Έρευνα προς εξακρίβωση των αιτιών του θανάτου του Βλάχου, Θανατική Ανάκριση: 99/18, 3/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Θανατικού Ανακριτή Θανατική Ανάκριση: 99/18 Έρευνα προς εξακρίβωση των αιτιών του θανάτου του XXXXX Βλάχου, 37 ετών, τέως από τον XXXXX ---------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αστυνομία: Η κα. Ε. Θεοδότου Για την οικογένεια του αποβιώσαντα: Η κα. Θεοκλέους -------- Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Η παρούσα θανατική ανάκριση έχει διεξαχθεί με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 25 του περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου, Κεφάλαιο 153 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, με σκοπό να εξακριβωθεί πώς, πού, πότε και κάτω από ποιές συνθήκες απεβίωσε ο XXXXX Βλάχου (στο εξής καλούμενος «ο αποβιώσας») 37 ετών, τέως από τον XXXXX. Ο αποβιώσας ήταν διαζευγμένος, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, ηλικίας 7 ετών και διέμενε μαζί με τον πατέρα του σε οικία, που βρίσκεται επί της οδού XXXXX,
- Ο αποβιώσας εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος. Δεν έχω δει τη σωρό, αλλά είμαι ικανοποιημένος ότι αυτή έχει επιθεωρηθεί, τόσο από την Αστυνομία, όσο και από τον Δρα XXXXX Σοφοκλέους, ο οποίος διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του. Η σωρός του αποβιώσαντα αναγνωρίστηκε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μέσω του XXXXX Βλάχου, πατέρα του. Στην παρούσα θανατική ανάκριση, η Αστυνομία κλήτευσε συνολικά 3 μάρτυρες, τον Α/Αστυφύλακα XXXXX Α. Ανδρέου (Μ.1), τον XXXXX Παναγίδη (Μ.2) και τον Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Σανταφιανό (Μ.3). Η δε οικογένεια του αποβιώσαντα εκπροσωπήθηκε, στα πλαίσια του Άρθρου 14(Β) του Νόμου, από δικηγόρο και εκ μέρους της οικογένειας κατέθεσε ο XXXXX Αγαθαγγέλου (Μ.Υ 1). Προτού συνοψίσω το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα θέσω εξ αρχής με συντομία, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του παρόντος πορίσματος, τη διαδικασία που ακολουθείται, τη δικαιοδοσία και εξουσία του θανατικού ανακριτή, καθώς και τον σκοπό για τον οποίο διεξάγεται μια θανατική ανάκριση. Το ζήτημα, βέβαια, του πώς επήλθε κάποιος θάνατος είναι ευρύτερο από το να εξακριβωθεί απλώς η ιατρική αιτία θανάτου, και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 9, παρ.1110, "The coroner must also investigate the circumstances surrounding the death" ("Jerris on Coroners" 9η έκδοση, σελ. 84). Στην υπόθεση Δρ. Χρίστου Χρίστου κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 71/2014 ημερ. 10.07.2015 αναλύθηκε, μεταξύ άλλων, εκτενώς ποία είναι η ακολουθητέα διαδικασία καθώς και το ποιές είναι οι εξουσίες του Θανατικού Ανακριτή. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ο περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος ΚΕΦ. 153 προβλέπει τη δικαιοδοσία και την εξουσία του θανατικού ανακριτή, την ακολουθητέα διαδικασία και άλλα συναφή θέματα. Παρέχεται δε η δυνατότητα εξέτασης, αντεξέτασης ή επανεξέτασης των μαρτύρων, άρθρο 14 του ΚΕΦ. 153, ενώ δεν ισχύουν οι περί αποδείξεως κανόνες, αντίστοιχοι προς ποινική ή αστική διαδικασία, άρθρο
- Η θανατική ανάκριση υπέχει εξεταστικό - ανακριτικό χαρακτήρα, σε αντιδιαστολή του αντιπαραθετικού, διεξάγεται χωρίς διαδίκους και είναι ημιδικαστικής φύσεως (Πιττάκη κ.α. (ανωτέρω)). Ο θανατικός ανακριτής έχει καθήκον να εξετάσει τη μαρτυρία για να διαπιστώσει αν από αυτήν προκύπτουν γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αυστηρά εξετάζεται κατά πόσο ο θάνατος αποδίδεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν, χωρίς όμως αυτό να υπονοεί ότι το θανατικό πόρισμα δεν πρέπει να έχει το βαθμό βεβαιότητας που πρέπει να το χαρακτηρίζει, υπολειπόμενου όμως του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ 1342). Καταληκτικά, η εξουσία του θανατικού ανακριτή και το πρώτιστο έργο του περιορίζεται στην απάντηση του πώς, πότε και πού επήλθε ο θάνατος, άρθρο 14 του ΚΕΦ. 153 (Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, (ανωτέρω) υπό τον τίτλο «Scope of inquest» και σύγγραμμα Coronership του Gavin Thurston, 1976, σ.116).» Υπάρχει ουσιώδης διαφορά στις εξουσίες που ο θανατικός ανακριτής έχει στην Κύπρο με τις εξουσίες που ο θανατικός ανακριτής έχει στην Αγγλία. Ειδικότερα ο Άγγλος θανατικός ανακριτής έχει εξουσία να προσάψει κατηγορίες έναντι οποιουδήποτε προσώπου και να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο (Halsbury's Laws of England3rded., Vol. 8, σ. 526-534, Republic v. Pantelides (Coroner)
(1969)1 C.L.R. 27, In Re Nicolaou G. Linghis
(1972)11 J.S.C. 1589, Δρ. Χρίστου Χρίστου (ανωτέρω). Στην Κύπρο ο θανατικός ανακριτής, με βάση το άρθρο 17 του Νόμου, δεν έχει εξουσία εάν προκύπτει ποινικό αδίκημα να κατηγορήσει κάποιο πρόσωπο. Τέτοια εξουσία έχει αποκλειστικά μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας βάση των προνοιών του Συντάγματος. Επίσης ο θανατικός ανακριτής δεν έχει εξουσία να επιλύσει ζητήματα αστικής ευθύνης (Πιττάκη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 296), Halsbury's (ανωτέρω). Στην υπόθεση Δρ. Χρίστου Χρίστου (ανωτέρω) με παραπομπή στους Coroners Rules, 1953, S.I. 1953 No. 205, r.33. λέχθηκε ότι: «No verdict must be framed in such a way as to appear to determine any question of civil liability.» Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με το Λεύκο Επιφανίου
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1682, στη θανατική ανάκριση δεν υπάρχουν διάδικοι. Το ερώτημα δε του ποια συμφέροντα πρέπει να εκπροσωπηθούν, ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Θανατικού Ανακριτή. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ανδριανής Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1342, τονίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πόρισμα του Θανατικού Ανακριτή θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο βεβαιότητας, αν όχι από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το καθήκον του Θανατικού Ανακριτή περιορίζεται στο να εξετάσει τη μαρτυρία και να διαπιστώσει εάν από αυτή προκύπτουν γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος και στα πλαίσια αυτά να εξετάσει και το κατά πόσο ο θάνατος οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν. Όπως δε προκύπτει από την ίδια απόφαση, εάν από τη μαρτυρία δεν πεισθεί σε ικανοποιητικό βαθμό για την αιτία θανάτου, έχει τη δυνατότητα να αφήσει το ζήτημα ανοικτό "open verdict". Πολύ σημαντικά και άκρως διαφωτιστικά, για το τι πρέπει να περιέχει το πόρισμα του Θανατικού Ανακριτή καθώς και το σκεπτικό του, είναι τα όσα ο τότε Επαρχιακός Δικαστής κ. Ναθαναήλ ανάφερε σε σχετική εισήγησή του ημερομηνίας 16 και 17 Μαρτίου 1991, τιτλοφορούμενη "Θανατικές Ανακρίσεις". Παραθέτω αυτολεξεί σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 10 και 11 της εν λόγω εισήγησης: «Στην Κύπρο λόγω των διαφοροποιήσεων που επιβάλλουν οι συνταγματικές πρόνοιες, οι θανατικοί ανακριτές θα πρέπει πάντοτε να έχουν τα πιο πιο πάνω κατά νου έτσι που να μην αφήνουν τη διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης να εξελίσσεται σε διαδικασία ατέρμονη με πολλαπλές ερωτήσεις από πλευράς των συγγενών του αποβιώσαντα σε μιά προσπάθεια επίρριψης ευθύνης σε τρίτο πρόσωπο. Η ανησυχία και το ενδιαφέρο των πλησιέστερων συγγενών του θύματος είναι βέβαια απόλυτα κατανοητή και η θανατική ανάκριση παρέχει συνήθως και την πρώτη ευκαιρία μιας δημόσιας αναφοράς και εξέτασης των γεγονότων που οδήγησαν στον θάνατο. Για αυτό και οι δικηγόροι ή οι ίδιοι οι συγγενείς λαμβάνουν αυτή την ευκαιρία της δημόσιας παρουσίασης ως ευκαιρία να ριφθεί φως στις όλες συνθήκες και ίσως να κατονομασθεί ο ένοχος, πράγμα που βέβαια είναι λανθασμένο και δεν αποτελεί το σκοπό της θανατικής ανάκρισης. Εκείνο το οποίο ο θανατικός ανακριτής θα πρέπει να ανεύρει μέσα από τη θανατική ανάκριση είναι τα γεγονότα που δεικνύουν ότι τρίτο πρόσωπο δυνατό να ενέχεται στο θάνατο του προσώπου. Το πόρισμα του θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μην κατονομάζει οποιοδήποτε πρόσωπο, ούτε βέβαια και να αναφέρει το ποινικό αδίκημα το οποίο ο ίδιος πιθανόν να πιστεύει ότι έχει διαπραχθεί από το πρόσωπο που ίσως ενέχεται. Το σκεπτικό του πορίσματος θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο σύντομο και να αναφέρει-σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για ενοχή τρίτου προσώπου-ότι πιθανόν στο θάνατο να έχουν συμβάλει οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις τρίτου προσώπου. Με το σκεπτικό αυτό και τη διαβίβαση του στο Γενικό Εισαγγελέα, ο τελευταίος αφήνεται να αποφασίσει με ελεύθερη κρίση εάν θα προσάψει κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου και με βάση ποιό αδίκημα. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει βέβαια ο Γενικός Εισαγγελέας να τα ανεύρει από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον του θανατικού ανακριτή, όπως έχει καταγραφεί στο σκεπτικό του τελευταίου.» (υπογράμμιση δική μου) Τέλος, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτας Θ. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αριθμό 390/14, ημερομηνίας 21/12/15, υιοθετήθηκαν και επιβεβαιώθηκαν οι πιο πάνω νομικές αρχές. Ειδικότερα λέχθηκε ότι: «...Αντικείμενο της θανατικής ανάκρισης θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της διαφάνειας ως προς τις συνθήκες θανάτου και η ικανοποίηση τόσο του δημοσίου αισθήματος όσο και αυτού των προσώπων τα οποία έχουν άμεσο ενδιαφέρον από τη διαλεύκανση των αιτιών θανάτου. Κατ΄ ακολουθία, διάφορα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν σχετικές ερωτήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο απόλυτος έλεγχος της όλης διαδικασίας επαφίεται στο Θανατικό Ανακριτή (Coronership by Gavin Thurston, έκδοση 1976, σελ. 106)... Είναι καθήκον του Θανατικού Ανακριτή να εξετάσει την όποια μαρτυρία έχει ενώπιόν του ή τα όποια στοιχεία προκύψουν και που θα ήταν δυνατό να δημιουργήσουν στο μυαλό του βάσιμη αμφιβολία για την ορθότητα των πληροφοριών που παρουσιάστηκαν στα πλαίσια της θανατικής ανάκρισης. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένο το πεδίο εξουσίας του, έχει διακριτική ευχέρεια να καλέσει οποιοδήποτε σχετικό μάρτυρα για να διαπιστώσει αν από τη μαρτυρία του αναδύονται γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος και τα οποία μπορούν να επιδράσουν στο τελικό πόρισμά του, έχοντας πάντα υπόψη ότι ο τρόπος επέλευσης του θανάτου είναι ζήτημα ευρύτερο της εξακρίβωσης της ιατρικής αιτίας θανάτου. Κάτω από οποιεσδήποτε όμως συνθήκες, ο Θανατικός Ανακριτής θα πρέπει να περιορίζει την έρευνά του αυστηρά και μόνο στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρονται τα εξής σχετικά στην απόφαση McKerr v. The UK, Appl. No. 28883/95, ΕΔΑΔ, ημερ. 4.8.2001: «The scope of the inquest was limited to the facts immediately relevant to the deaths under examination. According to the case-law of the national courts, the coroner is required to confine his investigation to the matters which directly caused the deaths and should not extend his inquiry into the broader circumstances. While the domestic courts accept that an essential purpose of the inquest is to allay rumors and suspicions of how a death came about, they have considered it important that such an inquiry should not be allowed "to drift into the uncharted seas of rumor and allegation".» Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό να την επαναλάβω στο σύνολό της. Θα συνοψίσω τα κυριότερα σημεία αυτής με σκοπό να καταδειχθούν τα οποιαδήποτε συμπεράσματά μου σε σχέση με την παρούσα θανατική ανάκριση. Ο Μ.1, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι ήταν ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενό αυτής, ο ίδιος είναι τοποθετημένος στην Τροχαία, στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων. Την 15.8.18, και περί ώρα 18:50, μαζί με τον Αρχιλοχία XXXXX, επισκέφθηκε τη σκηνή του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο επεσυνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 18:05 στον δρόμο Ανθούπολης- Αγίων Τριμιθιάς με ενεχόμενα οχήματα τη μοτοσικλέτα, με αριθμούς εγγραφής XXXXX29, την οποία οδηγούσε ο αποβιώσας, και του οχήματος, με αριθμούς XXXXX79, το οποίο οδηγούσε ο Μ.
- Κατά την άφιξή του στη σκηνή πληροφορήθηκε ότι τόσο ο αποβιώσας όσο και ο Μ.2 μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ακολούθως, με τη βοήθεια συναδέλφου του, έλαβε διάφορα μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο σημείωσε τις πορείες και τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, καθώς και τα διάφορα ίχνη και την υπόλοιπη άμεση μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Καθ' υπόδειξή του, λήφθηκαν από συνάδελφό του, αριθμός φωτογραφιών της σκηνής (Τεκμήριο 8). Διαπίστωσε ότι ο αποβιώσας είχε πορεία προς την Ανθούπολη ενώ το όχημα του Μ.2 είχε πορεία προς Αγίους Τριμιθιάς. Μέσα από την έρευνα του στη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος και αφού έλαβε υπόψη την άμεση μαρτυρία που εντοπίσθηκε επ'αυτής, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, όλων των ιχνών που εντοπίστηκαν, ως επίσης και τις ζημιές που έφεραν τα οχήματα καθόρισε το σημείο σύγκρουσης της μοτοσικλέτας με το όχημα με το γράμμα Χ επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος. Το σημείο Χ, τοποθετήθηκε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος που οδηγούσε ο Μ. 2, σε απόσταση 2.40 μέτρων από τον δρόμο, ως η πορεία του. Ο δρόμος Αγίων Τριμιθιάς‑Ανθούπολης στο σημείο του δυστυχήματος, ως η πορεία της μοτοσικλέτας, είναι δρόμος ευθύς και ελαφρά ανηφορικός, ο οποίος στο σημείο του δυστυχήματος καταλήγει σε αριστερόστροφη καμπύλη. Ο δρόμος, ως η πορεία του οχήματος, είναι δρόμος ευθύς και ανηφορικός, ο οποίος στο σημείο του δυστυχήματος καταλήγει σε δεξιόστροφη καμπή. Η ορατότητα του Μ.2, καταμετρήθηκε και διαπιστώθηκε ότι σε απόσταση 30 μέτρων πριν από το σημείο σύγκρουσης, ο Μ.2 μπορεί να δει μια μοτοσικλέτα που κινείται στο μέσο της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας σε απόσταση 22 μέτρων μετά το σημείο σύγκρουσης, δηλαδή σε συνολική απόσταση 52 μέτρων. Σε απόσταση 20 μέτρων, ο Μ.2, μπορεί να δει μια μοτοσικλέτα σε συνολική απόσταση 56 μέτρων, ενώ σε απόσταση 10 μέτρων, πριν το σημείο σύγκρουσης, ο Μ.2 μπορεί να δει τη μοτοσυκλέτα, σε συνολική απόσταση 66 μέτρων. Από το σημείο σύγκρουσης ο Μ.2 μπορεί να δει μια μοτοσικλέτα σε απόσταση 80 μέτρων. Ο αποβιώσας μπορεί να αντιληφθεί την οροφή κάποιου οχήματος που κινείται εξ αντιθέτου, από απόσταση 50 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης, σε απόσταση 30 μέτρων μετά από αυτό, δηλαδή συνολική απόσταση 80 μέτρων. Σε απόσταση 25 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης, ο αποβιώσας έχει απεριόριστη ορατότητα σε οποιοδήποτε όχημα έρχεται εξ αντιθέτου. Στη σκηνή εντόπισε την τελική θέση των ενεχόμενων οχημάτων, ίχνη τροχοπέδησης καθώς και ίχνη τριβής της μοτοσικλέτας. Επίσης σημειώθηκε το ίχνος εκτροπής του δεξιού ελαστικού του οχήματος, τα ίχνη διέλευσής του, η θέση που εντοπίστηκε το προστατευτικό κράνος του αποβιώσαντα, η θέση που εντοπίστηκε το αριστερό παπούτσι του, τα ίχνη αίματος του, η θέση του ντεπόζιτου καυσίμων της μοτοσικλέτας και η θέση άξονα του οχήματος. Ακολούθως κατέγραψε τις ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο αποβιώσας, όπου η ώρα 18:33, ο επί καθήκοντι ιατρός του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών διαπίστωσε τον θάνατό του. Ο Μ.2, υπέστη κάταγμα στο δεξί πόδι και δεξί χέρι και κρατήθηκε για νοσηλεία, ενώ αργότερα υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις. Και τα δύο οχήματα μεταφέρθηκαν στην Τροχαία Λευκωσίας για να υποβληθούν σε περαιτέρω εξετάσεις. Την 20.8.18, διενεργήθηκε μηχανικός έλεγχος της μοτοσικλέτας και του οχήματος από τον Μ.
- Κατά τη διάρκεια του μηχανικού ελέγχου λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών (Τεκμήριο 9) Στις 19.9.18, έλαβε κατάθεση από τον Μ.2, ο οποίος συμφώνησε, μεταξύ άλλων, με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο και υπόγραψε στην παρουσία του. Σε κατοπινό στάδιο, στη βάση του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής, ετοίμασε τελικό σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 6). Ήταν η θέση του ότι από τα στοιχεία και τα ευρήματα που εντόπισε η Αστυνομία στη σκηνή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αποβιώσας εισήλθε στη λωρίδα του Μ.2 όπου και προκλήθηκε το δυστύχημα. Περαιτέρω, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε τη βεβαίωση θανάτου του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 2), την ιατροδικαστική έκθεση του Δρα XXXXX Σοφοκλέους (Τεκμήριο 3), την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους (Τεκμήριο 4), φωτογραφίες που λήφθηκαν από τη νενομισμένη νεκροψία (Τεκμήριο 7) καθώς και δέσμη καταθέσεων που λήφθηκαν στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας θανατικής ανάκρισης κατατέθηκαν ως (Τεκμήριο 5). Στα πλαίσια αυτά λήφθηκε κατάθεση από τον Αρχιλοχία XXXXX, ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια διερεύνησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Ήταν το πρόσωπο το οποίο βοήθησε τον Μ.1 στην ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής και ήταν το πρόσωπο που επόπτευε και συντόνιζε την πορεία της υπόθεσης, δίνοντας τις ανάλογες οδηγίες για τη λήψη των αναγκαίων καταθέσεων. Κατατέθηκε περαιτέρω η κατάθεση της Γ/Αστυφύλακα XXXXX η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 6:25 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την άφιξή της υπήρχε εκεί ήδη η Γ/Αστυφύλακας XXXXX η οποία απέκοψε και διατήρησε ανέπαφη τη σκηνή. Λόγω της φύσης του δυστυχήματος και της σοβαρότητας του ενημέρωσε τον υπεύθυνο δυστυχημάτων, καθώς και κατέγραψε τα στοιχεία του XXXXX Τσιάκκα, ο οποίος βρισκόταν στο μέρος και δήλωσε μάρτυρας γεγονότων επί του δυστυχήματος. Στην κατάθεση του ο Αστυφύλακας XXXXX ανέφερε ότι, τον ουσιώδη χρόνο και περί ώρα 18:10, οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα στον δρόμο όπου επεσυνέβη το τροχαίο δυστύχημα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε κάποιο πρόσωπο να του κάνει νοήματα ώστε να σταματήσει και ο οποίος του ανέφερε για την ύπαρξη του τροχαίου δυστυχήματος. Μετέβη αμέσως στη σκηνή και προσπαθούσε να εντοπίσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Αφού προχώρησε αρκετά, είδε στο χωμάτινο αριστερό παγκέτο τον αποβιώσαντα, ο οποίος δεν αντιδρούσε και του οποίου το δεξί χέρι ήταν αποκομμένο. Ακολούθως είδε και ένα κομμάτι σάρκας μέσα στο χωράφι αριστερά, το οποίο πιστεύει ότι είναι μέρος του χεριού του αποβιώσαντα. Στη συνέχεια, σε διάστημα 2 λεπτών, προσήλθε ασθενοφόρο όπου και παρέλαβε τον αποβιώσαντα. Ακολούθως οδηγήθηκε προς το όχημα του Μ.2 και διαπίστωσε ότι εντός αυτού ήταν εγκλωβισμένος ο οδηγός του. Διαπίστωσε ότι αυτός έφερε αίματα στο κεφάλι και έτρεμε. Ο Μ.2 του ανέφερε κατά λέξη «Έδωκε πάνω μου, ούτε πρόλαβα να κάνω τίποτε, πονώ». Σε περίπου 5 λεπτά, κατέφθασε η Πυροσβεστική η οποία απεγκλώβισε τον Μ.2 ο οποίος και μεταφέρθη στο νοσοκομείο. Κατατέθηκε επίσης κατάθεση της Γ/Αστυφύλακα XXXXX, η οποία τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν καθήκον και αφού ενημερώθηκε για το τροχαίο δυστύχημα μετέβηκε στη σκηνή. Ήταν το πρόσωπο που απέκοψε και διατήρησε ανέπαφη τη σκηνή του δυστυχήματος, μέχρι την άφιξη των υπόλοιπων μελών της Τροχαίας Λευκωσίας. Κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του Αστυφύλακα XXXXX, ο οποίος ήταν το πρόσωπο το οποίο ασχολήθηκε με τη ρύθμιση της τροχαίας κίνησης αφού αυτή απεκόπη από την Αστυνομία. Κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του XXXXX Τσιάκκα, ο οποίος ανέφερε ότι τον ουσιώδη χρόνο και περί ώρα 18:15, οδηγούσε το όχημά του στον δρόμο που επεσυνέβη το τροχαίο δυστύχημα. Σε κάποιο σημείο διαπίστωσε την ύπαρξη του δυστυχήματος και σταμάτησε αμέσως σε ασφαλές σημείο με σκοπό να παράσχει βοήθεια. Στη σκηνή ήδη βρίσκονταν και 3 κοπέλες άγνωστες του. Πλησίασε το ακινητοποιημένο όχημα και είδε ότι στη θέση του οδηγού βρισκόταν εγκλωβισμένος ο Μ.
