← Κύπρος

ΝΙΚΟ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TELEMAN LTD ν. ΛΑΡΤΙΔΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1582/2013, 22/5/2020

ΝΙΚΟ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TELEMAN LTD ν. ΛΑΡΤΙΔΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1582/2013, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1582/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΝΙΚΟ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TELEMAN LTD Παραπονούμενη - εναντίον - ***** ΛΑΡΤΙΔΗ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 22/05/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Δώρος Κακουλλής Για τον Κατηγορούμενο: κ. Στέλιος Χριστοδούλου Κατηγορούμενος, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο 1. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305Α

(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικος, Κεφ. 154 ως ετροποποιήθει υπό του Νόμου 186/86 και 36(Ι)/97 και στον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό ) Νόμο του 2003, Ν. 25(Ι)/2003, Ν. 70(Ι)/2008», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης του. Αυτές, αφορούν 2 επιταγές, τις υπ' αρ. *****63 και ******64, που εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας, για το συνολικό ποσό των €140.000 (έκαστη για ποσό €70.000).
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς τον αριθμό της επιταγής-: «Ο Κατηγορούμενος στις 12/06/2012 στην Λευκωσία εξέδωσε και υπέγραψε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας, με αρ. . ημερομηνίας 12/06/2012 για το ποσό των €70.000 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος από την Παραπονούμενη. Η επιταγή αφού παρουσιάσθει εις την Τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη με την ένδειξη "Η Πληρωμή έχει Ανακληθεί" και ο εκδότης παρέλειψε να εξοφλήσει αυτήν για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν:
(1)ο ***** Γλυκής (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1») και
(2)ο ***** Μιλτιάδους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
  1. Ο Κατηγορούμενος, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση του, παρουσίασε, εκτός της δικής του ένορκης μαρτυρίας, και την μαρτυρία του ***** Λαρτίδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
  2. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 7. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 8. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 10. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα
  1. Με αυτές τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αρχές της νομολογίας κατά νουν, επανέρχομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Η μαρτυρία του ΜΚ1
  2. Ο ΜΚ1 είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης.
  3. Όπως υποστήριξε, η Παραπονούμενη ασχολείται με το γενικό εμπόριο. Από το έτος 2009, πελάτης της Παραπονούμενης, ήταν και η εταιρεία Arlington Enterprises Ltd (στο εξής καλούμενη «η Α»), στην οποία πωλούσε κάρτες κινητής τηλεφωνίας. Διευθυντές της Α, ήταν οι ***** Λαρτίδης (ΜΥ2) και ***** Λαρτίδης. Η Α όφειλε στην Παραπονούμενη χρήματα από τις εμπορικές τους συναλλαγές.
  4. Ο Κατηγορούμενος, ***** Λαρτίδης, είναι υιός του προαναφερόμενου ***** Λαρτίδη (ΜΥ2) και αδελφός του ***** Λαρτίδη. Αυτός, σε προφορική συμφωνία στην οποία προσήλθε με την Παραπονούμενη και την Α, στις 11/06/2012, ανέλαβε το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη. Για την Α ενεργούσε ο πατέρας του, ***** Λαρτίδης (ΜΥ2) και για την Παραπονούμενη ο ΜΚ
  5. Προς τον σκοπό εξόφλησης του χρέους της Α προς την Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος, στις 11/06/2012 και αμέσως μετά την προαναφερόμενη συμφωνία Παραπονούμενης, Α και Κατηγορούμενου, εξέδωσε στην Παραπονούμενη, στην παρουσία του ΜΚ1 και του πατέρα του, ***** Λαρτίδη (ΜΥ2), τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, συνολικής αξίας €140.000, οι οποίες ήταν πληρωτέες την αμέσως επόμενη ημέρα, 12/06/2012, και τις παρέδωσε στον ΜΚ
  6. Στον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος έδωσε και δείγμα της υπογραφής του (Τεκμήριο 7). Το συμβάν, έλαβε χώρα στο κατάστημα που διατηρεί ο Κατηγορούμενος στην Οδό ***** στην Λευκωσία. Έκαστη επιταγή, αφορούσε την πληρωμή ποσού €70.
  7. Παρά ταύτα, οι εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, όταν παρουσιάστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής καλούμενη «η Ελληνική Τράπεζα») για να πληρωθούν στις 13/06/2016, δεν τιμήθηκαν λόγω σχετικής προς τούτο εντολής του Κατηγορουμένου εκδότη τους. Ο ΜΚ1, είχε από τις 12/06/2012 καταθέσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, σε λογαριασμό της Παραπονούμενης στην τράπεζα της, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (στο εξής καλούμενη «η Τράπεζα Κύπρου»), για να παρουσιάζονταν στην πληρώτρια τους τράπεζα, Ελληνική Τράπεζα. Όταν ο ΜΚ1 πληροφορήθηκε το γεγονός της μη τίμησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, επικοινώνησε με τους Κατηγορούμενο και ***** Λαρτίδη (ΜΥ2), οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι θα εξοφλούσαν το χρέος τους προς την Παραπονούμενη, κάτι όμως που δεν έγινε. Μετά πάροδο χρόνων, το έτος 2017, ο Κατηγορούμενος του εξέδωσε και παρέδωσε προς μερική εξόφληση του χρέους του, επιταγές συνολικής αξίας €15.
  8. Δύο από αυτές τις επιταγές, είναι τα Τεκμήρια 12 και
  9. Ο Κατηγορούμενος, ανέλαβε το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη, επειδή το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη προερχόταν μερικώς και από ακάλυπτες επιταγές, ήτοι αυτές που συναποτελούν το Τεκμήριο 2, σε σχέση με τις οποίες είχε καταχωρηθεί ποινική δίωξης εναντίον της Α και του αδελφού του Κατηγορουμένου, ***** Λαρτίδη, ήτοι, η Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Τεκμήριο 11, ούτως ώστε να αποσυρόταν. Μάλιστα, στις 11/06/2012, επιταγή από τον Κατηγορούμενο, εκδόθηκε για να εξοφληθούν και τα έξοδα του δικηγόρου της Παραπονούμενης στην εν λόγω ποινική υπόθεση, Αριστοφάνη Α. Γεωργίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Τεκμήριο 10). Η εν λόγω ποινική υπόθεσης, εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 11/06/2012, ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης της και οι προαναφερόμενοι έσπευσαν ώστε, Παραπονούμενη και Α, να προσέρχονταν στην εν λόγω συμφωνία, πριν από την προγραμματισμένη συνεδρίαση του Δικαστηρίου για την συνέχιση της δίκης, ώστε οι Α και ***** Λαρτίδης να απέφευγαν την ενδεχόμενη καταδίκη και τιμωρία τους. Αυτή, ήταν μία εισήγηση του πατέρα του Κατηγορουμένου, ***** Λαρτίδη (ΜΥ2), προς τον ΜΚ1, επειδή ο Κατηγορούμενος ήταν ο μόνος στην οικογένεια τους που είχε βιβλιάριο επιταγών. Ο ***** Λαρτίδης (ΜΥ2) ήταν πτώχευσας, όπως ήταν και η σύζυγος του, ενώ ο ***** Λαρτίδης ήταν καταχωρημένος στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ. Α. Π.). Είχε προηγηθεί μάλιστα για το ζήτημα και συνάντηση τους (ήτοι των ΜΚ1 και ΜΥ2) στο γραφείο του δικηγόρου ***** Γεωργίου (που εκπροσωπούσε την Παραπονούμενη και τον ΜΚ1), μαζί και με τον εν λόγω δικηγόρο. Ακολούθως της συμφωνίας Κατηγορούμενου, Α και Παραπονούμενης και της έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, για την εξόφληση προς την Παραπονούμενη του αναληφθέντος από τον Κατηγορούμενο χρέους της Α, η εν λόγω ποινική υπόθεσης αποσύρθηκε από το Δικαστήριο.
  10. Για το χρέος βάσει των επιταγών του Τεκμηρίου 2 πλέον τόκους, υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Α εκδόθηκε και δικαστική απόφαση στις 16/11/2010, στα πλαίσια Αγωγής που η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της Α στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αρ. XXXXX/2009 (Τεκμήριο 6). Το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη, που ανέλαβε ο Κατηγορούμενος δια της προαναφερόμενης συμφωνίας και εξέδωσε προς εξόφληση του τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, καθορίστηκε στις 11/06/2012 από τους συμβαλλόμενους στις €140.000, λαμβάνοντας υπόψη, την εν λόγω οφειλή της Α από την εν λόγω δικαστική απόφαση, το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη από κάποιες άλλες ακάλυπτες επιταγές, τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, τόκους μέχρι τότε και σχετικά έξοδα. Η μαρτυρία του ΜΚ2
  11. Ο ΜΚ είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας.
  12. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα στις 13/06/2012 για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν όμως από την Ελληνική Τράπεζα λόγω οδηγιών που έλαβε από τον πελάτη της και εκδότη των επιταγών, Κατηγορούμενο, για να μην πληρωθούν. Ο λόγος που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο, στην Ελληνική Τράπεζα, για την μη πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, δόθηκε γραπτώς στο σχετικό έντυπο της τράπεζας και ήταν ότι αυτές είχαν κλαπεί (Τεκμήριο 14).
  13. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι στις 13/06/2012 στον λογαριασμό του Κατηγορουμένου στην Ελληνική Τράπεζα, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, δεν υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο για να πληρωθούν. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου
  14. Τον ΜΚ1, δεν τον γνώριζε προσωπικά, τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο λόγω της υπόθεσης αυτής.
  15. Διατηρεί κατάστημα στην Οδό ***** στην Λευκωσία. Υπεύθυνη για την λειτουργία του καταστήματος του, ήταν κάποια Αμίνα, υπάλληλος του.
  16. Για διευκόλυνση των συναλλαγών του, διατηρούσε λογαριασμό με την Ελληνική Τράπεζα, στο υποκατάστημα της στην περιοχή Παρισσινού, με βιβλιάριο επιταγών. Διευθύντρια του εν λόγω υποκαταστήματος, ήταν η ***** Εορτζουλιάν, με την οποία είχε τακτική επικοινωνία. Στις 13/06/2012, η εν λόγω ***** Εορτζουλιάν, του τηλεφώνησε περί τις 13:00 και τον πληροφόρησε ότι είχαν παρουσιαστεί οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 για να πληρωθούν, συνολικής αξίας €140.
  17. Δηλαδή, δύο επιταγές αξίας €70.000 έκαστη. Ο ίδιος εξεπλάγη, και αμέσως της ανέφερε ότι δεν εξέδωσε επιταγές αυτής της αξίας. Η εν λόγω ***** Εορτζουλιάν, του είπε τότε ότι, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, ήταν αναγκαία η ανάκληση της εντολής πληρωμής τους και ότι ήταν απαραίτητο να πήγαινε στο εν λόγω υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας για να το πράξει. Φτάνοντας στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζα, η εν λόγω ***** Εορτζουλιάν του υπέδειξε τις εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, και αυτός τις επανέλαβε ότι δεν τις είχε εκδώσει ο ίδιος και ότι του είχαν κλαπεί. Και αυτός ήταν και ο λόγος που στην συνέχεια της έδωσε γραπτώς (με το Τεκμήριο 14), ώστε να ανακαλέσει από την Ελληνική Τράπεζα την εντολή πληρωμής τους.
  18. Στο κατάστημα, λόγω των τρεχουσών αναγκών του καταστήματος, επειδή αυτός απουσίαζε από αυτό, είχε υπογραμμένες καθημερινά 6 ή 7 επιταγές, μη συμπληρωμένες, για χρήση από την υπάλληλο του Αμίνα, για διάφορες πληρωμές. Την ρώτησε την εν λόγω Αμίνα, αν είχε αυτή δώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 για οποιονδήποτε λόγο, και αυτή του αρνήθηκε. Τον πληροφόρησε όμως ότι είχε περάσει από το κατάστημα ο πατέρας του, ***** Λαρτίδης (ΜΥ2) και πήρε κάποιες από τις υπογραμμένες επιταγές. Όπως η εν λόγω Αμίνα του ανέφερε, ο πατέρας του, ***** Λαρτίδης (ΜΥ2), της είχε αναφέρει ότι αυτός του είχε ζητήσει να πάρει τις εν λόγω επιταγές, για να πλήρωνε κάποιο εμπόρευμα για λογαριασμό του. Γι' αυτό τον λόγο, του υποστήριξε η εν λόγω Αμίνα, αυτή δεν του τηλεφώνησε για να τον ενημερώσει.
  19. Αμέσως μετά από την εν λόγω συζήτηση του με την Αμίνα, τηλεφώνησε στον πατέρα του, ***** Λαρτίδη (ΜΥ2) και τον ρώτησε τι είχε πράξει με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, και τότε ο πατέρας του, του εξήγησε ότι είχε κάποια διαφορά με τον ΜΚ1 για κάποιο χρέος της Α και ότι, παρά το γεγονός ότι του το εξόφλησε, αυτός ζητούσε από τον πατέρα του περισσότερα χρήματα, και ότι είχε μάλιστα επιστρατεύσει και τον υπόκοσμο για να τα εισπράξει με παράνομα μέσα. Του ανέφερε ότι τον πίεσαν να συναντηθούν για να διευθετήσει την πληρωμή του ΜΚ1 και ότι, μη έχοντας τι άλλο να πράξει, πήρε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 από το κατάστημα του, εν αγνοία του, για να τους τις δώσει να κερδίσει χρόνο.
  20. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι δεν έδωσε έγκριση στον πατέρα του, ***** Λαρτίδη (ΜΥ2), να κάνει χρήση των επιταγών του, δεν κατήγγειλε την κλοπή των επίδικων επιταγών του, Τεκμήρια 8 και 9, στην Αστυνομία. Εντούτοις, για τις απειλές του ΜΚ1 και των ανθρώπων που επιστράτευσε (κάποιος Φάνος ήταν μαζί με τον ΜΚ1 στην συνάντηση με το πατέρα του), εξ όσων του ανέφερε ο πατέρας του, ***** Λαρτίδης (ΜΥ2), έγιναν καταγγελίες και υπάρχουν σχετικές καταχωρήσεις στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας. Ο εν λόγω Φάνος, είχε μάλιστα τηλεφωνήσει και στον ίδιο. Του ανέφερε ότι τηλεφωνούσε εκ μέρους του ΜΚ1, για το χρέος του και τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, που δεν είχαν τιμηθεί, και ότι εάν δεν το αποπλήρωνε «θα τον εισέπραττε». Ο Κατηγορούμενος, αν και φοβήθηκε τα όσα του σνέφερε, κατάφερε και του εξήγησε ότι καμία σχέση δεν είχε με τον ΜΚ1, ότι δεν τον γνώριζε και δεν του χρωστούσε χρήματα, ούτε ανέλαβε να του εξοφλήσει το χρέος οποιουδήποτε, ότι δεν εξέδωσε αυτός τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 και ότι δεν θα μπορούσε να το έχει κάνει επειδή δεν είχε €140.
  21. Ο εν λόγω Φάνος τότε, πολύ ευγενικά του ανέφερε ότι «θα τα έβρισκαν μεταξύ τους» και δεν τον ξαναενόχλησε. Πιθανόν, υποστήριξε, λόγω της καταγγελίας της υπόθεσης στην Αστυνομία από τον πατέρα του (ΜΥ2), ή λόγω του ότι ο εν λόγω Φάνος αντιλήφθηκε την αδικία της περίπτωσης σε ότι αφορούσε το πρόσωπο του.
  22. Επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, αναγνώρισε μόνον την υπογραφή του. Τα υπόλοιπα τους πεδία, δεν συμπληρώθηκαν από αυτόν, ούτε και γνωρίζει από ποιόν συμπληρώθηκαν. Από τον γραφικό χαρακτήρα όμως και το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, φαίνεται ότι, 3 ή 4 άτομα, διαφορετικά μεταξύ τους, πρέπει να ενεπλάκησαν στην συμπλήρωση τους. Η μαρτυρία του ΜΥ2
  23. Ο ΜΥ2, είναι ο πατέρας του Κατηγορούμενου.
  24. O MY2 αναφέρθηκε στο χρέος της Α προς την Παραπονούμενη που προέκυψε από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και ακάλυπτες επιταγές της Α προς την Παραπονούμενη και την Αγωγή με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που η τελευταία καταχώρησε εναντίον της πρώτης στις 08/09/2009 για την αξίωση του (Τεκμήριο 16). Αν και τότε δεν ήταν σίγουρος ότι το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη, ως αυτό αξιωνόταν με την εν λόγω αγωγή της Παραπονούμενης, ήταν όντως αυτό που η Α πραγματικά της όφειλε, αναγνώριζε ότι η Α όφειλε στην Παραπονούμενη χρήματα και για αυτό τον λόγο, μετά από συνάντηση που είχαν με τον ΜΚ1 στο γραφείο του δικηγόρου της Παραπονούμενης, ***** Γεωργίου, αποδέχθηκε να μην αμφισβητήσει την αξίωση της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα την έκδοση υπέρ της και εναντίον της Α, απόφασης από το Δικαστήριο (Τεκμήριο 6). Προς τον σκοπό εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, η Παραπονούμενη δεν έλαβε κανένα μέτρο.
  25. Περί τον Νοέμβριο του έτους 2009, ο ΜΥ2 πληροφορήθηκε από κάποιο Ππάκο, ότι ο ΜΚ1 πωλούσε εμπορεύματα της Παραπονούμενης σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, αλλά τιμολογούσε την Α, προφανώς για σκοπούς φοροδιαφυγής. Η Α, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν λειτουργούσε. Μερικά από αυτά τα τιμολόγια που του τα παρέδωσε ο εν λόγω Ππάκος, είναι αυτά του Τεκμηρίου 17 που ο ΜΥ2 τα παρουσίασε στο Δικαστήριο.
  26. Περί τον Δεκέμβριο του έτους 2009, η Παραπονούμενη, καταχώρησε εναντίον του υιού του, ***** Λαρτίδη, την ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Τεκμήριο 11, η οποία αφορούσε το προαναφερόμενο χρέος της Α προς την Παραπονούμενη από ακάλυπτες επιταγές. Η εν λόγω ποινική υπόθεσης, περιλάμβανε κατηγορία και για συγκεκριμένη επιταγή αξίας €17.290 η οποία είχε εξοφληθεί με μετρητά που είχαν δοθεί στην Παραπονούμενη. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο το τιμολόγιο τοις μετρητοίς, Τεκμήριο
  27. Στις 13/04/2010, δέχθηκε τηλεφώνημα από κάποιο Φάνο, ο οποίος του ζήτησε να παρευρεθεί σε συνάντηση μαζί με τον ΜΚ1, στην διάταξη της οποίας θα ήταν το πως η Α θα αποπλήρωνε το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος της στην Παραπονούμενη και τούτο, επειδή, ο εν λόγω Φάνος ανέμενε και αυτός με την σειρά του από τον ΜΚ1, να του εξοφλήσει το δικό του χρέος προς αυτόν. Η συνάντηση του με τον ΜΚ1, πραγματοποιήθηκε σε κάποιο κατάστημα στην Λευκωσία και σε αυτήν συμμετείχαν, τόσο ο προαναφερόμενος Φάνος, όσο και κάποιος Γιάννος. Οι εν λόγω Φάνος και Γιάννος, τον πληροφόρησαν ότι το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη τους είχε εκχωρηθεί και του ζήτησαν να τους πληροφορήσει πότε θα τους το εξοφλούσε. Τους εξήγησε ότι αδυνατούσε να το εξοφλήσει και ότι για να το επιτύχει θα έπρεπε να πωλήσει ακίνητη ιδιοκτησία του, διαδικασία στην οποία ήδη βρισκόταν. Έφυγε τότε από την εν λόγω συνάντηση ανήσυχος, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα του επισήμαναν ότι η καθυστέρησης συνεπαγόταν χρέωση τόκων επί της οφειλής.
  28. Στις 26/07/2010, και αφού πώλησε ακίνητη ιδιοκτησία της συζύγου του, προέβη σε ανάληψη €60.000 από τον λογαριασμό της [συζύγου του] στην Ελληνική Τράπεζα και τα παρέδωσε στον ΜΚ1 (βλ. Τεκμήριο 19). Στις 24/01/2011, μετά από πώληση και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας της οικογένειας του στην Λεμεσό, παρέδωσε στον ΜΚ1, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και στην παρουσία του αγοραστή του εν λόγω ακινήτου, κάποιου XXXXX Βαττή, €13.000 (βλ. Τεκμήριο 20).
  29. Στις 11/06/2012 ήταν ορισμένη για ακρόαση η προαναφερόμενη ποινική υπόθεσης εναντίον του ***** Λαρτίδη. Ο ΜΚ1 και ο δικηγόρος του, ***** Γεωργίου, τον πίεσαν πολύ και ως εκ τούτου, στις 08/06/2012 είχαν συνάντηση στο γραφείου του ***** Γεωργίου. Από πλευράς του, ο σκοπός της συνάντησης, ήταν να βρεθεί κάποια λύση στις παράλογες απαιτήσεις του ΜΚ1 και των προαναφερόμενων Φάνου και Γιάννου. Η συνάντηση τους όμως, δεν καρποφόρησε. Και τούτο, επειδή, ο ΜΚ1 ζητούσε χρήματα περισσότερα από το τι προνοούσε η απόφασης του Δικαστηρίου, Τεκμήριο
  30. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο ΜΚ1 του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν μόνοι τους, δηλαδή χωρίς τον δικηγόρο, για να βρουν κάποια λύση. Διευθετήθηκε τότε συνάντηση τους σε συγκεκριμένη καφετέρια την επόμενη ημέρα. Στις 09/06/2012, στην εν λόγω συνάντηση, που τελικά έγινε σε πρακτορείο στοιχημάτων που λειτουργεί εντός της εν λόγω καφετέριας, παρόν ήταν και ο εν λόγω Φάνος. Ο Φάνος ήταν εξαγριωμένος και με φωνές απαιτούσε εξόφληση του χρέους της Α προς την Παραπονούμενη μέχρι τις 11/06/
  31. Ο δε ΜΚ1, είχε προς εκφοβισμό του, ανασύρει και τοποθετήσει στο τραπέζι της συνάντησης, πιστόλι. Ο ΜΥ2, ανέφερε στον Φάνο ότι είχε σχεδόν εξοφλήσει το χρέος με πληρωμές προς τον ΜΚ1 και ότι δεν γνώριζε το ακριβές υπόλοιπο. Ο Φάνος του υπέδειξε ότι θα έπρεπε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα με τον ΜΚ1 και ότι μέχρι τότε, για εγγύηση, θα έπρεπε να εκδώσει και να παραδώσει, μία επιταγή σε κάθε ένα από τους Φάνο και ΜΚ1, αξίας €70.000, οι οποίες θα του επιστρέφονταν, όταν θα ικανοποιούνταν ότι το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη εξοφλήθηκε. Όταν ο ΜΥ2 ανέφερε στον Φάνο ότι δεν είχε βιβλιάριο επιταγών, αυτός του δήλωσε ότι το γεγονός αυτό του ήταν αδιάφορο και ότι θα έπρεπε να βρει επιταγές για να τους παραδώσει. Του τόνισε μάλιστα τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε για αυτόν, τυχόν καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία.
  32. Στις 11/06/2012, πήγε στο κατάστημα του Κατηγορούμενου υιού του, που βρισκόταν στην Οδό ***** στην Λευκωσία, όπου γνώριζε ότι μπορούσε να βρει υπογραμμένες επιταγές του, και πήρε τρείς. Γνώριζε ότι υπήρχαν υπογραμμένες επιταγές του Κατηγορουμένου, καθημερινά στο κατάστημα για να πληρώνονται οι τρέχουσες ανάγκες λειτουργίας του καταστήματος, επειδή και ο ίδιος βοηθούσε τον υιό του στο κατάστημα, αναπληρώνοντας τον όταν κάποτε απουσίαζε. Ακολούθως, και εφόσον ήταν προγραμματισμένη για την ακρόαση της η προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, συνάντησε τον ΜΚ1 και την δικηγόρο του XXXXX (από το δικηγορικό γραφείο του ***** Γεωργίου) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στον χώρο της καφετέριας. Στην παρουσία τους, και σε κατάσταση σύγχυσης, συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα, μόνο σε ότι αφορούσε το πεδίο του ποσού (δικαιούχος και ημερομηνία παρέμειναν κενά εφόσον δίδονταν μόνον ως εγγύηση) και τις παρέδωσε στον ΜΚ
  33. Μάλιστα, λόγω της σύγχυσης του, στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 9, ανέγραφε λανθασμένα, αντί €70.000, €7.
  34. Έκαστη επιταγή ήταν αξίας €70.
  35. Η μία ήταν για τον Φάνο και η άλλη για τον ΜΚ1 όπως του είχε ζητηθεί στην συνάντηση της 09ης/06/
  36. Η τρίτη επιταγή, για €1.500, δόθηκε έναντι των εξόδων του δικηγόρου ***** Γεωργίου. Αυτή, «λόγω έλλειψης ρευστότητας» του ΜΥ2, εκδόθηκε μεταχρονολογημένη για να πληρωθεί στις 30/08/
  37. Γνώριζε ότι, στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου, δεν υπήρχαν κεφάλαια από τα οποία οι εν λόγω επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, θα μπορούσαν να πληρωθούν.
  38. Στις 13/06/2012, ο Κατηγορούμενος υιός του, του τηλεφώνησε σε έξαλλη κατάσταση, επειδή οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, είχαν παρουσιαστεί στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθούν. Επειδή δεν μπορούσε να τον καθησυχάσει, αναγκάστηκε, το απόγευμα της ίδιας ημέρας όταν τον επισκέφτηκε στο κατάστημα του, να του εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο ΜΥ2, αμέσως μετά την συνομιλία του με τον Κατηγορούμενο, τηλεφώνησε στον ΜΚ1 για εξηγήσεις. Αυτός τότε, του είχε πει ότι, η σύζυγος του, στην οποία είχε παραδώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 για ασφαλή φύλαξη, τις είχε από λάθος καταθέσει για να πληρωθούν. Μάλιστα, ο ΜΚ1 τον καθησύχασε, αναφέροντας του ότι, αν ξεκινούσε τις πληρωμές, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ο ΜΥ2 όμως, όπως είχε αναφέρει και στον ΜΚ1 τότε, αδυνατούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή.
  39. Τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2013, είχε και πάλι συνάντηση με τον ΜΚ
  40. Παρουσία αυτή την φορά, του προαναφερόμενου Γιάννου. Όπως του λέχθηκε, είχαν πληροφορηθεί ότι είχε ακίνητη περιουσία στην κατεχόμενη Κύπρο, και του ζήτησαν να πληρεξουσιοδοτήσει τον εν λόγω Γιάννο για να την πωλήσει, αποτεινόμενος στην κατοχική επιτροπή αποζημιώσεων, ώστε να εξοφληθεί το χρέος του. Έδωσε το πληρεξούσιο στον Γιάννο (Τεκμήριο 22) και έκτοτε δεν γνωρίζει τι έγινε και εάν αυτό χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό που του ελέχθη. Η αξία της ακίνητης του περιουσίας στην κατεχόμενη Κύπρο, ξεπερνά τις €300.
  41. Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα, κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Αρχικά αποτάθηκε στο Τ. Α. Ε. της Πύλης Πάφου και μετά, κατόπιν υπόδειξης του Τ. Α. Ε. στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας. Λόγω όμως του ότι οι εκβιασμοί συνεχίστηκαν και η Αστυνομία παρέμενε άπραγη (παρά τις 4 ή 5 καταγγελίες που καταχώρησε), το έτος 2016 ξεκίνησε και πλήρωνε τον ΜΚ1 μέχρι και που εξόφλησε πλήρως την εξ αποφάσεως οφειλή της Α προς την Παραπονούμενη. Από 01/01/2016 που ξεκίνησε τις πληρωμές, κατέβαλε στον ΜΚ1, συνολικά, €19.
  42. Στο ποσό αυτό, περιλαμβάνεται και πληρωμή του για την αγορά αυτοκινήτου του ΜΚ1 από την Α. Θεοκλή Λτδ. Ο ΜΚ1, με εξαίρεση μόνον μία περίπτωση, δεν έδωσε στον ΜΥ2 ποτέ απόδειξη για την είσπραξη των διαφόρων ποσών που ο ΜΥ2 του κατέβαλε. Απόδειξη του δόθηκε μόνον σε ότι αφορούσε τα €500 που πλήρωσε στον ΜΚ1 για την μεσολάβηση του προαναφερόμενου Γιάννου (Τεκμήριο 24).
  43. Συνολικά, στον ΜΚ1 πλήρωσε €109.980 και δεν του οφείλει οτιδήποτε. Συνεπώς, ο ΜΚ1, δεν μπορεί να αφεθεί να του ασκεί πίεση για να του καταβάλει και άλλα λεφτά, επειδή έλαβε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, και υπάρχει σε εξέλιξη αυτή η διαδικασία εναντίον του υιού του, Κατηγορούμενου, ο οποίος τελούσε υπό πλήρη άγνοια για τα συμβάντα. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
  44. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή ή το αντίθετο.
  45. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
  46. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το «γνωστικό» περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
  47. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
  48. Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  49. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  50. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
  51. Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
  52. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί γενικά ή ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
  53. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής:
  54. «
  55. The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  56. Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
  2. και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
  3. [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  4. Θα ξεκινήσω με την μαρτυρία του ΜΚ
  5. Ο εν λόγω μάρτυρας, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Παρουσιάστηκε αμερόληπτος και ως τον εξέλαβα, ήταν απόλυτα ειλικρινής. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα όσα πραγματικά γνώριζε για τα ζητήματα που κλήθηκε να καταθέσει και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του άλλωστε, ενταγμένη στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν αφορούσε γεγονότα για τα οποία οι διάδικοι προσέφεραν στο Δικαστήριο διιστάμενες εκδοχές. Φάνηκε μάλιστα αυτό ξεκάθαρα και από την εξέταση του ΜΚ2 στο Δικαστήριο, εφόσον, οι θέσεις του για τα γεγονότα, ως τις κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου, ο οποίος, δια του συνηγόρου του, μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ2, περιορίστηκε στο να διευκρινίσει αυτά τα γεγονότα, παρά να τα αμφισβητήσει. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΚ2, στην ολότητα της, προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
  6. Σε αυτό το σημείο, είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί, ότι, ο μοναδικός άλλος μάρτυρας για την υπόθεση της Παραπονούμενης, ήταν ο ΜΚ
  7. Ο ΜΚ1, ως ο διευθυντής της Παραπονούμενης και το πρόσωπο που, ως ισχυρίστηκε, είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, αντικειμενικά, κρίνεται ως ο σημαντικότερος μάρτυρας για την υπόθεση της Παραπονούμενης. Στον ΜΚ1, λοιπόν, που για τα επίδικα γεγονότα, ισχυρίστηκε τα όσα σε γενικές γραμμές έχουν προαναφερθεί, από πλευράς Κατηγορουμένου, του υποβλήθηκαν οι εξής θέσεις του για τα γεγονότα:
(1)ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, στο λογαριασμό της Παραπονούμενης στην Τράπεζα Κύπρου, κατατέθηκαν με σκοπό να παρουσιαστούν στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθούν, από την σύζυγο του ΜΚ1, ***** Θεοχάρους και όχι από τον ίδιο, όπως ισχυρίστηκε;
(2)ότι, ο λόγος που η ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που είχε καταχωρηθεί από την Παραπονούμενη εναντίον της Α και του αδελφού του Κατηγορούμενου, ***** Λαρτίδη (Τεκμήριο 11), αποσύρθηκε, ήταν η έκδοσης απόφασης υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Α, στις 16/11/2010, στα πλαίσια της πολιτικής Αγωγής με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 6). Ότι δηλαδή, κατά παράκληση του ΜΚ1, η Α δεν αμφισβήτησε την αξίωση της Παραπονούμενης στην εν λόγω πολιτική αγωγή, για να διασφαλιστεί η Παραπονούμενη για το ποσό που της οφειλόταν και να αποσύρει την ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Α και του ***** Λαρτίδη (Τεκμήριο 11);
(3)ότι, οι συναλλαγές Παραπονούμενης και Α, στις οποίες ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην μαρτυρία του για να υποστηρίξει ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, εκδόθηκαν για χρέος της Α προς την Παραπονούμενη ύψους €140.000, είναι φανταστικές ή σε κάθε περίπτωση, ότι αυτές δεν αποδεικνύονται από τιμολόγηση της Α από την Παραπονούμενη;
(4)ότι, η επιταγή με δικαιούχο την Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε., Τεκμήριο 10, καμία σχέση δεν είχε με την απόσυρση της ποινικής Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της Α και του ***** Λαρτίδη (Τεκμήριο 11), αλλά άλλη ποινική υπόθεση και ότι για αυτό τον λόγο τιμήθηκε;
(5)ότι, ο πατέρας του Κατηγορούμενου, ΜΥ2, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, κατέβαλε στον ΜΚ1 προς εξόφληση της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής της Α προς την Παραπονούμενη, €40.000 και €12.000 αντίστοιχα;
(6)ότι, ο ΜΚ1 εισέπραττε από τον ΜΥ2, κατά διαστήματα και ενόσω η υπόθεσης αυτή εκκρεμούσε στο Δικαστήριο, χρήματα, χωρίς ποτέ να του εκδώσει απόδειξη είσπραξης;
(7)ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν προσήλθε με την Παραπονούμενη σε καμία συμφωνία μέσω του ΜΚ1 για να αναλάβει το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη;
(8)ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 προς την Παραπονούμενη, ούτε και τις παρέδωσε στον ΜΚ1, και ότι τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, ο ΜΚ1 τις πήρε από τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ΜΥ2, εν αγνοία του Κατηγορουμένου;
(9)ότι, ο Κατηγορούμενος, την ημέρα που οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθούν και ειδοποιήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα σχετικά, ανακάλεσε την πληρωμή τους, ακριβώς επειδή τότε αντιλήφθηκε ότι δεν βρίσκονταν στην κατοχή του και ότι του είχαν κλαπεί; και
(10)ότι, ο λόγος για τον οποίο έγινε ανάκληση της εντολής της Ελληνικής Τράπεζας να πληρώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 στην Παραπονούμενη, από τον Κατηγορούμενο, ήταν η κλοπή των εν λόγω επιταγών και ότι ο λόγος αυτός ρητά δηλώθηκε στην Ελληνική Τράπεζα, όταν ο Κατηγορούμενος τις έδωσε τις προαναφερόμενες οδηγίες.
  1. Έχω παραθέσει όλες τις θέσεις που η πλευρά του Κατηγορουμένου έθεσε στον ΜΚ1 για τα γεγονότα κατά την αντεξέταση του, καθότι, συγκρίνοντας αυτές με την μαρτυρία που ο Κατηγορούμενος προσήγαγε στην συνέχεια προς υπεράσπιση του, όταν κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, υπάρχει διάστασης, ή σε κάθε περίπτωση, προκύπτει εγκατάλειψης ή διαφοροποίησης τους. Διάστασης, εγκατάλειψης ή διαφοροποίησης, που είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, που πλήττει καίρια την αξιοπιστία των θέσεων του Κατηγορουμένου. Παρατηρούνται βεβαίως και αντιφάσεις μεταξύ των υποβολών που έγιναν στον ΜΚ1 και της μαρτυρίας που εν συνεχεία προσάχθηκε για την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, που ενισχύουν το προαναφερόμενο συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ενώ, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου και το εξής πολύ καταλυτικό για την υπόθεση του Κατηγορουμένου. Ότι, μεγάλο μέρος της υπόθεσης της υπεράσπισης του, δεν υπεβλήθη καν στον ΜΚ1 για την δική του τοποθέτηση για τα γεγονότα.
  2. Και εξηγώ.
  3. Κατ' αρχήν, τίποτα από όλα όσα ο Κατηγορούμενος και ο πατέρας του ΜΥ2 ισχυρίστηκαν στην μαρτυρία τους, περί απειλών του ΜΥ2 από τον ΜΚ1 και τους ανθρώπους του υποκόσμου, Φάνο και Γιάννο, που αποτέλεσμα είχαν να περιέλθουν στην κατοχή της Παραπονούμενης οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του. Υπενθυμίζω εδώ, ότι, στον ΜΚ1, υποβλήθηκε μόνον ότι, ο πατέρας του Κατηγορουμένου, ΜΥ2, εν αγνοία του Κατηγορουμένου, παρέδωσε στον ΜΚ1 τις επίδικες επιταγές και ότι, ο Κατηγορούμενος, όταν ενημερώθηκε από την Ελληνική Τράπεζα ότι παρουσιάστηκαν για πληρωμή, ανακάλεσε την φαινόμενη εντολή για την πληρωμή τους προς την Παραπονούμενη, επειδή αυτές δεν είχαν εκδοθεί από τον ίδιο και του είχαν κλαπεί. Τίποτα περαιτέρω και τίποτα το συγκεκριμένο δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 για την τοποθέτηση του, για τους λόγους που ο πατέρας του Κατηγορουμένου, ΜΥ2, στην συνέχεια της δίκης, ανέφερε ότι τον οδήγησαν στο να κλέψει ουσιαστικά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 από τον Κατηγορούμενο, ή και για το πως τούτο έγινε, ειδικότερα εφόσον αυτοί οι ισχυρισμοί του ΜΥ2, είναι ακριβώς αντίθετοι των ισχυρισμών του ΜΚ1 για τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και
  4. Κατά την κρίση μου, αυτή και μόνον η παρατήρησης μου για την υπόθεση του Κατηγορουμένου, αρκεί για να δικαιολογήσει την απόρριψη της μαρτυρίας που δόθηκε από τους Κατηγορούμενο και ΜΥ2 σχετικά. Λόγοι για την απόρριψη της συγκεκριμένης μαρτυρίας, πρέπει να σημειωθεί, υπάρχουν και άλλοι, και θα τους αναφέρω στην συνέχεια της απόφασης μου.
  5. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι, η θέσης του Κατηγορούμενου που υποβλήθηκε στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, ότι ο λόγος που η ποινική Υπόθεση με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που είχε καταχωρηθεί από την Παραπονούμενη εναντίον της Α και του αδελφού του Κατηγορούμενου, ***** Λαρτίδη (Τεκμήριο 11), αποσύρθηκε, ήταν η έκδοσης απόφασης υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Α, στις 16/11/2010, στα πλαίσια της πολιτικής Αγωγής με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 6), φαίνεται ότι, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Κατηγορουμένου, εγκαταλείφθηκε. Και τούτο, κρίνω, όχι τυχαία, εφόσον, η προώθησης μίας τέτοιας θέσης για τα γεγονότα από πλευράς Κατηγορουμένου θα ήταν παράλογη, αν λάβει κανείς υπόψη ότι, η απόσυρση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης έγινε, ως φαίνεται να είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, στις 11/06/2012, και ότι η έκδοσης της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πολιτικής Αγωγής με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 6), έγινε πολύ πιο πριν, ήτοι στις 16/11/
  6. Δηλαδή, 1 ½ και πλέον χρόνο προηγουμένως. Αν ο ΜΥ2, όντως, κατά παράκληση του ΜΚ1, αποδέχθηκε η Α να μην αμφισβητήσει την αξίωση της Παραπονούμενης στην εν λόγω πολιτική αγωγή για να διασφαλιστεί η Παραπονούμενη για το ποσό που της οφειλόταν, ώστε να αποσύρει την εν λόγω ποινική υπόθεση, το λογικό είναι ότι, αυτό, δηλαδή η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης, θα γινόταν, αν όχι αμέσως της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής, στις 16/11/2010, πολύ νωρίτερα της 11ης/06/2012 που τούτο τελικά έγινε.
  7. Αντίφασης, μεταξύ των θέσεων που υποβλήθηκαν στον ΜΚ1 για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης κατά την αντεξέταση του από πλευράς του Κατηγορουμένου και της μαρτυρίας που στην συνέχεια της δίκης παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του, προκύπτει σε ότι αφορά την επιταγή με δικαιούχο την Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε., Τεκμήριο
  8. Στον ΜΚ1, υπενθυμίζω, υποβλήθηκε ότι, η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 10, καμία σχέση δεν είχε με την απόσυρση της ποινικής Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της Α και του ***** Λαρτίδη (Τεκμήριο 11), -ήτοι για τα έξοδα της εν λόγω διαδικασίας-, αλλά αφορούσαν άλλη ποινική υπόθεση και ότι για αυτό τον λόγο «τιμήθηκε». Βεβαίως, ο Κατηγορούμενος όταν κατέθεσε στην δίκη, δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο, αλλά το αντίθετο. Φαίνεται από την μαρτυρία του ότι αποδέχθηκε ότι η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 10, δόθηκε για τα έξοδα της διαδικασίας της εν λόγω ποινικής υπόθεσης. Δηλαδή, για τα έξοδα του δικηγόρου ***** Γεωργίου. Και αυτά, ο Κατηγορούμενος, όπως υποστήριξε, τα πληροφορήθηκε από τον πατέρα του, ΜΥ
  9. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να υποστηριχθεί εύκολα κάτι άλλο, διαφορετικό, -δηλαδή, να διακριθεί από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και δη αυτά που αφορούν την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9- εν όψει της αρίθμησης της εν λόγω επιταγής, Τεκμήριο 10 (*****62) και των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9 (*****63, *****64), που είναι διαδοχική. Παρά ταύτα, ο ΜΥ2, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι, το εν λόγω ποσό, αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα του εν λόγω δικηγόρου, ως προέκυψαν από την πολιτική Αγωγή με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 6). Για να υποστηρίξει αυτόν τον ψευδή, ως προκύπτει, ισχυρισμό του, ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο τις αποδείξεις του εν λόγω δικηγόρου, Τεκμήριο
  10. Οι εν λόγω όμως [τρείς] αποδείξεις, εκτός του ότι δεν κάνουν καμία αναφορά στην εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 10, αλλά αναφέρονται σε είσπραξη μετρητών και μιας επιταγής με αρ. *****71, φέρουν διαφορετικές ημερομηνίες, από την ισχυριζόμενη της ημερομηνίας παράδοσης της εν λόγω επιταγής, Τεκμήριο 10 στον ΜΚ1, ήτοι στις 11/06/2012, εφόσον παρουσιάζουν ότι εκδόθηκαν στις 03/09/2016, 21/06/2017 και 01/08/2016 αντίστοιχα, και συμπονούνται στο ποσό των €1.145 και όχι σε €1.500 που η εν λόγω επιταγή, Τεκμήριο 10, αφορά.
  11. Σε ότι αφορά αυτό το επίδικο γεγονός, πρέπει να σημειωθεί και το εξής παράδοξο στους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος για αυτό, από τον συνήγορο της Παραπονούμενης και δη, σχετικά με το γιατί δεν ανακάλεσε και την επιταγή, Τεκμήριο 10, όπως έπραξε και με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, εφόσον δόθηκαν όλες εν αγνοία του και ουσιαστικά του είχαν κλαπεί, υποστήριξε ότι, αυτή, το Τεκμήριο 10 δηλαδή, επειδή εκδόθηκε για τον δικηγόρο της Α (και του ΜΚ1), ***** Γεωργίου, «για τα έξοδα του», παρά το γεγονός ότι πληροφορήθηκε από τον πατέρα του, ΜΥ2, ότι είχε δοθεί στον ΜΚ1 μαζί με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, δεν ανακάλεσε την εντολή πληρωμής της, επειδή ήταν μεταχρονολογημένη, πληρωτέα 30/08/
  12. Αυτός, είναι ένας εντελώς παράλογος ισχυρισμός. Εάν οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, και ειδικότερα, αν ο ίδιος δεν είχε όντως συμφωνήσει να αναλάβει το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη [ή σε κάθε περίπτωση, την οποιαδήποτε υποχρέωση των Α και ***** Λαρτίδη], θα ανακαλούσε την εντολή πληρωμής και της συγκεκριμένης επιταγής, Τεκμήριο 10, εφόσον είχε και καλό λόγο για να το πράξει (αυτόν της κλοπής), και δεν θα άφηνε τα πράγματα να οδηγηθούν στην μη τίμηση της και την καταχώριση εναντίον του ποινικής δίωξης ως αποτέλεσμα τούτου.
  13. Περαιτέρω αντίφασης, μεταξύ των θέσεων του Κατηγορουμένου που υποβλήθηκαν στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, και της μαρτυρίας που ο Κατηγορούμενος προσήγαγε στην συνέχεια της δίκης προς υπεράσπιση του, εντοπίζεται και στον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι, ο ΜΚ1, έλαβε για λογαριασμό της Παραπονούμενης, από τον ΜΥ2, έναντι του χρέους της Α προς αυτήν, κάποια χρηματικά ποσά. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, υποβλήθηκε η θέσης του Κατηγορουμένου ότι, ο ΜΥ2, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, του κατέβαλε προς εξόφληση της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής της Α προς την Παραπονούμενη, €40.000 και €12.000 αντίστοιχα. Θέσης, που όμως διαφοροποιήθηκε όταν ο ΜΥ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, στον ΜΚ1, κατέβαλε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, €60.000 και €13.000 αντίστοιχα. Αξιοσημείωτη, σε κάθε περίπτωση, είναι η ασάφεια της προαναφερόμενης θέσεως του Κατηγορουμένου, κατά την υποβολή της στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του. Όπως αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι, στον ΜΚ1, δεν ετέθησαν ως θέση του Κατηγορούμενου για τα γεγονότα, οι ισχυρισμοί που τελικά παρουσιάστηκαν από τον ΜΥ2 κατά την δίκη και στην απαιτούμενή έκταση, ώστε να μπορούσε να υπάρξει αντίλογος. Ο ΜΥ2, τελικά, ανέφερε ότι πλήρωσε στον ΜΚ1 και τους Φάνο και Γιάννο, περί τις €120.000, αντί για τις €109.980 που στο αρχικό μέρος της κυρίως εξέτασης του ισχυρίστηκε, πλέον η περιουσία του στην κατεχόμενη Κύπρο αξίας περίπου €300.
  14. Ισχυρίστηκε για αγορές αυτοκινήτου στον ΜΚ1 και παρουσίασε στο Δικαστήριο για όλους αυτούς τους ισχυρισμούς του και διάφορες αποδείξεις ή στοιχεία τεκμηρίωσης. Τίποτα από όλα αυτά δεν παρουσιάστηκαν στον ΜΚ1 όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο τους δικούς του ισχυρισμούς, ώστε να μπορούσαν να ελεγχθούν για την πραγματικότητα τους ή και ενδεχομένως να αντικρουστούν.
  15. Ο Κατηγορούμενος, εν αντιθέσει των όσων ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, περί συμφωνίας τους για να αναλάβει [ο Κατηγορούμενος] το χρέος της Α και της έκδοσης από αυτόν [τον Κατηγορούμενο] των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, στην παρουσία του, [στην παρουσία και του πατέρα του, ΜΥ2], ουσιαστικά, υποστήριξε ότι δεν είχε καμία απολύτως γνώση των γεγονότων αυτών, και ότι ο πατέρας του, ΜΥ2, ενήργησε εν αγνοία του και στην απουσία του. Ο ΜΚ1, για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του για τα επίδικα αυτά γεγονότα, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7, το οποίο, όπως υποστήριξε, είναι δείγματα της υπογραφής του Κατηγορουμένου, τα οποία, κατόπιν συμβουλής που είχε από τον δικηγόρο του, τα είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο, όταν στο κατάστημα του τελευταίου προσήλθαν στην συμφωνία δια της οποίας ανέλαβε το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και
  16. Ο Κατηγορούμενος, αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Παραπονούμενης για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, και αποδέχθηκε ότι σε αυτό έχει εναποθέσει τις υπογραφές του. Ισχυρίστηκε όμως ότι, δεν θυμόταν πότε καταρτίστηκε, και ότι δεν γνώριζε γιατί και πως αυτό βρέθηκε στην κατοχή του ΜΚ
  17. Ήταν προφανές προς το Δικαστήριο, ότι, όταν ο Κατηγορούμενος έδιδε την εν λόγω μαρτυρία του, δεν έλεγε την αλήθεια. Λόγω τούτου, κατά την δεδομένη στιγμή της αντεξέτασης του, ήταν, ως τον εξέλαβα, έκδηλα αμήχανος, κάτι που φάνηκε άλλωστε και μέσα από τις απαντήσεις του. Η σχετική περικοπή από τα πρακτικά της δίκης, είναι πιστεύω αποκαλυπτική: «E. Το Τεκμήριο 7 το αναγνωρίζεις; (Τίθεται ενώπιον του μάρτυρα το Τεκμήριο 7) A. Αναγνωρίζω τις υπογραφές μου. E. Γιατί έχεις υπογράψει εδώ πέντε φορές; A. Δεν γνωρίζω, πραγματικά δεν γνωρίζω, δεν ξέρω πού βρέθηκε αυτή η κόλλα με τις υπογραφές μου. E. Εννοείτε ότι κλάπηκε; A. Δεν γνωρίζω. Εγώ αναγνωρίζω τις υπογραφές μου. Τώρα, για αυτήν την κόλλα, τι να σας πω; E. Για ποιον λόγο πήρες μια κόλλα χαρτί και έγραψες πέντε φορές την υπογραφή σου; . Μάρτυρας: Δεν γνωρίζω. Ο κος Κακουλλής συνεχίζει: E. Γιατί πήρες μια κόλλα και έγραψες πέντε φορές την υπογραφή σου και μάλιστα τη μια κάτω από την άλλη; A. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω. . E. Σου υποβάλλω ότι αυτό το έγγραφο το έδωσες στον κύριο Γλυκή εσύ ο ίδιος, προσωπικά. A. Ποτέ. Τον κύριο Γλυκή δεν τον γνώριζα, ούτε καν ήξερα πώς είναι ο κύριος Γλυκής. E. Και ο λόγος που του το έδωσες είναι γιατί σου το ζήτησε. A. Ποτέ δεν είχα συνάντηση με τον κύριο Γλυκή, πώς να μου το ζητήσει; E. Σου το ζήτησε όταν έκδωσες τις επίδικες επιταγές. A. Δεν έκδωσα καμίαν επιταγή. E. Και ο λόγος που σου το ζήτησε ήταν για να είναι σίγουρος ότι εσύ υπογράφεις τις επίδικες επιταγές. A. Εάν εγώ έδινα δύο επιταγές, η Δικηγόρος του δεν θα έγραφε κάτι, ότι εγώ ο ***** Λαρτίδης αναλαμβάνω το χρέος της Εταιρείας Arlington και ότι θα πληρώσω με δύο επιταγές, να βάλω τον αριθμό των επιταγών, να υπογράψει ο ίδιος, να υπογράψω εγώ, να υπάρχει κάποιος μάρτυρας ή τουλάχιστον να έχω Δικηγόρο μαζί μου, αν θα έκανα τέτοιαν πράξη; Δεν υπάρχει αυτό. E. Ενώ το βρίσκετε παράλογο το ότι βρίσκεται αυτό το έγγραφο στα χέρια του; A. Προσπαθώ να θυμηθώ αλλά το μόνο που αναγνωρίζω είναι ότι, όντως, είναι η δική μου υπογραφή. . E. Δεν θυμάστε αν δώσατε το Τεκμήριο 7 στον κύριο Γλυκή; A. Δεν το έδωσα, αφού δεν τον γνώριζα. E. Δεν θυμάστε αν το δώσατε; A. Όχι, δεν το έδωσα. Αφού δεν τον γνώριζα, δεν το έδωσα. E. Από τη μια δεν θυμάστε πού και πώς και γιατί υπογράψατε πέντε φορές το Τεκμήριο 7 αλλά από την άλλη θυμάστε ότι δεν συναντήσατε τον κύριο Γλυκή; A. Δεν τον ήξερα τον κύριο Γλυκή, δεν τον γνώριζα.».
  18. Όπως προανέφερα, στον ΜΚ1 δεν υποβλήθηκαν οι θέσεις της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, ότι η κλοπή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, έγινε από τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ΜΥ2, εξ αιτίας των απειλών που ο τελευταίος δεχόταν από τον ΜΚ1 και τους ανθρώπους του υποκόσμου, Φάνο και Γιάννο, για να τοποθετηθεί. Αυτό, όπως προαναφέρθηκε, δεν δικαιολογεί αποδοχή της σχετικής μαρτυρίας των Κατηγορουμένου και ΜΥ
  19. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
  20. Κατ' αρχήν, εκτός των γενικών ισχυρισμών των Κατηγορουμένου και ΜΥ2 περί του ότι οι απειλές αυτές καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία, τίποτα το συγκεκριμένο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Δηλαδή, με αναφορά στο πότε έγιναν, που έγιναν και τι ακριβώς αφορούσαν, ώστε να τεκμηριωνόταν ο ισχυρισμός του ΜΥ2 περί εμπλοκής του ΜΚ1 και κατ' επέκταση της Παραπονουμένης σε αυτές.
  21. Επίσης, μου φαίνεται παράλογο, ο ΜΚ1 να «εκχώρησε» το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη, στους Φάνο και Γιάννο, ανθρώπους του υποκόσμου, επειδή όπως του λέχθηκε, ο ΜΚ1 όφειλε σε αυτούς, αλλά οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, που, ως ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε, εκδόθηκαν «ως εγγύηση» ότι «ο ΜΥ2 θα εξοφλούσε το χρέος του», να παραμείνουν και οι δύο στην κατοχή του ΜΚ1, -δηλαδή, η μία από αυτές να μην δοθεί στον εν λόγω Φάνο, όπως αυτός απαίτησε-, και μάλιστα, ο ΜΚ1, την αμέσως επόμενη ημέρα που του παραδόθηκαν, στις 12/06/2012, να τις καταθέσει στον λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου, για να παρουσιαστούν στην Ελληνική Τράπεζα για να τις πληρωθεί.
  22. Πόσο μάλλον, να γίνει αποδεκτό, ως λογικό, ότι, αυτοί οι άνθρωποι του υποκόσμου, Φάνος και Γιάννος, αλλά και ο εκβιαστής του ΜΥ2, ΜΚ1, που πίεζαν και απειλούσαν τον ΜΥ2 κατά τον τρόπο που ισχυρίστηκε, και που ήθελαν τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 «για εγγύηση» ότι το χρέος του ΜΥ2 θα εξοφλείτο, όταν την αμέσως επόμενη ημέρα που τις παρέλαβαν, αυτές επεστράφησαν από την Ελληνική Τράπεζα με την ένδειξη ότι η εντολή πληρωμής τους είχε ανακληθεί, θα παρέμεναν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΥ2, ουσιαστικά άπραγοι.
  23. Ο ισχυρισμός του ΜΥ2, ότι, στην εξέλιξη των γεγονότων αυτών, αναγκάστηκε να δώσει πληρεξούσιο έγγραφο στον εν λόγω Γιάννο, στους ανθρώπους δηλαδή του υποκόσμου, για να κινήσουν διαδικασία στην παράνομη επιτροπή αποζημιώσεων του ψευδοκράτους στην κατεχόμενη Κύπρο, [για λογαριασμό του] «πώλησης» της γης του ΜΥ2 στα κατεχόμενα για να εξοφληθεί το χρέος του, μόνον απίστευτη μπορεί να χαρακτηριστεί. Δεν μπορώ να πιστέψω, ότι, αυτοί οι παράνομοι εκβιαστές του ΜΥ2, που, ως ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε, του τηλεφωνούσαν κάθε φορά και από διαφορετικό αριθμό τηλεφώνου και διευθετούσαν τις συναντήσεις τους πάντοτε σε διαφορετικές τοποθεσίες για να αποφύγουν το ενδεχόμενο «παγίδευσης» τους από την Αστυνομία σε περίπτωση που ο ΜΥ2 τους κατήγγελλε, ότι θα ανάγκαζαν τον ΜΥ2 να τους δώσει πληρεξούσιο έγγραφο, το Τεκμήριο 22, στο οποίο καταγράφονται τα κύρια προσωπικά στοιχεία αναγνώρισης του εν λόγω Γιάννου, όπως ονοματεπώνυμο και αριθμός δελτίου ταυτότητας, του οποίου μάλιστα αντίγραφο, θα του «επέτρεπαν» να κρατήσει.
  24. Με αυτά τα στοιχεία στην κατοχή του Κατηγορουμένου και με δεδομένη την σοβαρότητα των ισχυρισμών του, δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, ο ΜΥ2, αποτάθηκε στην αστυνομία με τόσες καταγγελίες (5 ή 6 όπως αναφέρθηκε), έχοντας μάλιστα σε κάποια φάση, όταν το έπραττε, και την «υποστήριξη» κάποιου πρώην αξιωματικού της Αστυνομίας, φίλου του (μάλιστα του Τ. Α. Ε.), και η Αστυνομία, δεν έπραξε, όπως ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε, τίποτα. Πόσο μάλλον να γίνει πιστευτός, ο εντελώς παράλογος ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, ότι, η καταγγελία του ΜΥ2 στην Αστυνομία, περί του ότι απειλήθηκε από τον ΜΚ1 με πιστόλι, δεν διερευνήθηκε περαιτέρω, απλά και μόνο επειδή ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι αυτό που πρόταξε ήταν απλά νεροπίστολο. Αυτό δηλαδή που ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, ήταν ότι ο ΜΚ1 παραδέχθηκε στην Αστυνομία ότι απείλησε τον ΜΥ2, αλλά επειδή το έκαμε με νεροπίστολο, η υπόθεσης δεν διερευνήθηκε από την Αστυνομία περαιτέρω.
  25. Ότι ο ΜΥ2 έλεγε ψέματα στο Δικαστήριο, διαφάνηκε από πολύ νωρίς στην κυρίως εξέταση του, όταν ισχυρίστηκε ότι, περί τον μήνα Απρίλιο του έτους 2010, επικοινώνησε μαζί του ο εν λόγω Φάνος, για να παρευρεθεί σε συνάντηση με τον ΜΚ1, «για αποπληρωμή του δικαστικού χρέους». Εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος όμως τότε, δεν υπήρχε. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην πολιτική Αγωγή με αρ. XXXXX/2009, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, εκδόθηκε 16/11/
  26. Δηλαδή, μεταγενέστερα.
  27. Όλες οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου, δείχνουν ότι, ο Κατηγορούμενος, εκ των υστέρων και κατά την εξέλιξη της δίκης, προσπάθησε να κατασκευάσει μία εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν, πίστευε, να του δώσουν κάποια υπεράσπιση. Η μαρτυρία του όμως, όπως και αυτή του πατέρα του, ΜΥ2, για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται.
  28. Στρέφομαι τώρα στην μαρτυρία του ΜΚ
  29. Ούτε και σε αυτού την μαρτυρία θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να εξάγω τα συμπεράσματα μου. Αν και μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ1, δεν μπορεί να λεχθεί ότι προέκυψαν στοιχεία που δείχνουν εξόφθαλμα ότι δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, με έχουν προβληματίσει οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του, οι οποίοι, κατά την άποψη μου, δεν υποστηρίζονται από την λογική.
  30. Υποστήριξε ο ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος προσήλθε σε συμφωνία με την Παραπονούμενη και την Α, για να αναλάβει την εξόφληση του χρέους της τελευταίας. Ένα χρέος, που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στις 11/06/2012 που ισχυρίζεται ότι συνομολογήθηκε η εν λόγω συμφωνία, ανερχόταν περί τις €116.055,40, πλέον τόκους και κάποια έξοδα. Αυτοί οι τόκοι και τα έξοδα, υποστήριξε ο ΜΚ1, ανέβασαν το χρέος της Α προς την Παραπονούμενη, στις €140.000, εξ ου και η συμφωνία του Κατηγορουμένου, αναλαμβάνοντας το, να εκδώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 προς την Παραπονούμενη για το ισάξιο ποσό. Ακόμη και αν γίνει αποδεχτός ο ισχυρισμός του ΜΚ1 [ως λογικός και όχι εξωπραγματικός], ότι, η διαφορά αυτή των €23.944,60, αντιπροσωπεύει όντως τόκους επί των οφειλόμενων προς την Παραπονούμενη από την Α ποσών και διάφορα σχετικά έξοδα της Παραπονούμενης, την εξόφληση των οποίων ανέλαβε ο Κατηγορούμενος, δεν βρίσκω καμία λογική, αφενός, γιατί η Παραπονούμενη να μην είχε περιλάβει στην πολιτική της Αγωγή με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, εφόσον αυτές της ήταν γνωστόν ότι επιστράφηκαν απλήρωτες από την Α πριν από την καταχώριση της στο Δικαστήριο, και αφετέρου, γιατί ο Κατηγορούμενος να εκδώσει στην Παραπονούμενη, αντί μία επιταγή των €140.000 προς εξόφληση του χρέους του προς αυτήν, δύο επιταγές των €70.000 έκαστη, ειδικότερα όταν η συμφωνία τους με την Παραπονούμενη ήταν ότι αυτό ήταν να εξοφληθεί την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 12/06/2012, εξ ου και η χρονολόγηση της εντολής πληρωμής επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, 12/06/
  31. Το «θράσος» του ΜΚ1, να υποστηρίζει στο Δικαστήριο ότι, συμφώνησαν με τον Κατηγορούμενο, την Α και τον ΜΥ2, να «ανταλλάξουν τις επιταγές» αντικείμενο του κατηγορητηρίου της ποινικής Υπόθεσης με αρ. XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με άλλες, ώστε η Παραπονούμενη να απέσυρε την υπόθεση εναντίον του Α και του ***** Λαρτίδη, μου δημιουργεί, και εύλογα πιστεύω, αμφιβολίες και για το πραγματικά οφειλόμενο ποσό της Α προς την Παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και το αντάλλαγμα που ο ΜΚ1 ζήτησε για την Παραπονούμενη για να αποδεχθεί την απόσυρση της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης.
  32. Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νουν, έρχομαι και στο σημαντικότερο ζήτημα, που άπτεται του ισχυρισμού του ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε προσωπικά μαζί με τον ΜΚ1 ότι αναλάμβανε την εξόφληση του χρέους της ΜΚ1 και ότι του εξέδωσε μπροστά του τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 για την εξόφληση του. Όπως ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, ο πατέρας του Κατηγορουμένου ήταν πτωχεύσας, πρωτεύσασα ήταν και η μητέρα του Κατηγορουμένου, ο αδελφός του Κατηγορουμένου, ***** Λαρτίδης, που ήταν το κατηγορούμενο φυσικό πρόσωπο στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση ήταν στο Κ. Α. Π., και άρα, ο μοναδικός που μπορούσε «να εκδώσει επιταγές» για να αποφύγει ουσιαστικά την φυλάκιση ο ***** Λαρτίδης, ήταν ο Κατηγορούμενος. Εκτός του ότι, από αυτό τον ισχυρισμό του ΜΚ1, φαίνεται ξεκάθαρα ότι, πραγματικός σκοπός της έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 8 και 9, δεν ήταν η εξόφλησης του χρέους, εφόσον υπήρχαν και άλλοι τρόποι εξόφλησης του χωρίς την χρήση του αξιόγραφου της επιταγής, αλλά η εξασφάλισης τους, από πλευράς της Παραπονούμενης, για να μπορεί αυτές να χρησιμοποιηθούν, ουσιαστικά, ως μοχλός πίεσης προς τον ΜΥ2 και την οικογένεια του για την εξόφληση του [όποιου] χρέους της Α προς την Παραπονούμενη, λόγω του ότι, προφανώς, χρήματα [τότε] δεν υπήρχαν. Εξ ου και η αναφορά του ΜΚ1 στην μαρτυρία του περί «ανταλλαγής των επιταγών», ως προαναφέρθηκε. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, στον λογαριασμό του Κατηγορουμένου στην Ελληνική Τράπεζα, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, που δεν αμφισβητήθηκε, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθούν.
  33. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΚ1, ότι για την εξόφληση ενός τόσο μεγάλου ποσού από την Α, ή τον Κατηγορούμενο που ανέλαβε αυτό, ο ΜΚ1 δεν θα μεριμνούσε για την Παραπονούμενη ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, άμα την παρουσίαση τους για να πληρωθούν, θα τιμούνταν, ή ότι δεν θα διευθετούσε την πληρωμή της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο με κάποιο άλλο τρόπο, και έγνοια του θα ήταν να προλάβει να μεταβεί με τον ΜΥ2 στο Δικαστήριο εκείνη την ημέρα για να αποσύρει την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση της Παραπονούμενης εναντίον της Α και του ***** Λαρτίδη. Εκτός βέβαια, και αν ο φόβος του ήταν ότι ο ***** Λαρτίδης θα καταδικαζόταν ή φυλακιζόταν και η Παραπονούμενη δεν θα εισέπραττε το λαβείν της, οπότε και ενήργησε καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας και «αντάλλαξε τις επιταγές», για να διατηρήσει την «απειλή» της τιμωρίας, έχοντας στην κατοχή του «φρέσκες» επιταγές, με σκοπό την είσπραξη της οφειλής της Παραπονούμενης και όχι την τιμωρία του παραβάτη.
  34. Θα συμφωνούσε όμως ο Κατηγορούμενος, να υποκαταστήσει τον αδελφό του, ***** Λαρτίδη, ως κατηγορούμενο για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, μάλιστα αυτή την φορά σε ότι αφορούσε τον ίδιο, για μεγαλύτερο ποσό; Ακόμη και αν είναι αδέλφια με τον εν λόγω ***** Λαρτίδη, πιστεύω πως όχι. Ας σημειωθεί εδώ, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ότι, ο συνήγορος της Παραπονουμένης, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του Κατηγορουμένου, του έκανε την εξής υποβολή: «E. Επίσης, σου υποβάλλω ότι, μετά που τις όποιες εξηγήσεις ισχυρίζεσαι ότι σου έδωσε ο πατέρας σου, αποδέχθηκες τις επιταγές και γι' αυτό δεν έκανες και καταγγελία για κλοπή.». Πρόκειται, πιστεύω, για ουσιαστική απόκλιση από τις θέσεις της Παραπονούμενης, όπως αυτές παρουσιάστηκαν μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1, σύμφωνα με τις οποίες, ο Κατηγορούμενος προέβη ο ίδιος σε συμφωνία με τον ΜΚ1 για ανάληψή του χρέους της Α προς την Κατηγορούμενη.
  35. Σύμφωνα με την νομολογία, η εύλογη αιτία, -για την ανάκληση της εντολής πληρωμής επιταγής, που αποτελεί υπεράσπιση για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ 154-. πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατηγορουμένου, ότι υπήρχε, «κατά το χρόνο που αυτός προέβη στην ανάκληση της επίδικης επιταγής» (βλ. Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, Nikiforos Technologies v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017). Και εδώ, δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να είμαι σίγουρος από την μαρτυρία του ΜΚ1 και τις θέσεις της Παραπονούμενης για τα γεγονότα, αφενός, ότι ο Κατηγορούμενος όντως εξέδωσε τις εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 και αφετέρου, στην βάση και της προαναφερόμενης υποβολής θέσης της Παραπονούμενης για τα γεγονότα, ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο που έδωσε την εντολή προς την Ελληνική Τράπεζα να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9 στις 13/06/2012, δεν είχε ειλικρινά και εύλογα λόγο να πιστεύει ότι του κλάπηκαν, έστω και από τον πατέρα του, και ανεξαρτήτως αν μεταγενέστερα, πληροφορούμενος για τα συμβάντα, αποδέχθηκε την οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές ή το χρέος της Α. 79. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που καταληκτικά πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, ο ΜΚ1 είπε στον Δικαστήριο την απόλυτη αλήθεια και η μαρτυρία του κρίθηκε από το Δικαστήριο λανθασμένα, η κατάληξης σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, όπως αυτή στην συνέχεια ανακοινώνεται, θα ήταν και πάλι η ίδια, δεδομένου ότι, η Παραπονούμενη, μέρος του ανταλλάγματος που έδωσε για τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 8 και 9, ήταν η απόσυρση της ποινικής Υπόθεσης με αρ. 17242/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, πράγμα απαράδεκτο σύμφωνα και με το Άρθρο 305Α
(6)του Κεφ. 154, σίγουρα καταχρηστικό της δικαστικής διαδικασίας και ενδεχομένως και παράνομο δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 124 του Κεφ.
  1. Κατάληξης
  2. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η υπόθεση της Παραπονούμενης απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.
  3. Καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Ο κάθε διάδικος να επωμισθεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.