Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιάσονος, Αριθμός Υπόθεσης: 8952/16, 24/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 8952/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧΧ Ιάσονος Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 24/06/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Μ. Κουτσόφτας Για την Κατηγορούμενη: Κα Α. Ευσταθίου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες, εκ των οποίων η μία δεν πέρασε τη σκόπελο του εκ πρώτης όψεως. Έτσι, η συνέχιση της ακρόασης αφορούσε μόνο στις κατηγορίες 2 και 3, ότι δηλαδή στις 10/12/14 στο Πέρα Χωριό της επαρχίας Λευκωσίας εξέδωσε προς τον XXXXX Φιλίππου ιδιοκτήτη της εταιρείας «Επιπλώσεις Ξυλοτεχνική Λίμιτεδ» την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ24 ημερομηνίας 10/1/14 για το ποσό των €3.581 (η κατηγορία 2) και την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ 7 ημερομηνίας 15/12/14 για το ποσό των €2.581 (η κατηγορία 3), οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην προαναφερθείσα τράπεζα στις 12/2/15, δηλαδή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίπου 15 μέρες από την ημέρα παρουσίασής τους. Η θέση της Κατηγορούμενης ενώπιον μου ήταν ότι ουδέποτε υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, διότι τις είχε δώσει ανυπόγραφες στον παραπονούμενο και μόνο ως αναγνώριση χρέους για τα έπιπλα που αγόρασε από αυτόν, ενώ υπήρξε μεταξύ τους προφορική συμφωνία ότι, θα τον εξοφλούσε σε μετρητά. Μετά το πέρας της ακρόασης της υπόθεσης προέκυψαν ως αδιαμφισβήτητα μεταξύ των μερών τα εξής γεγονότα, τα οποία καθίστανται αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου: Η κατηγορουμένη επισκέφθηκε το κατάστημα του παραπονούμενου, XXXXX Φιλίππου Παύλου, περί τα τέλη του 2014 και παράγγειλε έπιπλα αξίας €7.162 ευρώ, εκ των οποίων πλήρωσε άμεσα σε μετρητά μόνο το ποσό των €1000. Τα έπιπλα παραδόθηκαν στην οδό XXXXX 12 στον Στρόβολο σύντομα μετά την παραγγελία τους. Η κατηγορουμένη πλήρωσε προς τον παραπονούμενο μόνο μέρος του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα του κατέβαλε συνολικά ποσό €3000 σε μετρητά. Έμεινε, επομένως, οφειλόμενο υπόλοιπο από την κατηγορουμένη προς τον παραπονούμενο για, τουλάχιστον, €3261 και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενης. Ο λογαριασμός της κατηγορουμένης στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ305 τερματίστηκε από την εν λόγω Τράπεζα στις 03/08/2011 (βλέπε Τεκμήριο 16) και η Τράπεζα ζήτησε, με την ίδια επιστολή, την άμεση επιστροφή του βιβλιαρίου επιταγών, από το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα προς εξαργύρωση από τον παραπονούμενο στις 12/02/2015, αλλά δεν εξαργυρώθηκαν και του επιστράφηκαν με την ένδειξη αναγραμμένη επ' αυτών «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή, όχι από τον εκδότη». Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Μαρτυρία ενώπιον μου έδωσαν 4 μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Α/Αστ. XXXXX Γρ. Αγαπίου, ανακριτής της υπόθεσης (ΜΚ1), ο XXXXX Χατζημύλος, λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου (ΜΚ2), ο XXXXX Φιλίππου Παύλου, παραπονούμενος (ΜΚ3 ή παραπονούμενος) και ο XXXXX Αντωνίου, γαμπρός και υπάλληλος του παραπονούμενου κατά τον επίδικο χρόνο (ΜΚ4). Η κατηγορούμενη ανέγνωσε ανώμοτη δήλωση στο Δικαστήριο. Μαρτύρησε για την Υπεράσπιση ο XXXXX Μαρκίδης, εμπειρογνώμονας γραφολόγος (ΜΥ1). Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Εντούτοις, η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής (Βλ. Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 25/14, απόφ. ημερ. 20/9/2018, Rex v. Dickman
(1910)5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372). Ουδέποτε ήταν η θέση της κατηγορούμενης ενώπιον μου ότι εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό. Ακόμα και στη βάση των δικών της ισχυρισμών και μόνο, ως προωθήθηκαν κατά την ακρόαση, αφού αγόρασε έπιπλα αξίας €6261 και αποπλήρωσε σε μετρητά μόνο το συνολικό ποσό των €3000, συνεχίζει να οφείλει τουλάχιστον ακόμα €3261 στον παραπονούμενο. Είχα και αυτό το δεδομένο υπόψη μου κατά την αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας που δόθηκε στην υπόθεση. Ο ΜΚ1 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Εξήγησε πως στις 16/03/2015 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωριού ο παραπονούμενος, ιδιοκτήτης της εταιρείας με την επωνυμία ''Επιπλώσεις Ξυλοτεχνική Λτδ'' για να καταγγείλει ότι ενώ έλαβε από την κατηγορουμένη τις επίδικες επιταγές για συνολικό ποσό €6.162 ευρώ, η μία με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ27 με ημερομηνία εξαργύρωσης 15/12/2014 και η άλλη με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ24 με ημερομηνία εξαργύρωσης 10/01/2015, ουδέποτε τιμήθηκαν, ενώ του παραδόθηκαν για την πληρωμή επίπλων που η κατηγορουμένη αγόρασε από την εταιρεία του. Μέσα από τη συνοπτική του έκθεση (που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 και με την επιφύλαξη ότι περιέχει την προσωπική του άποψη ως ανακριτή και όχι την επίσημη θέση της Αστυνομίας σε σχέση με την υπόθεση), προκύπτει στις 28/03/2015 εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στην οδό XXXXX 12, στον Στρόβολο, κατά την οποία διαπιστώθηκε πως εκεί έμενε τρίτο πρόσωπο με την οικογένειά του και τα έπιπλα δεν βρίσκονταν στο χώρο. Λήφθηκε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της οικίας, ο οποίος ανέφερε ότι την ενοικίαζε από 01/12/2014 στην κατηγορουμένη με ενοίκιο €1.300 μηνιαίως, στην οποία ανέφερε πως αυτή δεν πλήρωνε τα ενοίκια και περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2015 αποχώρησε από την οικία και του άφησε τα έπιπλα έναντι μέρους των απλήρωτων ενοικίων. Ο ιδιοκτήτης στη συνέχεια τα πώλησε για €2.
- Από το Τεκμήριο 8 προκύπτει επίσης ότι, ο παραπονούμενος στις 16/04/2015 παραδέχθηκε στη γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο 24) πως πήρε από την κατηγορουμένη ποσό €1.500, ενώ την προηγούμενη μέρα όταν επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο ΜΚ1, ο πρώτος αρνήθηκε την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού σε μετρητά. Ο ΜΚ1 διατηρεί αμφιβολίες κατά πόσο διαπράχθηκε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα από την κατηγορουμένη, αφού αυτή πρόβαλλε τον ισχυρισμό πως πλήρωνε τον παραπονούμενο σταδιακά σε μετρητά για να ξεπληρώσει το χρέος της, παρά τις επιταγές που, παραδέχεται ότι, έδωσε στον τελευταίο ως ''εξασφάλιση''. Ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός. Δεν θυμόταν αρκετές και ουσιώδεις λεπτομέρειες σε σχέση με την υπόθεση. Οι απαντήσεις του ήταν λακωνικές, χωρίς να δίδει επεξηγήσεις γι' αυτές και οι τοποθετήσεις του ήταν, ως επί το πλείστον, ασαφείς και γενικόλογες. Παρόλο που σε αρκετές περιπτώσεις δεν θυμόταν, εντούτοις δεν ζητούσε πάντα να συμβουλευτεί τον φάκελο πριν απαντήσει στις ερωτήσεις της αντεξέτασης. Εξήγησε πως ο ίδιος ήταν της άποψης ότι δεν στοιχειοθετείτο αδίκημα, ως αναφέρεται στη συνοπτική του έκθεση, Τεκμήριο 8, αλλά κατόπιν οδηγιών των ανωτέρων του άλλαξε γνώμη. Παραδέχθηκε πως ουδέποτε έθεσε στον παραπονούμενο την εκδοχή της κατηγορουμένης, ώστε αυτός να απαντήσει συγκεκριμένα, ότι δηλαδή οι επίδικες επιταγές του δόθηκαν ως εξασφάλιση χρέους, και ότι το χρέος θα πληρωνόταν όχι από αυτές, αλλά με μετρητά από την κατηγορουμένη. Εξήγησε πως παρόλα τα 12 χρόνια εμπειρίας του ως ανακριτής, λίγες ήταν οι φορές που διερεύνησε το αδίκημα του Άρθρου 305A του Ποινικού Κώδικα-λιγότερες από δέκα. Παραδέχθηκε πως δεν διερεύνησε κατά πόσο οι υπογραφές στις επιταγές είναι γνήσιες υπογραφές της κατηγορουμένης. Παραδέχθηκε επίσης ότι, ουδέποτε της υπέδειξε τις πρωτότυπες επιταγές, ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί επί της γνησιότητας των υπογραφών της. Εξάλλου είναι χαρακτηριστική και η τοποθέτηση της ίδιας της κατηγορουμένης όταν αυτή συνελήφθη βάσει δικαστικού εντάλματος για την παρούσα υπόθεση ''εν έχω να πω κάτι πριν να δω τις επιταγές'' στις 14/04/
- Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης λήφθηκε την ίδια μέρα, χωρίς να έχει ενώπιόν της τις πρωτότυπες επιταγές. Μάλιστα στη δική του κατάθεση ο παραπονούμενος, ημερομηνίας 16/03/2015, είπε ότι ήθελε να κρατήσει τις επιταγές στην κατοχή του και έτσι παρέδωσε στον ανακριτή φωτοαντίγραφο αυτών. Ο παραπονούμενος παρέδωσε τις πρωτότυπες επιταγές στην Αστυνομία, μόλις κατά τη δεύτερη κατάθεσή του ημερομηνίας 16/4/15 η οποία λήφθηκε 2 μέρες μετά τη λήψη της κατάθεσης της κατηγορούμενης στις 14/4/
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ανακριτής της υπόθεσης ΜΚ1 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι, έλαβε οδηγίες διά άμεση ποινική δίωξη της κατηγορούμενης διότι «το γεγονός ότι αποπλήρωσε με μετρητά μέρος του ποσού δεν την απαλλάσσει από τις ευθύνες». Αντεξεταζόμενος είπε πως δεν διερεύνησε αν υπήρχε μεταξύ κατηγορούμενης και παραπονούμενου οποιαδήποτε προφορική συμφωνία ως προς την αποπληρωμή των επίπλων, ούτε διερεύνησε γιατί ο παραπονούμενος προσπάθησε να εξαργυρώσει τις επιταγές μόλις στις 12/2/15 και όχι ενωρίτερα. Είπε περαιτέρω πως, το Τεκμήριο 7.2, χαρτάκι στο οποίο φαίνεται η θέση του παραπονούμενου, ότι η κατηγορούμενη συνεχίζει να του οφείλει ποσό €4.662, δεν θυμάται αν το υπέδειξε στην κατηγορούμενη για να λάβει τη δική της θέση επ' αυτού. Ουδέποτε διερεύνησε κατά πόσο ήταν η υπογραφή της κατηγορούμενης στις επιταγές, ούτε και διερεύνησε τι αναγραφόταν κάτω από το διορθωτικό υγρό στη μία εκ των επιταγών, ενώ και τα δύο πιο πάνω στοιχεία ήταν ουσιαστικά ως προς την εξαγωγή συμπεράσματος για το αν η κατηγορούμενη θα έπρεπε να κατηγορηθεί ή όχι. Όταν του υπεβλήθη ότι η διερεύνηση θα κατέληγε τελείως διαφορετικά αν δινόταν η ευκαιρία στην κατηγορούμενη να πει αν ήταν ή δεν ήταν από την ίδια υπογραμμένες οι επίδικες επιταγές απάντησε: «δεν θέλω να πω κάτι γι' αυτό, δεν έχω να πω κάτι γι' αυτό». (Βλέπε σελίδα 28, στενοτυπημένο πρακτικό ημερομηνίας 4/10/19). Ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει θετικά αν η υπογραφή στις επιταγές είναι γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης, αφού δεν προέβη σε σχετικές δικανικές εξετάσεις. Σε σχέση με το διορθωτικό υγρό ανέφερε ότι, δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει περαιτέρω τι αναγραφόταν κάτω από αυτό αφού ο παραπονούμενος του έδωσε τη δική του εκδοχή. Η θέση του αυτή είναι, βεβαίως, εκ προοιμίου λανθασμένη, αφού ως ανεξάρτητος ανακριτής της υπόθεσης οφείλει να διερευνήσει όλα τα ενδεχόμενα και να μην χρησιμοποιήσει τη θέση κάποιου μάρτυρα ως βάση για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, εκτός εάν εξηγήσει, πειστικά, γιατί. Δεν ήταν καν σε θέση να γνωρίζει, ακόμα και συμβουλευόμενος τον φάκελο της υπόθεσης, ποιος ήταν ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών. Ούτε θυμόταν ότι υπήρχε και τρίτη επιταγή στην ιστορία, δηλαδή αυτή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ23 για €3.581, η οποία αντικαταστάθηκε από την κατηγορούμενη με την επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ27 για €2.581 κατόπιν της καταβολής σε μετρητά από την κατηγορούμενη στον παραπονούμενο €1.000 (Βλ. δέσμη Τεκμηρίων 25). Όταν του υπεβλήθη ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν από την κατηγορούμενη προς τον παραπονούμενο χωρίς υπογραφή και για σκοπούς αναγνώρισης και εξόφλησης του χρέους της πρώτης προς τον τελευταίο απάντησε, «δεν έχω να αναφέρω κάτι γι' αυτό». Ο ΜΚ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι η διερεύνησή του ήταν πλήρης. Όπως προανέφερα, οι θέσεις που πρόβαλλε δεν ήταν θετικές, ούτε τεκμηριωμένες. Μόνο και μόνο ότι δεν έδειξε στην κατηγορουμένη τις επίδικες επιταγές ώστε αυτή να μπορεί να τοποθετηθεί, αλλά και ότι δεν υπέβαλε στον παραπονούμενο τη θέση της κατηγορουμένης, ότι η τελευταία εξέδωσε τις επιταγές ως εξασφάλιση χρέους ενώ θα τον αποπλήρωνε σε μετρητά, είναι στοιχεία που συνηγορούν υπέρ μίας ελλιπούς διερεύνησης. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται πως κλήθηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την παρούσα υπόθεση, την οποία δεν πίστευε, αφού η αρχική του άποψη ήταν πως δεν στοιχειοθετείτο οποιοδήποτε αδίκημα εναντίον της κατηγορουμένης και αναγκάστηκε να αλλάξει γνώμη, κατόπιν οδηγιών ανωτέρων του. Θεωρώ πως είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά τα όσα προέκυψαν από την ελλιπή του διερεύνηση, δεν μπορούν, αφ΄εαυτών, να αποδείξουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των κατηγοριών 2 και
- Ο ΜΚ2 στις τρεις καταθέσεις του στην Αστυνομία, ημερομηνιών 24/03/2015 (Τεκμήριο 15), 16/04/2015 (Τεκμήριο 18) και 20/04/2015 (Τεκμήριο 20), ανέφερε ότι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για τις επίδικες επιταγές από τον επίδικο λογαριασμό ήταν μόνο η κατηγορουμένη. Παραδόθηκε στον ΜΚ1 και φωτοαντίγραφο δείγματος της υπογραφής της κατηγορουμένης. Στις 29/09/2010 στάλθηκε προειδοποιητική επιστολή στην κατηγορούμενη για κάλυψη της υπέρβασης στον λογαριασμό της, ενώ στις 03/08/2011 τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού, δηλαδή μπορούσαν σ' αυτόν να γίνουν μόνο καταθέσεις και όχι αναλήψεις. Δεν έκλεισε ολοκληρωτικά ο λογαριασμός. Η Τράπεζα διά της επιστολής τερματισμού απαίτησε από την κατηγορουμένη την επιστροφή του βιβλιαρίου επιταγών. Στις 27/06/2012 εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της κατηγορουμένης στην αγωγή με αρ. XXXXX/2011, στην παρουσία των δικηγόρων τόσο της ίδιας όσο και της τράπεζας. Μέχρι και τον Απρίλιο του 2015 η Τράπεζα δεν είχε στην κατοχή της το επίδικο βιβλιάριο επιταγών. Παρέδωσε επίσης στον ανακριτή της υπόθεσης κατάσταση λογαριασμού από τις 31/12/2013 μέχρι και τις 31/03/2015 (Τεκμήριο 19), όπου φαίνεται μεταξύ άλλων πως οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν προς εξαργύρωση στην Τράπεζα στις 12/02/2015, αλλά ουδέποτε εξαργυρώθηκαν με τη δικαιολογία ''οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή, όχι από τον εκδότη''. Η σφραγίδα αυτή χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον του ιδιοκτήτη του τρεχούμενου λογαριασμού. Οι οδηγίες μη πληρωμής δόθηκαν από την ίδια την Τράπεζα και όχι από τον εκδότη. Ο ΜΚ2 εξήγησε στην κυρίως εξέτασή του στο Δικαστήριο ότι, οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς εξαργύρωση 4 χρόνια μετά τον τερματισμό του λογαριασμού το
- Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε πως οι επιστολές Τεκμήρια 16 και 17 δεν στάλθηκαν με συστημένη επιστολή, ώστε να υπάρχει βεβαίωση λήψης τους και άρα δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με σιγουριά εάν η Κατηγορούμενη πράγματι έλαβε την επιστολή τερματισμού. Δεν έχω αμφιβολία στο να κρίνω τον ΜΚ2 ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να παραποιήσει τα γεγονότα ως ανεξάρτητος μάρτυρας και υπάλληλος της Τράπεζας. Έτσι και αλλιώς τα λεγόμενά του ουδέποτε αμφισβητήθηκαν στην ουσία τους από την Υπεράσπιση. Από τη μαρτυρία του ΜΚ2 είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα και προβαίνω στα κάτωθι ευρήματα. Ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX5305 στην Τράπεζα Κύπρου τερματίστηκε στις 3/8/2011 (Τεκμήριο 16) και από τότε η τράπεζα δήλωσε την πρόθεσή της στην Κατηγορούμενη να μην πληρώνει επιταγές που εκδίδονται από τον πιο πάνω λογαριασμό και ζήτησε όπως τα βιβλιάρια επιταγών επιστραφούν. Η κατηγορούμενη ουδέποτε επέστρεψε το βιβλιάριο επιταγών, από το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, στην Τράπεζα Κύπρου. Η αγωγή με αρ. XXXXX/2011 διευθετήθηκε εξώδικα μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της κατηγορούμενης, δηλαδή εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο υπέρ της τράπεζας και εναντίον της παραπονούμενης στην παρουσία και με τη σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων της κατηγορούμενης και της τράπεζας. Από τις 30/11/13 μέχρι και τις 31/3/15 ο λογαριασμός παρουσίαζε μόνο χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο αυξάνετο. Ο λογαριασμός δεν είχε κίνηση από τις 30/11/13 μέχρι και τις 15/12/14, ημερομηνία κατά την οποία παρουσιάστηκε η πρώτη επιταγή για εξόφληση και ακολούθησαν, μέχρι τις 31/3/15, πολλές άλλες επιταγές, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων, καμία εκ των οποίων δεν τιμήθηκε από την τράπεζα. Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν προς εξαργύρωση στην Τράπεζα στις 12/02/2015, αλλά ουδέποτε εξαργυρώθηκαν και τέθηκε επ' αυτών η σφραγίδα ''οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή, όχι από τον εκδότη''. Η σφραγίδα αυτή χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον του ιδιοκτήτη του τρεχούμενου λογαριασμού. Οι οδηγίες μη πληρωμής δόθηκαν από την ίδια την Τράπεζα και όχι από την κατηγορούμενη. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι το Τεκμήριο 19 που εκτείνεται από τις 30/11/13 μέχρι και τις 31/3/15 δείχνει ότι, δεν υπήρχε οποιαδήποτε κίνηση στον λογαριασμό από τις 30/11/13 μέχρι και τις 15/12/14 που παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση η επιταγή με αριθμό XXXXX1919, η οποία ουδέποτε εξαργυρώθηκε. Ακολούθησαν μέχρι και τις 16/3/15 πληθώρα άλλων επιταγών, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων, καμία εκ των οποίων δεν εξαργυρώθηκε. Με δεδομένο ότι, για τουλάχιστον 15 μήνες ο λογαριασμός δεν είχε οποιαδήποτε κίνηση, θεωρώ απίθανο η Κατηγορούμενη να μη γνώριζε, όπως ισχυρίστηκε, ότι ο λογαριασμός της τερματίστηκε. Η σχετική γνώση της αποδεικνύεται άλλωστε και από το ότι, εκπροσωπούμενη από δικηγόρο, δέχθηκε απόφαση στην αγωγή XXXXX/2011, ως η μαρτυρία του ΜΚ2 . Ο παραπονούμενος, ΜΚ3, υπέπεσε σε αντιφάσεις ακόμα και μεταξύ των δύο καταθέσεών του στην Αστυνομία, Τεκμήρια 23 και 24 ημερομηνίας 16/3/15 και 16/6/
- Στο Τεκμήριο 23 αναφέρει ότι η κατηγορούμενη ήρθε στο κατάστημα του περί τις 10/12/14, ενώ στο Τεκμήριο 24 αναφέρει πως πήγε στις 25/11/
- Στο Τεκμήριο 23 αναφέρει πως του εξέδωσε δύο επιταγές, τις επίδικες, ενώ στο Τεκμήριο 24 αναφέρει ότι αρχικά η κατηγορούμενη εξέδωσε δύο επιταγές με αριθμούς ΧΧΧΧΧΧ23 και ΧΧΧΧΧΧ24 για το ποσό των €3.581 έκαστη και πριν την παράδοση του έδωσε €1.000 μετρητά και αντικατέστησε την επιταγή με αριθμό XXXXX1923 με την επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ27 για το ποσό των €2.
