ΒΙΟΧΡΩΜ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. N.L. NICOLAOU LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1456/2013, 5/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1456/2013 ΒΙΟΧΡΩΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Δημητσάνης 12, Λευκωσία Κατηγορούσα Αρχή και
- N.L. NICOLAOU LIMITED, Αναγέννησης 3, Αγ. Ελευθέριος, Λατσιά
- XXXXX Λ. Νικολάου, XXXXX 150, XXXXX Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5.5.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ηλιοφώτου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στο οποίο περιλαμβάνονται 130 κατηγορίες η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει 65 κατηγορίες για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα και ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης 65 κατηγορίες για παροχή βοήθειας και/ή παρακίνηση της κατηγορουμένης 1 κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας οι 130 κατηγορίες αφορούν 65 επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία για διάφορα ποσά οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από 10.2.2009 έως 15.11.
- Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες με μονό αριθμό από την 1η κατηγορία μέχρι την 129η και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες με ζυγό αριθμό από τη 2η μέχρι την 130η. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας της παρείχε βοήθεια και/ή την παρακίνησε στην έκδοση των επίδικων επιταγών οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν τιμήθηκαν και παρέμειναν απλήρωτες μετά την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίασή τους. Η παραπονούμενη εταιρεία προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο εκ των διευθυντών της εταιρείας κ. XXXXX Θεοδώρου, ως Μ.Κ.2 ο λογιστής της κ. XXXXX Νικολάου, ως Μ.Κ.3 ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου κ. XXXXX Βανέζης και ως Μ.Κ. 4 ο κ. XXXXX Ζαχαρίου (Καραπίννας) πρώην υπάλληλος της παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 σε δέσμη τις 65 επίδικες επιταγές και ισχυρίστηκε ότι αυτές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία προς την παραπονούμενη εταιρεία και ότι υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 που είναι ο διευθυντής της. Οι επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ». Ισχυρίστηκε επίσης ότι παρά το γεγονός πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν το έτος 2009 η παραπονούμενη εταιρεία καταχώρησε την επίδικη υπόθεση το έτος 2013 όταν πλέον εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια και η συνεργασία της με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία τερματίστηκε. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε κατά πόσο οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στη δική του παρουσία και απάντησε αρνητικά. Ισχυρίστηκε ότι κάποιος υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας ο κ. XXXXX Καραπίννας παραλάμβανε τις επιταγές τις οποίες στη συνέχεια τις παρέδιδε στον ίδιο. Ισχυρίστηκε ότι κάποιες λίγες φορές ήταν ο ίδιος παρών όταν ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και του παρέδωσε κάποιες από τις επίδικες επιταγές αλλά δεν θυμόταν να υποδείξει ποιες συγκεκριμένα. Ο Μ.Κ.2 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ο λογιστής της παραπονούμενης εταιρείας και ότι ο ίδιος κατέθεσε τις επίδικες επιταγές στην Τράπεζα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν. Επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο ενημέρωσε για την μη πληρωμή των επιταγών και με τους δικηγόρους της παραπονούμενης εταιρείας οι οποίοι τον συμβούλευσαν να τις παρουσιάσει ξανά στην Τράπεζα για πληρωμή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη υπόθεση καταχωρήθηκε το έτος 2013 ως ύστατο μέτρο για να εισπράξει η παραπονούμενη εταιρεία το λαβείν της αφού οι μεταξύ των διαδίκων διαβουλεύσεις για διευθέτηση δεν είχαν καρποφορήσει. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών στην έκδοση των επίδικων επιταγών τις οποίες παρέλαβε κάποιος υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας με το όνομα XXXXX Καραπίννας και τις παρέδωσε στον διευθυντή της κ. Θεοδώρου. Ο Μ.Κ.3 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και ότι λόγω τούτου έχει πρόσβαση στα αρχεία της τράπεζας όπου διατηρείται το τραπεζικό βιβλίο και από εκεί αντλεί πληροφορίες σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες 65 επιταγές δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή και σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ». Κάποιες από αυτές σφραγίστηκαν επίσης με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ». Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. στις 25.11.2008 και η εταιρεία πληροφορήθηκε για αυτή την εξέλιξη όπως γίνεται πάντα γραπτώς και προφορικά. Ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός τοποθετείται στο Κ.Α.Π. όταν εκδοθούν 2 επιταγές χωρίς αντίκρισμα ή ακάλυπτη επιταγή για ποσό πέραν των €2.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για την περίοδο από 1.1.2009 - 31.12.
- Ισχυρίστηκε ότι το όριο του εν λόγω λογαριασμού ήταν €8.543,00 και λόγω του γεγονότος ότι κατά το έτος 2009 η κατηγορούμενη 1 βρισκόταν ήδη καταχωρημένη στο Κ.Α.Π. καμιά επιταγή από τον εν λόγω λογαριασμό της δεν θα πληρωνόταν ανεξαρτήτως του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ήταν παγοποιημένος από το έτος 2008 και ότι τελικά έκλεισε το έτος
- Ισχυρίστηκε ότι ο κλειστός λογαριασμός σημαίνει ότι το υπόλοιπό του είναι μηδενικό και ότι ο παγοποιημένος λογαριασμός σημαίνει ότι υπάρχει μεν υπόλοιπο αλλά ο λογαριασμός δεν μπορεί να δεχθεί οποιεσδήποτε χρεώσεις όπως π.χ. επιταγές και η τράπεζα μπορεί να ζητήσει την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει οποιαδήποτε επιταγή. Ο Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας για την περίοδο από το 1983 έως το
- Ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια της εργασίας του επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο 2 για να του παραδώσει εμπορεύματα και να παραλάβει επιταγές. Οι επιταγές ήταν υπογεγραμμένες και τις παραλάμβανε μετά που ξεφόρτωνε τα εμπορεύματα και εξέδιδε σχετική απόδειξη. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο ίδιος παρέλαβε τις επιταγές Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε. Μετά που η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής ούτε και κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Στη συνέχεια οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις και ανέπτυξαν τις θέσεις και εισηγήσεις τους προς το Δικαστήριο. Η κα Ηλιοφώτου εισηγήθηκε ότι δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών παρά μόνο ερωτήθηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 τις υπέγραψε στην παρουσία τους χωρίς όμως να τους υποβληθεί ότι δεν είναι η υπογραφή του σε αυτές. Εισηγήθηκε επίσης ότι η παραπονούμενη εταιρεία απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της και κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχους τους κατηγορούμενους. Ο κ. Χριστοδούλου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα για παγοποιημένο λογαριασμό και σε περίπτωση που ο νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει στις ακάλυπτες επιταγές και τις «παγοποιημένες» όπως ανέφερε κατά λέξη θα έπρεπε να το έπραττε ρητώς. Εισηγήθηκε ότι ενδεχόμενη καταδίκη των κατηγορουμένων στην επίδικη υπόθεση θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη νομολογιακή διεύρυνση του αξιοποίνου από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και αναφέρθηκε τέλος στο θέμα του χρόνου που μεσολάβησε από την έκδοση των επιταγών μέχρι σήμερα. Έχω μελετήσει προσεκτικά τις θέσεις και τις εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Προχωρώ να εξετάσω πρώτα την εισήγηση του κ. Χριστοδούλου ότι η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων δεν διαγνώστηκε εντός ευλόγου χρόνου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού της ύπαρξης και άλλων παραμέτρων που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη όπως της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου κ.λ.π. Στην παρούσα υπόθεση δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι οι κατηγορούμενοι λόγω της καταχώρησης της υπόθεσης το έτος 2013, παρά το γεγονός ότι τα κατ' ισχυρισμό επίδικα αδικήματα τελέστηκαν το έτος 2009, απώλεσαν μαρτυρία ή δυσκολεύτηκαν να εξασφαλίσουν μαρτυρικό υλικό ή ότι χειροτέρευσε η θέση τους ή για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίκαιη δίκη ή τέλος για ποιο λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον τους. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η εισήγηση των κατηγορουμένων ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου παρέμεινε γενική και αόριστη και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Σε σχέση με τον ορισμό του συνεργού, στην Αγγλική υπόθεση Ferguson v. Weaving [1951] 1 K.B. 814, λέχθηκε ότι οι λέξεις «παροχή βοήθειας ή παρακίνηση» περιγράφουν την πράξη συγκεκριμένου προσώπου το οποίο είναι παρόν τη στιγμή διάπραξης κάποιου αδικήματος και συμμετέχει με κάποιο τρόπο σε αυτό. Σε μεταγενέστερες αποφάσεις, οι λέξεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν πιο ευρέως ώστε να περιλαμβάνουν πράξεις που έλαβαν χώρα πριν την τέλεση της ένοχης πράξης (National Coal Board v. Gamble [1959] 1 Q.B. 11). Σε σχέση με τη σημασία της φυσικής παρουσίας κάποιου προσώπου κατά την διάπραξη ενός αδικήματος, η Αγγλική νομολογία ξεκαθάρισε ότι πρέπει να υπάρχει κάποια συμμετοχή του φερόμενου συνεργού ώστε αυτός να θεωρηθεί «aider and abettor». Δηλαδή στην περίπτωση που κάποιος είναι παρών ενώ διαπράττεται κάποιο αδίκημα αλλά δεν λαμβάνει κάποιο μέρος σε αυτό και δεν ενεργεί από κοινού με αυτούς που το διαπράττουν τότε δεν θεωρείται ότι παρείχε βοήθεια ή τους παρακίνησε, απλώς επειδή δεν προσπάθησε να αποτρέψει το αδίκημα ή παρέλειψε να συλλάβει αυτούς που το διέπραξαν (R. v. Borthwick
(1779)1 Doug. 207 και Smith v. Baker [1971] R.T.R. 350). Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden (πιο πάνω) προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious». Δηλαδή αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε αυτή το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά είναι αμφισβητούμενα. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους ούτε η έκδοση των επίδικων επιταγών ούτε ότι εκδόθηκαν από λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνεπώς τα θέματα αυτά δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Παρέμεινε ωστόσο αμφισβητούμενος ο λόγος της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών καθώς επίσης το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 εμπλέκεται στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Έχω διαπιστώσει ότι ο Μ.Κ.1 παρά το γεγονός ότι στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές στην αντεξέτασή του προέβαλε εντελώς αντίθετο ισχυρισμό αφού παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών όταν αυτές υπογράφηκαν. Στη συνέχεια άλλαξε και πάλι τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών όταν υπογράφηκαν μερικές μόνο από αυτές και όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει ποιες από αυτές υπογράφηκαν στην παρουσία του δήλωσε ότι λόγω του γεγονότος ότι οι επιταγές είναι τόσες πολλές δεν θυμάται να πει ποιες συγκεκριμένα ήταν. Κρίνω ότι από τους ως άνω ισχυρισμούς του Μ.Κ.1 προκύπτει ότι η μαρτυρία του σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν είναι αξιόπιστη αφού δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και λόγω τούτου ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κρίνω ότι αυτοί μπορούν να γίνουν αποδεκτοί αφού η έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν αμφισβητήθηκε και ο λόγος της μη πληρωμής τους επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες που τοποθέτησε σε αυτές η τράπεζα. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 διαπιστώνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή και δεν τιμήθηκαν γίνεται αποδεκτός αφού επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν από την τράπεζα όταν αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Όμως παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του κρίθηκε αξιόπιστη δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική αναφορικά με το επίδικο θέμα του κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές αφού ο μάρτυρας παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι δεν ήταν παρών κατά την έκδοσή τους. Ο Μ.Κ.3 κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατέθεσε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο αντίγραφο του λογαριασμού τον οποίο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου στην οποία ο ίδιος εργαζόταν και ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από εκείνο τον λογαριασμό. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι ο εν λόγω λογαριασμός είχε καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.) στις 25.11.2008 και ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε ενημερωθεί για αυτό. Προκύπτει επίσης ότι ο λογαριασμός είχε τεθεί στο Κ.Α.Π. λόγω του γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές. Ο Μ.Κ.4 δεν έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Από τις απαντήσεις τις οποίες έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του διαφάνηκε πως η μνήμη του ήταν εξασθενημένη και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε ότι δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο οι επίδικες επιταγές Τεκμήριο 2 του παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 και σε άλλες πολύ απλές ερωτήσεις όπως για παράδειγμα κατά πόσο του παραδόθηκαν όλες μαζί σε δέσμη απάντησε ότι δεν είχε καταλάβει την ερώτηση. Από τις απαντήσεις που έδιδε ήταν εμφανές ότι ο μάρτυρας ήταν συγχυσμένος και λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθώς επίσης τα επίδικα θέματα και τους ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: η παραπονούμενη και η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρείες νομίμως εγγεγραμμένες. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία τις 65 επίδικες επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο από 10.2.2009 έως 15.11.2009. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν σε λογαριασμό τον οποίο η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου και όλες τους παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην εν λόγω τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κάθε μια από αυτές ήταν πληρωτέα. Ο εν λόγω λογαριασμός είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. από τις 25.11.2008 λόγω του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει από αυτόν ακάλυπτες επιταγές. Καμία από τις εν λόγω επιταγές δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκαν όλες με την σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ». Το γεγονός ότι ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι σε αυτόν δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Σε κάποιες από αυτές και συγκεκριμένα σε 35 επιταγές τις οποίες αφορούν οι κατηγορίες 5 - 8, 11 - 12, 33 - 36, 39 - 42, 47 - 48, 57 - 62, 69 - 74, 77 - 82, 85 - 86, 89 - 90, 93 - 120 και 127 - 130 τέθηκε επίσης και η σφραγίδα «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Οι εν λόγω επιταγές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίασή τους και παρέμειναν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη εταιρεία έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής σε κάθε μία από τις 65 κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Από τα πιο πάνω κρίνω επίσης ότι η παραπονούμενη εταιρεία απέτυχε να αποδείξει την ένοχη πράξη (actus reus) του κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των επίδικων επιταγών αφού απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές ή ότι με κάποιο άλλο τρόπο παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να αθωωθεί στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις 65 κατηγορίες με μονό αριθμό από την 1η έως την 129η. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται στις 65 κατηγορίες με ζυγό αριθμό από τη 2η έως την 130η. (Υπ.) ................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο