← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NASIR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/19, 26/6/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NASIR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/19, 26/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19535/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. ΧΧΧΧΧ NASIR
  2. ΧΧΧΧΧ ΧΟΥΣΣΑΙΝ
  3. ΧΧΧΧΧ KAUR KAUR
  4. ΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  5. ΧΧΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Κος Κουτσόφτας Για κατηγορούμενο 1, 3 & 4: Κος Γ. Λοΐζου Για κατηγορούμενο 5: Κος Πιερίδης Ποινή σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1, 3, 4 & 5 Α.
  6. Οι κατηγορίες Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή, σύντομα μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, στις πιο κάτω κατηγορίες: Κατηγορούμενος 1 · Στις 12 Σεπτεμβρίου 2017 μέσω δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης στρατολόγησε και μετέφερε στην Κυπριακή Δημοκρατία τον ΧΧΧΧΧ Ali (παραπονούμενο) από το Πακιστάν, με σκοπό την εκμετάλλευσή του για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της παράνομης απασχόλησής του στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(δ) και 15 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν.60(Ι)/2014, (στο εξής «ο Νόμος») και του Άρθρου 19(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής « το Κεφ. 105») (κατηγορία 4). · Την 5 Σεπτεμβρίου 2017 εσκεμμένα εξασφάλισε για τον παραπονούμενο άδεια εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή υπέβαλε στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ( στο εξής «ΤΑΠΜ») αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου του, στην οποία επισυνάπτονταν ψευδή έγγραφα, δηλαδή πιστοποιητικό υγείας, απολυτήριο σχολείου, πιστοποιητικό προηγούμενης εργασίας και σύμβαση απασχόλησης, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, κατά παράβαση του Άρθρου 297 και 305 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 7). · Την 4 Σεπτεμβρίου 2017 εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία τα προαναφερθέντα πλαστά έγγραφα με σκοπό την απόκτηση άδειας εισόδου του παραπονούμενου στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 334, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 8). · Μεταξύ Απριλίου του 2017 και Σεπτεμβρίου του 2018, συμπεριλαμβανόμενων, απέκτησε στην Κυπριακή Δημοκρατία το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος που αναφέρεται στην κατηγορία 4 ανωτέρω, κατά παράβαση του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007(στο εξής «ο Ν.188(Ι)/2007») (κατηγορία 9). · Μαζί με τους κατηγορούμενους 3 και 4, την 6 Δεκέμβριου 2008 στρατολόγησε, μετέφερε και παρέλαβε στην Κυπριακή Δημοκρατία τη ΧΧΧΧΧ Kaur από την Ινδία, μέσω δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης ή καταχρώμενοι την ευπαθή της θέση, η οποία ήταν τέτοιας φύσεως που η προαναφερόμενη δεν είχε άλλη αποδεκτή δυνατότητα, παρά να υποταχθεί στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευσή της για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της παράνομης απασχόλησής της στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του Άρθρου 6(δ)(ε) του Νόμου (κατηγορία 10). · Μαζί με τους κατηγορούμενους 3 και 4, την 26 Νοεμβρίου 2008 εξασφάλισε για την πιο πάνω αναφερθείσα ΧΧΧΧΧ Kaur άδεια εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή υπέβαλαν αίτηση στο ΤΑΠΜ, στην οποία η προαναφερθείσα παρουσιαζόταν ως οικιακή εργαζόμενη και ως εργοδότης της ο 4ος κατηγορούμενος, ενώ γνώριζαν ότι τούτο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (κατηγορία 11). · Μαζί με τους κατηγορούμενους 3 και 4 τον Δεκέμβριο του 2008 στρατολόγησε, μετέφερε και παρέλαβε στην Κυπριακή Δημοκρατία τον ΧΧΧΧΧ Raj από την Ινδία, μέσω δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης ή καταχρώμενοι την ευπαθή του θέση, η οποία ήταν τέτοιας φύσεως που ο προαναφερόμενος δεν είχε άλλη αποδεκτή δυνατότητα, παρά να υποταχθεί στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευσή του για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της παράνομης απασχόλησής του στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του Άρθρου 6(δ)(ε) του Νόμου (κατηγορία 12). · Στις 12/04/2019 στην Ανθούπολη βρέθηκε στη Δημοκρατία, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά παράβαση των Άρθρων 6

(1)(μ) και 19
(1)(λ)
(2)του Κεφ. 105 (κατηγορία 15). Κατηγορουμένη 3 · Αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 10 και 12, ως αναφέρονται πιο πάνω. Κατηγορούμενος 4 · Αντιμετωπίζει την κατηγορία 10, ως αναφέρεται πιο πάνω. · Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4
(12)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του N.188(I)/2007, ότι δηλαδή σε άγνωστη ημερομηνία του Νοεμβρίου του 2018 στην Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε το χρηματικό ποσό των 5.500 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κατηγορίας 10 (κατηγορία 14). Κατηγορούμενος 5 · Την 26 Νοεμβρίου 2018 εσκεμμένα και με ψευδείς παραστάσεις εξασφάλισε για τον ΧΧΧΧΧ Raj από την Ινδία άδεια εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή υπέβαλε αίτηση στο ΤΑΠΜ, στην οποία ο προαναφερόμενος παρουσιαζόταν ως οικιακός εργαζόμενος και ως εργοδότης του ο 5ος κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι τούτο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (κατηγορία 13). Α.
  1. Υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη για τον κατηγορούμενο 1 Θα λάβω υπόψη μου για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής του κατηγορούμενου 1 και τις εξής 3 ποινικές υποθέσεις, στις οποίες επίσης παραδέχθηκε. Υπόθεση υπ΄αρ XXXXX/17 Ε.Δ. Λευκωσίας Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε δύο κατηγορίες, αφενός για είσοδο στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, κατά παράβαση του Κεφ. 105 και διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης. Ότι δηλαδή στις 26 Ιουλίου 2016, ενώ ήταν αλλοδαπός, εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το αεροδρόμιο της Τύμπου που βρίσκεται στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις οποίες η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο (κατηγορία 1) και πως στις 26/07/2016 και στις 05/01/2017 διέμενε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια από τον Λειτουργό Μετανάστης και ενόσω ήταν απαγορευμένος μετανάστης (κατηγορία 2). Υπόθεση υπ΄αρ XXXXX/19 Ε.Δ. Λευκωσίας Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τρεις κατηγορίες παράνομης εργοδότησης τριών ξεχωριστών αλλοδαπών υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 5 εταιρείας Nasir Farma (Sheep) Ltd. Ότι δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 14/03/2019 και 12/04/2019 εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο και (κατηγορία 1) τον τρίτο κατηγορούμενο (κατηγορία 2) και τον τέταρτο κατηγορούμενο (κατηγορία 3), ως υπάλληλο χωρίς την απαιτούμενη άδεια από τον Νόμο. Υπόθεση υπ΄αρ XXXXX/19 Ε.Δ. Λευκωσίας Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε μία κατηγορία απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, ότι δηλαδή την 30 Ιανουαρίου 2017 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, εσκεμμένα αποπειράθηκε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, δηλαδή παρουσίασε στο ΤΑΠΜ Λευκωσίας ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. B. Τα γεγονότα Β.
  2. Τα αδιαμφισβήτητα μεταξύ των μερών γεγονότα της οδηγού υπόθεσης υπ΄αρ. 19535/19 έχουν ως εξής: Στις 5/1/2018 o παραπονούμενος, από το Πακιστάν, κατήγγειλε στην αστυνομία ότι όταν ήταν στο Πακιστάν αποτάθηκε σε γραφείο της χώρας του με την ονομασία CASA COLLEGE PAKISTAN που ασχολείτο με την εξεύρεση εργασίας και φοίτησης ομοεθνών του σε άλλες χώρες και ενδιαφέρθηκε για εργασία. Ο υπάλληλος του γραφείου, τον έφερε σε επαφή με τρίτο πρόσωπο ο οποίος του συστήθηκε ως ο υπεύθυνος για τις άδειες εργασίας και φοίτησης στην Κύπρο. Ο παραπονούμενος ζήτησε από το τρίτο πρόσωπο όπως του βρει εργασία ως κουρέας στην Κύπρο και ο τελευταίος του ανάφερε πως πρώτα θα του εξασφάλιζε άδεια άφιξης και παραμονής του στην Κύπρο ως εργάτης ή οικιακός βοηθός και μετά που θα εργαζόταν για δυο μήνες θα του άλλαζε την άδεια του ως κουρέας. Όπως του ανέφερε για τους δυο πρώτους μήνες θα πληρωνόταν μισθό €500 έχοντας δωρεάν διαμονή, φαγητό και ασφάλιση και όταν θα άλλαζε η άδεια του θα λάμβανε μισθό €50-€60 την μέρα. Η διαδικασία για να εκδοθεί άδεια εισόδου στην Κύπρο όπως του είπε το τρίτο πρόσωπο, θα διαρκούσε 4-5 εβδομάδες και θα χρειαζόταν να πληρώσει το πόσο των €8000 που θα περιλάμβανε και το αεροπορικό του εισιτήριο και όταν θα έφθανε στην Κύπρο θα χρειαζόταν να πληρώσει ακόμη €500 για την εγγραφή του και τις ιατρικές του εξετάσεις. Ο παραπονούμενος αποδέχτηκε τα πιο πάνω και κατά τον Απρίλη του 2017 κατέβαλε ως προκαταβολή ποσό €1500 σε κάποιο Maqsood, ο οποίος παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος του τρίτου προσώπου στο Πακιστάν, με σκοπό να ξεκινήσει η διαδικασία. Κατά τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, το τρίτο πρόσωπο του ανέφερε πως είχε εκδοθεί η βίζα του και έπρεπε, μέσω του Maqsood, να καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των €6500, πράγμα που ο παραπονούμενος έκανε. Στις 4/7/2017 του στάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον αποστολέα με στοιχεία XXXXX@qmail.com μια άδεια εισόδου για την Κύπρο που παρουσίαζε τον παραπονούμενο ως εργάτη γεωργίας καθώς κι ένα συμβόλαιο εργασίας στο όνομα του, το οποίο έφερε υπογραφή η οποία σύμφωνα με τον παραπονούμενο δεν ήταν δική του. Όταν ο παραπονούμενος ζήτησε διευκρινήσεις επ' αυτού, το τρίτο πρόσωπο του ανέφερε πως αυτή η άδεια εισόδου ανήκε σε κάποιο ομοεθνή του που έμενε στην Κύπρο, αλλά τελικά για τον ίδιο θα διευθετούσε άλλη άδεια. Στις 24/8/2017 ο παραπονούμενος έλαβε πάλι μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου με στοιχεία αποστολέα XXXXX@qnnail.com νέο συμβόλαιο το οποίο και υπέγραψε. Σύμφωνα με αυτό ο ίδιος θα εργαζόταν ως οικιακός βοηθός με συγκεκριμένη εργοδότρια, κάτοικο επαρχίας Αμμοχώστου. Στις 12/9/2017 ο παραπονούμενος αφίχθηκε στην Κύπρο και όπως του είπε το τρίτο πρόσωπο στο αεροδρόμιο Λάρνακας θα τον περίμενε η εργοδότρια του, κάτι όμως που δεν έγινε. Από το αεροδρόμιο τον παρέλαβαν με αυτοκίνητο ένας ομοεθνής του και ένας Ινδός και τον μετέφεραν σε φάρμα προβάτων στην Ορούντα όπου εκεί συνάντησε τον κατηγορούμενο 1 και το τρίτο πρόσωπο. Εκεί το τρίτο πρόσωπο του σύστησε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο 1 και του είπε πως ο τελευταίος θα ήταν το πρόσωπο που την επομένη μέρα θα μεριμνούσε για τις ιατρικές του εξετάσεις και την εγγραφή του στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΤΑΠΜ). Πληροφορήθηκε πως το τρίτο πρόσωπο θα αναχωρούσε την επόμενη μέρα για το Πακιστάν και πως ο παραπονούμενος δεν θα εργαζόταν ως οικιακός βοηθός στην εγγεγραμμένη εργοδότρια του, αλλά στην φάρμα προβάτων στην Ορούντα. Του αναφέρθηκε ότι, θα έπρεπε να μείνει στη φάρμα για 3 μέρες μέχρι να γίνει η εγγραφή του και μετά θα τον έπαιρναν να μαζεύει πατάτες στην Πάφο. Έμεινε στην φάρμα στην Ορούντα για 3 μέρες χωρίς φαγητό και μετά ο κατηγορούμενος 1 τον μετέφερε σε διαμέρισμα στο Στρόβολο, όπου διέμεναν 9 Ινδοί φοιτητές που φοιτούσαν στο CASA COLLEGE και έμεινε μαζί τους για 12 μέρες. Στις 18/9/2017 ο κατηγορούμενος 1 τον μετέφερε για να κάνει τις αιματολογικές του εξετάσεις και κατά την διαδρομή του ζήτησε το ποσό των €2000 για την εγγραφή του στο ΤΑΠΜ. Ο παραπονούμενος αντέδρασε, αρνούμενος να του τα δώσει, λέγοντας πως μόνο €500 θα έπρεπε να πληρώσει για την εγγραφή του, όπως είχε συμφωνήσει προηγουμένως με το τρίτο πρόσωπο και πως τα λεφτά αυτά θα τα δώσει μόνο στο τρίτο πρόσωπό. Στις 20/9/2017 το τρίτο πρόσωπο επέστρεψε στην Κύπρο και στις 22/9/2017 επισκέφθηκε τον παραπονούμενο στο διαμέρισμα όπου μεταφέρθηκε στο Στρόβολο και του έφερε ως πρόφαση ότι τα τέλη εγγραφής του διπλασιάστηκαν και πως η εργοδότρια του ζητούσε €
  3. Έτσι έπεισε τον παραπονούμενο και αυτός κατά τη συνάντηση τους έδωσε στο τρίτο πρόσωπο ακόμα €2000 μετρητά στο χέρι. Στις 25/9/2017 ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε τον παραπονούμενο για ακτινολογικές εξετάσεις και ακολούθως μετέβηκαν στο ΤΑΠΜ, όπου εκεί ο παραπονούμενος συναντήθηκε με το τρίτο πρόσωπο, ο οποίος του έδωσε την άδεια εισόδου και το συμβόλαιο εργασίας του και αποχώρησε. Με το συμβόλαιο και τις οδηγίες που του έδωσε ο κατηγορούμενος 1, ο παραπονούμενος εγγράφηκε στο ΤΑΠΜ. Την 28/9/2017, ο παραπονούμενος πήρε το λεωφορείο και πήγε στην Πλατεία Σολωμού στη Λευκωσία. Από εκεί ζήτησε τη βοήθεια ενός ομοεθνή του, ο οποίος τον μετέφερε σε ένα διαμέρισμα που διέμεναν άλλοι ομοεθνείς τους. Αφού πέρασαν 20 μέρες ψάχνοντας και μη βρίσκοντας δουλειά, εξαιτίας της βίζας του ως οικιακός βοηθός, ζήτησε να συναντηθεί με το τρίτο πρόσωπο, αλλά αυτός τον απέφευγε και τελικά ο παραπονούμενος αφού αποτάθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του ΤΑΠΜ, έμαθε πως η άδεια παραμονής του είχε ήδη ακυρωθεί. Ο παραπονούμενος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το τρίτο πρόσωπο αναφέροντας του το γεγονός και αυτός του έλεγε να τον αφήσει ήσυχο. Όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε πίσω τα χρήματα του, το τρίτο πρόσωπο του ανέφερε πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση και του είπε να επιστρέφει στο Πακιστάν. Ο παραπονούμενος τον Οκτώβριο 2017 ενημέρωσε σχετικά με την υπόθεση του το ΤΑΠΜ και το Υπουργείο Εσωτερικών. Έχει αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων. Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ο παραπονούμενος προέβη σε υπόδειξη της φόρμας προβάτων στην Ορούντα, όπου στεγάστηκε και εργάστηκε τις πρώτες μέρες άφιξης του. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι διευθυντής της εταιρείας Nasir Farma Sheep Ltd, HE 369656 με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Λευκωσία. Από διακριτική παρακολούθηση που έγινε στο εν λόγω διαμέρισμα, διαπιστώθηκε πως ο κατηγορούμενος 1 επισκεπτόταν την πιο πάνω διεύθυνση οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ ΧΧΧΧΧ16, μεταφέροντας εκεί αλλοδαπά πρόσωπα. Ενώ άλλες πληροφορίες έλεγαν πως συχνά μεταφέρει αλλοδαπούς με το όχημα του. Επίσης την πιο πάνω διεύθυνση την δηλώνει ως οικία διαμονής του. Στις 10/4/2019 λήφθηκαν στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων περαιτέρω πληροφορίες, οι οποίες αναφέρουν πως ο κατηγορούμενος 1 προβαίνει σε εμπορία προσώπων και υποβοήθηση αλλοδαπών προσώπων να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την πληροφορία ο κατηγορούμενος 1 έχει στην κατοχή του αριθμό πλαστών σφραγίδων της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων χωρών, τις οποίες χρησιμοποιεί για την έκδοση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων. Περαιτέρω, ως ιδιοκτήτης φάρμας ζώων στην Ορούντα πολλές φορές εγγράφει διάφορους αλλοδαπούς ως εργάτες με σκοπό στη συνέχεια να εγγραφούν ως αιτητές πολιτικού ασύλου και να αποκτήσουν δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία. Άλλη πληροφορία αναφέρει πως ο κατηγορούμενος διαμένει σε οικία που βρίσκεται στην οδό ΧΧΧΧΧ Συνοικισμός Ανθούπολης, όπου έχει πρόσφατα κάνει προσθήκη δυο υπνοδωματίων για να μπορεί κατά καιρούς να φιλοξενεί αλλοδαπούς έναντι αδρής χρηματικής αμοιβής. Οι πληροφορίες κρίθηκαν αξιόπιστες και επικαιροποιημένες. Μετά από περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, διαφάνηκε ότι αυτός διατηρεί κτηνοτροφικό υποστατικό το οποίο ενοικιάζει από τον κατηγορούμενο 4 και βρίσκεται σε γεωργική γη, σε πάροδο της οδού ΧΧΧΧΧ στο χωριό Ορούντα και στο οποίο υπάρχει δωμάτιο που χρησιμοποιείται ως χώρος κατοικίας προσώπων. Από παρακολούθηση που έγινε στο εν λόγω κτηνοτροφικό υποστατικό, διαπιστώθηκε ότι τρεις αλλοδαποί εργάζονται εκεί. Διαπιστώθηκε, επίσης, πως ο κατηγορούμενος 1 παραμένει σήμερα χωρίς άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με κατάθεση που λήφθηκε από λειτουργό του ΤΑΠΜ, αυτός αφίχθηκε για πρώτη φορά στις 15/03/2003 με τα στοιχεία ΧΧΧΧΧ Shah με αρ διαβατηρίου ΧΧΧΧΧ2171 και στις 23/09/2003 απελάθηκε για την χώρα του. Ακολούθως επανήλθε στη Δημοκρατία και τέλεσε γάμο με Κύπρια στο Δημαρχείο Λύσης. Αιτήθηκε άδεια παραμονής αλλά δεν εγκρίθηκε. Στις 09/03/2011 συνελήφθηκε για παράνομη παραμονή και απασχόληση και απελάθηκε για δεύτερη φορά στις 15/03/
  4. Ακολούθως στις 18/05/2011 αφίχθηκε με στοιχεία ΧΧΧΧΧ Nasir αρ. διαβ. ΧΧΧΧΧ1991 ημ. γενν. 24/01/1981 για εργασία σε εταιρεία και του παραχωρήθηκε άδεια μέχρι 28/4/2013, όμως αυτή ακυρώθηκε ενωρίτερα από τις 28/4/
  5. Στις 24/08/2012 τέλεσε γάμο με Ρουμάνα υπήκοο και αιτήθηκε άδεια παραμονής. Η αίτηση του απορρίφθηκε στις 5/3/2013 και αυτός παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Στις 04/10/2014 συνελήφθηκε και στις 20/10/2014 απελάθηκε για τρίτη φορά στην χώρα του. Στη συνέχεια αφίχθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία από άγνωστο λιμάνι και τέλεσε γάμο στις 16/01/2017 στο Δημαρχείο Λευκωσίας με γυναίκα από τη Σλοβακία. Στις 30/1/2017 αιτήθηκε να του παραχωρηθεί άδεια διαμονής ως μέλος οικογένειας ευρωπαίας και στις 17/10/2017 η αίτηση του απορρίφθηκε λόγω πλαστών εγγράφων στις αιτήσεις του και κλήθηκε να αναχωρήσει εντός ενός μηνός από τη Δημοκρατία. Στη συνέχεια με επιστολή του στο ΤΑΠΜ ζήτησε να του επιτραπεί να διευθετήσει την παραμονή του για εργασία, όμως το αίτημα του απορρίφθηκε. Αυτός σήμερα παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς άδεια. Στις 10/04/2019 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης του κατηγορούμενου 1 και του τρίτου προσώπου και 6 εντάλματα έρευνας των οικιών και οχημάτων τους, των εγγεγραμμένων γραφείων των εταιρειών τους, του χώρου εργασίας του τρίτου προσώπου καθώς και της φάρμας προβάτων στην Ορούντα με διαχειριστή τον κατηγορούμενο
  6. Την ίδια μέρα και ώρα 0555 στην οικία του στην οδό ΧΧΧΧΧ στο συνοικισμό Ανθούπολης συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος
  7. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης και έρευνα της οικίας του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο με τη βοήθεια διερμηνέα της πακιστανικής γλώσσας, αυτός απάντησε «έχω δικηγόρο, θέλω να μιλήσω μαζί του πριν πω κάτι». Ακολούθησε έρευνα στην πιο πάνω οικία και στο όχημα με αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ 716 όπου εντοπίστηκαν διάφορα έγγραφα και στοιχεία διάφορων αλλοδαπών, σημειώματα, κενά χαρτιά αποδέσμευσης που φέρουν την υπογραφή μόνο του εργοδότη, σφραγίδες και χαρτόσημα που χρησιμοποιούνται για επίσημη χρήση από άλλη χώρα, τα οποία και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια. Στην οικία εντοπίστηκε, επίσης, ένας αλλοδαπός από την Ινδία ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο ως φοιτητής στο Casa College και στη συνέχεια σύναψε γάμο με ευρωπαία πολίτιδα χωρίς αυτή να βρίσκεται εκεί. Στις 12/4/2019 και μεταξύ των ωρών 0552-0625 ερευνήθηκε η φάρμα προβάτων στην Ορούντα, κατά την έρευνα εντοπίστηκαν τρεις αλλοδαποί από το Νεπάλ να εργάζονται εκεί, ενώ βρίσκονται στην Κύπρο ως φοιτητές. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 0550-0740 εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας στην οδό ΧΧΧΧΧ στη Λευκωσία όπου εντοπίστηκαν να διαμένουν 10 αλλοδαποί από την Ινδία. Αφού έτυχαν των ανάλογων συνεντεύξεων, δυο εξ αυτών, οι ΧΧΧΧΧ Kaur και ΧΧΧΧΧ Raj, προέβηκαν στις 16 και 18/4/2019 σε γραπτή κατάθεση και με τα όσα ανέφεραν αναγνωρίστηκαν ως θύματα εμπορίας προσώπων. Στις καταθέσεις τους μεταξύ άλλων, ανέφεραν πως κατάγονται από την Ινδία, είναι κατηγορούμενης 3, που βρίσκεται και εργάζεται για χρόνια στην Κύπρο και η οποία τους ζήτησε το χρηματικό ποσό των 5500 ευρώ και όπως τους είπε θα τους κανόνιζε να έρθουν για εργασία στην Κύπρο απολαμβάνοντας καθεστώς τύπου «open visa», εξηγώντας τους πως αυτό σήμαινε πως δε θα χρειαζόταν να δουλεύουν με συγκεκριμένο εργοδότη, αλλά τους υποσχέθηκε πως θα τους έβρισκε διάφορους άλλους εργοδότες και θα μπορούσαν να δουλεύουν περιστασιακά σε αυτούς, κερδίζοντας 5 ευρώ την ώρα και θα έχουν την δυνατότητα να διαμένουν μαζί όπου ήθελαν. Τους είπε επίσης πως θα έπρεπε οι ίδιοι να καταβάλλουν τις κοινωνικές τους ασφαλίσεις. Τα δυο αναγνωρισμένα θύματα μη γνωρίζοντας πως όλα αυτά ήταν παράνομα, συγκατατέθηκαν με τα όσα τους ανέφερε η κατηγορούμενη 3 και της κατέβαλαν το ποσό των 5500 ευρώ. Οι Kaur και Raj αφίχθηκαν στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 2018 με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακοί εργαζόμενοι σε συγκεκριμένους εργοδότες, όμως όπως δήλωσαν στις καταθέσεις τους ουδέποτε μετέβηκαν ή εργάστηκαν στα σπίτια των εγγεγραμμένων εργοδοτών τους. Για την υπόθεση εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και καταζητείται ακόμη ένα πρόσωπο το οποίο μέχρι σήμερα ακόμη να συλληφθει και τα στοιχεία του έχουν τοποθετηθεί στον Κατάλογο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ. Στις 12/4/2019 ο κατηγορούμενος 1 οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης 5 ημερών το οποίο ανανεώθηκε για ακόμα 5 μέρες. Κατά την διάρκεια των εξετάσεων προέκυψε η μαρτυρία που ενέπλεξε στα αδικήματα και την κατηγορούμενη 3 καθώς και ακόμα δυο πρόσωπα, τους Κύπριους εργοδότες δηλαδή των δυο τελευταίων θυμάτων κατηγορούμενους 4 και
  8. Όλοι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Β.
  9. Τα γεγονότα της υπόθεσης υπ' αρ. 53/17 έχουν ως εξής: Την 05/01/2017 και ώρα 08:30 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Κλιμάκιο Αλλοδαπών Λευκωσίας για να αιτηθεί πολιτικό άσυλο. Κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία του είναι καταχωρημένα στο stop list και είναι απαγορευμένος μετανάστης, αφού απελάθηκε από τη Δημοκρατία στις 20/10/
  10. Ο ίδιος ανέφερε προφορικά ότι επέστρεψε μέσω κατεχομένων. Στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε κατά τη διερεύνηση, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία το 2011 με άδεια εργασίας και αρχικά του δόθηκε βίζα για παραμονή για 3 μήνες, η οποία ανανεώθηκε για 2 χρόνια. Στο μεσοδιάστημα παντρεύτηκε Ευρωπαία υπήκοο και αποτάθηκε για άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίας υπηκόου. Ισχυρίστηκε πως κανένας δεν τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμα της αίτησής του μέχρι και το 2014 που συνελήφθηκε και απελάθηκε χωρίς να γνωρίζει γιατί. Επέστρεψε στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων στις 26/07/
  11. Β.
  12. Τα γεγονότα της υπόθεσης υπ' αρ. 24657/19 Στις 30/01/2017 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΠΜ για να αιτηθεί την εγγραφή του. Προσκόμισε προς τούτο, μεταξύ άλλων, ενοικιαστήριο έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ως χώρος διαμονής του η ΧΧΧΧΧ Τ.Τ. ΧΧΧΧΧ και ως σύζυγός του η ΧΧΧΧΧ Szilahyiova. Ως ιδιοκτήτης υπόγραφε το ενοικιαστήριο έγγραφο κάποιος ΧΧΧΧΧ Αθηνάκης, ο οποίος ανακρινόμενος ανέφερε ότι από 15/10/2013 ενοικιάζει το εν λόγω διαμέρισμα στην ΧΧΧΧΧ Kaur (κατηγορουμένη 3 στην οδηγό υπόθεση). Παρών κατά την υπογραφή του ενοικιαστήριου συμβολαίου ήταν και ο κατηγορούμενος 1, είπε ο Αθηνάκης, και έτσι πρόσθεσε το όνομά του επί του ενοικιαστήριου. Από κατάθεση που λήφθηκε από την ΧΧΧΧΧ Szilahyiova προέκυψε ο ισχυρισμός ότι παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο στις 16/01/2017 και ζούσαν μαζί σε ένα διαμέρισμα στην οδό ΧΧΧΧΧ μαζί με ακόμα ένα ζευγάρι. Όταν η σύζυγός του έμαθε ότι ήταν ήδη παντρεμένος με κάποιαν από την Ινδία και είχε μαζί της ένα παιδί, ο κατηγορούμενος έφυγε από το διαμέρισμα στην ΧΧΧΧΧ και διαμένει πλέον με την Ινδή σύζυγό του και το παιδί τους, σε τοποθεσία που η ίδια δεν γνωρίζει. Αργότερα και η ίδια μετακόμισε σε διαμέρισμα στην Παλλουριώτισσα και θα προχωρούσε σε αίτηση διαζυγίου από τον κατηγορούμενο. Στις 19/11/2009 λήφθηκε κατάθεση από λειτουργό του ΤΑΠΜ, στην οποία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, πως η αίτηση παραμονής του κατηγορούμενου απορρίφθηκε, ακριβώς λόγω της προσκόμισης αναληθούς ενοικιαστήριου εγγράφου και πως ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Β.
  13. Τα γεγονότα της υπόθεσης υπ΄αρ. 24165/19 Στις 12/04/2019 στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης εμπορίας προσώπων διενεργήθηκε συντονισμένη επιχείρηση σε φάρμα στο χωριό Ορούντα της επαρχίας Λευκωσίας, κατά την οποία διεφάνη ότι, ο κατηγορούμενος 1 παράνομα εργοδοτούσε τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4, όλοι από το Νεπάλ, οι οποίοι βρίσκονταν στην Κύπρο με το καθεστώς του φοιτητή. Δύο εκ των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση ανέφεραν σε ανακριτική τους κατάθεση πως εργοδοτήθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 ως εργάτες στη φάρμα του, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια εργασίας. Επικαλέστηκαν άγνοια περί του ότι δεν δικαιούνταν να εργάζονται. Τα ίδια ισχυρίστηκε και ο τρίτος κατηγορούμενος σε ανακριτική κατάθεσή του, με τη διαφοροποίηση ότι η εργοδότησή του από τον κατηγορούμενο 1 άρχισε από 18/03/
  14. Ο πρώτος κατηγορούμενος στη δική του ανακριτική κατάθεση παραδέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εργοδότησε στη φάρμα του τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4, αλλά τους είπε να διευθετήσουν οι ίδιοι τα χαρτιά τους, ώστε να μπορούν να εργάζονται νόμιμα. Γ. Αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων Στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου 1 ο συνήγορός του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή του κατηγορούμενου 1 στην οδηγό υπόθεση έγινε καθαρά για σκοπούς αποκόμισης χρηματικού κέρδους, κάτι το οποίο εν τέλει δεν επετεύχθη. Στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, το κίνητρό του ήταν αποκλειστικά η επιθυμία του να παραμείνει στη Δημοκρατία, αφού πέρασε το πλείστο της ζωής του εδώ και διατηρεί σχέση με την τρίτη κατηγορουμένη, με την οποία συζεί και μεγαλώνουν μαζί τον ανήλικο γιο της. Ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενοικιάζοντας κτηνοτροφική μονάδα στην Ορούντα εδώ και 3 χρόνια, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου
  15. Ασχολήθηκε και με διάφορες άλλες εργασίες κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς, ως ο ίδιος παραδέχτηκε, παραμονής του στη Δημοκρατία. Άλλαξε απάντηση σε παραδοχή αμέσως μόλις άρχισε η ακροαματική διαδικασία, κατόπιν αλλαγής του δικηγόρου του και την αναστολή, μέρους του κατηγορητηρίου. Η εισήγηση του δικηγόρου του είναι ότι η παραδοχή του πρέπει να λογιστεί ως άμεση. Υπέρ του πρέπει, επίσης, να προσμετρήσει και το ότι δήλωσε πρόθεση να καταθέσει ως μάρτυρας στην ίδια υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, η εκδίκαση της οποίας συνεχίζεται. Όλα αυτά καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλειά του. Η κατηγορουμένη 3 διαμένει στη Δημοκρατία από το
  16. Είναι διαζευγμένη, μητέρα ενός ανήλικου τέκνου, ηλικίας 10 ετών σήμερα, το οποίο απέκτησε από γάμο της με Κύπριο πολίτη και το οποίο μεγαλώνει πια μαζί με τον συμβίο της, κατηγορούμενο
  17. Είναι κάτοχος άδειας παραμονής στη Δημοκρατία ως πρώην σύζυγος Κύπριου πολίτη. Παρέχει φροντίδα και για το δίχρονο τέκνο της αδελφής της, η οποία, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, δεν είναι σε θέση να φροντίζει τον γιο της, λόγω φοίτησής της σε κολλέγιο στη Δημοκρατία, ήτοι το Casa College. Ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας πάνω των 75 ετών, συνταξιούχος, με αποκλειστικό εισόδημα τη σύνταξή του και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Είναι παντρεμένος με δύο ενήλικα τέκνα. Στις 16 Ιουλίου 2019 υποβλήθηκε σε καρδιοχειρουργική επέμβαση τριπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης σε νοσοκομείο της Δημοκρατίας. Επίσης στις 08 Μαΐου 2020 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τένοντα δεξιού χεριού. Ο κατηγορούμενος 5, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, παραδέχθηκε από την πρώτη στιγμή που συνελήφθηκε και έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία. Υποκινήθηκε, ως αφελές και ευκολόπιστο άτομο από τους κατηγορούμενους 1 και 3 να διαπράξει το αδίκημα, για το οποίο κατηγορείται, χωρίς να προσποριστεί κανένα όφελος από την παράνομη πράξη του. Δέχτηκε πίεση, δηλαδή, να συναινέσει στο να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 1 να φέρει στην Κύπρο τον ΧΧΧΧΧ Raj, ώστε ο κατηγορούμενος 1 να τον εργοδοτήσει στη φάρμα του. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι δεν μπορούσε να εργοδοτήσει τον αλλοδαπό, αφού ήδη εργοδοτούσε άλλους δύο αλλοδαπούς, ενώ η κατηγορουμένη 3 έκλαιγε μπροστά του και του ανέφερε ότι ο Raj ήταν συγγενής της, ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο κατηγορούμενος 5 δεν αντιλήφθηκε ότι η πράξη του αποτελεί ποινικό αδίκημα. Η μόνη του συμμετοχή στην υπόθεση ήταν να υπογράψει την αίτηση για άδεια εισόδου του Raj και να υπογράψει την εγγυητική για αυτόν, με χρήματα όμως που του έδωσε ο κατηγορούμενος
  18. Τα υπόλοιπα απαραίτητα έγγραφα για την απόκτηση άδειας εισόδου του, δεν έχουν υπογραφεί από τον ίδιο. Ο ρόλος του ήταν περιορισμένος στη διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 5 είναι συνταξιούχος ηλικίας 70 ετών και πάσχει από κολπική μαρμαρυγή, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και δυσλιπιδαιμία. Πάσχει επίσης από μεικτή αγχωτική και καταθλιπτική διαταραχή, τα συμπτώματα για την οποία ξεκίνησαν όταν άρχισε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Είναι παντρεμένος και διαμένει μαζί με τη σύζυγό του και τον ενήλικα γιο της, ο οποίος πάσχει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια και ο οποίος δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έτσι χρειάζεται 24 ώρες φροντίδες από τη μητέρα του. Η σύζυγός του εργάζεται λίγες ώρες ως καθαρίστρια. Τις υπόλοιπες ώρες φροντίζει τον γιο της στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος 5 λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.200 ευρώ, ενώ δεν έχει αποταμιεύσεις. Έχει στεγαστικό δάνειο 140.000 ευρώ στην Ελληνική Τράπεζα. Δ. Νομική πτυχή Δ.
  19. Εμπορία προσώπων Σύμφωνα με το άρθρο 6(δ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν. 60(Ι)/2014, ως έχει μετά την τροποποίηση του Νόμου το 2019 (με τον Ν. 117(Ι)/2019), όποιος, μεταξύ άλλων, στρατολογεί, μεταφέρει ή παραλαμβάνει ενήλικο πρόσωπο, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω δόλου ή απάτης, ή παραπλάνησης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 25 έτη. Πριν την τροποποίηση του Νόμου η ισχύουσα ποινή ήταν η φυλάκιση μέχρι 10 έτη. Εν προκειμένω, ο χρόνος διάπραξης των σχετικών αδικημάτων ανάγεται σε χρόνο πριν το 2019 και έτσι η μέγιστη ποινή φυλάκισης που ισχύει είναι αυτή των 10 ετών. Η ποινή αυτή είναι το σημείο έναρξης της επιμέτρησης της ποινής των ενώπιον μου Κατηγορουμένων (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16.) Σύμφωνα με το άρθρο 8(δ) και (ε) του Νόμου όποιος εμπορεύεται πρόσωπο με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας ή των υπηρεσιών του για λογαριασμό του ή λογαριασμό άλλου προσώπου και στην εργασία που επιτελείται υπάρχει φανερή διαφορά με τις συνθήκες εργασίας προσώπου που εκτελεί την ίδια ή παρόμοια εργασία μέσω, μεταξύ άλλων, δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης ή/και κατάχρησης εξουσίας ή ιδιότητας για εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης είναι ένοχος κακουργήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι παιδί, σε φυλάκιση δία βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ίδιου Νόμου, Όποιος αποπειράται, συνδράμει, υποκινεί ή συνεργάζεται με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη των αδικημάτων του Μέρους ΙΙ του Νόμου (στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 6(δ) πιο πάνω, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στην ίδια ποινή φυλάκισης που φέρουν τα εν λόγω αδικήματα για τον αυτουργό. Το αδίκημα της εμπορίας ενήλικων προσώπων με σκοπό την εκμετάλλευση τους στην εργασία είναι διεθνές, υπό την έννοια ότι διαπράττεται με τη συμμετοχή οργανωμένων δικτύων από αριθμό ατόμων σε διάφορες χώρες και στοχοποιεί και εκμεταλλεύεται αδύναμα και ευάλωτα θύματα. Η διάπραξή του αδικήματος διαπερνά τα σύνορα του κράτους, στο οποίο ο εκάστοτε κατηγορούμενος καταδικάζεται. Ως έγκλημα διεθνικό αντιμετωπίζεται από τους διεθνείς οργανισμούς για την καταπολέμηση του εγκλήματος. Δυστυχώς τέτοια αδικήματα εμπορίας έχουν πλέον λάβει διεθνώς μεγάλες διαστάσεις και τούτο καθότι αποτελούν πηγή τεράστιου και εύκολου χρηματικού κέρδους. Στην Έκθεση της Eurostat Methodologies and Working Papers Trafficking in Ηuman Βeings
(2013)της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Europol εκτιμά πως η εμπορία προσώπων είναι η τρίτη πιο προσοδοφόρα εγκληματική δραστηριότητα διεθνώς μετά τη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. Στην πιο πρόσφατη Έκθεση: Situation Report Trafficking in Human Beings in the EU, Φεβρουάριος 2016, η Europol επισημαίνει τη συνεχώς αυξανόμενη τάση διάπραξης αδικημάτων εμπορίας προσώπων και πως η εκμετάλλευση στην εργασία είναι η δεύτερη πιο συχνή μέθοδος εμπορίας προσώπων μετά τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Είναι, δε, αξιοσημείωτο πως στην Έκθεση συγκαταλέγεται και η Κύπρος σαν μια χώρα στην οποία πλέον παρατηρείται το φαινόμενο αυτό. Στη σελ. 35 της πιο πάνω Έκθεσης δίδεται μια χαρακτηριστική περιγραφή της φύσης τέτοιων αδικημάτων και κυρίως των συνεπειών τους στα θύματα: «Trafficking in human beings is one of the most detrimental crimes against persons, as it harms human dignity and the physical and psychological integrity of victims, which are indispensable rights protected by the Charter of Fundamental Rights of the European Union. The crime of THB involves violence, abuse and trauma, which often accompany victims from the beginning to the end of their exploitation. Vulnerable individuals, who were deceived through false promises may suffer further victimisation once the exploitation ends. Victims of trafficking may feel unable to return to their relatives, fearing their disapproval or misunderstanding. During their exploitation, victims run a high risk of being exposed to severe physical and/or psychological violence, and even death. In the worst cases, poor living conditions, food deprivation and not undergoing regular health checks not only increase the possibility of contracting serious illnesses without receiving the proper medicine, but also the risk to public health in general.»» Η διεθνής διάσταση του θέματος προκύπτει και από το ότι ο Νόμος είναι εναρμονιστικός, μεταξύ άλλων, της απόφασης πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L203, 1.8.2002. Στο προοίμιο του κυπριακού Νόμου γίνεται παραπομπή επίσης στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου αρ. 11(ΙΙΙ)/2003 και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων που υπογράφηκε από τη Δημοκρατία στη Βαρσοβία στις 16.5.2005. Στη δεύτερη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε σχέση με την αγώνα για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων στην Ευρώπη, COM
(2018)777 final, ημερ. 3.12.2018, το θέμα της εμπορίας προσώπων τίθεται στην ορθή του, διεθνή και σοβαρή, διάσταση: «Trafficking in human beings is a constantly evolving serious form of mostly organised crime. It brings high profits to the perpetrators, who abuse people's vulnerabilities and exploit the demand for the services provided by the victims. It results in irreversible harm to its victims, our societies and economies. The link between trafficking in human beings and other serious crimes is increasingly understood. The complex interplay of supply and demand amongst perpetrators, abusers, profit-takers, exploiters and users creates a long chain of actors, whether they are knowingly or unknowingly involved. This chain must be broken in order to stop and effectively prevent this atrocious crime.» Στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ' αρ. 9292/2015 Δημοκρατία ν. Mesbah Uddin κ.ά. , ημερ. 2/11/2017 το Κακουργιοδικείο επέβαλε μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης, για εμπορία 4 αλλοδαπών για σκοπούς εκμετάλλευσής τους στην εργασία. Αποτέλεσε εύρημα του Κακουργιοδικείου πως ο Κατηγορούμενος 1, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, έναντι χρηματικής αμοιβής, εκμεταλλεύτηκε την ευπαθή και ευάλωτη θέση των παραπονουμένων, λόγω της δεινής οικονομικής τους κατάστασης και του χαμηλού μορφωτικού τους επιπέδου, και τους δελέασε να υποταχθούν και πεισθούν όπως έρθουν στην Κύπρο, από τις αντίστοιχες χώρες τους, για εργασία ενώ γνώριζε τις οικονομικές τους δυσκολίες και πως οι υποσχέσεις του προς αυτούς ήταν ψεύτικες χωρίς πρόθεση τήρησης τους. Οι υποσχέσεις του προς τους 4 αλλοδαπούς ήταν ότι, θα εργάζονταν στην Κύπρο σε εργοστάσια ή εστιατόρια με πολύ καλό εισόδημα και με πολύ ικανοποιητικούς όρους εργοδότησης, ήτοι εργασία έξι μέρες τη βδομάδα για επτά-οκτώ ώρες την ημέρα, επιπρόσθετη πληρωμή για υπερωρίες και παροχή δωρεάν στέγασης και σίτισης, έναντι χρηματικής αμοιβής, μεταξύ €8.000-€11.
  1. Η έρευνά μου δεν με οδήγησε σε οποιαδήποτε απόφαση Εφετείου αναφορικά με την ποινή σε περίπτωση εμπορίας προσώπων για σκοπούς εργασιακής εκμετάλλευσης. Υπάρχουν αποφάσεις σε σχέση με εμπορία για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης των θυμάτων, οι οποίες είναι χρήσιμες και καθοδηγητικές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Ismail, Ποιν. Έφ. 228-245/15 και 248-255/15, ημ. 17.10.16). Στην Ismail (ανωτέρω) το Εφετείο (κατά πλειοψηφία) δεν επενέβη στην 3ετή ποινή άμεσης φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1, που επιβλήθη μετά από πολύμηνη ακροαματική διαδικασία, ο οποίος μαζί με άλλα άτομα, εμπορεύτηκε δύο αλλοδαπές γυναίκες με σκοπό τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση. Οι Κατηγορούμενοι ανάγκαζαν τις γυναίκες να εργάζονται σε καμπαρέ για σεξ, κατακρατούσαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και τα τραπεζικά τους βιβλιάρια και τις εκβίαζαν ότι έπρεπε να εξοφλήσουν πρώτα το ποσό που χρωστούσαν στους Κατηγορούμενους, πριν τις αποδεσμεύσουν. Σχολιάστηκε, μεταξύ άλλων, από το Εφετείο ότι, κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε, δεόντως, υπόψη από το Κακουργιοδικείο η 6χρονη καθυστέρηση από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή ποινής (συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου της ακροαματικής διαδικασίας). Χρήσιμη καθοδήγηση, όμως, μπορεί να αντληθεί από την νομολογία άλλων ευρωπαϊκών χωρών ως προς τις επιβληθείσες ποινές, λόγω της κοινής συνισταμένης των νομοθεσιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί του θέματος, ήτοι της Απόφασης Πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ. Παρατίθεται πιο κάτω κάποια σχετική νομολογία, ως εντοπίζεται στην Έκθεση της Eurojust,Prosecuting Trafficking in Human Beings for the purpose of Labour Explοitation, Δεκεμβρίου 2015 και όπως συνοψίστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην Uddin (ανωτέρω): «Στην Υπόθεση 1261/2013 του Ανώτατου Δικαστηρίου της Τσεχίας, ημ. 12.3.14, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης 5 ετών για εμπορία Ρουμάνων υπηκόων. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι τους υποσχέθηκαν εργασία στην Τσεχία με πολύ καλές συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ενώ, με την άφιξη τους στην Τσεχία, υπεβλήθησαν σε υπερβολικές ώρες εργασίας, χαμηλούς μισθούς, απειλές, σωματική βία και περιορισμό διακίνησης και ελευθερίας. Σημειώνεται πως η προβλεπόμενη ποινή στον σχετικό Νόμο της Τσεχίας είναι φυλάκιση μεταξύ 2-10 ετών. Στην Υπόθεση ECLI:NL:RBAMS:2013:8010 του Δικαστηρίου του Άμστερνταμ, ημ. 3.12.13, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 21 μηνών για εμπορία του ανήλικου ξαδέλφου του, ηλικίας 14 ετών, από το Μαρόκο, για να εργαστεί σε εργοστάσιο υφασμάτων και ρουχισμού κάτω από άθλιες συνθήκες και χωρίς πληρωμή. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το παράνομο καθεστώς του θύματος, την έλλειψη γνώσης του θύματος της Ολλανδικής γλώσσας, την έλλειψη μόρφωσης του και τη μη δυνατότητα να ζει μόνος του. Η δε εκμετάλλευση διήρκησε για αρκετά έτη. Η προβλεπόμενη ποινή στον σχετικό Νόμο της Ολλανδίας κυμαίνεται μεταξύ 12-30 ετών (ήτοι ισόβια) φυλάκιση αναλόγως της σοβαρότητας του αδικήματος της εμπορίας. Στην Υπόθεση ECLI:NL:GHSHE:2012:BX0599 του Εφετείου της Ολλανδίας, ημ. 6.7.12, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για εμπορία 60-70 εποχιακών εργατών σε φάρμα λαχανικών, όπου τους παρακρατήθηκαν τα προσωπικά έγγραφα, είχαν άθλιες συνθήκες διαμονής (μικρά δωμάτια χωρία παράθυρα, ανεπαρκείς και ανθυγιεινές τουαλέτες και ντους, έλλειψη παροχής ζεστού νερού), ανεπαρκές και κακής ποιότητος φαγητό, περιορισμό διακίνησης, πολλές ώρες εργασίας (10-14 ώρες την ημέρα, επτά μέρες τη βδομάδα) και πολύ χαμηλούς ή καθόλου μισθούς. Στην Υπόθεση 650, R 13/276 του Εφετείου της Φιλανδίας, ημ. 27.5.14, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για εμπορία ενός Βιετναμέζου ο οποίος παραπλανήθηκε από τον κατηγορούμενο-εφεσείοντα ως προς τις συνθήκες εργασίας του. Ο εφεσείων του είχε υποσχεθεί διαμονή σε δωμάτιο μόνος και μηνιαίο εισόδημα €1.000, και τον εκμεταλλεύτηκε καθότι ο Βιετναμέζος δεν γνώριζε τη Φιλανδική γλώσσα, έστελνε όσα χρήματα λάμβανε στην οικογένεια του στη χώρα του για να τους συντηρεί και για να ξεπληρώσει το χρέος που είχε δημιουργήσει για να πάει στη Φιλανδία για εργασία και έπαιρνε το διαβατήριο του μόνο για να στείλει χρήματα. Η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για τέτοιο αδίκημα είναι φυλάκιση μεταξύ 4 μηνών και 6 ετών. Στην Υπόθεση 1210, R 13/309 του Εφετείου της Φιλανδίας, ημ. 20.11.13, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών σε ένα εκ των κατηγορουμένων για εμπορία 26 προσώπων. Ενώ οι κατηγορούμενοι είχαν υποσχεθεί καλούς όρους εργασίας, τελικά τα θύματα εργάζονταν πολλές ώρες, τους παρακρατούντο τα προσωπικά έγγραφα, διέμεναν 7-8 άτομα σε ένα δωμάτιο με περιορισμό στη χρήση ζεστού νερού και ο μισθός του καταβάλλετο σε πολύ μικρές δόσεις για να αγοράζουν φαγητό. Στην Υπόθεση 1700, R 12/1529 του Εφετείου της Φιλανδίας, ημ. 30.9.13, το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης των 6 ετών και 10 μηνών σε 5 έτη σε δύο κατηγορούμενους για εμπορία έξι συνολικά προσώπων με σκοπό την εκμετάλλευση στην εργασία ως μάγειρες και σερβιτόροι στα εστιατόρια τους, όπου εργάζονταν 10-12 ώρες την ημέρα, επτά μέρες τη βδομάδα με πολύ χαμηλό μισθό, χωρίς πληρωμή για υπερωρίες, και οι κατηγορούμενοι τους απειλούσαν ότι θα τους έστελναν πίσω στη χώρα τους ενώ γνώριζαν πως δανείστηκαν χρήματα για να διαμένουν στη Φιλανδία και πως έπρεπε να εργαστούν για να ενισχύσουν οικονομικά την οικογένεια τους στη χώρα τους. Το Εφετείο μείωσε την ποινή για τον λόγο ότι οι κατηγορούμενοι δεν εμπόδιζαν τη διακίνηση των θυμάτων τους. Σημειώνουμε πως το υπό κρίση αδίκημα της εμπορίας θεωρείται πιο σοβαρό λόγω της ύπαρξης απειλών και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μεταξύ 2-10 ετών. Όσον αφορά το αδίκημα της εκμετάλλευσης στην εργασία χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Public Ministry v. Wang Li Kang, No. 2007/245, του Εφετείου του Βελγίου, ημ. 24.1.07, στην οποία είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή €500 για απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και εργοδότησης αλλοδαπών, και συγκεκριμένα για πρόσληψη τους με ακανόνιστο μισθό, εργασία 12-13 ώρες καθημερινά και διαμονή σε ανεγειρόμενη οικοδομή με μόνο ένα στρώμα, χωρίς τραπέζι, μπάνιο και ζεστό νερό. Οι αλλοδαποί αντιμετώπιζαν επίσης σωματική και ψυχολογική βία. Στην υπόθεση Public Minstry v. Cengiz Yonel, No. 69.98.954/06, του Ποινικού Δικαστηρίου του Βελγίου, ημ. 15.1.07, παράνομος αλλοδαπός είχε προσληφθεί σε αρτοποιείο, εργαζόταν υπό ανθυγιεινές συνθήκες με πολύ χαμηλότερο του κατωτάτου ορίου μισθό και με παροχή παλαιάς τροφής η οποία δεν επωλείτο. Κρίθηκε πως οι εργοδότες του εκμεταλλεύτηκαν το παράνομο καθεστώς του κα τη μεγάλη του ανάγκη για εισόδημα και τροφή και τους επιβλήθηκε στον ένα ποινή φυλάκισης 14 μηνών και στον άλλο ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή καθώς επίσης χρηματική ποινή €5.500 στον καθένα. Τέλος, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Procureur de la Republique v. Monsieur B., No. 97/8641, του Εφετείου της Γαλλίας, ημ. 26.2.01, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και χρηματική ποινή 100.000 Γαλλικών Φράγκων σε ιδιοκτήτη εργοστασίου ο οποίος εργοδοτούσε αρκετούς αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν δικαιούντο να υψώνουν το κεφάλι, να μιλούν ή να χαμογελούν, εργάζονταν σε υπερβολική ζέστη το καλοκαίρι και σε πολύ κρύο τον χειμώνα και υπό την απειλή πως το εργοστάσιο θα έκλεινε και πως θα έχαναν την εργασία τους αν δεν εργάζονταν σκληρά.» (έμφαση στο πρωτότυπο) Στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ' αρ. 23706/13 Δημοκρατία v. Naydenov, ημερ. 23.7.2014 η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία της εμπορίας ενήλικου προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν.87(Ι)/07, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν 8 έτη. Ο Νόμος εκείνος προνοούσε μέγιστη ποινή φυλάκισης 15 ετών. Σημαντικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής ήταν ότι, η παραπονούμενη ήταν άτομο με νοητική υστέρηση, και άρα ευάλωτη, η οποία τύγχανε σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο και τον αδερφό του, δηλαδή στρατολογήθηκε από τους προαναφερθέντες στη Ρουμανία, οι οποίοι την έφεραν μαζί με μια άλλη κοπέλα στην Κύπρο για να εργάζεται για πληρωμένο σεξ με πελάτες και αυτοί να επωφελούνται οικονομικά. Ο Κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Κακουργιοδικείο συνυπολόγισε ότι, με τον αδελφό του αποτελούσαν μια καλά οργανωμένη ομάδα η οποία δρούσε συντονισμένα και στα πλαίσια κοινών σκοπών και ότι εκμεταλλεύθηκαν την ευάλωτη θέση της παραπονουμένης, η οποία ευρισκόμενη υπό καθεστώς φόβου, βίας και απειλών και στην πραγματικότητα δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην εξουσία τους. Λέχθηκαν από το Κακουργιοδικείο στην Naydenov (ανωτέρω): «Κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε επίσημα παγκόσμια δεδομένα, τα οποία ενδυναμώνουν τις πιο πάνω παρατηρήσεις και διαπιστώσεις μας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών Global Report on Trafficking in Persons του 2012 με παραπομπή σε δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO - International Labour Organization) - του 2005 τουλάχιστον 12.3 εκατομμύρια άνθρωποι ανά το παγκόσμιο υπήρξαν θύματα αναγκαστικής δουλείας (forced labour) ενώ ο υπολογιζόμενος κατ΄ ελάχιστον αριθμός ανθρώπων σε αναγκαστική δουλεία ένεκα εμπορίας ανήλθε σε 2.45 εκατομμύρια ανά πάσα στιγμή. Το ίδιο έτος ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας δημοσίευσε - όπως αναφέρεται πάλι στην πιο πάνω Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών - την πρώτη εκτίμηση των παγκοσμίων κερδών που αποκομίζονται από τα 2.45 εκατομμύρια άτομα υπό αναγκαστική δουλεία. Εκτιμήθηκε ότι τα κέρδη ανέρχονται σε US$31.6 δισεκατομμύρια το χρόνο. ................ Το 2012 ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας έδωσε νέα ποσοστά για τον αριθμό των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας. Σύμφωνα με αυτά για την περίοδο 2002-2011 ο αριθμός των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας εκτιμήθηκε σε 20.9 εκατομμύρια. Από τον αριθμό αυτό 4.5 εκατομμύρια (22%) αποτελούν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης[1]. Στις Εκθέσεις της η Europol εκτιμά ότι η εμπορία προσώπου είναι η τρίτη προσοδοφόρα εγκληματική δραστηριότητα μετά τη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. Όπως αναφέρεται από την Europol, σε σχετικό ενημερωτικό δημοσίευμα της το 2007, η εμπορία ανθρώπων θεωρείται ως η πιο γοργά αναπτυσσόμενη επιχείρηση στον κόσμο η οποία οδηγεί στη συγκομιδή τεράστιων ποσών σε διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις, ενώ γενικώς παραμένει μικρού κινδύνου και ταυτόχρονα ψηλών απολαβών δραστηριότητα για τους εγκληματίες που εμπλέκονται σε αυτή[2].» (Υποσημειώσεις και έμφαση στο πρωτότυπο) Όπως, περαιτέρω, τονίσθηκε στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Rantsev v. Cyprus and Russia, Αίτηση υπ΄αρ. 25965/04 ημερ. 7/1/2010, η οποία αφορούσε προσφυγή του πατέρα της 20χρονης Ρωσίδας χορεύτριας Ράντσεβα αναφορικά με το θάνατο της στην Κύπρο το 2001, η εμπορία προσώπων αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο το οποίο αναπτύχθηκε ραγδαίως τα τελευταία χρόνια. Έγινε, δε, αναφορά στο Πρωτόκολλο του Παλέρμο του 2000 και στη Σύμβαση του 2005 - Anti-Trafficking Convention επισημαίνοντας ότι, αυτά τα Διεθνή Έγγραφα καταδεικνύουν την αυξανόμενη αναγνώριση σε διεθνές επίπεδο της έξαρσης αυτού του φαινομένου και της ανάγκης λήψης μέτρων για καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων. Σημειώθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: «
  2. The Court notes that trafficking in human beings as a global phenomenon has increased significantly in recent years (see paragraphs 89, 100, 103 and 269 above). In Europe, its growth has been facilitated in part by the collapse of former Communist blocs. The conclusion of the Palermo Protocol in 2000 and the Anti-Trafficking Convention in 2005 demonstrate the increasing recognition at international level of the prevalence of trafficking and the need for measures to combat it. [...........]
  3. The Court considers that trafficking in human beings, by its very nature and aim of exploitation, is based on the exercise of powers attaching to the right of ownership. It treats human beings as commodities to be bought and sold and put to forced labour, often for little or no payment, usually in the sex industry but also elsewhere (see paragraphs 101 and 161 above). It implies close surveillance of the activities of victims, whose movements are often circumscribed (see paragraphs 85 and 101 above). It involves the use of violence and threats against victims, who live and work under poor conditions (see paragraphs 85, 87 to 88 and 101 above). It is described by Interights and in the explanatory report accompanying the Anti-Trafficking Convention as the modern form of the old worldwide slave trade (see paragraphs 161 and 266 above). The Cypriot Ombudsman referred to sexual exploitation and trafficking taking place "under a regime of modern slavery" (see paragraph 84 above).
  4. There can be no doubt that trafficking threatens the human dignity and fundamental freedoms of its victims and cannot be considered compatible with a democratic society and the values expounded in the Convention. In view of its obligation to interpret the Convention in light of present-day conditions, the Court considers it unnecessary to identify whether the treatment about which the applicant complains constitutes "slavery", "servitude" or "forced and compulsory labour". Instead, the Court concludes that trafficking itself, within the meaning of Article 3(a) of the Palermo Protocol and Article 4(a) of the Anti-Trafficking Convention, falls within the scope of Article 4 of the Convention.» Επιπλέον, το ΕΔΑΔ τόνισε ότι, η εμπορία προσώπων ισοδυναμεί με τη χρήση των ανθρώπων ως αντικειμένων που αγοράζονται και πωλούνται και υποβάλλονται σε αναγκαστική εργασία. Συχνά για ελάχιστη ή και καθόλου πληρωμή, συνήθως εντός της βιομηχανίας σεξ, αλλά και αλλού. Εξυπακούει, δε, στενή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των θυμάτων, ενώ συνεπάγεται και τη χρήση βίας και απειλών εναντίον τους. Τονίσθηκε, επίσης, ότι η εμπορία προσώπου, χωρίς αμφιβολία, απειλεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αξίες, οι οποίες προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Καθοδηγητικές αρχές σε σχέση με την ποινή σε περιπτώσεις, ειδικότερα, εμπορίας προσώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης καθιερώθηκαν στον Καναδά από το Εφετείο της Πολιτείας της Αλμπέρτα στην υπόθεση R. v. Tang
(1997), 200 A.R. 70 (Alta. C.A.) [1]. Παρόμοια κριτήρια, με τις απαραίτητες αναπροσαρμογές, μπορούν να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της πρέπουσας ποινής για καταδικασθέντες σε αδικήματα εμπορίας προσώπων με σκοπό την εργασιακή εκμετάλλευσή τους. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες μπορούν, λοιπόν, να προσμετρηθούν οι εξής: · ο βαθμός του αθέμιτου ελέγχου ή εξαναγκασμού που οι θύτες έχουν επί των θυμάτων, · τα ποσά που εισπράχθηκαν ή κατακρατήθηκαν, ώστε οι θύτες να επιτρέπουν στα θύματα να κρατήσουν τις απολαβές τους από την εργασία τους, · η ηλικία, η τυχόν ευάλωτη κατάσταση και οι εργασιακές συνθήκες των θυμάτων, · η ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος από τους θύτες και ο βαθμός προσχεδιασμού και οργάνωσης αυτού, καθώς και το μέγεθος του κυκλώματος, · η έκταση των παράνομων δραστηριοτήτων των θυτών, · ο βαθμός άσκησης σωματικής βίας, αν υπάρχει, · τυχόν απειλές ή εκφοβισμός των θυμάτων και η έκταση στην οποία τα θύματα επηρεάστηκαν από αυτά, · άλλες επιπτώσεις στα θύματα όπως προκύπτουν μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Δ.2. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων δυνάμει του άρθρου 4
(1)του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/07 επιφέρει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Δ.3. Είσοδος από απαγορευμένο Λιμάνι και παραμονή ως παράνομος μετανάστης (υπόθεση υπ' αρ. 53/2017) Άτομο που εισέρχεται στη Δημοκρατία δια μέσου μη εγκεκριμένου αερολιμένα, κατά παράβαση του άρθρου 12
(1)του Κεφ. 105, τιμωρείται με μέγιστες ποινές φυλάκισης μέχρι 12 μηνών ή/και χρηματικής ποινής μέχρι €1,708. Άτομο που βρέθηκε στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 19
(2)του Κεφ. 105, με μέγιστες ποινές φυλάκισης μέχρι 3 χρόνων και/ή προστίμου μέχρι ΛΚ5000. Η σοβαρότητα αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στη Δημοκρατία είναι προφανής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών αδήριτη, αφού τα αδικήματα αυτά δημιουργούν σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα στην Δημοκρατία, αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης (βλ. Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Η ανάγκη αποτρεπτικών ποινών δικαιολογείται, δε, και από το σύγχρονο πανευρωπαϊκό πρόβλημα της ροής προσφύγων από τρίτες χώρες σε χώρες της Ευρώπης, ειδικά σε χώρες που αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Κύπρος. Αν η Κύπρος θα μπορέσει ως κράτος και ως κοινωνία να δεχτεί και να ενσωματώσει τους μετανάστες που της αναλογούν, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα εξαρτηθεί, εν πολλοίς, και από την αποτελεσματικότητα της στον χειρισμό των παράνομων μεταναστών. Αδικήματα τέτοιας φύσης προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη αλλά και στην προώθηση μεταναστατευτικής, αλλά και στις πλείστες των περιπτώσεων εργασιακής, πολιτικής από τα αρμόδια τμήματα της Δημοκρατίας (βλ. Abdullah Al Najjar v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 132/12, ημερ. 30.11.12). Σε σχέση με το αδίκημα παράνομης εισόδου από παράνομο λιμένα ή αερολιμένα στην κατεχόμενη Κύπρο, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, λέχθηκε στην Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 524 πως «ό,τι καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα πλήττει την ακεραιότητα της Κυπριακής Πολιτείας. Κατά συνέπεια, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι, ως θέμα αρχής, εσφαλμένη». Το σοβαρό αδίκημα της παράνομης εισόδου απαγορευμένου μετανάστη στη Δημοκρατία, ο οποίος προηγουμένως απελάθηκε καθίσταται ακόμα σοβαρότερο από το ότι ο Κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη Δημοκρατία από παράνομο αεροδρόμιο, προφανώς σε μία προσπάθεια να μην ανιχνευθούν οι παράνομες πράξεις του. Τούτη η συμπεριφορά είναι ανεπίτρεπτη και δεν πρέπει να γίνει ανεχτή σε ένα κράτος δικαίου που συνορεύει με έδαφος, που είναι μεν κομμάτι της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά στο οποίο οι Νόμοι της, το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζονται. Η παραμικρή ανεκτικότητα σε τέτοιου είδους αδικήματα θα απέληγε σε αναρχία και θα έδιδε λανθασμένο μήνυμα για ανοχή εκ της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν το κατεχόμενο κομμάτι της Κύπρου χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο-ορμητήριο για διεξαγωγή παράνομων δραστηριοτήτων στο έδαφος της. Δυστυχώς παρατηρείται έξαρση στη συνδυασμένη διάπραξη από αλλοδαπούς αδικημάτων, όπως αυτά του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης - και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τη σωρεία των παρομοίων υποθέσεων που τίθενται ενώπιον μου- οι οποίοι ενώ αποζητούν φιλοξενία στη Δημοκρατία, επιλέγουν να μην επιδεικνύουν σεβασμό στους νόμους της. Σύμφωνα με την επί του θέματος νομολογία, για τα αδικήματα αυτά - και άλλα ομοειδή τους- συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. σχετικά Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα, ενώ μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό). Δ.4. Παράνομη εργοδότηση 3 αλλοδαπών χωρίς την απαιτούμενη άδεια από το Νόμο (υπόθεση υπ' αρ. 24165/19) Το άρθρο 14Β του Κεφ. 105 προνοεί ότι, η εργoδότηση αλλoδαπoύ χωρίς τηv απαιτoύμεvη από τo Νόμo άδεια ή η εργoδότηση κατά παράβαση τωv όρωv άδειας εργoδότησης ή η εργoδότηση κατά παράβαση oπoιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ ή καvovισμoύ, συvιστά αδίκημα τιμωρoύμεvo με πoιvή φυλάκισης μέχρι τρία χρόvια ή με χρηματική πoιvή μέχρι πέvτε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύo αυτές πoιvές. Το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, δηλαδή, δεν απατείται απόδειξη ένοχης διάνοιας για να συντελεστεί. Αρκεί η πράγματι παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού ( βλ. Νέλλυ Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 831 και Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας Π.Ε. 112 και 113/2014, ημερ. 20/11/2015). Η διάπραξη του αδικήματος έχει αρνητικές αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία. Η, δε, συχνή διάπραξή του εν λόγω αδικήματος απαιτεί την αυστηρή αντιμετώπισή του από τα Δικαστήρια. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311 έγινε επιδοκιμαστική αναφορά από το Εφετείο στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αντίκρισε το θέμα: «Η εργοδότηση αλλοδαπών οι οποίοι είτε εισήλθαν νόμιμα είτε παράνομα χωρίς να κατέχουν τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές είναι ένα αδίκημα σοβαρό που η σοβαρότητά του επιτείνεται ακόμα περισσότερο ένεκα της έξαρσης που παρουσιάζει. Καθημερινά πάρα πολλές υπηρεσίες του κράτους ασχολούνται με την πάταξη αυτού του είδους αδικήματος που όπως έχει χαρακτηριστεί και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταντήσει μάστιγα με αρνητικές επιπτώσεις τόσο κοινωνικές όσο και οικονομικές. Και οι επιπτώσεις αυτές οι δυσάρεστες, έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται. Είναι γνωστό ότι κατά κύματα αλλοδαποί εισέρχονται ή προσπαθούν να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό, χωρίς να είναι και ο αποκλειστικός σκοπός αυτός, η εξεύρεση εργασίας. Εάν και οι εργοδότες εδώ τηρούσαν το νόμο και τους κανονισμούς και λειτουργούσαν τις επιχειρήσεις τους σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα. Είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή όλων των εργοδοτών που οδηγήθηκε αυτό το φαινόμενο στα επίπεδα που είναι σήμερα». Σύμφωνα, δε, με τις Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 το είδος της ποινής, για το επίδικο αδίκημα, μπορεί να κριθεί, μεταξύ άλλων, και με αναφορά στην νομιμότητα ή παρανομία της διαμονής του αλλοδαπού στη Δημοκρατία. Εν προκειμένω, χρήζει η επιεικέστερη, των δύο, μεταχείριση αφού οι αλλοδαποί που εργοδότησε ο κατηγορούμενος 1 ήταν νομίμως διαμένοντες στη Δημοκρατία ως φοιτητές. Δ.5. Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 29 και 305 του Κεφ. 154 και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 334, 335 και 339 του Κεφ. 154 Σύμφωνα με το άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα, όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση 3 χρόνων. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 335 σε ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνων. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του επανέλαβε ότι αδικήματα αυτής της φύσης είναι συχνά σοβαρά και πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με αυστηρότητα, γιατί στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και η διάπραξη τους διασαλεύει και πλήττει την εμπορική πίστη και τις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του οικονομικού μας συστήματος (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397). Εν προκειμένω, η σοβαρότητα του αδικήματος καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη διότι η εξασφάλιση αδειών παραμονής αλλοδαπών με ψευδείς παραστάσεις αποτελούσε κομμάτι της παράνομης συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων, η οποία τους επέτρεπε να εμπορεύονται τα θύματά τους. Χωρίς, δηλαδή, τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων, δεν θα ήταν σε θέση να εμπορευθούν τα θύματά τους και να εξαπατήσουν τις αρχές της Δημοκρατίας. Η ελάσσονα, δηλαδή, εγκληματική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων (η εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) ήταν απαραίτητο εφαλτήριο για τη μείζονα (εμπορεία προσώπων για σκοπούς παράνομης εργοδότησής τους στη Δημοκρατία). Ε. Επιμέτρηση της Ποινής Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, κάθε δικάσαν Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση ποινής, οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μια και την ορθή μεταχείριση του κατηγορουμένου, με την εξατομίκευση της ποινής, από την άλλη, έτσι που να μην πληρώνει με τη τιμωρία του για τη γενική εγκληματικότητα που δυνατό να λειτουργεί σε μια κοινωνία, αλλά για τη συγκεκριμένη δική του πράξη, έχοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν στην προσωπικότητα του (βλ. ενδεικτικά Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Βεβαίως σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως τα παρόντα - και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση - οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432). Τούτη η γενική αρχή ισχύει και ειδικά στις υποθέσεις ναρκωτικών, που παρουσιάζουν ιδιαίτερη έξαρση (βλ. Στέλιος Ζωμενή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400 και Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220). Σημειώνω, συναφώς, ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της (Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, με αναφορά στην Τροκκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Ελαφρυντικά για όλους τους κατηγορούμενους 1, 3, 4 και 5 θα λάβω υπόψη μου το λευκό ποινικό τους μητρώο. Είναι νομολογημένο πως άτομο λευκού ποινικού μητρώου δικαιούται σε περισσότερη επιείκεια από το Δικαστήριο, ακριβώς λόγω του μεμονωμένου της παραβατικής του συμπεριφοράς. Όλοι οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενώπιόν μου. Όχι άμεσα, όμως σύντομα μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης μετά από αλλαγή του δικηγόρου τους (όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1, 3 και 4) και κατόπιν διακοπής από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κάποιων εκ των κατηγοριών που όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν. Έτσι, δεν έχω αμφιβολία στο να θεωρήσω πως η παραδοχή τους δεικνύει την απαιτούμενη από τη νομολογία μεταμέλεια ώστε να επιδράσει ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας. Εν πάση περιπτώσει εξοικονομήθηκε, διά αυτής, πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Λαμβάνω υπ' όψιν μου και τις προσωπικές περιστάσεις εκάστου κατηγορούμενου ως εκτέθηκαν από τον συνήγορο εκάστου και αναφέρονται πιο πάνω. Έτσι και αλλιώς παρέμειναν αδιαμφισβήτητες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3 λαμβάνω, ιδιαιτέρως ελαφρυντικά, υπόψη μου ότι έχει υπό τη φροντίδα της, και χωρίς τη βοήθεια του Κύπριου βιολογικού πατέρα του, τον ανήλικο 11χρονο γιο της. Υπέρ της, σημειώνω και το ότι είναι νόμιμα διαμένουσα στη Δημοκρατία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 4 λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι ηλικιωμένο άτομο με σοβαρά καρδιακά προβλήματα, για τα οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση τριπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης αμέσως πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά και ότι στη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση τένοντα στο δεξί χέρι στις 8/5/
  1. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 5, λαμβάνω υπόψη μου πως είναι ηλικιωμένο άτομο, συνταξιούχος, αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα καθώς και προβλήματα ψυχικής υγείας και συντηρεί τον ψυχικά ασθενή γιο της συζύγου του, ο οποίος παρόλο που είναι ενήλικας διαμένει μαζί τους. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 5 λαμβάνω, ιδιαίτερα μετριαστικά υπόψη μου ότι, αυτός δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από την παράνομη πράξη του. Αντίθετα, ως αφελές και ευάλωτο άτομο φαίνεται να παρασύρθηκε από τα κροκοδείλια δάκρυα της κατηγορούμενης 3, πως ο Raj ήταν συγγενής της και ήθελε να τον φέρει στην Κύπρο για να εργαστεί, κάτι που πόρρω απείχε από την πραγματικότητα. Δέχομαι, επίσης, ότι η παραδοχή του είναι οριακή λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν η θέση του συνηγόρου του, ενώπιον μου, πως δεν αντιλήφθηκε την παρανομία των ενεργειών του. Τούτο επιμαρτυρείται και από τη θέση του στην Αστυνομία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 «εκμεταλλεύτηκαν την καλοσύνη του». Θεωρώ, λοιπόν, ότι πράγματι ο ρόλος του κατηγορούμενου 5 στη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο παραδέχθηκε ήταν περιορισμένος. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, το έτερο σοβαρό ελαφρυντικό που μπορώ να του αποδώσω, πέραν του λευκού ποινικού μητρώου, είναι καθυστέρηση στην καταχώριση της οδηγού υπόθεσης υπ' αρ. 19535/19, αλλά και της υπόθεσης υπ' αρ. 24657/
  2. Στην οδηγό υπόθεση, ενώ το παράπονο του παραπονούμενου δόθηκε για πρώτη φορά στην Αστυνομία την 5/1/2018, η υπόθεση καταχωρίστηκε (με αριθμό 10052/2019 και παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας) μόλις στις 22/4/
  3. Η υπόθεση, υπό τον ως άνω αριθμό και στο παρόν Δικαστήριο, καταχωρίστηκε στις 30/9/2019, κατόπιν συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκασή της. Ένταλμα σύλληψης για τον Κατηγορούμενο 1 εκδόθηκε μόλις στις 10/4/2019 και συνελήφθη στις 12/4/2019, δηλαδή 15 και πλέον μήνες μετά το παράπονο του παραπονούμενου. Στην υπόθεση υπ' αρ. 24657/19 το αδίκημα διαπράχθηκε στις 30/1/
  4. Ενώ, δηλαδή, η υπόθεση μπορούσε να καταχωριστεί από τότε (με τον ίδιο τρόπο που άμεσα καταχωρίστηκε η υπόθεση υπ' αρ. 53/17 για αδίκημα ημερομηνίας 5/1/17), τελικά καταχωρίστηκε μόλις στις 30/12/19, ενώ η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης λήφθηκε μόλις στις 25/11/19 και ενώ αυτός βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές ως προφυλακιστέος βάσει της οδηγού υπόθεσης. Ουσιώδης, περαιτέρω, μαρτυρία στην υπόθεση, δηλαδή μαρτυρία λειτουργού του ΤΑΠΜ λήφθηκε μόλις στις 19/11/19, σύμφωνα με τα γεγονότα που έχω ενώπιόν μου. Τούτες τις καθυστερήσεις στη διερεύνηση και κατά συνέπεια στην καταχώριση των δύο προαναφερθέντων υποθέσεων εναντίον του κατηγορούμενου 1 θα τις προσμετρήσω υπέρ του. Δεν προσμετρώ την καθυστέρηση στην καταχώριση της οδηγού υπόθεσης υπέρ των λοιπών κατηγορούμενων, διότι η ανάμειξη των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 ανακαλύφθηκε από την Αστυνομία μόλις τον Απρίλη του 2019, όταν συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος
  5. Κατηγορούνται για αδικήματα που δεν έχουν σχέση με τον Ali ΧΧΧΧΧ αλλά με τους Kaur και Raj. Υπέρ όλων των κατηγορουμένων προσμετρώ και την απουσία των εξής επιβαρυντικών παραγόντων. Πάρα το ότι τα αδικήματα είναι σοβαρά από τη φύση τους, δεν τέθηκε ενώπιόν μου οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης εξευτελιστικών συνθηκών διαβίωσης για τα θύματα ή τυχόν εργασιακής τους εκμετάλλευσης-πέραν των χρηματικών ποσών που προσπορίστηκαν οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 4 από τα θύματα τους - συνολικά 10.000 ευρώ για τον παραπονούμενο και 5.500 ευρώ για την Kaur και Raj. Σημαντική είναι, επίσης, η έλλειψη μαρτυρίας σε σχέση με άσκηση βίας εναντίον οποιωνδήποτε εκ των θυμάτων. Επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 λαμβάνω υπόψη μου ότι αυτή είναι η 4η φορά που εντοπίζεται στη Δημοκρατία ως παράνομος μετανάστης, αφού απελάθηκε σε 3 προηγούμενες περιπτώσεις ως απαγορευμένος μετανάστης, ως αναφέρεται στα γεγονότα ανωτέρω. Ήρθε μάλιστα πίσω στην Κύπρο με αλλαγμένα προσωπικά στοιχεία, άλλο όνομα, άλλη ημερομηνία γέννησης και άλλο αριθμό διαβατηρίου. Έκανε, δηλαδή, το παν για να έρθει και να παραμείνει, παράνομα, στη Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων και δύο γάμων με Ευρωπαίες υπηκόους, ενώ με την τελευταία του «σύζυγο» διέμεινε ξεχωριστά, ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης 24657/
  6. Ξαναήρθε εδώ το 2017 από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ήτοι από το αεροδρόμιο της Τύμπου και παραμένει μέχρι σήμερα παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Προσπαθούσε συνεχώς να νομιμοποιήσει την παράνομη παραμονή του, εξού και οι υποθέσεις υπ' αρ. 24657/19 και 24165/
  7. Ενοικίασε φάρμα από τον κατηγορούμενο 4 στην Ορούντα απ' όπου διεξήγαγε τις παράνομες δραστηριότητές του, δηλαδή την εμπορία προσώπων με σκοπό την εργασιακή τους εκμετάλλευση, ενώ για την πραγμάτωση του σκοπού του καταδολίευε και την Κυπριακή Δημοκρατία. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί και το εξής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1: Σε δύο από τις ενώπιον μου υποθέσεις το όνομά του στα αντίστοιχα κατηγορητήρια φαίνεται ως ΧΧΧΧΧ Aslam, και όχι ΧΧΧΧΧ Nasir, φαίνεται να είναι κάτοχος διαβατηρίου Μπακλαντές και όχι κάτοχος διαβατηρίου Πακιστάν, και να διαμένει σε διαφορετικές διευθύνσεις. Τούτο είναι οπωσδήποτε επιβαρυντικό για τον ίδιο, αφού φαίνεται πως στα πλαίσια της εγκληματικής του συμπεριφοράς και για να διευκολύνεται σε αυτή, ενεγράφη στην Κυπριακή Δημοκρατία με δύο ξεχωριστά σετ προσωπικών στοιχείων, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου. Δεν ξενίζει, βέβαια, ότι χρησιμοποίησε για να επωφεληθεί και ο ίδιος, τις μεθόδους που φαίνεται ότι χρησιμοποιεί για να νομιμοποιήσει άλλους παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες που αναφέρονται στην τελευταία παράγραφο της σελ.8 και στην πρώτη παράγραφο της σελ. 9 της παρούσης, δεικνύουν υπέρ ενός καλά οργανωμένου συστήματος και κυκλώματος προς επίτευξη αριθμού παράνομων δραστηριοτήτων (εμπορία προσώπων για σκοπούς εργασιακής εκμετάλλευσης, υποβοήθηση αλλοδαπών για είσοδο και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, έκδοση πλαστών εγγράφων, εξασφάλιση εγγραφών με ψευδείς παραστάσεις) προς αποκόμιση ίδιου οφέλους και σε πλήρη παραγνώριση των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ανθρώπινης υπόστασης των θυμάτων. Ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με το τρίτο πρόσωπο, καταδολίευσαν τον παραπονούμενο προς αποκόμιση ίδιου και τεράστιου οικονομικού οφέλους (€10.000), εξαπατώντας όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τις αρχές της Δημοκρατίας, αφού η άδεια διαμονής που του εξέδωσαν ήταν ώστε να εργαστεί ως οικιακός βοηθός, ενώ ουδέποτε τον πήραν στο σπίτι της συγκεκριμένης εργοδότριάς του στην επαρχία Αμμοχώστου για να εργαστεί. Αργότερα, δε, ο παραπονούμενος έμαθε πως, όχι από δική του ενέργεια ή υπαιτιότητα, η άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία ακυρώθηκε. Ενώ, δηλαδή, ο παραπονούμενος βρισκόταν στη χώρα του και είχε τόση ανάγκη για εργασία στο εξωτερικό που ήταν διατεθειμένος να πληρώσει, και πλήρωσε, €8.000, εξαπατήθηκε από το τρίτο προσώπο και τον κατηγορούμενο 1, με την υπόσχεση της έκδοσης άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, βάσει της οποίας ουδέποτε εργάστηκε και η οποία, εν τέλει, ακυρώθηκε. Η ψευδής υπόσχεση που ο παραπονούμενος έλαβε από τον Maqsood, συνεργάτη του κατηγορουμένου 1 και του τρίτου προσώπου στο Πακιστάν, πως για τους δυο πρώτους μήνες στην Κύπρο θα πληρωνόταν μισθό €500 έχοντας δωρεάν διαμονή, φαγητό και ασφάλιση και όταν θα άλλαζε η άδεια του θα λάμβανε μισθό €50-€60 την μέρα, ήταν προφανώς αυτό που τον έπεισε να καταβάλει το ποσό των €8.000, αρχικά, και των €2.000 αργότερα στον κατηγορούμενο 1 και στο τρίτο πρόσωπο. Όταν, βεβαίως, έφτασε στην Κύπρο αντιμετώπισε μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που ο κατηγορούμενος 1 και το τρίτο πρόσωπο του υποσχέθηκαν. Τον έπαιρναν από το ένα μέρος στο άλλο (Ορούντα, Πάφο, Λευκωσία) αποσπώντας του στην πορεία άλλα €2.000 με ψευδείς παραστάσεις, αφήνοντάς τον τελικά εκτεθειμένο, χωρίς εργασία και χωρίς διαμονή, αφού η άδεια παραμονής και εργασίας που του εξασφάλισαν, επίσης με ψευδείς παραστάσεις, τελικά ακυρώθηκε. Δηλαδή, οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 4 προς ίδιο οικονομικό όφελος (όπως παραδέχθηκε και ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 1) εμπορεύθηκαν τον παραπονούμενο και τους Kaur και Raj και τους εκμεταλλεύθηκαν, αφού ήταν άτομα ευάλωτα, αφελή και με τόση οικονομική ανάγκη που υπέκυψαν στις υποσχέσεις τους για διασφάλιση ενός καλύτερου μέλλοντος στην Κύπρο και που προφανώς αναζητούσαν διακαώς εργασία εκτός της χώρας τους. Τους απέσπασαν €5.
  8. Η βλάβη για τα θύματα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως τεράστια. Πέραν της θυματοποίησης και της εκμετάλλευσής τους από τους Κατηγορούμενους για ίδιο οικονομικό όφελος, πρέπει να συνυπολογιστεί και ότι βρέθηκαν σε μια ξένη χώρα, χωρίς υποστηρικτικό ή οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς να μιλούν τη γλώσσα, και, επομένως, με πολύ μικρές πιθανότητες να καταγγείλουν τα εναντίον τους εγκλήματα. Ευτυχώς, κατήγγειλε ο παραπονούμενος. Αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες από τις πράξεις των κατηγορουμένων προκύπτουν, όχι μόνο για τα θύματά τους, αλλά και για την κυπριακή κοινωνία. Με τις ενέργειές τους καταδολίευσαν, σε πολλές περιπτώσεις, την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος 1, μάλιστα, που επιστρέφει παράνομα στη Δημοκρατία εδώ και 17 χρόνια μετά από αλλεπάλληλες απελάσεις του ως απαγορευμένος μετανάστης, αντί να συμμορφώνεται με τους νόμους της χώρας που τον φιλοξενεί, τους παραβιάζει κατάφωρα και επανειλημμένα. Με τις παράνομες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι υπονόμευσαν την υλοποίηση και εφαρμογή αποτελεσματικής, κοινωνικής, οικονομικής και μεταναστευτικής πολιτικής εκ της Δημοκρατίας. Η κατηγορούμενη 3 είπε σωρεία ψεμάτων στους Kaur και Raj, ως φαίνονται στα γεγονότα ανωτέρω, εξαπατώντας τόσο τους ίδιους όσο και τις αρχές της Δημοκρατίας ώστε, ουσιαστικά, να προσποριστεί παράνομο οικονομικό όφελος. Οι πιο πάνω βρέθηκαν, επίσης, να διαμένουν σε διαμέρισμα που η ίδια ενοικιάζει στην οδό ΧΧΧΧΧ (που είναι επίσης η εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας του κατηγορούμενου 1) μαζί με άλλους 8 αλλοδαπούς από την Ινδία, γεγονός που δεικνύει υπέρ ενός καλά οργανωμένου παράνομου κυκλώματος. Η έκταση της αξιόποινης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 1, 3, 4 και 5 είναι μεγάλη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, ενεργούσαν ως καλά οργανωμένο, διεθνές, σύνολο. Η κατηγορούμενη 3 είναι η συμβία του κατηγορούμενου 1 και ο κατηγορούμενος 4 είναι ο ιδιοκτήτης της φάρμας από τον οποίο ο κατηγορούμενος 1 την ενοικίαζε. Ενώ ήταν στην Κύπρο, είχαν τη δυνατότητα, προφανώς μέσω του καλά στημένου αυτού κυκλώματος, να καταδολιεύσουν άτομα στο Πακιστάν (παραπονούμενος) και στην Ινδία (Kaur και Raj). Στην περίπτωση μάλιστα του πρώτου, η στρατολόγηση έγινε μέσω γραφείου στο Πακιστάν με την ονομασία CASA COLLEGE PAKISTAN, το οποίο πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο έχει σχέση με το CASA College στην Κύπρο και αν ναι, ποία. Πάντως, προκαλεί έκπληξη και γεννά ερωτηματικά ότι, η αδερφή της Κατηγορούμενης 3 είναι εγγεγραμμένη για 7ο έτος στο Casa College στη Λευκωσία, για πτυχίο Διοίκησης Επιχειρήσεων, 4ετούς διάρκειας. Θα περιοριστώ μέχρις εδώ. Εκτίμησα, ως όφειλα, και κατά πόσο δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση των κατηγορουμένων λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό συμμετοχής και τον ρόλο του καθενός στην τέλεση των αδικημάτων. Ο βαθμός συμμετοχής σε έγκλημα αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα σε σχέση με την ποινή (Βλ., μεταξύ άλλων, Hassan v. Αστυνομίας
(2006), 2 Α.Α.Δ, 356, Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997), 2 Α.Α.Δ, 195, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993), 2 Α.Α.Δ, 67 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989), 2 Α.Α.Δ, 251). Στη βάση των όσων άκουσα, ο αριθμός και η σοβαρότητα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε, αλλά και η σοβαρότητα των γεγονότων που υποστηρίζουν αυτή, καθιστά τα δικά του αδικήματα πολύ σοβαρότερα από αυτά των συγκατηγορουμένων του. Μικρότερης σοβαρότητας είναι τα αδικήματα της κατηγορούμενης 3 που αντιμετωπίζει, όχι μόνο λόγω του μειωμένου αριθμού κατηγοριών, αλλά κυρίως λόγω των γεγονότων τους. Ακόμα λιγότερο μεμπτή είναι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 4, για τον οποίο τα μόνα γεγονότα που αναφέρθηκαν, πέραν από το ότι είναι ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο, είναι ότι ήταν ο κύπριος εργοδότης της Κaur και ότι η ανάμειξή του ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των αστυνομικών ερευνών εναντίον του Κατηγορούμενου 1.Ο κατηγορούμενος 5 είχε τη μικρότερη ανάμειξη απ΄όλους στην υπόθεση. Η μόνη κατηγορία που αντιμετωπίζει είναι η εξασφάλιση της εγγραφής του Raj στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, ενώ δέχομαι τον περιορισμένο ρόλο του στην υπόθεση ως εκτέθηκε ανωτέρω. Δεν μου διαφεύγει ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ., μεταξύ άλλων, Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Πέραν του τιμωρητικού, για τους σκοπούς που πρέπει να εξυπηρετεί οποιαδήποτε ποινή και δη ποινή φυλάκισης, βλέπετε την Παρατήρηση στην παλαιά, όμως άκρως καθοδηγητική για τη σαφήνεια της, υπόθεση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28 «Observation: When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution in the proper enforcement of the law; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender.» Κρίνω, ζυγίζοντας τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες που προανέφερα, ότι υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από τη φυλάκιση θα ήταν επιεικέστερη του ορθού και ανίκανη να αντιμετωπίσει με την πρέπουσα σοβαρότητα το αδίκημα των κατηγορουμένων 1, 3 και
  1. Επιβάλλω, επομένως, τις εξής ποινές: · Για τον κατηγορούμενο 1 Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 4 ετών Στην κατηγορία 7: ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην κατηγορία 8: ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην κατηγορία 9: ποινή φυλάκισης 4 ετών Στην κατηγορία 10: ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην κατηγορία 11: ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην κατηγορία 12: ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην κατηγορία 15: ποινή φυλάκισης 2 ετών · Για την κατηγορούμενη 3: Στην κατηγορία 10: ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην κατηγορία 12: ποινή φυλάκισης 2 ετών · Για τον κατηγορούμενο 4: Στην κατηγορία 10: ποινή φυλάκισης 1 έτους Στην κατηγορία 14: ποινή φυλάκισης 1 έτους · Για τον κατηγορούμενο 5: Στην κατηγορία 13: €1000 πρόστιμο Οι ποινές φυλάκισης για κάθε κατηγορούμενο θα συντρέχουν. Στ. Δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης; Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
  2. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Όπως έχει σημειωθεί στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, η οποία ακόμη και μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου είναι καλή νομολογία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161) μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι μετά την πιο πάνω τροποποίηση, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να καθοδηγηθεί και από ευρύτερους παράγοντες, ώστε η επιβληθείσα ποινή να αρμόζει στον συγκεκριμένο παραβάτη, υπό τα δικά του συγκεκριμένα περιστατικά (βλ. μεταξύ άλλων, Αργυρίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 64-69/2013, ημερ. 21/6/2013). Λαμβάνω υπόψη μου τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως επιβαρυντικά εναντίον της αναστολής και τα όσα ανέφερα πιο πάνω ως ελαφρυντικά υπέρ της αναστολής, για έκαστο Κατηγορούμενο. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 σημειώνω ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων του, η φύση τους, ο αριθμός τους, το καλά οργανωμένο και προσχεδιασμένο της εγκληματικής του συμπεριφοράς, η καταδολίευση των θυμάτων της εμπορίας αλλά και των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αριθμός και η φύση των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, αλλά και το ότι εμπορεύθηκε όχι ένα αλλά 2 πρόσωπα, τον Ali και την Kaur, δεν μου επιτρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια για αναστολή των ποινών φυλάκισης υπέρ του. Οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του κατηγορούμενου 1 θα εκτιθούν άμεσα. Ο χρόνος κράτησης του να προσμετράται από 22/4/2019, οπόταν και τέθηκε υπό κράτηση για τα ίδια αδικήματα βάσει της υπόθεσης του Ε.Δ. Λευκωσίας υπ' αρ. 10052/2019 και παρέμεινε, αδιάλειπτα, υπό κράτηση μέχρι σήμερα, βάσει της παρούσας υπόθεσης. Η περιορισμένη έκταση των γεγονότων που αφορούν την κατηγορούμενη 3, σε σχέση με την έκταση των γεγονότων που αφορούν τον κατηγορούμενο 1, αλλά κυρίως διότι το ανήλικο παιδί της, 11 χρονών, τυγχάνει της αποκλειστικής φροντίδας της, θεωρώ ότι μπορεί να της δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία για να αναμορφώσει τη συμπεριφορά της (βλ. Γ.Ε. ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617 και Νίκη Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 282). Αναστέλλω τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε σχέση με αυτήν για 3 έτη από σήμερα. Η προχωρημένη ηλικία του Κατηγορούμενου 4 καθώς και τα προβλήματα υγείας του με οδηγούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης και για αυτόν. Αναστέλλω τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε σχέση με αυτόν για 3 έτη από σήμερα. Τα Τεκμήρια να παραμείνουν στη φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι το τέλος της ακρόασης σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  1. Τα έξοδα επιφυλάσσονται ώστε να αποφασιστούν για όλους τους Κατηγορουμένους, ανάλογα και με την εξέλιξη της ακρόασης σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  2. Η απόφαση αυτή να κοινοποιηθεί στους Γενικούς Διευθυντές του Υπουργείου Εσωτερικών και του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, ώστε τα αρμόδια τμήματα αυτών, να ενεργήσουν κατά τρόπο που τους επιτρέπουν οι οικείες νομοθεσίες, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και με απώτερο σκοπό την πάταξη παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις υπ' αρ. 53/2017, 24657/2019 και 24165/
  3. (Υπ.) ................... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
  4. The degree of coercion or control imposed by the pimp on the prostitute's activities;
  5. The amount of money received by the pimp and the extent to which the pimp allowed the prostitutes to retain their earnings;
  6. The age of the prostitutes and their numbers;
  7. Any special vulnerability on the part of the prostitutes;
  8. The working conditions in which the prostitutes were expected or encouraged to operate, including their physical surroundings in terms of soliciting customers and servicing customers, and safety concerns, in addition to whether appropriate health safeguards were taken;
  9. The degree of planning and sophistication, including whether the pimp was working in concert with others;
  10. The size of the pimp's operations, including the numbers of customers the prostitutes were expected to service;
  11. The duration of the pimp's exploitative conduct;
  12. The degree of violence, if any, apart from that inherent in the pimp's parasitic activities;
  13. The extent to which inducements such as drugs or alcohol were employed by the pimp;
  14. The effect on the prostitutes of the pimp's exploitation;
  15. The extent to which the pimp demanded or compelled sexual favours for himself from the child prostitutes.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.