- Ενώ στο Τεκμήριο 23 αναφέρει πως η παράδοση των επίπλων έγινε στις 15/12/14, στο Τεκμήριο 24 αναφέρει ότι αυτή έγινε περί τις 4 ή 5/12/
- Αντιθέτως και με τις δύο αυτές θέσεις του το δελτίο παραγγελίας, Τεκμήριο 9 και 25, αναγράφει ως ημερομηνία παράδοσης την 26/11/14 ενώ το Τεκμήριο. Επίσης για πρώτη φορά στο Τεκμήριο 24 αναφέρει ότι, η κατηγορούμενη του έδωσε περί τα μέσα Φεβρουαρίου €1.500 σε μετρητά, κάτι το οποίο θα μπορούσε να αναφέρει και στην πρώτη του κατάθεση και δεν το έπραξε. Ενώ, περαιτέρω, στο Τεκμήριο 24 αναφέρει πως πίσω από την επιταγή ΧΧΧΧΧΧ27 έγραψε το ποσό που η κατηγορούμενη του έδωσε και το υπόλοιπο που του χρωστούσε, δηλαδή €4.662, τούτο έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου, ΜΥ1, την οποία οπωσδήποτε προτιμώ για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω. Εν τούτοις, η θέση του που προκύπτει ως αξιόπιστη μέσα από τα δύο Τεκμήρια, αφού δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, είναι ότι οι επιταγές ουδέποτε τιμήθηκαν από την τράπεζα και ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε τον εξόφλησε. Εξήγησε στις καταθέσεις του, και επέμεινε στο Δικαστήριο περί τούτου, ότι όταν δεν εξαργυρώνονταν οι επιταγές έπαιρνε τηλέφωνο την κατηγορούμενη που του έδινε διάφορες δικαιολογίες και εν τέλει ουδέποτε τον εξόφλησε. Στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο φάνηκε μπερδεμένος ως προς τα ποσά των αρχικών επιταγών, πότε αυτές εκδόθηκαν, πότε έγινε η παραγγελία, πότε έγινε η παράδοση, ποια ποσά δόθηκαν σε μετρητά και πότε. Ήταν όμως ξεκάθαρος ότι το ποσό των €4.662 συνεχίζει να του οφείλεται. Εξήγησε πως η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε γιατί ήθελε τα λεφτά του και δεν ήξερε πού αλλού να αποταθεί για να βρει το δίκαιο του. Όταν του υπεβλήθη η θέση ότι, δεν είναι η υπογραφή της κατηγορούμενης στις επίδικες επιταγές και πως ο ίδιος έθεσε υπογραφή επί των επιταγών απάντησε, «αίσχος, ψευδής αυτή η θέση... εκτός αν έκανε κάποιου άλλου υπογραφή, πλαστογράφησε». (Βλέπε σελίδα 26, στενοτυπημένο πρακτικό ημερομηνίας 4/12/19). Ανέφερε πως τα έπιπλα τα παρέδωσε ο Στέφανος Αντωνίου, ΜΚ
- Είναι προφανές από τις πιο πάνω αντιφάσεις στις καταθέσεις του παραπονούμενου, Τεκμήρια 23 και 24, ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Εν τούτοις, θεωρώ ως ορθή τη θέση του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ότι οι επίδικες επιταγές ουδέποτε τιμήθηκαν και ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε τον εξόφλησε. Προβαίνω σε σχετικό εύρημα. Ο ΜΚ4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι ο γαμπρός του παραπονούμενου, δηλαδή ο σύζυγος της κόρης του και εργαζόταν στην εταιρεία του τελευταίου από το 2012 μέχρι το
- Επιβεβαίωσε ότι, ήταν το άτομο που παρέδωσε τα έπιπλα στην Κατηγορούμενη στην οδό XXXXX στο Στρόβολο. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι, εκείνη ήταν παρούσα κατά την παράδοση, όχι μόνο διότι ήταν μια ξανθή κοπέλα με γαλάζια μάτια. Αλλά και διότι ήταν μια κοπέλα που παρήγγειλε έπιπλα χιλιάδων ευρώ σε μία επίσκεψη και σε 35 λεπτά, είχε το γενικό πρόσταγμα ως προς το τι θα πήγαινε πού στο σπίτι κατά την παράδοση και τελικά προσπάθησε να τους κοροϊδέψει. Ανέφερε πειστικά πως η ίδια η Κατηγορούμενη υπέγραψε ότι παρέλαβε τα έπιπλα ενώπιον του. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Όταν του υπεβλήθηκε ότι, δεν ήταν η κατηγορούμενη που παρέλαβε τα έπιπλα στην οδό XXXXX στο Στρόβολο, το αρνήθηκε πεισματικά και πειστικά. Δεν έχω αμφιβολία πως αν βασιστώ στα λεγόμενα του θα καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα, αν και η σημασία της μαρτυρίας του στα επίδικα θέματα είναι πολύ περιορισμένη. Ήταν σαφής και συγκεκριμένος στις τοποθετήσεις του. Δεν μπορώ να του αποδώσω μεροληψία, λόγω της συγγένειας του με τον παραπονούμενο, ακριβώς διότι απαντούσε λεπτομερώς και χωρίς υπεκφυγές. Άλλωστε η μαρτυρία του συνάδει με τη θέση της Κατηγορούμενης στην κατάθεσή της στην Αστυνομία στις 14/04/2015 (Τεκμήριο 2) ότι η ίδια παρέλαβε τα έπιπλα και υπέγραψε για την παραλαβή τους. Στη βάση της μαρτυρίας του ΜΚ4 προβαίνω σε εύρημα πως η Κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε τα έπιπλα από αυτόν σε οικία στην οδό XXXXX 12 στο Στρόβολο και το άτομο που υπέγραψε στην εν λόγω οικεία την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 25 κάτω από τη φράση «Παραλαβών την Παραγγελία». Η κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 2) ανέφερε ότι, επισκέφθηκε το κατάστημα του παραπονούμενου περί το τέλος του Νοέμβρη 2014 για να αγοράσει έπιπλα. Εξέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές σε συνεννόηση με τον παραπονούμενο όπως μην γίνουν κατάθεση και να του ξεπληρώνει το ποσό σταδιακά σε μετρητά. Στα μέσα Δεκεμβρίου 2014 έδωσε στον παραπονούμενο €1.500 ευρώ σε μετρητά και στο πίσω μέρος της επιταγής ΧΧΧΧΧΧ27 ο παραπονούμενος έγραψε το ποσό αυτό, την ημερομηνία και έθεσε την υπογραφή του. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2015 έδωσε σε μετρητά στον παραπονούμενο άλλα €1.
- Το βιβλιάριο επιταγών από το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί το έστειλε ταχυδρομικώς στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου περί τον Μάρτιο του 2015, αφότου έλαβε σχετική επιστολή από την Κεντρική Τράπεζα ημερομηνίας 13/3/15 με την οποία ενημερωνόταν ότι όλοι οι λογαριασμοί της παγοποιήθηκαν. Δεν θυμάται να παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου σχετικά με την παράδοση του βιβλιαρίου επιταγών. Η ίδια προσωπικά παρέλαβε τα έπιπλα στην οδό XXXXX 12 στον Στρόβολο και υπέγραψε για την παραλαβή τους. Σε εκείνο το σπίτι, σπάνια διέμενε η ίδια, αλλά διέμενε ένα φιλικό της πρόσωπο με το όνομα XXXXX Κόλα. Τα έπιπλα έμειναν μέσα στο σπίτι όταν έφυγε από εκεί. Το ενοικίασε για δύο χρόνια, αλλά έμεινε εκεί μόνο για τρεις μήνες. Ποτέ δεν είχε παραλάβει την επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 3/8/15 η οποία την καλούσε να μην συνεχίσει να εκδίδει επιταγές από τον παγοποιημένο λογαριασμό XXXXX
- Στις 15/4/15 η κατηγορούμενη ανέφερε σε γραπτή κατάθεσή της, Τεκμήριο 3, την απροθυμία της να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη στην Αστυνομία. Στην ανώμοτή δήλωση της στο Δικαστήριο η κατηγορούμενη ανέφερε πως, περί το τέλος Νοεμβρίου 2014 επισκέφθηκε τον παραπονούμενο για να αγοράσει έπιπλα. Συμφώνησαν να τον αποπληρώνει σταδιακά και σε δόσεις. Θα εξοφλούσε το ποσό των €6.261 σε 4 δόσεις: €1.500 τον Δεκέμβριο 2014, €1.500 τον Φεβρουάριο 2014 και τα υπόλοιπα αρχές Μαρτίου
- Η συμφωνία τους ήταν ότι, η κατηγορούμενη θα εξοφλούσε με μετρητά το πιο πάνω ποσό και ο παραπονούμενος θα της επέστρεφε τις επιταγές, τις οποίες του είχε δώσει μόνο ως εξασφάλιση και ως αναγνώριση χρέους και όχι για να τις εξαργυρώσει. Ουδέποτε τις υπόγραψε. Ήταν όμως στην κατοχή του παραπονούμενου. Έδωσε μετρητά στον παραπονούμενο €1.500 στις 15/12/14 και άλλα τόσα στις αρχές Φεβρουαρίου
- Πίσω από την επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ27 ο παραπονούμενος σημείωσε ότι έλαβε €1.500 στις 15/12/14 και ότι έμεινε για αυτήν υπόλοιπο €1.
- Με την πληρωμή του συνολικού ποσού των €3.000 ευρώ ζήτησε από τον παραπονούμενο να της επιστρέψει την επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ27, αφού αυτή εξοφλήθηκε με το παραπάνω, αλλά δεν της την επέστρεψε με τη δικαιολογία ότι δεν την είχε μαζί του. Όταν έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, ποτέ δεν της υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές. Είπε «πολύ αργότερα όταν καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση και είδα τις επιταγές είδα και κατάλαβα ότι δεν ήταν η υπογραφή μου σε αυτές». Θεωρούσε τον παραπονούμενο έντιμο και δεν ανέμενε πως θα εμφάνιζε τις επιταγές αυτές για πληρωμή και μάλιστα υπογραμμένες. Δεν υπήρχε λόγος για τον παραπονούμενο να το κάνει αυτό. Δεν γνώριζε ότι, στις 13/2/15 ο παραπονούμενος εμφάνισε τη μη εξοφληθείσα επιταγή στην Τράπεζα για πληρωμή, ώστε να διευθετήσει την εξόφλησή της εντός 15 ημερών. Ο παραπονούμενος την εκμεταλλεύτηκε. Δεν έχει σχέση με τα συγκεκριμένα αδικήματα. Η ανώμοτη δήλωση είναι απόλυτο δικαίωμα οποιουδήποτε κατηγορούμενου. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια ότι δεν είναι ικανή να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. μεταξύ άλλων Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι πως η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία, με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο ωσάν να ήταν μαρτυρία. Έχει αξία περισσότερο πειστική, παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά ( βλ. μεταξύ άλλων Vrakas and Another v. Repbublic
(1972)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 12). Και, βεβαίως, η ανώμοτη δήλωση, κατόπιν της αξιολόγησής της, δεν μπορεί να συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με την παρουσίαση αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας (βλ. Θεοχάρους (ανωτέρω) και Αχτάρ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397). Συνυπολογίζοντας τα λεγόμενα της κατηγορούμενης με την αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, καταλήγω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα ή πειστική αξία στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, εκτός από τη θέση της ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές δεν είναι δικές της. Εξηγώ. Στην ανώμοτη της δήλωση η Κατηγορούμενη αναφέρει ότι, στο πίσω μέρος της επιταγής ΧΧΧΧΧΧ27 ο παραπονούμενος σημείωσε ότι έλαβε €1.500 στις 15/12/14 και ότι έμεινε για αυτήν υπόλοιπο €1.081, ενώ στην ανακριτική της κατάθεση ανέφερε ότι, στο πίσω μέρος της επιταγής ΧΧΧΧΧΧ27 ο παραπονούμενος έγραψε το ποσό των €1.500 ευρώ που έλαβε σε μετρητά, και όχι το υπόλοιπο των €1.
- Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός της στην ανώμοτη δήλωση είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψης έχοντας θεωρήσει ως ορθή την άποψη του ΜΥ1 ότι, στην εν λόγω επιταγή, αναγράφεται ο αριθμός 1.081 και όχι 1.
- Περαιτέρω, τόσο στην ανακριτική της κατάθεση όσο και στην ανώμοτή της δήλωση αφήνει να πλανάται η θέση ότι, η ίδια τήρησε την προφορική της συμφωνία με τον παραπονούμενο, ενώ ουδέποτε ισχυρίστηκε ρητώς ότι ξεπλήρωσε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, μέσα από την ανώμοτη δήλωσή της προκύπτουν κάποια λογικά ερωτήματα, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα. Πώς οι επιταγές θα ενεργούσαν ως εξασφάλιση χρέους, όπως η ίδια η κατηγορούμενη αναφέρει, εάν δεν ήταν υπογεγραμμένες; Η θέση αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Επίσης, γιατί δεν ανέφερε εξαρχής στην κατάθεσή της ότι, η ίδια ουδέποτε υπέγραψε τις επιταγές; Εάν αυτή ήταν η πραγματικότητα, θα αναμένετο, λογικά, αυτό να ήταν το πρώτο πράγμα που θα ανέφερε στην ανακριτική της κατάθεση, ακόμα και χωρίς να τις υποδειχθούν οι επίδικες επιταγές κατά τη λήψη της κατάθεσής της. Αντ' αυτού ανέφερε μόνο στο Τεκμήριο 2 πως εξέδωσε τις δύο επιταγές «σε συνεννόηση με τον δικαιούχο όπως μην γίνουν κατάθεση και να του ξεπληρώνω το ποσό σταδιακά και έτσι και έγινε». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδίδω οποιαδήποτε αξία, ούτε καν πειστική, στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορούμενης, εκτός από τη θέση της ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές δεν είναι δικές της, θέση η οποία αποδεικνύεται ανεξάρτητα μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ
- Αποδίδω επίσης, μηδαμινή βαρύτητα στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 3), στην οποία η κατηγορούμενη ουδέποτε ανέφερε ότι, οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές δεν είναι δικές της. Προς τούτη μου την κατάληξη συνυπολογίζω και ότι, ο κύριος άξονας αντεξέτασης του ΜΚ4 ήταν πως, αυτή δεν ήταν παρούσα στην Κέδρων 12 κατά την παράδοση των επίπλων και ότι ουδέποτε υπέγραψε κατά την παραλαβή τους την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 25, ενώ και τις δύο αυτές θέσεις τις παραδέχεται στην ανακριτική της κατάθεση. Ο ΜΥ1 είναι εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος του οποίου τα προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν. Έλαβε οδηγίες από την κατηγορούμενη στις 13/9/16 να εξετάσει τις δύο επίδικες επιταγές και να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και να ετοιμάσει γραφολογική γνωμοδότηση, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Εξέτασε τις πρωτόδικες δύο επιταγές και τις σύγκρινε με 6 άλλα δείγματα των υπογραφών της, με τα οποία η ίδια τον προμήθευσε, που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο μεταξύ του 2001 και του
- Της έλαβε επίσης 15 δείγματα υπογραφής σε 3 σελίδες χαρτιού. Κατέληξε πως στην επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ24 δεν παρουσιάζεται η πραγματική υπογραφή της κατηγορούμενης. Η υπογραφή, δεν χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, αυθορμητισμό και ομοιογένεια της φυσικής κίνησης. Αντίθετα, παρουσιάζει αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού οργάνου. Το ίδιο έκρινε και σε σχέση με την επιταγή με αριθμό ΧΧΧΧΧΧ
- Σύγκρινε και τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές μεταξύ τους και βρήκε διαφορές στη γενική μορφή και εμφάνιση τους, στην τεχνική σχηματισμού και στον τρόπο έναρξης και κατάληξής τους. Είναι η άποψή του πως αυτές παρουσιάζουν διαφορές ουσίας μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα όπως τα αναφέρει πιο πάνω και καταλήγει πως δεν μπορούν να είναι γνήσιες υπογραφές του ιδίου προσώπου. Αξιολόγησε, επίσης, τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου και αυτά που έλαβε από την Κατηγορούμενη στις 28/9/
- Οι συγκρίσεις αυτές τον οδήγησαν σε συμπέρασμα πως καμία από τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσια υπογραφή της Κυριακής Ιάσωνος, διότι παρουσιάζουν και οι δύο διαφορές ουσίας με τις συγκρινόμενες υπογραφές, με βάση τα γραφολογικά γνωρίσματα, δηλαδή στη γενική μορφή και εμφάνιση τους, στην τεχνική σχηματισμού και στον τρόπο έναρξης και κατάληξής τους. Εξέτασε περαιτέρω και το πίσω μέρος της επιταγής ΧΧΧΧΧΧ27, όπου υπάρχει διορθωτικό υγρό, με ειδικό διαπεραστικό φωτισμό που επιτρέπει τη φωτογράφιση όλων των λεπτομερειών της γραφής από μικρή εστιακή απόσταση. Κατέληξε πως, στο πίσω μέρος της επιταγής πριν σε αυτήν τοποθετηθεί το διορθωτικό υγρό αναγράφεται η ημερομηνία «15/12/14», μετά αναγράφεται η λέξη, «έναντη», το ποσό των «1500 ευρώ», μια μονογραφή και στο τέλος «Υπ. 1081». Η δε σφραγίδα της εταιρείας του παραπονούμενου τοποθετήθηκε μετά την τοποθέτηση του διορθωτικού υγρού, διότι επεκτείνεται πάνω από αυτό. Κατά την αντεξέταση του, επιβεβαίωσε τα λεγόμενά του δίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες για αυτά και απαντώντας στο Δικαστήριο πλήρως και χωρίς υπεκφυγές. Αντεξετάστηκε επί του ότι, τα σταματήματα και οι αυξομειώσεις πίεσης του γραφικού μέσου που παρουσιάζουν οι επίδικες υπογραφές, δεν δεικνύουν απαρέγκλιτα πλαστότητα της υπογραφής της κατηγορούμενης, αλλά μπορεί να αποδοθούν στην ενδεχομένως μικρή ταχύτητα, με την οποία τέθηκε η υπογραφή. Απάντησε ότι, εξέτασε τις υπογραφές κάτω από μικροσκόπιο και μεγεθυντικό φακό με τα οποία μπόρεσε με ευκρίνεια να διαπιστώσει τα σταματήματα. Είπε, δε, πως οι επίδικες υπογραφές και οι αριθμοί στις επιταγές δεν μπορούν να κριθούν με το ίδιο επιστημονικό μέτρο, διότι αποτελούν ανόμοια πράγματα από γραφολογικής άποψης. Η υπογραφή είπε, συνήθως, τίθεται με ταχύτητα και αυθορμητισμό, ενώ οι αριθμοί όχι απαραίτητα. Επανέλαβε πως, κάποιος εμπειρογνώμονας γραφολόγος που σύγκρινε μεταξύ τους τις δύο επίδικες υπογραφές, ακόμα και χωρίς να έχει τα δείγματα υπογραφών της κατηγορούμενης ενώπιον του, θα κατέληγε, κατά το ελάχιστον, πως οι δύο υπογραφές δεν προέρχονταν από το ίδιο άτομο. Ο ίδιος, συνυπολόγισε αυτό, μαζί με την γενική εικόνα και τεχνική σχηματισμού των υπογραφών καθώς και την ποιότητα χάραξής τους και το σημείο έναρξης και κατάληξής τους και κατέληξε στα ευρήματά του. Δεν δέχθηκε την υποβολή ότι, η διαφορά στις υπογραφές δυνατόν να έγκειται στην ποικιλία του ίδιου συγγραφέα. Αρνήθηκε μάλιστα ότι, οι επίδικες υπογραφές μπορεί να είναι φανταστικά μορφώματα της κατηγορούμενης η οποία προσπάθησε, επίτηδες, να θέσει μία υπογραφή που δεν έμοιαζε με τη δική της. Απάντησε πειστικά ότι κάποιος που προσπαθεί να παραποιήσει την ίδια του την υπογραφή, το πρώτο πράγμα που παραποιεί είναι τη γενική της εμφάνιση και εικόνα και όχι τις λεπτομέρειές της. Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι επίδικες υπογραφές να μην ανήκαν στην κατηγορούμενη. Απλώς έθεσε στον ΜΥ1 και άλλα ενδεχόμενα, για τα οποία απάντησε πειστικά και επιστημονικά. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρέπει να κρίνω την αξιοπιστία του ΜΥ1 ως εμπειρογνώμονα μάρτυρα, ο οποίος συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή του να παρέχει στο Δικαστήριο τα εφόδια, ώστε αυτό να είναι σε θέση να αξιολογήσει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Αποδέχομαι τη θέση του, την οποία υποστήριξε πειστικά και επιστημονικά. Στην απουσία, δε, οποιασδήποτε μαρτυρίας εμπειρογνώμονα γραφολόγου εκ της Κατηγορούσας Αρχής, προβαίνω σε εύρημα ότι, καμία από τις υπογραφές στις επίδικες επιταγές δεν είναι γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης. Γ. Νομική πτυχή και Κατάληξη Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα προνοεί ως εξής: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή µετά την ηµεροµηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυµα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιµων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασµός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραµένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ηµερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ως τροποποιήθηκε: «Επιταγή» σηµαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωµή καθορισµένου ποσού σε ορισµένο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κοµιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε µεταγενέστερο χρόνο από την ηµεροµηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαµβάνει δίγραµµη επιταγή. Στην Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομίζουμε προφανές ότι η επιταγή στην οποία αναφέρεται ο Ποινικός Κώδικας είναι η επιταγή βάσει του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, αξιόγραφο νομικά προσδιορισμένο και με μεγάλη χρηστική αξία στις σύγχρονες οικονομικές συναλλαγές. Γι' αυτό και το Εφετείο, στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδη
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, θεώρησε αυτονόητη την εν λόγω ταύτιση και προέβη σε σχετική δήλωση χωρίς συζήτηση του θέματος. [.........] Αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, «έκδοση» σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος».** H Ερμογένους (ανωτέρω), λοιπόν, καθιέρωσε την αρχή ότι, η έννοια της επιταγής στην οποία αναφέρεται ο Ποινικός Κώδικας έχει την ίδια έννοια της επιταγής που αναφέρεται και στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262 (βλ. και L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερ. 30.1.15 ). Όσον αφορά στο συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής στην υπόθεση Χ' Ιωάννου v. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: «Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, εκτός άλλων, και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης τέτοιας επιταγής. Κατά το άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, η συναλλαγματική υπογράφεται "από το πρόσωπο που τη δίδει" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 73 του ίδιου νόμου η επιταγή είναι συναλλαγματική.» Επίσης, στη Βούρας ν. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135 σημειώθηκαν τα εξής: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή.» (βλ. επίσης Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135 και Χ' Ιωάννου v. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62). Εφόσον η μαρτυρία του ΜΥ1 έγινε αποδεκτή και κατέστη εύρημα του Δικαστηρίου ότι, οι επίδικες επιταγές δεν φέρουν τη γνήσια υπογραφή της Κατηγορούμενης, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής από τον εκδότη της, εν προκειμένω, ελλείπει. Με την κατάληξη, λοιπόν, δεδομένη, παρέλκει η εξέταση των λοιπών συστατικών στοιχείων του αδικήματος των επίδικων κατηγοριών. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις εναπομείνασες κατηγορίες 2 και 3 στο κατηγορητήριο. (Υπ.) ................. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο