← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. AMSTERDAM MINIMARKET LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2336/2015, 22/5/2020

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. AMSTERDAM MINIMARKET LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2336/2015, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B47 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2336/2015 ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Παραπονούμενη -και-

  1. AMSTERDAM MINIMARKET LTD
  2. XXXXX Πέτσα
  3. XXXXX Ιντιάνος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/5/
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενη: Η κα. Χ. Ηλιοφώτου Για Κατηγορούμενους: Η κα. Σ.Α Κούμα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 2 κατηγορίες (1η και 3η κατηγορία) που αφορούν την πρόκληση μη εξόφληση επιταγής, κατά παράβαση των Άρθρων 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε την 11/9/2012 και 11/10/2012, αντιστοίχως, προς την εταιρεία Agasta Confectionery Ltd (στο εξής καλούμενη «η Agasta») τις ακόλουθες δύο επιταγές: α) την επιταγή υπ΄αριθμό XXXXX0634 της Marfin Laiki bank, ημερομηνίας 11/9/12, για το ποσό των €1600 (Τεκμήριο 1) β) την επιταγή υπ΄αριθμό XXXXX0635 της Marfin Laiki bank, ημερομηνίας 11/10/12 για το ποσό των € 1552, 18 σεντ (Τεκμήριο 2) (στο εξής καλούμενες "οι επίδικες επιταγές") Η παραπονούμενη κατέστη νόμιμος κάτοχος και δικαιούχος τους και η οποία αφού τις παρουσίασε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι εν λόγω επιταγές κατέστησαν πληρωτέες στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι κατά τον χρόνο της παρουσίασης τους η 1η κατηγορούμενη προκάλεσε, χωρίς εύλογη αιτία, τη μη εξόφληση τους. Η 2η και 3ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζουν ισάριθμες κατηγορίες (2η και 4η κατηγορία) και κατηγορούνται υπό την ιδιότητα των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης ότι παρείχαν βοήθεια και παρακίνησαν αυτήν να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, χωρίς εύλογη αιτία, ώστε αυτές να μην εξοφληθούν. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχτηκαν τις εναντίον τους κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επί της ουσίας αυτή είτε έχει παραμείνει αναντίλεκτη είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε προκύπτει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, η 1η κατηγορούμενη διατηρεί επιχείρηση 'minimarket' της οποίας προμηθευτής της ήταν, μεταξύ άλλων, η εταιρεία Winstar Enterprises Ltd (στο εξής καλούμενη «η Winstar»). Η Winstar προμηθεύετο διάφορα προιόντα από την εταιρεία Agasta τα οποία ακολούθως μεταπωλούσε. Διευθυντής της Winstar ήταν ο XXXXX Αγαθού (Μ.Υ 2). Η Agasta ήταν οικογενειακή επιχείρηση του Μ.Υ.2 και διευθυντής της ήταν ο πατέρας και η μητέρα του Μ.Υ.
  2. Η Agasta είχε συμφωνήσει γραπτώς με την παραπονούμενη όπως η τελευταία προεξοφλεί, έναντι προμήθειας, διάφορες μεταχρονολογημένες επιταγές που εκδίδονταν προς όφελος της, ώστε αυτή να έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για την απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης της. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος ότι η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε επιταγές, δεόντως συμπληρωμένες, στις οποίες όμως το όνομα του δικαιούχου κάθε επιταγής αφέθηκε κενό, παραδίδοντας αυτές προς τον Μ.Υ
  3. Ο Μ.Υ 2 ακολούθως ανέγραψε ως δικαιούχο των επίδικων επιταγών την Agasta, η οποία ακολούθως τις οπισθογράφησε προς όφελος της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη κατέστη η νόμιμη κάτοχος και δικαιούχος τους και αφού παρουσιάστηκαν κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι κατά τον χρόνο της παρουσίασης τους η 1η κατηγορούμενη τις ανακάλεσε. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος ότι τόσο η έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και η ανάκληση τους ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί ούτε η πατρότητα των υπογραφών επ' αυτών που ανήκει στον 3ο κατηγορούμενο ή η κατάθεση και επιστροφή τους με τις ενδείξεις και σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτές. Επίσης με κοινή δήλωση των μερών δηλώθηκαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, αφού προηγουμένως έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου: Οι εντολές ανάκλησης προς την Τράπεζα δόθηκαν από την 2η κατηγορούμενη. Οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν στις 23/7/12 και ως λόγος ανάκλησης ήταν η παράβαση συμφωνίας (breach of contract, Τεκμήριο9). Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η 2η και 3ος κατηγορούμενος είχαν και οι δύο δικαίωμα να υπογράφουν οποιεσδήποτε επιταγές εκδίδονταν από τον τραπεζικό λογαριασμό. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον XXXXX Κωστάντα (Μ.Κ 1) τραπεζικό λειτουργό στην παραπονούμενη. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων τους κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(Β), της Ποινικής Δικονομίας Κεφάλαιο
  1. Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους η 2η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ δε ο 3ος κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η Υπεράσπιση των κατηγορουμένων, η οποία σημειώνω εξ αρχής ότι ήταν κοινή, κάλεσε επίσης και έναν μάρτυρα υπεράσπισης τον XXXXX Αγαθού (Μ.Υ. 2). Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη και τα επίδικα θέματα που την περιβάλλουν. Εν πάση περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ. 1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τις επίδικες επιταγές. Η παραπονούμενη ενημέρωσε την Agasta ότι οι επίδικες επιταγές έχουν επιστραφεί απλήρωτες μέσω διαφόρων επιστολών (Τεκμήριο 8). Εξήγησε επίσης ότι η παραπονούμενη κατέστη εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος τους στα πλαίσια γραπτών συμφωνιών που είχε καταρτίσει η τελευταία με την Agasta (Τεκμήριο 4). Στα πλαίσια των εν λόγω συμφωνιών συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η παραπονούμενη θα προεξοφλούσε σε ποσοστό 80% προς την Agasta όλες τις επιταγές που η τελευταία είχε οπισθογραφήσει με σφραγίδα και εκχώρηση προς την παραπονούμενη, η οποία αναλάμβανε να τις καταθέσει κατά την ημερομηνία τους και να εισπράξει ολόκληρο το ποσό που αναγράφεται σε αυτές επιβεβαίωνε ότι οι επίδικες επιταγές στην παρούσα υπόθεση έχουν όντως προεξοφληθεί (Τεκμήρια 5 και 6). Με την προσκόμιση των επιταγών προς την παραπονούμενη η Agasta παρουσίαζε και τα αντίστοιχα τιμολόγια στη βάση των οποίων εκδίδονταν και οι εκάστοτε επιταγές. Κατέθεσε περαιτέρω κατάσταση λογαριασμού της Agasta (Τεκμήριο 7) που η τελευταία διατηρεί στην παραπονούμενη. Τέλος ανάφερε ότι δεν έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό η παραπονούμενη, έναντι των επίδικων επιταγών, μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι τους κατηγορούμενους ουδέποτε τους έχει συναντήσει προηγουμένως και ούτε η παραπονούμενη είχε οποιανδήποτε συνεργασία μαζί τους. Οι επιταγές οπισθογραφήθηκαν από τον Σταύρο Αγαθού, πατέρα του Μ.Υ. 2 και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η παραπονούμενη προχώρησε σε οποιανδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον της Agasta για είσπραξη των οφειλόμενων ποσών. Δεν γνωρίζει τον λόγο που οι επίδικες επιταγές έχουν ανακληθεί διότι ο λόγος ανάκλησης έχει αποσταλεί ηλεκτρονικά από την εκδότρια τράπεζα, η οποία είναι η μόνη που γνωρίζει τον πραγματικό λόγο που αυτές ανακλήθηκαν. Η 2η κατηγορούμενη ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ότι μαζί με τον 3ο κατηγορούμενο είναι οι διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης, ιδιοκτήτριας του 'minimarket'. H 1η κατηγορούμενη στα πλαίσια αυτά είχε συνεργασία με την Winstar, της οποίας ιδιοκτήτης ήταν ο Μ.Υ 2, εφόσον τους προμήθευε με διάφορα προϊόντα τα οποία τίθεντο προς πώληση από την επιχείρηση τους. Δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τη Winstar, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, μέχρι και τις αρχές Ιουνίου του
  2. Τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο, ο Μ.Υ. 2 αφού προσήλθε στην επιχείρηση τους, η 1η κατηγορούμενη του έδωσε μεγάλη παραγγελία την οποία προπλήρωσε με τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές ώστε να λάβει καλύτερες και συμφέρουσες τιμές. Τις επίδικες επιταγές τις παρέλαβε ο Μ.Υ
  3. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι τις έχουν συμπληρώσει, πλην τον όνομα του δικαιούχου των επιταγών, το οποίο άφησαν κενό. Παρά το πιο πάνω γεγονός όμως η Winstar δεν τους παρέδωσε τα προϊόντα, ως όφειλε, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας. Η ίδια προσπαθούσε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με τον Μ.Υ. 2, ο οποίος επανειλημμένως τους απέφευγε. Ακολούθως έλαβε συμβουλή από την προσωπική τραπεζική υπάλληλο τους όπως η 1η κατηγορούμενη ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές εφόσον ουδέποτε έλαβαν τα προιόντα της παραγγελίας τους. Πράγματι μετέβη στην τράπεζα όπου και υπόγραψε σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 9). Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι βλέποντας εκ νέου τις επίδικες επιταγές αυτές φέρουν την υπογραφή του 3ου κατηγορούμενου και όχι της ίδιας. Επανέλαβε τη θέση ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε προϊόντα από τον Μ.Υ. 2 και ότι αυτός ήταν και ο λόγος που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. Ως προς τον λόγο που οι επίδικες επιταγές έχουν ανακληθεί έναν μήνα μετά που αυτές έχουν εκδοθεί, ήταν γιατί ήθελε να δώσει χρόνο στον Μ.Υ. 2 και την εταιρεία του να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο Μ.Υ. 2 ανάφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ότι είναι ο διευθυντής της Winstar, η οποία ασχολείται με τη διανομή διαφόρων προϊόντων όπου εξυπηρετεί μεταξύ άλλων και περίπτερα. Επιβεβαίωσε ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν συνεργάτης της, εφόσον τους προμήθευε διάφορα προϊόντα. Η 1η κατηγορούμενη ήταν άψογη στη μεταξύ τους συνεργασία ενώ ο ίδιος, όπως παραδέχτηκε, δεν φάνηκε συνεπής απέναντι τους εφόσον τον Ιούνιο του 2012, όταν και εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, δεν τους παρέδωσε την παραγγελία που του έχουν υποβάλει. Επιβεβαίωσε ότι το όνομα του δικαιούχου που αναγράφεται στις επίδικες επιταγές, δηλαδή της Agasta, αναγράφηκε από τον ίδιο. Ο λόγος που δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι τους ήταν λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και εξέφρασε τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι ορθώς ανακάλεσαν τις επίδικες επιταγές εφόσον ουδέποτε παρέλαβαν τα προϊόντα τα οποία έχουν παραγγείλει, βάση των οποίων έχουν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές. Επίσης αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν απαντούσε στις διάφορες οχλήσεις τους, ζητώντας τους μάλιστα και ένα μεγάλο συγγνώμη για την ταλαιπωρία που τους έχει υποβάλει. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι η Agasta ήταν οικογενειακή επιχείρηση από την οποία ο ίδιος αποχώρησε και δημιούργησε ακολούθως την Winstar. Η Winstar όμως συνέχιζε να συνργάζεται με την Agasta, εφόσον αγόραζε προϊόντα από αυτήν. Ο λόγος, διευκρίνισε, που ανάγραψε στις επίδικες επιταγές το όνομα της Agasta ως την δικαιούχος τους ήταν για να αγοράσει προϊόντα από αυτήν. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος παρέδωσε τις επίδικες επιταγές προς την παραπονούμενη και ότι υπέγραψε σε αυτήν την παράδοση τους. Επανέλαβε τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν οποιανδήποτε ευθύνη και ότι ο λόγος που δεν παρέδωσε τα προϊόντα ήταν λόγω οικονομικών δυσκολιών του αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στους κατηγορούμενους. Αγορεύοντας μετά το πέρας της υπόθεσης η συνήγορος των Κατηγορούμενων καταχώρησε γραπτή αγόρευση στο Δικαστήριο καλώντας το να απαλλάξει και να αθωώσει τους κατηγορούμενους από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν εφόσον στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογο λόγο να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές. Από την άλλη βεβαίως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κριθούν ένοχοι στις κατηγορίες του αντιμετωπίζουν εφόσον έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Για παράδειγμα σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο (C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Επίσης το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της είτε μέρος της (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ. 1 στην ολότητα της εφόσον αυτή είναι αληθοφανής και έχει λογική συνοχή. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα ο ίδιος γνωρίζει μέσα από την ενάσκηση των καθηκόντων του στην παραπονούμενη τράπεζα. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Τα όσα ανάφερε ο εν λόγω μάρτυρας ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί και αντικρουστεί από την πλευρά της Υπεράσπισης και τούτο γιατί η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα περιστρέφεται κυρίως στη συνεργασία που η παραπονούμενη είχε με την Agasta αλλά και ό ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τη συνεργασία αυτής με την 1η κατηγορούμενη. Δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να αμφισβητήσει τις οποιεσδήποτε αναφορές του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Πλήρης αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της 2ης κατηγορούμενης η οποία μου άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις με την ειλικρίνεια και την απλοϊκότητα της ως προς τις απαντήσεις που έδωσε. Δείγμα της ειλικρίνειας της ήταν η παραδοχή της ότι εκ παραδρομής ανάφερε ότι τις επίδικες επιταγές τις έχει υπογράψει η ίδια και ότι βλέποντας τις ξανά μετά από τόσο καιρό αυτές φέρουν την υπογραφή του 3ου κατηγορούμενου. Η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Αποδέχομαι τη θέση της ότι η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε προς τη Winstar τις επίδικες επιταγές με σκοπό η τελευταία να τον προμηθεύσει με διάφορα προϊόντα. Λόγω του ότι όμως η Winstar διά μέσου του Μ.Υ. 2 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της η 1η κατηγορούμενη αναγκάστηκε να τις ανακαλέσει. Η θέση της 2ης κατηγορούμενης επιβεβαιώνεται και από τις οδηγίες ανάκλησης (Τεκμήριο 9) που η 1η κατηγορούμενη έδωσε προς την τράπεζα τους για ανάκληση των επίδικων επιταγών. Δεν έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία της και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπέρασμα μέσα από αυτήν. Η δε μαρτυρία της επιβεβαιώνεται και από τα όσα ο Μ.Υ. 2 ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ότι δηλαδή ο ίδιος δεν παρέδωσε τα εν λόγω προϊόντα προς την Κατηγορούμενη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αποδέχομαι επίσης σε γενικές γραμμές τη μαρτυρία του Μ.Υ. 2 σε ό,τι αφορά κυρίως τα επίδικα θέματα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέδωσε τα προϊόντα στην 1η κατηγορούμενη ως όφειλε. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία της 2ης κατηγορούμενης. Δείγμα της ειλικρίνειας του ήταν ότι δεν δίστασε να απολογηθεί στους κατηγορούμενους εφόσον ήταν ο υπαίτιος για την δικαστική ταλαιπωρία τους είναι ο ίδιος. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω επιπρόσθετα, πέρα των πιο πάνω, ως έχει αναφερθεί ευρήματα: Η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε τις μεταχρονολογημένες επίδικες επιταγές προς τη Winstar με σκοπό την προπληρωμή διαφόρων προιόντων που της παρήγγειλε. Οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή του 3ου Κατηγορούμενου. Ο Μ.Υ. 2 ανάγραψε ως δικαιούχο των επίδικων επιταγών την Agasta, η οποία ακολούθως οπισθογράφησε τις επίδικες επιταγές προς όφελος της παραπονούμενης η οποία κατέστη νόμιμος κάτοχος τους και εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος τους. Οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι κατά τον χρόνο της παρουσίασης τους η 1η κατηγορούμενη τις ανακάλεσε (stop payment). Η 2η Κατηγορούμενη προέβη με εντολή της στην ανάκληση των επίδικων επιταγών και ως λόγος ανάκλησης που δόθηκε και καταγράφηκε ατην εν λόγω εντολή ήταν η παράβαση συμφωνίας. Η Winstar δεν τήρησε στα συμφωνηθέντα με την 1η κατηγορούμενη και ουδέποτε της παρέδωσε τα προϊόντα που η τελευταία της είχε παραγγείλει ως όφειλε και βάση των οποίων εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 305Α
(2)επί του οποίου και εδράζεται η κατηγορία έχει ως εξής: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σημειώνω συναφώς και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: "
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους ....» Για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα βάσει του άρθρου 305Α
(2)χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα στοιχεία: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η από τον εκδότη πρόκληση της μη εξόφλησης της με οποιαδήποτε πράξη του, είτε πριν είτε κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142 και Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29). Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για το κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο 'εύλογη αιτία' έχει ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) είναι συναρτημένη με την έννοια της δίκαιης αιτίας, και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Εφετείο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο), ήταν ορθή. Το Εφετείο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2), και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης, την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Παρά το ότι δεν τέθηκε από κανένα εκ των ευπαιδεύτων συνηγόρων το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή ενόψει της παράδοσης των επιταγών επ' ονόματι της Agasta και την παράδοση εκ των υστέρων στη παραπονούμενη σημειώνω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Κλεάνθους v. Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22, αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. .................................. Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής εν τη εννοία του άρθρου 305Α
(1)και
(2)και κατά συνέπεια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Η επιταγή είναι μεταβιβάσιμο χρεόγραφο και η παραπονούμενη ως κάτοχος των επίδικων επιταγών αλλά και το πρόσωπο το οποίο δυνάμει οπισθογράφησης κατέστη δικαιούχος και νομιμοποιημένος κομιστής τους. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρείται το 1ου συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών γίνεται αποδεκτό με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από την 1η κατηγορούμενη και φέρουν την υπογραφή του 3ου κατηγορούμενου. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου είναι κοινά παραδεκτό από τα μέρη. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον 3ο κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ). 29. Επομένως από τη στιγμή που δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν επιταγές καθώς και η έκδοση τους τότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτή συνιστά επιταγή εν τη έννοια του Νόμου. Ως προς τον ορισμό της 'επιταγής', το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 164(Ι)/2003), προβλέπει ότι: «'Επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην υπόθεση LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015 , όπου στα πλαίσια εξέτασης αδικήματος δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)πρωτόδικα αθωώθηκε ο κατηγορούμενος λόγω του ότι κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η νομότυπη έκδοση της επίδικης επιταγής, η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε με το ακόλουθο σκεπτικό: «Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. Συνεπώς, η εστίαση της προσοχής σε κατηγορία επί του άρθρου 305Α
(2), ευρίσκεται στην υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου που αφορά στην «εύλογη αιτία». Οι επίδικες επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα ήταν δεόντως συμπληρωμένες. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών κατά ή μετά το χρόνο όπου αυτές κατέστησαν πληρωτέες, πέραν του ότι το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται αλλά αντίθετα δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός, τέθηκε επιπρόσθετα ενώπιον μου το Τεκμήριο 9 το οποίο αποτελεί δέσμη εγγράφων με τις οδηγίες που έδωσε η 1η κατηγορούμενη, τα οποία φέρουν την υπογραφή της 2ης κατηγορούμενης, για ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η 2Η κατηγορούμενη, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ήταν μία από τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης. Συνεπώς και αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Περαιτέρω καταλήγω ότι οι οδηγίες για τη μη πληρωμή δόθηκαν πριν παρουσιαστούν οι επίδικες επιταγές για πληρωμή και συνακόλουθα η προϋπόθεση που θέτει ο νόμος σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να δοθούν οι οδηγίες πληρείται κατά την κρίση μου. Εξάλλου το ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκαν μετά από οδηγίες της 1ης κατηγορούμενης αποδεικνύεται και από τις σχετικές τραπεζικές σφραγίδες οι οποίες παρουσιάζονται στο σώμα των επίδικων επιταγών και αποκαλύπτει το γεγονός αυτό φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου καθώς και σχετική ημερομηνία. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε σχέση με την 2η και 3ο κατηγορούμενο, οι οποίοι κατηγορούνται ως συνεργοί, σημειώνω ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). To άρθρο 20 του Κεφ.154, σε ότι εν διαφέρω προκειμένω εδώ, αναφέρει ότι: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .. (β) .. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) ..». Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Για την διάπραξη του αδικήματος το οποίο διέπραξε η 1η κατηγορούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση του 2ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης και ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και μέσα από τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, προκύπτει ότι ο 3ος κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και ο ίδιος τις παρέδωσε στον Μ.Υ 2. Επίσης η 2η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε τη σχετική εντολή προς τη τράπεζα για ανάκληση τους εφόσον το Τεκμήριο 9 φέρει την υπογραφή της. Πέραν των πιο πάνω μέσω της μαρτυρίας και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν συναντήσεις και συζητήσεις με τον Μ.Υ 2 για τον τρόπο που εκδόθηκαν οι σχετικές επιταγές. Επομένως η γνώση τους για τα ουσιώδη γεγονότα και ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης ως μέτοχοι αυτής και εξουσιοδοτημένα πρόσωπο προς υπογραφή επιταγών αλλά και ως διευθυντής της είναι εξυπακουόμενη και δεδομένη (ΘΕΟΔΩΡΟΥ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/6/2017). Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης προσώπου ως συνεργού, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και, πιο συγκεκριμένα, τις ευθύνες και τα καθήκοντα διευθυντή εταιρείας σε ό,τι αφορά την έκδοση επιταγών. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless).Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2).» Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχαν οποιαδήποτε εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012 ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκε το τί συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016).. Ως εκ τούτου, το αν ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή, θα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη, του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές του για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου, εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της «υπεράσπισης της ύπαρξης εύλογης αιτίας σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα.». Στην παρούσα υπόθεση ο λόγος ανάκλησης που δηλώθηκε από τους κατηγορούμενους στην γραπτή εντολή που έδωσαν προς την τράπεζα ήταν η «η παράβαση σύμβασης», γεγονός το οποίο ενισχύει και είναι σύμφωνο με την εκδοχή των κατηγορουμένων αλλά είναι και σύμφωνο με τα αποδεκτά ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και με την αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε η υπεράσπιση καθίσταται πρόδηλο και πασιφανές ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία στο να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές. Από τα δεδομένα της υπόθεσης, τα περιστατικά και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία, να πιστεύουν ότι μπορούσαν να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ότι η 1η κατηγορούμενη ουδέποτε παρέλαβε τα προϊόντα που είχε παραγγείλει από τη Winstar, κρίνω και καταλήγω ότι ήταν γεγονότα που δικαιολογούσαν την ανάκληση των επίδικων επιταγών και εν πάση περιπτώσει δημιούργησαν στους κατηγορούμενους την πεποίθηση ότι είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Κρίνω επομένως ότι η αιτία που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ήταν ειλικρινής και συνιστά εύλογη αιτία μέσα στην έννοια του πιο πάνω άρθρου, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί στους κατηγορούμενους εφόσον η υπεράσπιση τους ήταν κοινή. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.