- Πλησίασε, ακολούθως, στο σημείο όπου βρισκόταν ο αποβιώσας και διαπίστωσε ότι αυτός ακόμα φορούσε το κράνος του, ενώ το δεξί του χέρι ήταν κομμένο από ψηλά. Οι 3 κοπέλες που ήδη βρίσκονταν στη σκηνή, όταν σταμάτησαν, του ανέφεραν ότι προσπάθησαν να μιλήσουν με τον αποβιώσαντα και ότι αυτός απλά κάτι τους ψιθύρισε. Επίσης ανέφεραν ότι ο Μ.2 τους ανέφερε ότι ο αποβιώσας ερχόταν από απέναντι του και εισήλθε στην πορεία του. Κατά την παρουσία του εκεί ο αποβιώσας δεν αντιδρούσε και ούτε μιλούσε. Ακολούθως προσήλθαν τα ασθενοφόρα, όπου σε συνεννόηση με μια νοσηλεύτρια, αφαίρεσε το κράνος από τον αποβιώσαντα, τραβώντας προς τα πάνω. Κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του XXXXX Βλάχου, πατέρα του αποβιώσαντα, ο οποίος ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι τις 11:00 ο αποβιώσας ήταν μαζί του όπου και του ανάφερε ότι θα επισκεπτόταν κάποιους φίλους του στους Αγίους Τριμιθιάς. Aντεξεταζόμενος ο Μ.1 από την ευπαίδευτη συνήγορο της οικογένειας, ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι η σκηνή, μετά το δυστύχημα, κρατήθηκε ανέπαφη από τα μέλη της Αστυνομίας. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση εκ μέρους της Αστυνομίας από τις 3 κοπέλες, οι οποίες ήταν παρούσες στην σκηνή και για τις οποίες προβαίνει σε αναφορά ο XXXXX Τσιάκκας στην κατάθεση του. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, λόγω παράλειψης, δεν υπάρχει η δική του υπογραφή και ότι αυτή φέρει κάποιες ελλείψεις όπως είναι η πορεία των εμπλεκομένων με το δυστύχημα οδηγών. Περαιτέρω επιβεβαίωσε ότι, δεν έγινε οποιαδήποτε αναπαράσταση του επίδικου δυστυχήματος από την Αστυνομία, λόγω του ότι δεν του ζητήθηκε από τους Ανώτερους του. Προσωπική του γνώμη ως προς τον λόγο που δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε αναπαράσταση ήταν το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με τις πορείες των οδηγών και τα ίχνη τους. Σχετικά για το πώς ο ίδιος κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης εξήγησε ότι έλαβε υπόψιν την πραγματική και άμεση μαρτυρία της σκηνής, όπως τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και τα ίχνη τροχού του άλλου οχήματος. Δυστυχώς, ανάφερε, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή. Αντεξετάστηκε επί μακρό επί των ευρημάτων του και επανέλαβε τη θέση ότι αυτά είναι ορθά ως έχουν καταγραφεί στη κατάθεση του και στα σχετικά σχεδιαγραφήματα. Αρνήθηκε ότι οι μετρήσεις του ήταν λανθασμένες και ότι το σημείο σύγκρουσης επεσυνέβη εντός της πορείας του αποβιώσαντα. Αρνήθηκε επίσης ότι οι πορείες που ακολούθησαν τα ενεχόμενα με το δυστύχημα οχήματα ήταν λανθασμένες, ως ήταν τα ευρήματα του. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο ο Μ.2 είχε τον χρόνο να αποφύγει την σύγκρουση και δεν ήταν επίσης σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο ήλιος εμπόδιζε την ορατότητα του εν λόγω οδηγού. Επιβεβαίωσε ότι η Αστυνομία δεν προέβη σε οποιοδήποτε τεστ ταχύτητας της μοτοσικλέτας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γιατί τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν σε πολύ μικρή απόσταση αλλά γνώμη του ήταν ότι η μοτοσικλέτα κινείτο, υπό τις περιστάσεις, με υπερβολική ταχύτητα λόγω και της ζημιάς των οχημάτων σε αντίθεση με το όχημα του Μ.2 το οποίο κινείτο με κανονική ταχύτητα. Επίσης γνώμη του ήταν ότι ο θανών καθυστέρησε να λάβει έγκαιρα μέτρα αντίδρασης με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση. Αρνήθηκε το γεγονός ότι οι έρευνες εκ μέρους της Αστυνομίας για την διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ήταν επιπόλαιες και ελλιπείς. Τέλος αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο Μ.2 εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, ως η πορεία του, και όταν το αντιλήφθηκε προσπάθησε να εισέλθει ξανά στη δική του λωρίδα με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του αποβιώσαντα και να συγκρουσθούν. Ο Μ. 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεση (μέρος του Τεκμηρίου 5). Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ίδιος σε αυτή, τον ουσιώδη χρόνο και περί ώρα 18:05, οδηγούσε το όχημά του στον δρόμο Ανθούπολης‑Αγίων Τριμιθιάς, με κατεύθυνση προς Αγίους Τριμιθιάς. Ήταν μόνος του και έφερε τη ζώνη ασφαλείας του. Η δε τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή και οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από 50 km. Προχωρόντας κανονικά, εντός της πορείας του, και όταν έφτασε στο σημείο που ξεκινά η στροφή, ξαφνικά είδε από απέναντί του μια μοτοσικλέτα να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να μην πιάνει σωστά τη στροφή, με αποτέλεσμα να έρχεται ευθεία προς το μέρος του και να συγκρούεται με μεγάλη δύναμη πάνω στο μπροστινό δεξιό φτερό του οχήματός του. Λόγω του ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα, ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιδράσει. Στη συνέχεια το όχημά του περιστράφηκε και ο ίδιος εγκλωβίστηκε εντός αυτού όπου και τον απεγκλώβισαν ακολούθως μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Λόγω της σύγκρουσης υπέστη σωματικές βλάβες, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις. Συμφωνεί με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα που του υποδείχθηκε και για τον λόγο αυτό το έχει υπογράψει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ενημερώθηκε από τον Μ.1 ως προς τα ευρήματα στη σκηνή και δεν μπορεί να θυμηθεί ιδιαίτερες λεπτομέρειες από αυτό λόγω του ότι όλα έγιναν αστραπιαία. Επιβεβαίωσε ότι το όχημά του, μετά τη σύγκρουση, περιστράφηκε αλλά δεν θυμάται με ακρίβεια την πορεία του. Δεν ήταν επίσης σε θέση να γνωρίζει σε ποιο σημείο του οχήματός του έγινε ακριβώς η σύγκρουση. Επανέλαβε ότι οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα ενώ αντίθετα η μοτοσικλέτα χτύπησε στο όχημα του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ήλιος εμπόδιζε την ορατότητα του και τέλος αρνήθηκε ότι εισήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Μ.3 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (μέρος του Τεκμηρίου 5). Ήταν το πρόσωπο το οποίο διενήργησε εκ μέρους της Αστυνομίας τον μηχανικό έλεγχο των ενεχόμενων με το δυστύχημα οχημάτων. Περιέγραψε σε αυτήν τις ζημιές που υπέστη η μοτοσικλέτα και διαπίστωσε δε ότι τα ελαστικά της ήταν σε καλή κατάσταση. Διαπίστωσε περαιτέρω τις ζημιές που υπέστη το όχημα και επιβεβαίωσε επίσης ότι τα ελαστικά του ήταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Αποτελεί εύρημά του ότι, κατά τον έλεγχο των δύο οχημάτων, ο ίδιος δεν διαπίστωσε ότι αυτά παρουσίαζαν οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Όλες οι ζημιές που φέρουν είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε, επί των ευρημάτων στη σκηνή, αναφορικά με τα ίχνη των τροχών του οχήματος. Ανάφερε ότι συμφωνεί με τα ευρήματα του Μ.1, διαφώνησε όμως με τη θέση του Μ.1, ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας είναι του μπροστινού τροχού και εξέφρασε την βεβαίοτητα ότι εν λόγω ίχνη προέρχονται από τον πισινό της τροχό. Εκ μέρους της οικογένειας, κατάθεσε ο XXXXX Αγαθαγγέλου (Μ.Υ1) μηχανολόγος, εκτιμητής και πραγματογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων από το
- Ανέφερε ότι έχει λάβει οδηγίες από τους δικηγόρους της οικογένειας, όπως προβεί σε διερεύνηση και αναπαράσταση του εν λόγω δυστυχήματος, με σκοπό να εντοπίσει την αιτία που προκλήθηκε αυτό. Προς τον σκοπό αυτόν, ετοίμασε σχετική έκθεση αναπαράστασης (Τεκμήριο 15). Αφού αναγράφει σε αυτήν το ιστορικό του δυστυχήματος, τους ισχυρισμούς του Μ.2 ως αυτοί καταγράφονται στην κατάθεσή του, αφού περιγράφει και αναλύει τον τόπο όπου επεσυνέβη το δυστύχημα επισυνάπτοντας σχετικές φωτογραφίες, τις ζημιές των ενεχόμενων με το δυστύχημα οχημάτων, τις τελικές τους θέσεις και τέλος αφού αναλύει τεχνικά το δυστύχημα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σημείο σύγκρουσης που εντόπισε ο Μ.1, δεν συνάδει με τα πραγματικά στοιχεία που εντοπίστηκαν στη σκηνή, και ως εκ τούτου είναι λανθασμένο. Με βάση το σχέδιο 8 που επισυνάπτει στην έκθεσή του, το ορθό σημείο σύγκρουσης ήταν στη λωρίδα του αποβιώσαντα και το όχημα του Μ.2, κινείτο στην αντίθετη λωρίδα προηγουμένως, δηλαδή στη λωρίδα κυκλοφορίας του αποβιώσαντα. Ο Μ.2, όταν είδε τη μοτοσικλέτα, αντέδρασε με πρόθεση να αποφύγει τη σύγκρουση, στρίβοντας αριστερά για να επανέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Με βάση την ταχύτητα της μοτοσικλέτας και τον χρόνο αντίδρασης που είχε ο αποβιώσας, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο μοτοσυκλετιστής δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της περιορισμένης απόστασης των 25 μέτρων που είχε μέχρι το σημείο σύγκρουσης, σε σχέση με την ταχύτητα που ταξίδευε για να σταματήσει. Περαιτέρω, είναι η θέση του, ότι ο χρόνος αντίδρασης του μοτοσικλετιστή, σύμφωνα με την απόσταση σκέψεως που είχε στη διάθεσή του να αντιδράσει από το σημείο οπτικής επαφή με το αυτοκίνητο, ήταν ο χρόνος του μέσου όρου οδηγού. Το πιο πάνω γεγονός, είναι σε αντίθεση με τα ευρήματα της χημικής εξέτασης δειγματοληψίας οφθαλμικού υγρού από τον αποβιώσαντα, το οποίο έδειξε 182 mg/dl αλκοόλης στο αίμα του. Καταληκτικό του συμπέρασμα ήταν ότι με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κύρια αιτία του δυστυχήματος, ήταν η ανακοπή πορείας της μοτοσικλέτας, από το όχημα που οδηγούσε ο Μ.2, το οποίο κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, σε σχέση με την πορεία του. Εξήγησε διευκρινιστικά ότι τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη του για να προβεί στη σχετική έκθεση αναπαράστασης, ήταν τα στοιχεία που έλαβε η Αστυνομία κατά τη διερεύνηση, δηλαδή, όλες τις καταθέσεις, το φωτογραφικό υλικό, τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων, καθώς και επισκέφθηκε και ο ίδιος επιτόπου τη σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης προέβη σε εξετάσεις και μετρήσεις σε σχέση με την ορατότητα που είχε ο κάθε οδηγός (Τεκμήριο 16). Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε και υιοθέτησε τα συμπεράσματά του, ως αυτά καταγράφονται στη δική του έκθεση. Επανέλαβε κατηγορηματκά ότι είναι η θέση του ότι η κύρια αιτία του δυστυχήματος, ήταν το γεγονός ότι ο Μ.2, ανέκοψε την πορεία του μοτοσικλετιστή, εφόσον κινείτο στην αντίθετη λωρίδα. Έχοντας μελετήσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας, τόσο της προφορικής, όσο και της έγγραφης που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Στις 15.8.18, περί ώρα 18:05, επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στον δρόμο Ανθούπολης‑ Αγίων Τριμιθιάς με ενεχόμενα οχήματα, τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αποβιώσας και το μηχανοκίνητο όχημα που οδηγούσε ο Μ.
- Ο αποβιώσας κινείτο με κατεύθυνση την Ανθούπολη, ενώ ο Μ.2 κινείτο με κατεύθυνση τους Αγίους Τριμιθιάς. Σε κάποια στιγμή μεταξύ τους επήλθε σφοδρή τροχαία σύγκρουση. Από την τροχαία σύγκρουση αποκόπηκε το δεξί χέρι του αποβιώσαντα και ακολούθως το σώμα του εκτινάχθηκε. Αμέσως μετά τη σύγκρουση ο αποβιώσας είχε τις αισθήσεις του όπου τις απώλεσε μετά από λίγο χρονικό διάστημα. Ο αποβιώσας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του στις 18.
- Από τη σύγκρουση, ο Μ.2 υπέστη σωματικές βλάβες, υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις και κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο καιρός ήταν αίθριος και το δυστύχημα συνέβηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας, η άσφαλτος ήταν στεγνή, και ο δρόμος όπου επεσυνέβη το δυστύχημα, είναι δρόμος ευθύς και ελαφρώς ανηφορικός, ο οποίος στο σημείο του δυστυχήματος καταλήγει σε αριστερόστροφη καμπύλη ενώ ως η πορεία του οχήματος του Μ.2, καταλήγει σε δεξιόστροφη καμπή. Ο δρόμος όπου επεσυνέβη το δυστύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης με μια επιτρεπόμενη πορεία ανά κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με αριστερή συνεχόμενη γραμμή, και στις 2 πλευρές του δρόμου υπάρχουν μικρά ασφάλτινα παγκέτα. Το όριο ταχύτητας ήταν 65 km ανά ώρα. Από τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα υπέστη εκτεταμένες ζημιές, το μπροστινό φανάρι και η πλαστική μάσκα, μαζί με τα ρολόγια καταστράφηκαν ολοσχερώς, ως επίσης και η δεξιά χειρολαβή στο stopper, ο μπροστινός τροχός της αποκόπηκε και έφυγε από τη μοτοσικλέτα, η κοιλιά της επίσης έσπασε και έφυγε το λάδι της μηχανής, το exhaust αποκόπηκε καθώς επίσης και ο σκελετός της, ενώ το ντεπόζιτο καυσίμων εκσφενδονίστηκε. Το δε όχημα που οδηγούσε ο Μ.2 υπέστη και αυτό εκτεταμένες ζημιές. Ειδικότερα αυτό έφερε χτυπήματα στο δεξιό φανάρι και στον μπροστινό προφυλακτήρα καθώς και στη δεξιά του γωνία, το δεξιό μπροστινό φτερό απουσίαζε, και το μπροστινό δεξιό ελαστικό σκίστηκε. Το δε rims του οχήματος στράβωσε και μετατοπίστηκε προς τα μέσα, επίσης στράβωσαν και κόπηκαν μηχανικά μέρη του συστήματος διεύθυνσης και κίνησης των τροχών, το κιβώτιο ταχυτήτων άγγιζε το έδαφος, ο δεξιό μπροστινός στήλος ήταν ζαβωμένος και τέλος η οροφή του οχήματος έφερε βούλωμα. Η ταχύτητα που κινείτο ο Μ.2 δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Σε σχέση με την ταχύτητα που κινείτο ο αποβιώσας επίσης δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί λόγω έλλειψης των απαραιτήτων στοιχείων που θα οδηγούσαν στον εντοπισμό της (υπερβολικά ίχνη τροχοπέδησης και τριβής). Την 16.8.18 και ώρα 12:00 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, διενεργήθηκε η νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θανόντα από τον Ιατροδικαστή Δρα. XXXXX Σοφοκλέους, στην παρουσία μέλους της Αστυνομίας, ο οποίος και έλαβε σχετικές φωτογραφίες. Από τη σωρό του αποβιώσαντα λήφθηκαν βιολογικά υγρά τα οποία και έτυχαν τοξικολογικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τα σχετικά αποτελέσματα ανιχνεύθηκε ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του αποβιώσαντα 182 mg/dl αντί 50 mg/dl, δηλαδή ποσοστό τριπλάσιο από το επιτρεπτό όριο. Φαίνεται ότι ο αποβιώσας, πριν οδηγήσει, είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών. Ο ιατροδικαστής απεφάνθη ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα, προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων που προκλήθηκαν από τροχαίο δυστύχημα. Αναμφίβολα ο αποβιώσας έχασε τη ζωή του κατά το τροχαίο δυστύχημα. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία (τόσο προφορική όσο και την έγγραφη) υπάρχουν διιστάμενες απόψεις για το ποια ήταν η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων πριν το δυστύχημα, για το πού επήλθε τελικά η σύγκρουση, καθώς και ποια ήταν η κύρια αιτία του δυστυχήματος. Η δε Αστυνομία υποστηρίζει ότι η κύρια αιτία του δυστυχήματος ήταν το γεγονός ότι ο αποβιώσας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και συγκρούστηκε εντός της πορείας του M.2, ενώ αντίθετα η οικογένεια, μέσω του δικού της εμπειρογνώμονα, προέβαλε τη θέση ότι η κύρια αιτία του δυστυχήματος, ήταν το γεγονός ότι ο M.2, κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του, και ότι η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της λωρίδας πορείας του αποβιώσαντα. Δεν παραγνωρίζω επίσης την παραδοχή του Μ.1, σε αντίθεση με τα όσα ανάφερε στην κατάθεση του, ότι ο Μ.2 εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, ως η πορεία του, και όταν το αντιλήφθηκε προσπάθησε να εισέλθει ξανά στη δική του λωρίδα με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του αποβιώσαντα και να συγκρουσθούν μεταξύ τους. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν είναι ασφαλώς το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και θέσεις και να καταλήξει σε ευρήματα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο αποβιώσας, ηλικίας 37 ετών, τέως από τον XXXXX, απεβίωσε στις 15.8.18, μετά από τροχαίo δυστύχημα που επεσυνέβη στον δρόμο Ανθούπολης‑Αγίων Τριμιθιάς, εφόσον η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγείτο από τον Μ.
- Ο θάνατος του αποβιώσαντα, προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων που προκλήθηκαν από τροχαίο δυστύχημα. Έχοντας δε κατά νου, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, το οποίο σημειώνω ότι δεν αξιολογώ, καταλήγω ότι υπάρχουν ενδείξεις και υπόνοιες ότι πιθανόν στον θάνατο του αποβιώσαντα, να έχουν συμβάλει οι ενέργειες, πράξεις, ή παραλείψεις τρίτου προσώπου. Διευκρινίζω ότι η κατάληξή μου αυτή δεν υποδηλώνει απόδοση οποιασδήποτε ευθύνης έναντι τρίτου προσώπου, αρμοδιότητα που δεν έχω να πράξω σύμφωνα με τις εξουσίες μου. Το πόρισμα να αποσταλεί και να διαβιβαστεί στον Γενικό Εισαγγελέα, για περαιτέρω χειρισμό. Αντίγραφο του πορίσματος να δοθεί στη συνήγορο της οικογένειας, κα Θεοκλέους. (Υπ.) ................. Μ. Χαραλάμπους, Θανατικός Ανακριτή Ο ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΚΡΙΤΩΝ ΝΟΜΟΣ Κεφ. 153 (Άρθρο 25) Θανατική Ανάκριση 99/2018 Βεβαίωση πορίσματος που έγινε στην Λευκωσία στις 3ην Ιουνίου, 2020 ενώπιον του Θανατικού Ανακριτή με την επιθεώρηση του πτώματος κάποιου που έκειτο τότε νεκρός. Τώρα, εγώ, ο Μ. Χαραλάμπους, επιφορτισμένος να διερευνήσω πότε, πώς και με ποιο τρόπο ο αναφερόμενος αποβιώσας πέθανε, λέγω, ότι αποκαλύφθηκαν οι πιο κάτω λεπτομέρειες:
- Όνομα αποθανόντος: XXXXX Βλάχου
- Διαμονή και επάγγελμα: Διέμενε στον XXXXX, Ιδιωτικός Υπάλληλος.
- Μέσα αναγνώρισης: Μέσω του πατέρα του, XXXXX Βλάχου
- Πού ανευρέθηκε, πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις: Εντοπίσθηκε αναίσθητος να κείτεται εντός του δρόμου Ανθούπολης-Αγίους Τριμιθιάς την 15/8/2018 μετά από τροχαίο δυστύχημα και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γεν. Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
- Ημερομηνία θανάτου: 15/8/2018
- Αιτία θανάτου: Κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων που προκλήθηκαν από τροχαίο δυστύχημα
- Αδίκημα (αν υπάρχει) στο οποίο αποδίδεται ο θάνατος. Και εγώ ο αναφερόμενος Θανατικός Ανακριτής λέγω ότι η ετυμηγορία μου είναι πως υπάρχουν υπόνοιες ότι πιθανόν στο θάνατο του αποβιώσαντα να έχουν συμβάλει οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις τρίτων προσώπων. Προς μαρτυρία αυτού υπέγραψα την παρούσα βεβαίωση πορίσματος την 6ην Ιουνίου,
- (Υπ.) ................. Μ. Χαραλάμπους, Θανατικός Ανακριτής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο