικά δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για την μη κλήτευση του. Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει όσα ενοχοποιητικά στοιχεία αναφέρονται σε αυτήν και συνακόλουθα στις δηλώσεις του εν λόγω προσώπου. Έτσι η απουσία του προσώπου που έκανε τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Ενόψει αυτού καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στη πιο πάνω μαρτυρία, στο μέτρο που περιέχει ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία, καμία βαρύτητα. Επίσης δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ψευδείς παραστάσεις οι οποίες του καταλογίζονται και που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ο μάρτυρας που παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήρθε σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τον κατηγορούμενο κατά την έκδοση ή τουλάχιστον κατά την παράδοση των επίδικων επιταγών, ήτοι του ουσιώδη χρόνου όπου εξετάζεται το κύριο αμφισβητούμενο γεγονός, αυτό δηλαδή των ψευδών παραστάσεων. ούμενη λαμβάνει υπηρεσίες Factors με αναγωγή όπου για το θέμα αυτό όπως είπε ενημερώθηκε πλήρως από τη συνάδελφο του και από πληροφορίες που έλαβε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση ALI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 6/12/2017: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331).» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, οι οποίες τονίζω δεν είναι σωρευτικές ούτε εξαντλητικές αλλά ενδεικτικές, σημειώνω ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του μάρτυρα αυτός ενημερώθηκε από τη συνάδελφο του για σκοπούς ετοιμασίας του για την υπόθεση αυτή, επομένως δεν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάσημα από την αρχική δήλωση, η μαρτυρία του επίσης ως προς τον τρόπο συνεργασίας της παραπονούμενης με την τράπεζα επιβεβαιώνεται και από την ΜΚ3 η οποία αναφέρθηκε στον ίδιο τρόπο συνεργασίας και τέλος ο μάρτυρας όπως ανέφερε, επιβεβαίωσε όσα του είπε η συνάδελφος του από τις πληροφορίες που είχε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του στην τράπεζα. Όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την εν γένει αξιόπιστη και ειλικρινή εικόνα του μάρτυρα οδηγούν στην αποδοχή της μαρτυρίας του στην ολότητα της. Προσθέτω δε ότι δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής, πειστική και την αποδέχομαι. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι, η επιταγή που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί αντίγραφο και ότι δεν έχει κατατεθεί το πρωτότυπο αυτής. Δεν δόθηκε οποιοσδήποτε πειστικός λόγος, κατ΄εφαρμογή του περί Αποδείξεως Νόμου και κατά παράβαση του κανόνα της παρουσίασης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, για το λόγο που δεν κατατέθηκε η πρωτότυπη επιταγή εφόσον ως αναφέρθηκε από την μαρτυρία, το πρωτότυπο της επιταγής το είχε στη κατοχή του ο Γιώργος Κετώνης, Δερματολόγος στη Λευκωσία. Το εν λόγω πρόσωπο δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω ήταν εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι έχουν κατατεθεί τρία διαφορετικά αντίγραφα της επίδικης επιταγής και συνεπώς υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο εφόσον η μαρτυρία που βρίσκεται είναι αντινομική. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί, από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, ότι η υπογραφή που περιέχεται στη επίδικη επιταγή ανήκει στον Κατηγορούμενο. Τέλος, ήταν θέση του, επίσης, ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για την έκδοση της επίδικης επιταγής υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα. Στη βάση των πιο πάνω ήταν η καταληκτική του εισήγηση ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο και θα πρέπει να τον απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Από την άλλη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο εφόσον έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος της επιχειρηματολόγησε ως προς τις θέσεις του, απάντησε στις θέσεις και εισηγήσεις της υπεράσπισης, παραπέμποντας και το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος Νομολογία. Οι θέσεις του είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά και έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν. Δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Σε σχέση με το ζήτημα ότι στη έκθεση αδικήματος αναγράφεται το άρθρο 305(Α)2 αντί του άρθρου 305(Α)1 ήταν η θέση του ότι εκ παραδρομής και λόγω αβλεψίας αναγράφηκε αυτό αντί του ορθού άρθρου. Ως εκ τούτου υπέβαλε στη βάση των πιο πάνω αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο